Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Ποιήματα

images

μια ώρα αρχύτερα

Θυμάσαι τότε στο πάρκο ξημερώματα
που είδαμε τις έγκυες να περπατούν
πιασμένες χέρι χέρι,
μ’ ένα σάπιο καρβέλι ψωμί
η καθεμιά στην άδεια τους παλάμη;

Εμείς καθόμασταν κάτω στα φύλλα τα ξερά,
τα κόκκινα του φθινοπώρου αποφάγια,
τρίβαμε τα στομάχια μας
γιατί μας είχαν πει πως κάθε ανθρώπινη ανάγκη
ικανοποιείται μ’ ένα παραπλανητικό
υποκατάστατο άγγιγμα.
Μάταια, ακόμα ένα ψέμα, μονάχα μυρμήγκια
κυλούσαν από τους αφαλούς μας.

Τα δόντια μας ερμητικά σφιχτά,
δαγκώνανε τη γλώσσα κι αίμα πότιζαν τα χείλη
μην τυχόν και ξεχυθεί ο βούρκος απ’ το στόμα μας.
Μην τυχόν και πεις τίποτα για τις γυναίκες
πόσο όμορφες σαν το φθινόπωρο ήταν,
πόσο άπιαστες σαν την άνοιξη.
Μην τυχόν και με ρωτήσεις πού πάνε;
και σου απαντήσω: μα στο νεκροταφείο, φυσικά.
Για να γεννήσουν.

***

ειδοποιητήριο θανάτου

Περπατούσα κι είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

«Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν,
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής,
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι».

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Ένα μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί,
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται ‘δω πέρα ξένοι.

***

οικογενειακή γιορτή

Ήταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι
η μάνα μου, ο πατέρας, ο Φραντς κι εγώ.
Ο πατέρας μού έτρωγε το χέρι
κι εγώ με το άλλο ανακάτευα το μυαλό μου,
ψάχνοντας να βρω το κουτάλι που είχε πέσει μέσα.
Η μάνα,
μοναδική γυναίκα πια στον κόσμο,
κρατούσε την ομπρέλα για να μην πέφτουν
οι βόμβες στα κεφάλια μας.
Κι ο Φραντς στη μέση του τραπεζιού
περίμενε τον πατέρα μας να τελειώσει μαζί μου.

Ο Φραντς
πάνω στη μεγάλη ασημένια πιατέλα
μ’ ένα μήλο στο στόμα.

***

ο κιτρινολαίμης

Ας κάνει κάποιος θεός
να προφτάσω τον κιτρινολαίμη.
Ας κάνει να μείνει ζωντανός
κάπου μες στο σύμπαν,
για να ξέρω απλώς ότι υπάρχει
κι ότι αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του.
Να με κρατά η προσμονή
μην τύχει κάποτε και τόνε δω
να ξετρυπώνει με το ράμφος του μια νύμφη
απ’ τα σπλάχνα μιας βελανιδιάς.

Ας κάνει κάποιος άνθρωπος
Θεός να υπάρξει,
που θα μου φυλάξει
έναν μοναχά μικρό
κιτρινολαίμη.

***

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον.

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

checkmate-evelina-kremsdorf

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

Η ΜΑΡΙΑ
Η Μαρία σκεφτική
έβγαζε τις κάλτσες της
Από το σώμα της έβγαιναν
φωνές άλλων ανθρώπων
ενός στρατιώτη που μιλούσε σαν
ένα πουλί
ενός αρρώστου που είχε πεθάνει από πόνους
προβάτων
και το κλάμα της μικρής ανεψιάς της Μαρίας
που αυτές τις μέρες είχε γεννηθεί
Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε
τώρα η Μαρία γελούσε
άπλωνε τα χέρια της το βράδυ
έμενε με τα πόδια ανοιχτά
Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της
μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν
Το ραδιόφωνο έπαιζε
Η Μαρία έκλαιγε
Η Μαρία έκλαιγε
το ραδιόφωνο έπαιζε
Τότε η Μαρία
σιγά–σιγά άνοιγε τα χέρια της
άρχιζε να πετάει
γύρω-γύρω στο δωμάτιο

ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
Είναι πουλιά
που δεν πετάνε
είναι πουλιά
θαμμένα
μεσ’ σε κουτιά
Είναι δωμάτια
και είναι λέξεις
που σκίζουνε το κεφάλι
σαν καρφιά
Είναι καρφιά
που δεν πονάνε
είναι καρφιά
π’ ανακουφίζουν
Όταν χτυπήσουν
πάλι οι καμπάνες
θα πεταχτούμε
σαν τα πουλιά

*Από “Τα φλάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958).

Στέφανος Μπεκατώρος, Το δάκρυ

tumblr_moeyp8au8z1sunjgjo1_500

Όπως τα δάκρυ έτσι έρχεται το ποίημα μέσα από τις βαθιές χαραγματιές
του σώματός μου. Βγαίνει απ’ το σώμα μου
στο χώμα πέφτει κάποτε – κόκκινο ρόδο
και γίνεται χίλια κομμάτια κόκκινα
στον ουρανό πετάει κάποτε – το κόκκινο μαντήλι
που έφυγε από τα χέρια του παιδιού
στα χέρια πέφτει κάποτε – κόκκινος θρόμβος
γεμίζοντας ένα λευκό χαρτί.

Ό,τι κι αν γίνει
θα επιστρέψει κάποτε το ποίημα
ό,τι κι αν γίνει
θα σε γυρέψει κάποτε το ποίημα
ήσυχο κλάμα του νερού στην πηγή
φύλλωμα δέντρου όπως ξεψυχάει το απόγευμα
βιβλίο που φαγώθηκε απ’ τη σκόνη
και την υγρασία κι έμεινε
στη μοναξιά καιρό.

Όπως το δάκρυ κι όπως το αναφυλλητό –
φτάνει μια μέρα που όλα γύρω γέρνουν κλείνει
ο κορμός χάνεται σβήνει ο ουρανός και μόνο
μένουν τα λόγια πάνω στο χαρτί κι η μουσική
πριν απ’ τα λόγια πριν απ’ το χώμα πριν
απ’ τον ουρανό
κι όμως
μετά απ’ το ποίημα. έτσι –
όπως το δάκρυ κι όπως το αναφυλλητό.

*Από τη συλλογή “Περιορισμένος χώρος* (1975). 

Σοφία Περδίκη, Η φλόγα

12063445_10207288916556888_1859695623418336171_n

Όταν το όνειρο σπαρταράει
πάνω στα τζάμια
με καταιγιστική ορμή

και γίνεται η εκκένωση

της σκέψης σπίθα

και ανανεώνεται η παροχή

στο πιο λεπτό συναίσθημα

μια φλόγα στο σκοτάδι

άδειου αρχοντικού

δείχνει τα ίχνη της ζωής

τα χνώτα υγραίνουν τους τοίχους

γύρω της.
Κι εκείνη τρέμει, παίζει, σβήνει
και μετά αναθαρρεί
τότε είναι που αλλάζουνε
του Χρόνου οι τεχνίτες
σκαρφαλωμένοι σε στύλους, την τάση
αποκτά η όραση
την πραγματική της έννοια
αντικρίζει για πρώτη φορά
τα αποκεφαλισμένα της είδωλα
αναγνωρίζει και τα σάραντα κύματα
τα προσπερνά
μ’ ένα νεύμα τ’ αποχαιρετά.

