Alejandra Pizarnik, Τρία ποιήματα

Artwork: T.K. Kim

Artwork: T.K. Kim

Ο φόβος

Στον απόηχο των νεκρών μου
υπάρχει ακόμα φόβος.
Εσύ γνωρίζεις το φόβο;
Γνωρίζω το φόβο, όταν λέω το όνομά μου.
Είναι ο φόβος,
ο φόβος με το μαύρο καπέλο
που κρύβει ποντικούς στο αίμα μου
ή ο φόβος με τα νεκρικά του χείλη
που πίνει τους πόθους μου.
Ναι. Στον απόηχο των νεκρών μου
υπάρχει ακόμα φόβος.

*

Αποκαλύψεις

Τη νύχτα στο πλευρό σου
οι λέξεις είναι κλειδιά, είναι καρφιά.
Η θέληση να πεθάνεις βασιλεύει.

Ας είναι το κορμί σου πάντοτε
πρόσφορο έδαφος για αποκαλύψεις.

*

Σιωπές

Ο θάνατος πάντοτε προ των πυλών.
Αφουγκράζομαι το λέγειν του.
Μονάχα ακούω.

*Από τη συλλογή «Κόρη του ανέμου» (μετάφραση Στάθης Ιντζές). Από το http://www.poein.gr

Daniil Kharms, Ένας άνθρωπος βγήκε απ’ το σπίτι του

Τάτλιν Βλαντιμίρ, "Εικονογραφικό προσχέδιο για το βιβλίο " Vo-Pervykh I Vo-Vtorykh" του Daniil Kharms" (1929). Ασπρόμαυρο σχέδιο που απεικονίζει υπαίθρια σκηνή με μια ανδρική και τρεις παιδικές μορφές.

Τάτλιν Βλαντιμίρ, “Εικονογραφικό προσχέδιο για το βιβλίο ” Vo-Pervykh I Vo-Vtorykh” του Daniil Kharms” (1929). Ασπρόμαυρο σχέδιο που απεικονίζει υπαίθρια σκηνή με μια ανδρική και τρεις παιδικές μορφές.

Με το σάκο του στον ώμο,

Να τος, βγαίνει, απ’ το σπίτι, 

Μέρα νύχτα

Νύχτα μέρα

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει.

Μόνο ίσια αγναντεύει 

Ποτέ πίσω δεν κοιτάζει. 

Δεν κοιμάται 

Κι ούτε πίνει
Και μπουκιά δεν κατεβάζει.

Να τος μπαίνει σ’ ένα δάσος 

όταν έπεσε το βράδυ,

Κι από τότε 

Κι από τότε

Τον κατάπιε το σκοτάδι.

Κι άμα κάποτε στο δρόμο 

Τύχει να ανταμωθείτε, 

Τότε τρέξτε,
Τότε τρέξτε,
Το χαμπέρι να μας πείτε.

1937 Μάρτιος – Στο παιδικό περιοδικό “Chizh” (Τσιζ) δημοσιεύεται το ποίημα του Χαρμς “Ένας άνθρωπος βγήκε απ’ το σπίτι του. Τραγουδάκι”. Το θέμα του, η ξαφνική εξαφάνιση ενός ανθρώπου, εκλαμβάνεται ως αντικαθεστωτική κριτική και απαγορεύεται η δημοσίευση των κειμένων του σχεδόν για ένα χρόνο. Είναι υπό παρακολούθηση, με το έργο του στα παιδικά περιοδικά, που ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του, στο “ψυγείο” μέχρι νεωτέρας… Όπως και πριν, εξακολουθεί να ζει με τη γυναίκα του, σε έσχατη ένδεια, σε συνθήκες κυριολεκτικά λιμοκτονίας. Εξ ου και ο Χαρμς αποκαλέστηκε “ποιητής της πείνας”, όχι μόνον για την αγάπη του στον Χάμσουν, αλλά γιατί βίωσε την πείνα στη ζωή του πραγματικά… Αυτή – η ασιτία – ήταν και η επίσημη εκδοχή του θανάτου του, το 1942, στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών Κρεστί του Λένινγκραντ.

Το επίμαχο ποίημα του, έτσι κι αλλιώς “αμετάφραστου” στο ποιητικό τουλάχιστον έργο του, Χαρμς, σε ελεύθερη απόδοση του Δημήτρη Νικηφόρου.

