Θανάσης Τζούλης (1932-2010), Τρία ποιήματα

WINDOW2

Ποιήματα που τα παίρνει νωρίς ο θεός σχεδόν αβάφτιστα και αναμάρτητα

Στο τέλος φωτίζεται το ποίημα

με αρχές μετατόπισης προς τα έξω όσο που σε κλείνουν

οι ανταύγειες

κι εκεί είναι το σημείο του Σταυρού

μην περάσεις τα οριζόμενα κι έχουμε θεομηνίες

πριν προφτάσεις τα νερά που συνέρχονται

Σίγουρα ο Ηράκλειτος θα κανοναρχούσε αλλιώς

όπως ο Αλκιβιάδης που έβλεπε επερχόμενη τη θαλασσοφαγή

και τη σχεδίαζε ανάποδα με τον εαυτό του στο κέντρο

όπως τα ποιήματα που τα παίρνει νωρίς ο Θεός

σχεδόν αβάφτιστα και αναμάρτητα

[Η γλώσσα του Αδάμ, 1982]

***

Τα σπίτια είναι οικότροφοι της τρέλας τους

Τα άδεια σπίτια αυτοκτονούν αλλιώς

σκοτώνουν ένα ένα τα όργανά τους
αλλά δε γίνονται πτώματα

ασπρίζουν από το λαιμό ως κάτω

κι άλλα είναι ψυχές άλλα φαντάσματα

άλλα ανοίγουν από κάτω την καταπαχτή

και περισσεύουν στον ορίζοντα

κι άλλοι τα λένε φυγάδες

άλλοι αυτόχειρες

κι αυτά είναι οικότροφοι της τρέλας τους

***

Τα σπίτια είναι έξω από τους τοίχους

Γι’ αυτό τα σπίτια είναι έξω από τους τέσσερις τοίχους

όπως τα ζωντανά του κατωγιού που ξενυχτούν

απλωμένα στα γειτονικότερα βουνά

κι έρχεται ο νεκρός γείτονας που τα μετράει κάθε νύχτα
φυσώντας από μέσα του μιά φλόγα

να τον γνωρίζουν και να χάνονται

[Και γάμον Έβρου του ποταμού, 1996]

Nanja Noterdaeme, Here and than

duck_magic_in_the_moonshine_____by_heart_in_my_head-d7uih5q

It’s here
It’s next the spiral wall
full of graffiti now
by the acacia
I write.
What for
the real story
if the words
are never true?
Whatever,
I cannot lie
I am in pain
Moonshine in my head
I pick up the stars
that ramble on in my pocket
I see over my shoulder
the shadows
in the car mirror
three shadows
of your being
both presence and threat.

Leroy Maisiri , Dear Mama

xeno

Anarchist poetry against the anti-foreigner pogroms in Grahamstown, South Africa

Dear Mama

36 whatsapp messages, 16 missed calls later and mama still wants to know how I am. I try and tell her:

I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again. I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again.

42 whatsapp messages later, 23 missed calls and mama still wants to know how I am.

In the midst of loudness have you ever experienced days without sound, in the midst of feet stomping, drum beating, spear handling, have you ever felt the weight of silence.

As the mobs approached, with the snitch of hatred, intention to kill, to end a life based on difference, I have to imagine that type of fear is paralyzing.

I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again. I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again.

To fall in love, marry have children, watch them grow in a foreign land long enough to watch them, get to watch you being beaten to death. To have your 8 year old first born son get pinned down as the crowds does whatsoever they please with his mother.

I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again. I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again.

I have always thought there is nothing more industrious than a “foreigner”. The ability to begin again against all odds in another land.

To never look back at what was, with no understanding of what will be, but to be brave enough to assert themselves in new communities.

The story of a foreigner brings backs remnants of Abraham’s story, Moses story, Josephs story. Even Jesus as an infant had to flee into Egypt and become a foreigner. You would think by now the story of the foreigner is one to uplift and uphold.

62 whatsapp messages, 30 missed calls, mama desperately needs to know how I am, the quivering fear in her voice, her insistence for me to distance myself, to abandon heroism. To “Just stay put”, “It is well, but stay put”.