Ρώμος Φιλύρας, Ποιήματα

FILYRASDSC06193autobiogr-BLOG--.JPG

ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝ ΖΑΡΕΣ…
Να μην έχουν ζάρες οι μορφές, αδρές,
ζάρες μίσους, πάθους, πόνου, μα χαρές,
στην ψυχή να πλένε και να μην ξεσπούν,
φυλαχτές για ωραίες, που θα τις χαρούν.
Είναι σαν εικόνες οι άνθρωποι βουβοί,
σαν ιππότες, άγιοι, όμορφοι, καλοί’
κατεβαίνουν όλοι δίχως πονηριά
μες στο μεσημέρι, μες στη δημοσιά.

~
ΥΠΕΡΑΝΩ
Κι αν δοθήκαμε ολάκεροι στη Νιότη,
κι αν άφραστα αγαπήσαμε ό,τι ζει,
κι αν οι στερνοί δεν είμαστε, ούτ’ οι πρώτοι,
ένθεη ορμή μάς ξεπετάει εκεί

Επάνω απ’ της Αβύσσου τ’άγρια σκότη
και πέρα από του πλήθους τη βοή:
δρόμο να μη χαράξουμε προδότη,
στο χώμα αχνάρι μας να μη σταθεί…

Κι αν η πίστη στη χίμαιρα άλλης πλάσης,
δε γλυκάνει την πίκρα στην ψυχή,
Ανυπαρξία, κι αν δεν μας ξεγέλασες,

Οι κοσμικοί κι οι απόκοσμοι μαζί
να πούμε πως εζήσαμε σε αμάχη,
μέσα, μα και σαν έξω απ’ τη Ζωή!..

~
ΜΟΙΡΑ ΑΓΕΙ
Ά, στο λαό πώς μ’ έριξεν η μοίρα,
πώς μ’έκρουσε στην θείαν ανατροφή
και μ’άφησεν ο δύσμοιρος και πήρα
τη χλεύη, τη βρισιά και τη ντροπή!

Όχλε λαέ, βαρβάρων σπέρμα νόθο,
πού τη βρίσκεις την κρίση και χτυπάς
στη ρίζα τον ακόρεστό μου πόθο.
Ά, μαστρωπέ, στην άβυσσο με πας!

~
ΠΟΙΗΤΗΣ
Είχα πέσει σε βύθος, είχα, πάντα, τη μαύρη
κι ολαπέλπιδη νύστα του βραχνά καταλύτη’
μες στο κάμα του θέρους, τη θλιμμένη και λαύρη
ποθοθάνατη ‘νείρια του οράματος νήτη.

Έχω λήθαργου μοίρα κι είχα παραμιλήσει
χρόνια’ κι όμως ο Στίχος, ο Ρυθμός δεν ελείπαν.
Είχα ανέβει εκεί πού’ ναι μονάχα η Βρύση
κι η Επιστήμη, αν δεν είχα, δε θ’ ανέβαινα, είπαν.

Επειδή και είχα χάσει το ρέγουλο, είμαι
ο εμπνευσμένος ονείρων και κόσμων προφήτης,
ο πηγαίος ποιητής που στο σύννεφο κείμαι
ο μεγάλος, ο θείος των ρυθμών υποφήτης.

*Από το http://surrealism9.blogspot.com

Τάσος Ζερβός, Ποιήματα

scan-004-1430x1920

ΚΥΝΗΓΟΣ

Η δίψα του μεσημεριού μού δίδαξε τα χείλη

το μονοπάτι μ’ άφησε στην τελευταία πηγή

πέρασε πια τα σύνορα της πίκρας μου η φυγή

ιχνηλατώντας την κραυγή του περασμένου Απρίλη.

ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΧΛΩΡΟΣ

Όποιος έχει ρίζα σε κορυφή λόφου ή σε κοχύλι πελάγους

ας ακούσει.

Ομιλώ για τους ανέμους που δεν δέχτηκαν προσανατολισμό.

Ομιλώ για τα πριν απ’ τη φωνή μου

και τα πριν απ’ τη φωνή της φωνής μου

Στην πρωτότοκη πέτρα πριν χάσει τα φτερά της.