Francesco Marotta, Από «Το δώρο του Ηράκλειτου»

11079644_799354813482516_8102041617255595830_n

το οβάλ που ναυαγεί

την ηρεμία του καθρέφτη

είναι ένα μάτι με οσμή γάγγραινας

την αυγή

πιέζοντας με δύναμη την άκρη

λευτέρωσα τον άνεμο

ίσως να το γιάτρεψα

θυμάμαι

σ’ όνειρο ήταν η μάνα μου

μου χάιδευε το πρόσωπο

κουνώντας κυκλικά τα δάχτυλα

σαν κάποιον που ανάβει φωνές

στον έρημο βωμό

της γέννησης

με τα δάκρυά της μετέωρα

ανάμεσα στο πυκνό ίσκιωμα,

όπου φυτεύει ρόδα δίχως μίσχο,

και στην πηγή καταμεσής στα στήθη

τα λαβωμένα αστέρια

απ’ όπου αντλούσε φως

da “Il dono di Eraclito’

l’ovale che naufraga

la calma dello specchio

è un occhio in odore di cancrena

all’alba

premendo forte il fianco

ho liberato il vento

forse l’ho guarito

ricordo

c’era mia madre in sogno

mi accarezzava il viso

muovendo in circolo le dita

come chi accende voci

sull’altare deserto

della nascita

con le sue lacrime sospese

tra l’ombra cava

dove piantuma rose senza stelo

e la fonte in mezzo ai seni

gli astri feriti

da cui attingeva luce

*Από την ποιητική συλλογή «Το δώρο του Ηράκλειτου» (2007)(Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου) – Από το Ποιείν http://www.poiein.gr στη Σειρά ‘Σύγχρονοι Ιταλοί Ποιητές #02’] Σχετικός σύνδεσμος http://rebstein.files.wordpress.com

Ηλίας Λάγιος, Η φωνή από τα υπόγεια δωμάτια

Artwork: TK Kim

Artwork: TK Kim

Φτάνω στην κόλαση αναλφάβητος. Μαθαίνω
τα βογγητά και τον ωμό τρόμο του ξένου.
Ακούω τριγύρα αυτό μονάχα· να πεθαίνου-
νε μ’ ένα “μάνα” στην ψυχή. Διαβαίνει τραίνο
με μηχανοδηγό τυφλό που ’χει βοηθό του
πανέμορφη, φρικτή την τύψη των ανθρώπων,
στη μνήμη των καρφί καιρών, των ένδον τόπων.
Του παντοαδύναμου γαμώ το κέρατό του.
Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα· ελάτια, πεύκα·
κι εν τέλει εδώ θ’ ανθίσει ρόδο η δικαιοσύνη·
θα ’ρθεί ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνει·
και θα υψωθεί στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.
Ουράνια λεύκα που εν τω βίω ποτέ δεν είδα,
να με φέρει σ’ εσέ τερπνή, αληθής πατρίδα.

*Από τη συλλογή “Πράξη υποταγής”, 2000. Από τη σελίδ της Αγγ. Φωτεινού στο facebook.

Αλέξης Τραϊανός, Κατοικίδιος σκορπιός

8

Έγινε βράδυ πάλι
Ποίημα του δωματίου
Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί
Σ’ αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό
Απ’ τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης
Μια Σαχάρα από καθρέφτες
Όπου εγώ και ο θάνατος
Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν
Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις
Τις ίδιες νύχτες
Βλέποντας κι απόψε
Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι
Με μια σκόρπια διάθεση
Απ’ το καπνισμένο μάτι
Λέξεων μόνον καθώς επιπλέουνε στο ποίημα
Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού
Να πλέει σ’ αυτό το κουβαριασμένο
Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες
Για τι πράγμα Τι τέλος
Γιατί μιλώ όχι από μένα
Δε διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω
Ελάχιστα πράγματα βλέπω
Κάθε λίγο και κάτι χαλάει
Οι σωλήνες οι φλέβες ο ύπνος οι λάμπες
Γιατί έχω ένα μάτι γεμάτο καπνούς Άδειο
Αυτό να φωτογραφίσεις
Μα δεν μπόρεσες ούτε καν να στραφείς
Προς τα ‘κει που αυτό καταστρέφεται
Γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω
Ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο
Πεταμένος σε τούτο το γήινο τοπίο του ’77
Θυμάμαι πότε πότε διάφορα πράγματα
Απορώ με διάφορα πράγματα
Τι κάνουν τα ρούχα της πεθαμένης
Μετά που φεύγει
Τι κάνουν τις λέξεις του ποιητή
Μετά που μένει
Γιατί τελείωσα σήμερα το προηγούμενο ποίημα
Με μιαν αμνησία γύρω από τις λέξεις
Πού γράψαν τις λέξεις μου
Γιατί τέλειωσα
Αυτή ‘ναι η Σαχάρα
Με τους σκορπιούς της επάνω μου
Πάνω στην πλάτη μου
Στην πλάτη της πλάνης
Σ’ όλα τα πλάτη
Η γεωγραφία μ’ άρεζε κάποτε
Όμως τώρα τόσο χαμένες
Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου
Σε μια δίνη.