Mama wants to know how I am

I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again. I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again.

Mama wants to know how I feel.

Dear Mama for the first time today, I woke up a makwerekwere [a despised ‘foreigner’]

*This poem was written by Zimbabwean Zabalaza Anarchist Communist Front comrade Leroy Maisiri, against the backdrop of the a wave of riots against African and Asian ‘foreigners’ that started to sweep Grahamstown, South Africa, from Wednesday 21 October 2015. By Saturday, around 300 shops, mostly small businesses, owned by people from countries like Bangladesh, Nigeria, Pakistan, and Somalia, had been targeted, many burnedand looted. Perhaps 500 people have been displaced, many are in hiding. While university and college student protests across town faced down the state in the fight against high fees in a heroic struggle, mobs provoked by rumours of murders and mutilations by ‘foreigners,’spurred on by malicious forces including local taxi drivers, attacked the ‘foreigners.’ Heroic efforts by the local Unemployed Peoples Movement (UPM) and some other township residents were not enough to halt the carnage. Working class, see this divide-and-rule for what it is! You have nothing to gain from this. As the UPM says, “We are all the victims of colonialism and capitalism. We all need to stand together for justice. If unemployed young men chase a man from Pakistan out of Grahamstown they will still be unemployed and poor the next day. The students have shown us what unity can do.” The students have shown us the way forward.

**Related Links:
http://zabalaza.net/2015/11/09/dear-mama-anarchist-poet…rica/
http://anarkismo.net/article/28705

Νίκος Εμμ. Παπαοικονόμου, Γκρίζα πόλη

url

Στέκομαι γερμένος στην τελευταία στάση του συρμού,
περιμένοντας το τελευταίο βραδινό δρομολόγιο
του λεωφορείου που έρχεται από την γκρίζα πόλη
Κανείς δεν φαίνεται, όλα τυλίγονται στην πράσινη ομίχλη που παχύρευστα
καταπνίγει στέγες, φτέρες και ψυχές
Κανείς δεν περιμένει στην τελευταία στάση του συρμού,
έχουν πάει όλοι στην γκρίζα πόλη από το χάραμα
Μόνο η κάφτρα του τσιγάρου μου ψυχορραγεί λαμπυρίζοντας μέσα στη μονό-
τονη σιωπή που στάζει από το ρυτιδιασμένο πάπλωμα του ασβεστωμένου θόλου
Στην ακρογωνιά του ματιού μου πλέει το τελευταίο βραδινό λεωφορείο, φτάνει
μεσοπέλαγα μέχρι να σταθώ στα πόδια μου
—Τέρμα, ξεφυσάει ο οδηγός
Κατεβαίνουν όλοι μηχανικά, σαν λάμψη νερού που όρμησε βίαια στ’ αυλάκι
Κανείς δεν κοντοστέκεται, κανείς δεν σηκώνει τα μάτια του,
λες και έχουν καταπλακωθεί από τον ανελέητο καταναγκασμό της βοής της γκρίζας πόλης
Κανείς δεν ακούει το φάλτσο σφύριγμα της φυσαρμόνικάς μου, που καλωσορίζει
ανόρεκτα τους κουρασμένους ταξιδιώτες
—Αύριο πάλι, ξεφυσάει ο οδηγός
Το τελευταίο βραδινό λεωφορείο αράζει απάνεμα στην τσιμεντένια φωλιά του,
οι ταξιδιώτες χάνονται γοργά μέσα στα στενά του λαβύρινθου των μυρμηγκιών
κι εγώ απομένω να σφυρίζω φάλτσα τον παιάνα της γκρίζας πόλης που νίκησε
για μια ακόμα μέρα

*Ο Νίκος Εμμ. Παπαοικονόμου γεννήθηκε το 1977 °τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, από το οποίο αποφοίτησε και με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, με ειδίκευση στην κλασική αρχαιολογία. Δημοσίευσε τη συλλογή Ουρλιαχτό, εκδ Ιωλκός, 20ΐι, και Ανθολογία Ποίησης-Αφιέρωμα στον Κ.Π. Καβάφη, 150χρόνιο από τη γέννησή του, εκδ. Σαρτίνας, 2013.
**Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2014, στη Θεσσαλονίκη (σελ. 124).

Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη

Η ΚΙΒΩΤΟΣ

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου
τα παχύδερμα απογεύματα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου
τους σκορπιούς της απουσίας»
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά
όπως νανουρίζουμε τον πόνο
«Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά
«με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα
Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό
Το ολόγυμνό της σώμα

***

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στον καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές
Μία πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι
Χθες ή αύριο
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής

***

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
Ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει τα χέρια με χαρά

*Από τη συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Casus belli

6783827443_bef1863383

Μια φίλη μου φορούσε βρεγμένα σπίρτα στα μαλλιά
και έφευγε μόλις ερχόταν η άνοιξη.
Έτρεχε να τη φτάσει προς την αντίθετη κατεύθυνση
γιατί πριν βραδιάσει
αλλάζει η μυρωδιά της
και όλα γύρω φωνάζουν: Εκδίκηση!
Εκδίκηση!
Μέσα στην ανθισμένη νύχτα χόρευε,
έρμαιο της Μάνας Γης,
εκεί που η λύτρωση είναι πάντα
τελετή θανάτου.
Να τη γιουχάρουν οι νεκροί
κι αυτή εκεί
να πατάει την ιστορία
να πατάει να μη θυμάται το άλλο πρωί
τους εξήντα χιλιάδες Πολωνούς
πώς ουρλιάζουν από το χώμα
εκείνο που έβγαλε το βλαστό του Στραβίνσκυ.
Πώς ουρλιάζουν με φωτιές μαυροκόκκινες
και καφέ.
Κοίτα πώς ξαναβγαίνουν στην πλατεία του κόσμου
με καροτσάκια, πατερίτσες και ψηλά τακούνια,
πώς ανάβουν τους φούρνους τους
με τα παλιόχαρτα του Καλαφάτη…
Κι εμείς ακόμα εδώ στεκόμαστε,
μπας και βάλουμε φωτιά στο κεφάλι μας.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2014, σελ. 123.

Θοδωρὴς Βοριᾶς, Δύο ποιήματα

dsc_0304

Μὴ σπαταλήσεις τὰ ὄνειρα

Μὴ σπαταλήσεις ὅλα τὰ ὄνειρά σου
μονάχα σὲ μιὰ νύχτα.
Φύλαξε κάτι γιὰ τὴ νύχτα-φωτιά,
νά ’χεις κι ἐσὺ ν’ ανάψεις
ἕνα δαυλὸ γιὰ τὸ δρόμο.
Φύλαξε κάτι γιὰ μιὰ νύχτα απόγνωσης
-ποὺ ἡ ψυχὴ θὰ λαχταράει-
νά ’χεις νὰ στρώσεις δίπλα σου
κορμὶ καὶ πόθο,
ἱδρώτα ν’ ανταλλάξεις.
Φύλαξε κάτι γιὰ μιὰ νύχτα πόνου,
στίχους νὰ κάνεις τὰ ὄνειρα,
νά ’χεις νὰ σκάβεις μέσα στὴν καρδιά,
νὰ μὴν πνιγεῖς,
πάτο νὰ βρεῖς γιὰ νὰ πατήσεις.
Φύλαξε κάτι γιὰ τὸ τέλος.
Πρῶτα θὰ φύγει ἡ ψυχή,
μετὰ τὸ χούι
κι ὕστερα τ’ ὄνειρο.

***

Ὅπως οἱ ποιητὲς

Οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς σου
-απότομοι ἦχοι νεκρῶν βαγονιῶν-
μέταλλα παροπλισμένης  τμομηχανῆς
ποὺ συστέλλονται,
ποὺ τρομάζουν
απὸ ἐκτροχιασμοὺς ὀνείρων.
Τὰ χέρια σου βιδωμένα
στὰ ἔμβολα τῶν ακίνητων τροχῶν
μὲ τὸ ρολόι, στ’ αριστερό, σταματημένο.
Τὰ πόδια σου μισοφαίνονται·
χορταριασμένες ράγες
-ἄνεμοι παίζουν μὲ τὰ λυμένα σου κορδόνια.
Ἡ σιωπή σου σκοτάδι,
σφιγμένο στομάχι,
κόμπος στὸ λαιμό.
Τὸ πρόσωπό σου ανέκφραστο
φεγγάρι,
μάτι δακρυσμένο.
Διάσπαρτη κόκκινη σκουριὰ
σὲ ζωγραφιὰ
τὸ βλέμμα σου.

