το οβάλ που ναυαγεί
την ηρεμία του καθρέφτη
είναι ένα μάτι με οσμή γάγγραινας
την αυγή
πιέζοντας με δύναμη την άκρη
λευτέρωσα τον άνεμο
ίσως να το γιάτρεψα
θυμάμαι
σ’ όνειρο ήταν η μάνα μου
μου χάιδευε το πρόσωπο
κουνώντας κυκλικά τα δάχτυλα
σαν κάποιον που ανάβει φωνές
στον έρημο βωμό
της γέννησης
με τα δάκρυά της μετέωρα
ανάμεσα στο πυκνό ίσκιωμα,
όπου φυτεύει ρόδα δίχως μίσχο,
και στην πηγή καταμεσής στα στήθη
τα λαβωμένα αστέρια
απ’ όπου αντλούσε φως
da “Il dono di Eraclito’
l’ovale che naufraga
la calma dello specchio
è un occhio in odore di cancrena
all’alba
premendo forte il fianco
ho liberato il vento
forse l’ho guarito
ricordo
c’era mia madre in sogno
mi accarezzava il viso
muovendo in circolo le dita
come chi accende voci
sull’altare deserto
della nascita
con le sue lacrime sospese
tra l’ombra cava
dove piantuma rose senza stelo
e la fonte in mezzo ai seni
gli astri feriti
da cui attingeva luce
*Από την ποιητική συλλογή «Το δώρο του Ηράκλειτου» (2007)(Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου) – Από το Ποιείν http://www.poiein.gr στη Σειρά ‘Σύγχρονοι Ιταλοί Ποιητές #02’] Σχετικός σύνδεσμος http://rebstein.files.wordpress.com
