Έρμα Βασιλείου, Δυο γυναίκες, η Μούργα και η Μούρσα

the_river[1]

Μούργα,
Αν θα μου πάρεις τη λέξη ελιξήριο
Μην πεις ποτέ πως είναι δική σου
Εγώ σου την έδωσα
Την έκανα δική από τα τραύματα του ήλιου της ποίησης
Γιατί αυτή και δυο τρεις άλλες που σου χάρισα
έβαψαν τα παπλώματά μου με αίμα θεράπευσης
όταν με πνίγαν παλιά οι αυθάδικες γλώσσες των πραματευτάδων
…Εγώ σου την έδωσα!

Χωρίς ευθύνη περπατάς υπεύθυνη-λες είσαι- στην Καρχηδόνα
Με λίγο χρώμα ποίησης που σου εμπιστεύτηκα
Είναι λιγότερα τα πράγματα που κουβαλώ, γιατί κουράστηκα
Μα τα γνωρίζω όσα έδωσα
γράφουν το πάντα το γιατί, σε ποιον και πότε
Κάθισα στον ήλιο τη μέρα αυτή, αν θυμάσαι,
σου έγραψα στην άμμο τη λέξη ελιξήριο
είναι αραβική κι ελληνική μαζί, δεμένη λέξη
άρθρο το ελ, αραβικό…μια αλοιφή ξερή η ελληνική
το αφυδατωμένο σώμα των λέξεών σου την χρειάστηκε
που έπαψε πια να έχει κρύσταλλο νερό και ποίηση στα χέρια
που το πήραν, τα δικά σου…
‘Ανοιξες τη φούχτα σου και ήπιες,
κάτω από τον ήλιο της Αφρικής που δεν γνώρισες
τη δική μου λέξη, το δικό μου ποιητικό βότανο…και
το καρτόρθωσες να μη μας δει κανένας
Ω, ναι, δεν άφησες κανένα χνάρι
Κι η ταυτότητα των λέξεών μου
όταν τη ζήτησα
ήταν μια παραχαραγμένη σιωπηλή πέτρα

με ανορθογραφίες για να πεις
πως δεν υπάρχει άλλο από αυτό που δεν θυμάσαι

Μούργα, το κατόρθωσες να σβήσεις όλα τα στοιχεία δανεισμού…
μα με θυμάται η μνήμη η παλιά η Μούρσα της Ερήμου η δίκαιη
Γι αυτήν την τράβηξα τη λέξη ελιξήριο από τα στόματα των
τεράτων της θάλασσας κολυμπώντας χρόνια να σου την φέρω
Από τις παραλίες της Βόρειας Αφρικής
Στις παραλίες της Αυστραλίας
Δεν ήταν δική σου…
Και λες πως αναγνώρισα εμένα στα δικά σου!
Μα ξέχασες πως αυτά που λες σου ήταν ξένα
Τα χαράματα που σου έβγαλα τον επίδεσμο της
Στεγνής γραφής και σου έβαλα τα ενόργανα
Της ποίησης
Αυτά που χαίρεσαι είναι όλα όσα άλλαξα για να ομορφύνεις
Την ιστορία σου
…Τα δικά μου αναγνώρισα μέσα σε όσα είδα μετά από χρόνια
Όταν μεγάλωσαν οι μέρες
στα λεπτά πέπλα των μίσχων των λέξεων
όχι τη δική σου τέχνη!
Με τα δικά μου καλλώπισα το κρεμασμένο δέντρο σου που
Με το σχοινί της ανίας στο λαιμό
η λέξη ελιξήριο, η δίκαιη Μούρσα
το ανέστησε…

Μύριαμ Μιχαέλις (1908- 2004), Η ιστορία της Ανούσκας

images

Τότε που ήμουν ακόμη πόρνη
και στεκόμουν στη γωνιά του δρόμου μου,
ήρθε μια φορά ένας ποιητής.
Μίλαγε, μίλαγε αλλά δε νοούσα τα λόγια του.
Έλεγε αενάως:Έρωτας! Έρωτας!
Τελικά με πήρε μαζί του,
ξάπλωσε επάνω μου,
έκανε ό,τι όλοι κάνουν
και μού’δωσε χρήματα.
Με αυτά αγόρασα ένα νέο καπέλο.
Όμως μια φορά,
ήταν φαιά σαν ομίχλη η μέρα,
περπατούσαν οι άνθρωποι πιο αποκαμωμένοι
και γρηγορότερα απ’ ότι συνήθως,
στάλαζε η βροχή,
φουγάρα κάπνιζαν πολύ.
Τούτη τη θαυμάσια μέρα ήταν
που ήρθε ένας εργάτης από τη φάμπρικα
με φωτεινά μαύρα μάτια, λαμπερά.
Μού είπε:
Έλα μαζί μου!
Τον ρώτησα :
Έχεις χρήματα;
Χρήματα δεν έχω.
Αλλά θέλω ένα ποτό να σου δώσω να πιεις,
ένα ποτό, ένα ποτό,
να μεθύσεις όπως ποτέ άλλοτε
στον οικτρό σου βίο.
Με πήρε από το χέρι…
Με πήρε από το χέρι και πήγα μαζί του.
Ένιωθα σα να ήταν ένας φίλος,
και μού μίλαγε,
ο λόγος του έπεφτε εντός μου,
και μίλαγε, μίλαγε:
Χίλιοι τροχοί στρέφονται ρυθμικά,
χίλιες φωτιές μέρα τη μέρα υποδαυλίζονται,
ατμοί ανέρχονται με αναβρασμό ολολύζοντα,
στην αυλή του εργοστασίου ένας πλάτανος φυτρώνει.
Άνθρωποι συρρέουν στο σχόλασμά τους.
Κι εγώ είμαι γερός κι εσύ ωραία,
Ανούσκα!
Μα και βέβαια δεν είσαι καθόλου πόρνη
γιατί είσαι μια γυναίκα
κι ωραία.
Καμιά φορά τραγούδαγε ένα πουλί.
Κάπου ρέει ένα πλατύ,ζεστό, ορμητικό ποτάμι ,
Ανούσκα,
Ζήσε ,ζήσε!
Νόμιζα πως θα με σκότωνε…
Νόμιζα πως θα με σκότωνε όταν με αγκάλιασε,
μα δεν θα κραύγαζα.-
Τώρα πια πάλι έφυγε,
για εκεί όπου τα λευκά σιδηρά έμβολα
καθρεφτίζονται μες στα μαύρα φωτεινά μάτια του,
το χέρι του φυτρώνει γιγάντειο μέσα από τις μηχανές…
Και μένα πίσω με άφησε
με το τραγούδι μες στην καρδιά μου,
που τώρα μέρα τη μέρα του παιδιού μου τραγουδώ:
Αγάπησε,αγάπησε.

*Aπόδοση από τα Γερμανικά: Βούλη Ζώγου. Στη μορφή αυτή δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού “Παρέμβαση”.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τους είδα

1106641

Τους είδα τους ανθρώπους
άσχημους και κακούς
αδύναμους και νοσηρούς
κι αδιάφορους
ισορροπημένους πάνω στο αδιέξοδο
ισοπεδωμένους απ’ τη γνώση
οικτρά πλανεμένους
μέσα σε τύπους άλυτους κι εξισώσεις
σε προθαλάμους μαντείων
σε προθαλάμους γραφείων
να μην είναι στο εδώ
μήτε στο εκεί
γλιστρώντας η ψυχή τους μες στη λάσπη

αξιωματούχους
εμπόρους
φορώντας καθαρό πουκάμισο
φορώντας καθαρό παντελόνι
γραβάτα
ατσαλάκωτους
σε συνέδρια
σε τελετές
πάνω σε κόκκινα χαλιά
και πλατείες κατάμεστες
ουρλιάζοντας στο μπαλκόνι
με τις φωνές τους τελεσίγραφα σαν το χαλάζι
να πήζουν πληγές στην ακοή

κι έρπητες τους είδα
κι εγγαστρίμυθους
πίσω απ’ το κρυφό φονικό
κουνώντας την ουρά τους σαν μαστίγιο
τρέμοντας το σινιάλο του φοβερού αρχηγού
τρέμοντας ακόμη και τον εαυτό τους
μικρούς
βαρετούς
ξέπνοους
πίνοντας ήσυχα τον καφέ τους
ναυαγισμένους στη βαθιά τους πολυθρόνα
σε στάσιμα νερά
πονηρούς
συριχτά ανασαίνοντας σαν το φίδι
καχύποπτους
Τελώνες και Φαρισαίους στη χάρτινη τάφρο τους

κι εκδιδόμενους
εισπράττοντας παλιά ξεπουλήματα
πλάσματα της λύπησης με τις αφέγγαρες νύχτες
οξειδωμένους
ρίχνοντας το λίπασμα του μετάλλου στις ρίζες των παιδιών
παράφρονες
αμετανόητους
όμοιους με τα άγρια ζώα που συνήθισαν το κυνήγι.

Τους είδα τους ανθρώπους
δίχως έπη
δίχως ήρωες και θεούς
σκυλιά γαυγίζοντας στα όνειρά μου
κουρδισμένα κοράκια
λύκους μέσα στο βέλασμα του αρνιού
ενώ τα τοπία βουλιάζαν
βουλιάζαν
τοποτηρητές σ’ ένα διαρκές πραξικόπημα
μαυραγορίτες με την πραμάτια τους –
στερήσεις
φόβο
ψέματα κι απόγνωση
στο τρομακτικό έρεβος ενός απύθμενου φερέτρου.

Ναι
ναι
τους είδα
σε δωμάτια ερειπωμένων ασύλων
σκαλί σκαλί ν’ ανεβαίνουν στα δωμάτια της τρέλας
αλέθοντας με την ψυχή τους πόνους αγιάτρευτους
χρόνια σκληρά
κάθε νύχτα
και το πρωί να τους λείπει το σώμα

κι άλλους
σε πολέμους
κραχ
ξεριζωμούς
μέσα σε τάφους
έξω από τάφους
ανάμεσα στο θάνατο και τον αριθμό
στην απέραντη έκσταση της βόμβας μεγατόνων
στάζοντας αίματα
αίματα
με σπλάχνα χυμένα

κι άλλους
κι άλλους
ξέπνοους
αποκοιμισμένους στο νεκρικό φως
της τηλεοπτικής σκλήρυνσης κατά πλάκας
σάπια μαργαριτάρια που έχασαν την αξία τους.

Τους είδα
τους είδα τους ανθρώπους
πολλούς μαζί και πάντοτε μόνους
να τους υφαίνει η αράχνη του πλεξιγκλάς
ο ιστός της να τυλίγει τις μέρες
τις νύχτες τους

σκορπισμένους παντού
πάνω σε τρένα και τραμ
και καταστρώματα πλοίων που πρόδωσε η αντάρα
με την ανάσα κομμένη στα στεγνά τους λαρύγγια
κομματιασμένους
κουλουριασμένους
στήνοντας αυτί στο ατέλειωτο κλάμα
που ξέσκιζε το σιδηρούν παραπέτασμα
ψηλαφώντας σιωπηλές φωνές
νεκρές ανεμώνες
καταδικασμένους να επαναλαμβάνουν κάθε μεσάνυχτα
τον ίδιο δίκαιο φόνο

χωρίς μάτια
χωρίς χέρια
στο στόμα του τυφώνα
στη γλώσσα του τυφώνα
να πέφτουν πρηνηδόν βλέποντας ανθρώπους.

Μαρια Τσιράκου, Αποδοχή

DSC08400

Έκαμα τόση υπομονή
που πια, δεν τη θυμάμαι.
Έμαθα άωρα να ζω
το έτσι, στο αλλιώς,
της ανοχής μου,
της ενοχής μου.

Ποιας σάρκας ηδονή τώρα να γίνω;
Απουσιάζει η ζωή μου από τούτη
την πραγματικότητα
και συ, που με κοιτάς με αθωότητα,
φύλαξε τα σεντόνια σου
κρυφοί οι πόθοι σου,
στου μπαλκονιού σου τη σιωπή
αυγή δε θα υπάρξει,
για όσους κοιτάξουν.

Φύλαξε τα σεντόνια σου,
κρυφοί οι πόθοι σου.

Έκαμα τόση υπομονή
ζωή ευτέλεια
για όλους όλα τέλεια,
θα το φωνάξω!
Άπλωσα τα σεντόνια μου
στης μειονότητας τη θέα,
εδώ οι πόθοι μου!
Και κείνη η σάρκα, η ηδονή;
Παραδοχή, αποδοχή, μοιραία.

Άπλωσα τα σεντόνια μου,
νιώθω τους πόθους σου.

Της ηδονής μου η αθωότητα
πραγματικότητα,
στης ενοχής μου την αβρότητα
δε θα γυρίσω.
Έκαμα τόση υπομονή,
θέλω να ζήσω!.

*Από τη συλλογή “Εν πορεία…”, Εκδ. Γιάννης Σκ. Πικραμένος, Πάτρα 2010, σελ. 11.

Γεωργία Τρούλη, Ένας καιρός απών (Όταν έμειναν μόνοι στην ιστορία των κήπων)

tumblr_npbu26hQlo1qczwklo2_500

Να μετράς αλλιώς χρόνο και
Υποτακτική πορεία στο να / αποστάσεις
Να βγάζεις το τίποτα
Και πάλι από αυτό να ξεκινάς
Μικρό αλόγιστο μελάνι
Σχηματισμός
Να εκδίδεσαι σε ορισμένες επαναλήψεις
Να εκπορνεύεσαι με περισσή αθωότητα
Να γίνεσαι α λιβιδινική γραφή
Και συναίσθημα πολυεπίπεδο
Να προσδοκάς τον διάλογο
Και να βάζεις παύλες στο αριστερό διάκενο
της γραφής—————–
Καμιά απάντηση
Καμιά απάντηση
Να αφήνεσαι να καταπίνεις σιωπή και μανιτόλη
στο λευκό δερματόδετο βιβλίο
Να μην βάζεις τελείες ούτε ελιές στο δέρμα
Να λες κάποια παιχνίδια πρέπει
Να παίζονται πιο παιχνιδιάρικα
Παίζουμε τώρα αλήθεια ή ψέμα;
Αλήθεια ή ψέμα;
Όπως τόσοι κορμοί δέντρων για να πάω εκεί
Τόσοι δαχτύλιοι για να μετρήσω ηλικία
Τόσα χαραγμένα κεφαλαία σχεδιασμένα
Με λεπίδα ενός ανεπίτρεπτου ενεστώτα
Να υπηρετήσεις την διαφυγή
Να εκ πορνεύεσαι με περισσή αθωότητα
Να γίνεσαι α λιβιδινική γραφή και συναίσθημα πολυπεπίπεδο
Να απαιτήσεις το πέρασμα
Να ακυρώσεις την λάμψη
Να ωφελήσεις το ανώφελο
Το αδύνατο
Το ανύπαρκτο
Το Α
Του Κενταύρου
Του ανθρώπου
Του ά κεντρου
Να
Πειραζόμαστε πού και πού
Να γελάμε
Να περνάει η κόκκινη μπάλα
Κάτω από τα πόδια μας
Και να μην λέμε
Να!εγώ την έπιασα
Όχι !Εγώ.
Πάει την πάτησε
Πάει!Αυτό ήταν
Αυτός ο γίγαντας έπεσε για ύπνο
Υπάρχει και άλλος πιο πέρα θάνατος
Από την καταστροφή
Μεγάλωσε τόσο πολύ
Στο κρεβάτι του
Που δεν χώρεσε ποτέ
Να βγει από
Το όνειρο
Να.
Τόσα χαλίκια για τις διαβάσεις
Τις μετατοπίσεις
Τις διαδρομές
Τόσες παραλλαγες
Για να μετράς δέρμα
Σε άνθρωπο

Μιχαήλ Μήτρας, Τρία ποιήματα

Wolfgang Paalen, The light towers

Wolfgang Paalen, The light towers



ΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ 3

τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο

οι πεζοί που αργοπορούν

καθώς τα φώτα εναλλάσσονται

τα αυτοκίνητα αργοπορούν

οι πεζοί καθώς εναλλάσσονται

τα φώτα στη λεωφόρο

τα αυτοκίνητα εναλλάσσονται

οι πεζοί καθώς αργοπορούν

και τα φώτα εναλλάσσονται

τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο

οι πεζοί καθώς αργοπορούν

τα φώτα στη λεωφόρο καθώς

ΕΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ

αυτοκίνητα πεζοί φώτα
 

***

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ

υδαταγωγός υδάτινος υδατόπτωση

υδατόστρωμα υδατόσφαιρα υδραγωγός

υδραντλία υδρατμός υδροδείκτης

ύδρευμα υδρόγειος υδροδίαιτος

υδροδοχείο ΕΝΑ υδροθεραπεία

υδροθήκη ΠΟΤΗΡΙ υδροθάλαμος

υδροληψία ΝΕΡΟ υδρομετρητής

υδρόβιος υδρόλυτος υδρολαίλα
ψ
υδροπότης υδρορροή υδροστεγής

υδροσκοπία υδροστάσιο υδρόσφαιρα

υδροστεγής υδρόφιλος υδροφοβία
 

***

Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ
ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος
απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

απαγορεύεται η είσοδος

ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ

*Aπό τις «Διακριτικές Μεταβολές»
συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, 1982-2002, Απόπειρα, 2004.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

32368_210423145760150_1247825670_n

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Μεταφραστές σιωπής μού είπαν
πως τάχα σε δύσκολους καιρούς
κόβεις δρόμο, περνάς μέσα απ’ τις ζωές των άλλων
φορώντας μια μεταποιημένη λύπη, που σέρνεται πίσω σου.
Χρυσοφόρων Μήδων αναπνοές σε προσεγγίζουν,
εκεί που κατοικείς σε πάθη αλλότρια,
που σχίζεται μεταξωτός ο χρόνος,
μισός για πεθαμένους κι άλλος μισός για ζωντανούς.
Σε λένε Οδυσσέα στο τέλος.
Μα ξέρω, μπροστά σου τείχος, πίσω σου κορναρίσματα,
δεν επαναπατρίζεσαι.

***

Ο χρόνος υπερδιπλασιασμού του πόνου
δεν ορίζεται.
Θα περπατάει εκεί που τον αφήσατε
με το κούτελο ψηλά.
Δεν χάνεται. Κινούμενος ασυμπτωματικά σε τοίχους για
παράδειγμα νεκροταφείων, καίγοντας τα λιβάνια του,
μοιράζοντας φρούτρα στους περαστικούς,
ευλογώντας τα γένια του
με τη βραδύτητα αυτού που στηρίζεται στην ξινή
εσπεριδοειδή του φύση.
Γι’ αυτό δεν θα ’ρθω να σε δω, μητέρα,
εκεί που ξεκουράζεσαι,
σηκώνοντας πάνω στο λιπόσαρκο κορμί σου -έτσι ήσουν
πάντα-
πάλλευκα μάρμαρα.

*Από τη συλλογή ‘Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 14-15).

Λίνα Φι, Δύο ποιήματα

img008

οι πύρινοι

θα ‘ρθει μια μέρα που η γη
θα ενωθεί με τον ήλιο
θα λιώσει
θα γίνει μία μόνο απ’ τι φλόγες του.
κι εμείς τότε
μόνο πυρετό θα έχουμε ανεβάσει.
τη συνηθίσαμε τη φωτιά
τόσα χρόνια ζώντας με αυτή να καίει μέσα μας.
μα πάντα απ’ έξω παγωμένοι
παγωμένα χέρια παγωμένα χείλια
ανάβουμε άλλη μία φωτιά
κάπου στο δρόμο
σε ένα κτίριο
κάπου στο δρόμο μας
για να συντροφεύει αυτή που καίει στα σωθικά μας.

***

ηλεκτρικός

διαταραγμένος ψυχικά
μεσ’ στο στομάχι του βαθιά
άνθρωποι κοντοί ως τα πόδια ζητιανεύουν.
καθείς κι από ένα χάλκινο “αξίζει”.
σεμνά η κυρία φτύνει το εισιτήριο
με σάλιο επικυρώνει την τιμή.
χέρια νωπά γλιστράνε στο δικό μου
κι όλο ανεβαίνουν και κατεβαίνουν πάλι.
κι ένα άλλο χέρι δεσποινίδος
τρεμάμενο στο κράτημα σακούλας
κι ας είναι μόνο μία
θυμίζει μαγαζιά που έμειναν κλειστά
σε συνοικίες εργατικές που τα ρούχα της
παγίδεψαν στην πλέξη τους.
-μυρίζει ιδρώτας και σε ‘μένα-
κι έπειτα η έναρξη της προσφοράς.
φωνές την αναγγέλουν.
παζάρι χαρτομάντηλων θυμίζει.
μάρκες διαφορετικές για να διαλέξω
χέρια διαφορετικά
πιο σκληρά
χέρια που λυσσάνε για ένα άγγιγμα
μυαλά που τα κρατάνε ευπρεπώς κοντά στο σώμα.
και μάτια
όλο μάτια αυτός ο ηλεκτρικός..
πόσα πολλά να είδαν πριν μαζί βρεθούμε
κι έχουν έτσι αλλοιωθεί στο κοίταγμα της πόρτας του τρένου.
όλοι μαζί για μια τρενόπορτα ν’ ανοίξει.
λίγη ακόμη υπομονή
αν και μπορεί
μιας και βρεθήκαμε
να πεθάνουμε μαζί.
πώς αλήθεια δεν εκρήγνυται το τρένο
στο βάρος τόσων κουρασμένων ψυχών
στριμωγμένων στα βαγόνια;

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”, εκδόσεις προςποίηση. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι δουλειά της orgbamaria και περιλαμβάνεται στη συλλογή.

Σπύρος Μεϊμάρης, Πρωινή Δοκιμασία

Light+in+the+Window

Τόσο ξένος προς το περιβάλλον.
Εξετάζοντας τις αποχρώσεις,
εξετάζοντας τα πάντα.

Τρίβω, χαϊδεύω τα χέρια μου.
Τα τετράδια αναπαύονται ήσυχα πάνω στο τραπέζι.
Το δωμάτιο είναι φωτισμένο από τον Ήλιο.

Τρίβω τα πόδια μου.
Κλείνω τα μάτια από την έκσταση.
Ακουμπώ τα γυαλιά μου στο γραφείο.

Πατάμε πάνω στις λέξεις για να μας πάνε κάπου.
Να μας πάνε ίσως πίσω, έξω, στον κήπο.
Να εισέλθουμε σε άλλη Πραγματικότητα.

Αποσπώντας τις εικόνες που εμφανίζονται στο νου
και ευθυγραμμίζονται μέσα μου με ότι συμβαίνει ολόγυρα.
Και τα γέρικα χέρια αναπαύονται.

Είναι η μέρα των λουλουδιών, η μέρα του Ήλιου.
Είναι η μέρα κάποιου αδιόρατου θριάμβου.
Ακούγονται ήδη οι ύμνοι χιλιάδων ανθρώπων.

Μας έφυγε το βάρος, μας έφυγε η θλίψη.
Υπόκωφα φουσκώνει το ρυάκι.
Οι φωνές εντείνονται.

Κολυμπάμε κι εμείς, παίρνουμε θάρρος.
Έχουμε προσδοκίες, έχουμε γαλήνη.
Κρύωσαν τα χέρια.

Θρίαμβος στο μέσα, θρίαμβος στο έξω, ένα είναι.
Αυθόρμητα θες να ευχαριστήσεις κάποιον.
Σε μπερδεύουν όμως οι άνθρωποι.

Μέσα από τα πιο απλά συμβάντα
δημιουργείς καινούργια πράγματα.
Οι εικόνες, οι αντιλήψεις.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Αντώνης Ψάλτης, Ο ήρωας μέσα μου

anaepfet6-thumb-large

τα βράδια
είμαι ένα παράξενο ψάρι του ωκεανού
δεν γνωρίζω τίποτα για τον πάνω κόσμο
ούτε πως ο ήλιος φωτίζει
κοιμάμαι στον μαύρο απύθμενο βυθό
όπου δεν φτάνει ανθρώπου μάτι
κι ένα τηλέφωνο χτυπά σαν γέννα
από έναν άλλο ωκεανό


βγήκανε στους δρόμους καρναβάλια
ντυμένοι δολοφόνοι
με όπλα αληθινά
σκοτώνοντας τους κόσμους
εξαίφνης
εξ επαφής
είμαστε ντυμένοι δολοφόνοι
λένε
 —
είστε ντυμένοι νεκροί

ΙΜΕΡΟΣ


δώσ’ μου το τσιγάρο απ’ το στόμα σου!
έτσι πως στα χείλη σου κρυστάλλινα
ανηλεώς καρφώθηκε
εσύ το κόκκινο κρασί χαζεύοντας
και το ποτήρι τη δική σου ανία
και με τα δάκτυλα ρυθμούς σκαλίζεις
στο μπαρ απογοήτευση
δώσ’ μου το τσιγάρο απ’ τα χείλη σου!
κι όταν τα χείλια τα δικά μου το ρουφήξουν
το φιλί σου που μ’ αρνήθηκες
εγώ θα σου το κλέψω!