*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.

Κατερίνα Κούσουλα, Το άροτρο

ScannedImage-69

λύσε τις βέργες από πάνω μου
ιμάντες πέτσινοι βρεγμένοι σφίγγουν
κι απ’ τα μηνίγγια μου το σκότωμα θεριό

για το χωράφι μας κινήσαμε πρωί
όταν η νύχτα αχνοφέγγιζε
και το
φεγγάρι φυλλοροώνχας έρωτα
έβλεπε τα βουνό γαλάζια όνειρα νυκτός
τη μέρα επίμονη τα πρέκια του παράθυρου να βάφει

μύριζε χώμα γιασεμί της άνοιξης κρυφό
το πρώτο κρώξιμο κρυβόταν λάθρα
να μην ξυπνήσει τα στοιχειό του έαρος ακόμη
κι όπως πηγαίναμε μαζί αργό συντροφικό
γύριζα και σε κοίταζα μ’ όλη μου την αγάπη
εσύ κοιτούσες πέρα το ξημέρωμα κι ωστόσο
κάποια φορά στρέφοντας χαμογέλασες

φτάσαμε στο χωράφι μας κι είχε χαράξει πια
τα ζούδια μου ξεγλύστραγαν στον κάματο που αρχίζει
νέοι βλαστοί και έσπερνες σπορά
κι εγώ καμάρωνα κρυφά με το κεφάλι κάτω
τη γη μου πάντα να κοιτώ μην κάπου ξεστρατίσω
κάθε βραγιά χαράζοντας πυκνά του μόχθου αυλάκι
για τον σπορέα να περνά ελεύθερος εδώ

αγκάθι με βουκέντρισες ξάφνου χωρίς να θέλω
τι ήθελα την βούκεντρα να κάνω το σωστό
τι άλλο είναι τ’ άδηλο που τώρα μου ορίζεις
γιατί δε με φοβήθηκες μην ίσως και πληγώ

γύρισα και σε κοίταξα πάλι μ’ εμπιστοσύνη
ξανά βουκέντρισες σκληρά το ένα μου πλευρό
αυτό απ’ όπου γέννησα τον έλεο για το χώμα
αυτό απ’ όπου ακούμπησα τη συντροφιά γλυκιά

να μου θυμίσεις την αρχή που πρέπει να θυμάμαι
την τύχη του υποζύγιου μηντύχει κι αρνηθώ

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2014, σελ. 121-122.

Αργύρης Μαρνέρος, Ησυχία το μυαλό κοιμάται

12190038_165776920440386_3688550419295573767_n

Η εξουσία δεν φοβάται τις μολότοφ
Που πέφτουν μέσα στο δρόμο και
Ούτε που τη νοιάζει αν η πόλη ξυπνήσει
Η εξουσία φοβάται τις μολότοφ που

Πέφτουν μέσα στο κεφάλι γιατί έτσι

Υπάρχει φόβος να ξυπνήσει το μυαλό

Βασίλης Κουστούδας, Αρκετή

Painting by Georg Baselitz

Painting by Georg Baselitz

Ποτέ δεν μου΄φθανε η ζωή
και πάντα περισσότερη ζητούσα
και μέσα της ολάκερος βυθιζόμουν
για να ζήσω
μα τώρα πια που δεν μπορώ
να την αναγνωρίσω
τώρα που χάθηκα
και χάθηκε και αυτή
τώρα που στένεψε και μίκρυνε
απ΄την θλίψη
τώρα που κρύφτηκε πικρά στην προσμονή
τώρα αξόδευτη στο χρόνο μου απομένει
και είναι πια νεκρή και αρκετή.

26/4/2013