………………………………

Ότι περιφρόνησες τη σιωπή μου σε έρημα μονοπάτια

ταχύνοντας το βήμα σου.

………………………………

Και αποπλάνησες τ’ αγριοπερίστερα των βράχων μου

με αποστάσεις θανάτου.

………………………………

Έχω κατά σου ότι είδες τα πουλιά μου να περνούν

και δεν άφησες κραυγή προσανατολισμού.

Είδες τα ίχνη μου στο χώμα

και τα εκάλυψες με άσφαλτο.

Είδες τ’ αποτυπώματά μου στο νερό

και οδήγησες κοπάδια αλόγων.

Είδες τα ίχνη μου στις παλάμες σου

και εξόρισες τα χέρια σου σε γη ανοήτων.

Αλλ’ ιδού έρχομαι από ώρα σε ώρα

από χιλιάδες μικρές κορφές θα ξεπροβάλω.

Και δεν θα ‘χεις χέρια για ν’ ανοίξεις δρόμο

στον άνεμο που θα με περιβάλλει

ούτε λόγια να συγκρατήσεις τους ιστούς του σώματός σου

που θα έρχονται προς με.

………………………………

Ιδού ίππος μέλας δεν υπάρχει

σύννεφο να σε κρύψω.

Ιδού ίππος χλωρός δεν υπάρχει

χλόη ν’ αναπαυτείς.

………………………………

Έλα με στολή κυνηγού

να ξεγελάσεις τους φύλακες.

………………………………

Έλα, τώρα που η λύπη μου τη λύπη σου

ευαγγελίζεται…

ΕΦΕΔΡΕΙΕΣ

Έρχονται τα μηνύματα απ’ ολούθε·

μ’ εγκαταλείπουνε φρουρές και φίλοι…

Μα έχω εφεδρείες, θ’ αντισταθώ. Μου παραστέκονται

οι αδέσποτοι των Βριλησσίων οι σκύλοι…

Άρης Αλεξάνδρου, Από τα “Ανεπίδοτα γράμματα”

Γιώργος Μπουζιάνης, Αυτο-πορτραίτο

Γιώργος Μπουζιάνης, Αυτο-πορτραίτο

Μαζί σου διστάζω να μιλήσω
πιο σιγά κι από ένα δέντρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
σαν την αγάπη που διακόπτει για μια νύχτα
τη ζωή μας.
Τα σύννεφα
Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κ’ ένα κάγκελο να ‘τανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν’ αγγίξεις
τη διαβατική
θηλύτητά τους.
Φρόντισε
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Μέσα στις πέτρες
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στό
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες τις πέτρες.
Γύμνασμα
Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κ’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.
Το μαχαίρι
Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Υποσημείωση
Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

Μάρκος Μέσκος, Σκόρπιοι στίχοι από το “Ψιλόβροχο”

hqdefault

Μνημόσυνο

Πέτρες σημάδια νεκρών πατούσαμε στον λόφο. ξάφνου

περίεργος κρωγμός (από την γκορτσιά την πικραμένη;)
Γύρω γύρω η Μπούκα. στα ψηλά βουνά οι σκοτωμένοι αθώοι.

Καίνε χαμηλά κεριά της χλόης η νύχτα καλπάζει αλλά πριν

ο κρωγμός του πουλιού βρισιά στην ηλιόλουστη μέρα.
Στο τέλος είπεν ο Γιάννης: χωρικός προσευχήθηκα εδώ.

μας διώχνει όμως το αίμα. λίγοι αντέχουν.

Πες μου χελιδονάκι πώς σχηματίζεις το λάμδα ανεβαίνοντας τον ουρανό;

Πέσε βροχούλα σιγαλά

με το νερό μαλάκωσε το χώμα
τα ράμφη των χελιδονιών να πάρουν

λάσπη για τη φωλιά τους.

Ένα δάχτυλο ένα φύλλο ένας σπουργίτης

δείχνουν τον άνεμο τον άνεμο τον άνεμο!

Τρυφερά μοσκάρια αντάμωναν στο λειβάδι

πρόβατα ενός μηνού κοιτάζονταν στα μάτια.
(μην άνθρωποι τάχα;).

*”Ψιλόβροχο”, 2000.

Αντώνης Αντωνάκος, Σφυροδρέπανα

sfyro1

1


Είναι αυτό το δάσος από γαμήλια δώρα

Από χαμό και ύπαρξη

Είναι αυτό το σεπτό μπράτσο της

Ανελέητο κάτω απ’ τη μπλούζα

Ένα θηρίο χρόνιας απουσίας

Μιαν ασυνέχεια των απολαύσεων

Γράφω τη νύχτα επιστολές

Τη νύχτα που σωπαίνουν οι συντεχνίες

Και γίνομαι μονήρης

Ένας θεός που τα γαμάει όλα

2

Ξεδιψάστε με ποιήματα

Ρουφήξτε μεδούλι από λάθος σώμα

Κρατήστε ενός σπασμού κραυγή

Μετρήστε την θερμοκρασία αισθημάτων και μη

Διηνεκώς νυμφευθείτε

Μέχρι να καρποφορήσει έξτρα δύναμη η φύση σας

Να μπείτε στον παράδεισο με χίλια

Σχεδόν στοργικά να κατεβάσετε το φερμουάρ

Δίχως σκέψεις

3


Εκεί στην άκρη των χειλιών η επιθυμία

Για να βγάλεις τ’ αγκάθια απ’ το κορμάκι της
Ν’ αφήσεις φιλί σάλιο και έρεβος

Τα ωραία έπεα πτερόεντα ελληνικά

Τα ωραία αλαζονικά νυμφίδια της νύχτας

4


Έχω ένα μαγαζί από σκέψεις

Μια φωλιά από σφήκες

Ένα κομματάκι πιπέρι κάτω απ’ τη γλώσσα

Έχω ένα Βόσπορο συλλογισμών

Κι άλλα ακατονόμαστα είδη

Κι έχω την επικαρπία τόσης τρέλας

Τόσο ποιητικώς ατελεσφόρου υλικού

5


Έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε

Ούτε λίγη αγριότητα μέσα στον καύσωνα

Ούτε λίγη καύλα τον Αύγουστο

Όμορφοι τόποι σαν τα μαλλιά σου

Τα πέταλα του μουνιού που ξεδιπλώνονται και μου δείχνουν το δρόμο

Ω έμπνευση δε σου χρωστώ τίποτε

Ούτε καν το περήφανο κόκκινο της μανίας του έρωτά μου

Ω έμπνευση σε παρωδώ, σε σκώπτω

Να μη χαθεί ο υποτροπιάζων λογισμός του ερωτομανή σε τεχνικές

Μη βγει ο μάστορας μπροστά για ποιητής

Η βέβηλη εισβολή της εμπειρίας

Σκέψεις μεγάλες για τον έρωτα μην κάνω

6


Νύχτα που φωτίζει το χνούδι σου το σεληνόφως

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή στο σύνδεσμο http://dromos.wordpress.com/2014/03/10/%CF%83%CF%86%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B4%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1/

Erma Vassiliou, Flamingos

Unknown

…are words with large wings
parrying through the wetlands of inner peace
the heights of my compassion
breaking my muteness with their colours
writing my verses with their feet

and in the night
I found their lexical steps
on the carpet
on the wall
and here they are
in the frame, composed as a poem
amusing my imagination
with their extravagant stillness
flamingos are reversing my time
sitting in the torso of the night
kneading your name with ground
the ground you touched
the ground you so much love
the deepness of your heart
you avoid to face
they will be up again
when fast asleep I travel to your calls

*From “FLEUR DE SEL He… for sentimental reasons”