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Μια μάλλον ανησυχητική διαπίστωση

Ο μαγνήτης έπαψε να είναι διαλεκτικός
και οι συναλλαγές που πυρ’ όλα αυτά συνεχίζω να επιθυμώ
κρύβουν παγίδες
Στο ζαχαροπλαστείο —για παράδειγμα—
οι τούρτες τελείωσαν
και ο κρεοπώλης, με δάκρυα στα μάτια
ανακαλύπτει πως ο κιμάς είναι τελικά τρούφα.
Αλλά δεν πτοούμαι, κάτι τέτοιο εξάλλου δεν έχει και μεγάλο νόημα
αφού βρίσκομαι για τέταρτη συνεχή άνοιξη παγιδευμένος
μέσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο με το πράσινο μεταλλικό χρώμα,
που μου προκαλεί πράσινα μεταλλικά συναισθήματα

Ατενίζοντας μέσα στο σκοτάδι αυτοκτονίες αρχιτεκτόνων,
πραγματοποιούμενες με χάρη και τις απαραίτητες μακέτες
που ανεμίζουν κατά την πτώση απ’ τις ταράτσες του Πολυτεχνείου.
Ήρθε η ώρα να πάρω το τσάι μου ή μάλλον
το τσάι σου καθώς εσύ θα συσπάσαι τρυφερά,
αποπλανώντας εκείνον που είναι τόσο νέος
ακριβώς γιατί εσύ δεν είσαι πια τόσο νέα
και που ωστόσο θα έδινε τα πάντα
για να είναι μεγαλύτερος

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1 (Σεπτέμβριος 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, σελ. 88.

Ζαχαρίας Στουφής, Οδύσσειες

11053151_785949004824730_3058267597612787608_n

Ο κακομοίρης

ο Οδυσσέας

μ’ ένα τσουβάλι χασίσι στην πλάτη

κάτω από κίτρινα φώτα περιφέρεται

σε δύσκολους έρωτες σαλεμένων γκέι.

Ο αταξίδευτος 

ο Οδυσσέας

έχει ξεφύγει από το όνειρο

κάνοντας συνεχώς τα ίδια άθλια

στην ίδια πόλη σκλαβωμένος για πάντα.

Ο τριμαλάκας

ο Οδυσσέας
το σπίτι του στο Θιάκι

κοντεύει να πέσει.

Το πιο όμορφό μου ποίημα (Νικολέττα Σίμωνος)

greek-translation's avatarΠΟΙΗΜΑΤΑ

Το πιο όμορφό μου ποίημα
Με τη σιωπή μου το ‘γραψα
Βουλιάζοντας ηδυπαθώς
Και καθ’ ολοκληρίαν
Μέσα στ’ απύθμενα τα μάτια σου
Εκεί όπου συνάντησα
Τις πιο κραταιές λέξεις.

Νικολέττα Σίμωνος

View original post

Θωμάς Γκόρπας: Αφιέρωμα

229179_142018885871657_3116051_n

Την 1η Απριλίου 2003 πέθανε ο Θωμάς Γκόρπας στο σπίτι του της οδού Αχαρνών. “Ήρεμα”, γράφει χαρακτηριστικά η σύζυγός του, Άρτεμις Θεοδωρίδου, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία, στο εξαίρετο “Χρονολόγιο Θωμά Γκόρπα σε τρίτο και σε πρώτο πρόσωπο”, που κατήρτισε με αποσπάσματα από δικά του γραπτά και τη βοήθεια του αρχείου του, παρεμβάλλοντας περιγραφές και εκμυστηρεύσεις από τα γράμματα που κάποτε της έστελνε. Ένα χρονολόγιο, που μοιάζει με προσκλητήριο ζώντων και νεκρών, όπου απογράφονται συντροφιές και στέκια, εκδοτικοί οίκοι και έντυπα, γειτονιές της Αθήνας και τα συμβαίνοντα στην ποίηση.

Τέλος του ’54, ο Γκόρπας κάνει τους τρεις πρώτους φίλους της Αθήνας: τον Φάνη Παπαδάκο, ποιητή, τον Γιάννη Μαντά, “μανιακό με την προκλασική μουσική αλλά και το ρεμπέτικο”, και τον Παναγή Στούπα, ποιητή. Συχνάζει στο καφενείο “Ακρόπολις”, στην πλατεία Καρύτση, όπου συναντάει τον ποιητή Καπετάν Μοντεσάντο…

Ο Τάσος Παππάς τον μπάζει στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας του Μάριου Βαγιάνου, τότε στην Ακομινάτου. Εκεί συναντιέται με τους Ορέστη Λάσκο, Πέτρο Κυριακό, Ζωή Καρέλλη, Βασίλη Λιάσκα, Γιωργή Κότσιρα, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Γιώργο Ιωάννου, Μανόλη Γιαλουράκη, Λέοντα Κουκούλα, Ναπολέοντα Παπαγιωργίου, Γιώργο Γουναρόπουλο, Πάνο Παναγιωτούνη, Απόστολο Μαγγανάρη, Ζέφη Δαράκη, Νίκο Βόκοβιτς, Αθηνά Κασαβέτη, Βύρωνα Λεοντάρη, Λίλλη Μπίτα… Ο ποιητής Γιάννης Κουφός τον φέρνει σ’ επαφή με τους λογοτέχνες του Πειραιά Κώστα Γαρίδη, Στέλιο Γεράνη, Γιώργο Περιστέρη, Νίκο Βελιώτη, Κώστα Θεοφάνους, Γρηγόρη Θεοχάρη, Νίκο Παΐζη, Αργύρη Κωστέα…
Continue reading

Octavio Paz, Από την “Πέτρα του ήλιου”

Photo: S.M.Eisenstein Que viva Mexico 1932

Photo: S.M.Eisenstein Que viva Mexico 1932

Μεξικό, 1957 
(…)

Βαδίζω μέσα σε στοές ήχων,

Σε παρουσίες πλέω ηχηρές,

Σαν τον τυφλό περνώ απ’ τις διαφάνειες

Ένας κατοπτρισμός με σβήνει, γεννιέμαι σ’ έναν άλλον

Ω δάσος από μαγικές κολόνες,

Κάτω απ’ τα τόξα του φωτός εισβάλλω

Στους διαδρόμους του διάφανου φθινοπώρου,

Μπαίνω στο σώμα σου όπως στον κόσμο

Η κοιλιά σου ηλιόλουστη πλατεία

Τα στήθη σου δυο εκκλησιές που λειτουργεί το αίμα

Τα παράλληλα μυστήριά του

Σαν τον κισσό τα βλέμματά μου σε σκεπάζουν

Είσαι μια πολιορκημένη πόλη απ’ τη θάλασσα…

Ντυμένη με το χρώμα της επιθυμίας μου

Γυμνή γυρνάς καθώς η σκέψη μου

Ταξιδεύω στα μάτια σου σαν μέσα στο νερό…

Στο μέτωπό σου περπατώ σαν το φεγγάρι

Όπως το σύννεφο στο λογισμό σου

Πηγαίνω στην κοιλιά σου όπως στα όνειρά σου

Η φούστα σου από αραποσίτι κυματίζει

Και τραγουδάει, η φούστα σου από κρύσταλλο

Η φούστα σου η νερένια

Τα χείλη, τα μαλλιά, τα βλέμματά σου…

Κλείνεις τα μάτια μου με το νερένιο σου στόμα…

Ταξιδεύω στη μέση σου σαν σε ποτάμι

Πηγαίνω στο σώμα σου σαν σ’ ένα δάσος…

Περπατώ στους σφοδρούς λογισμούς σου

Και στου λευκού μετώπου σου την έξοδο

Η γκρεμισμένη μου σκιά κομματιάζεται

Μαζεύω τα κομμάτια μου ένα ένα

Και δίχως σώμα προχωρώ, ψάχνω ψηλαφώντας (…)

*Μετάφραση: Τάσος Δενέγρης
**Παρμένο από την σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook