Γιώργος Γέργος, Δύο ποιήματα

giannena

.απογευματινή βροχή

βρέχει βροχή αιώνων

ας φιληθούμε κάτω απ’ αυτό το νερό

εσύ τυλίξου στο λαιμό μου

εγώ στερεώνω το κεφάλι μου στην άβυσσο

να τραγουδήσω στη μανία της

για σένα

είμαστε μαζί

της πιο μεγάλης Άνοιξης το αειθαλές υπονοούμενο

το άπειρο στα χέρια μας

Θα είναι μία του ουρανού ακόμα

ολόφωτη ηλεκτρική εκκένωση


(21/5/04)

***

.εκπαιδευτικόν

έμαθα στην επιφάνεια

στην επιφάνεια ξαναγυρνώ

τρέφομαι με πάθη
γη και οργή καθώς το όνομά μου το επι-

βάλλει

γιαυτό και φλέγομαι και

χαίρω άκρας ουσίας
μνήμη μανίας μητέρα
ή κήτος ή κλείνω ανισοτρόπως προς την Άνοιξη
την ημέρα εξάλλου κανονίζω το Αδιανόητο

διδάσκοντας μορφασμούς

περί της παραβίασης της πραγματικότητας

λειαίνοντας δακρυδόχους

κοινώς: προγυμνάζοντας ζέσεις

*Από τη συλλογή “.ο εαυτός ήχος”, Εκδόσεις Εξάρχεια, 2013

Massimiliano Damaggio, Δύο ποιήματα

BOOK flying

«Ανοίγω τα χέρια, γεμάτα με άχρηστα δάχτυλα

που ξέρουν μόνο να γράφουν λέξεις»


(Μ. Νταμάτζιο)
*Από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»

Η απόλυση του Τζανλούκα

Τζανλούκα, έχεις ένα πληγωμένο χαμόγελο

απ’ την ψαλίδα μεταξύ στόχου και τζίρου

στη θωρακισμένη καρέκλα της συνάντησης

γεμίζεις την κάννη με τον τελευταίο απολογισμό

και σε ακούμε

γύρω σου μια άπλετη σιωπή, και στο θόρυβο

της εσωτερικής σου διαταραχής ο καθένας

κάθεται στη συμβατική του θέση

Πίσω από αυτά τα κάδρα τα μικρά

κινούνται οι άνθρωποι οι γαβγισμένοι

απ’ το σκυλί του καθημερινού δόγματος

Εσείς τώρα ανήκετε, σου λένε,

στο αρχείο ονομάτων σε αχρηστία

∗ ∗ ∗

Μάνα

Δεν είναι πρέπον

και δεν είναι ποίηση

να μαζεύω έναν πόνο

για να γράφω λέξεις

εάν στα δυο είσαι διπλωμένη από τον πόνο

στο δωμάτιο, στον πρώτο όροφο

του εγκαταλειμμένου σπιτιού

καθώς φωνάζεις στο βουβό σκυλί

που το σκάει και πέφτει στα σκαλιά, και κρύβεται

μες στο δίχως όρια σκοτάδι, ακούει

το αλύχτισμα του πόνου σου

που τρυπάει την οροφή.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Γιώργης Παυλόπουλος, Άσκηση

1544520_743003695734539_1330777888_n

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια

Η μορφή του σαν του πνιγμένου

κάτω από το νερό

κυμάτιζε περνώντας ολοένα

μέσα στον καθρέφτη

χωρίς να βουλιάζει

Σιγά-σιγά φανερωνόταν

πιο καθαρά το πρόσωπό του

Ξαφνικά το είδε

να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας

και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει

καθώς χανότανε σβησμένο

σε μια καταχνιά

Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά

πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο

μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης

Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα

ψάχνοντας για το πρόσωπό του

φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του

και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.

Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι

σε μιαν αόρατη σκηνή

χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν

έτοιμος ν’ αρχίσει

υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.


*Από “Το σακί”.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η θάλασσα

106539-237114

Από στιγμή σε στιγμή
από στίχο σε στίχο
από ποίημα σε ποίημα

η θάλασσα
Μέδουσα μεταμφιεσμένη σε γοργόνα
Παναγιά ή το αντίστροφο

μονίμως εγκυμονούσα
επίμονα
επίμονα
ξεχειλίζει

να δείξει τα φυλακισμένο αίμα
να δώσει λόγο στους πνιγμένους.

Βάσσος Γεώργας, [Τι θα γινόταν αν συνέχιζα να κοιμάμαι νύχτα μέρα για πάντα;]

10301054_10205250069467152_3586538474311995401_n

αργά το μετάνιωσα συνένοχο κάθαρμα

κι εγώ – δεν αισθάνομαι λύπη – πανικός

με σκέπασε με ματωμένη φανέλα – ποιος

θεός μπορεί να υπερισχύσει των αθώων;

χαμαιλέοντας αντί να γκαρίζω με όλη μου

τη ψυχή – ακέφαλε δολοφόνε σε ξένο χώμα

με στολή σταυροφόρου – σε ποιας μανούλας

τα μάγουλα ζωγράφισες παντοτινά δάκρυα

και πότε επιτέλους θα βρεις λίγο κουράγιο

να ζητήσεις συγγνώμη; – αυτήκοος μάρτυρας

αιματηρής επίθεσης – μνημείο ντροπής

ανθρώπινης κακίας που ευλογήθηκε
μου λένε πως είμαστε φτιαγμένοι γι αυτό
για κατορθώματα που προκαλούν θάνατο
σε ένα εύφλεκτο παράδεισο η πύλη στενή
το πνεύμα μου δύσκαμπτο – βάρυνα από
τύψεις με την εικόνα των θυμάτων σε στεριά
και θάλασσα – και ο πιο μεγάλος θάνατος
η πάση θυσία εκδίκηση που δεν βγάζει νόημα
μικρές και μεγάλες απώλειες χωρίς όνομα
χωρίς επώνυμο ακολουθούν τους κενούς
λυγμούς μου καιρό τώρα – τι κουβέντες
περιμένεις να ακούσεις φουρνέλο να σκάει
απ΄το στόμα μου ένα λυπημένο πρωινό;
το σχοινί κρέμεται μπροστά στη σκάλα
στους δρόμους σε ήθελα ανάσα μου – εκεί
να ζήσεις – να γυμνωθείς σε οδοφράγματα
με άσπρα λουλούδια στα χέρια – να θυμάσαι
πότε πότε πως είσαι ακόμα άνθρωπος – όχι να
γράφεις στοίβα από ποιήματα – να κλαίνε
τα μάτια σου από συνήθεια – διχοτομημένος
ανάμεσα στο σωστό και το άδικο του κόσμου
που άταφος έχει νικηθεί προκαταβολικά
εν καιρώ ειρήνης – πληρώνω με το χάος και
ρωτάω – ας μην υπάρχει κανείς να με ακούσει
– αφού δεν υπάρχει ζωή πριν το θάνατο πως
υπάρχει μεταθανάτιος ζωή; – και αν υπάρχει
ας μη μοιάζει ούτε κατ΄ ελάχιστον με αυτή
που ζούμε

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Nο 1138 (χωρίς σιωπή)

Artist: Joan Ponç

Artist: Joan Ponç

~
μια μέρα,
κρυφάκουσα
τη νύχτα, 

ήταν που ο χρόνος ξέφυγε με τις φτερούγες 

της ανάμνησης

κι έγινε

νόμιμη άμυνα στα δακρυγόνα

του

παρόντος

~

τότε έμαθα τι κρύβεται πίσω από 

το φράχτη,

τόσα άχρηστα

όσο και ένοχα,

αλλά δεν σας τα πω, 

είναι ζήτημα 

τιμής,

ιδιόχειρης

~

μόνο πως,

φύτρωσαν λάφυρα ως συμπτώματα, 

από οφειλές 

και ήττες

και πως το σήμερα

τρέφει το θάνατο, 

~

και το αύριο;

είναι τύχη ή σύμπτωση 

~
(alexmil) ©
Artist: Joan Ponç

Ντέμης Κωνσταντινίδης, 29.10

velouhiotis-a__1

Σε κάθε τράνταγμα
τα κεφάλια χτυπούν πέρα-δώθε
στα μεριά του αλόγου.

Ό,τι πολύτιμο κι αξίας
καταστράφηκε.

Το ρολόι κάτω από
μια πέτρα
άχρηστο για τα αρπακτικά.

Να ξέρεις μάνα
δεν παρέδωσα τα όπλα.

Manolis Anagnostakis / Μανώλης Αναγνωστάκης, I speak / Μιλώ

I SPEAK

I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers.
of the last rags from our festive garments
of our children who sell cigarettes to the passers-by.
I speak of the flowers that wilted on the graves and
rain rots them
of the houses gaping with no windows like toothless
skulls
of girls begging and showing the scars of their breasts.
I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins
of the conflagrated cities the corpses piled in
the streets
the pimps poets who during the night shiver by the front
steps.
I speak of the endless nights when the light is dimmed
at dawn
of the loaded trucks and the footsteps on the wet
cobblestones.
I speak of the prison yard and of the tear of the moribund.
But I speak more of the fishermen
who abandoned their nets and followed His steps
and when He got tired they didn’t rest
and when He betrayed them they didn’t reject Him
and when He was glorified they turned their eyes the other way
and their comrades spat at them and crucified them.
Though they, serene, took the road that had no end
and their glance didn’t ever darken nor bowed down
standing up and lonely amid the horrible loneliness of the crowd.

ΜΙΛΩ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών.
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες.
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή.
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
ξεδοντιασμένα.
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια
τις πληγές τους.
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα.
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
δρόμους.
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
ξημερώματα.
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές
πλάκες.
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ
των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες.
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν.
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν.
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια.
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν.
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει.
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

*Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη / Translated by Manolis Aligizakis

**Αναδημοσίευση του ποιήματος από το ιστολόγιο του Μανώλη Αλιγιζάκη στο http://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/150fe8453e53fe4d

Γιάννης Στίγκας, Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο

stigas1

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.

Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν’ αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς την νόηση
Αγχειβατείν – Pallasck
που λέγαν κι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά

Αίμα που’ χει το μέλλον μας
και πως να το χορέψεις

 *


Ίσως
εάν ερχόταν σήμερα ένας άνθρωπος
μονάχα με το τυπικό προσόν της εποχής
αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού
-ξέρετε-
ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού
 —
όπως τους έραβε ο Θεός
ξέχασε μια βελόνη μες τα στήθια τους
 —
εάν ερχότανε
και κοίταζε
 —
από  το μάτι  της  βελόνας  που  σας  έλεγα
 —
θα του στοιχειώναν όλα τα φωνήεντα
Θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα
 —
τ-τ-τ-τ-τ…τ-τ-τ-τώρα π-π-π-π-π…π-π-π-που
ζ-ζ-ζ-ζ-ζ-ζ….ζ-ζ-ζ-ζ-ζορίσανε τ-τ-τ-τ-τα-τα-τα-τα
π-π-π-ππ-πρα-πρα….π-π-πράγματα ν-ν-ν-νο-νο…
νο-νο-νομίζεις π-π-π-π….π-π-π-πως το-το-το-το…
το-το-το-το…το φ-φ-φ-φ-φ….φ-φ-φ-φ-φω-φω-φως
κ-κ-κ-κ-κ-κ…κ-κ-κ-κα….κ-κ-κ-κκ-κκ-κ-κ………..
κ-κ-κ-κα-κα-καταλαβαίνει;
 —-
 —-
 
Δεν έχω φυσικά καμιάν απάντηση
 —
σηκώνω το λοιπόν στους ώμους μου όπως όλοι σας
μ’ εκείνο το παλιό
κουσούρι μου της Άνοιξης
ακόμα δεν ξεμπέρδεψα
κι αφήνω να μου βόσκουν το λαιμό
κάτι σημάδια κόκκινα
δεν είναι φευ από φιλιά
 —
την λένε πνιγμοσύνη τη λεγάμενη
 —
αλλά δεν είναι η ποίηση που βάζει τη θηλιά
 —
αλλά
κλωτσάει το σκαμνί
 —
 *

Γιατί η ποίηση
-ψιτ μεγάλε-
δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο
-ψιτ μεγάλε-
Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι
να το υποδύεσαι και στη χάση του
-δεν θα στο κάνω πιο λιανά –
Αν το νοείς αυτό
έχει καλώς
αλλιώς
Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται

*
 —
Πού να’ σαι τώρα βρε Βλαδίμηρε
Τώρα που και τα δυο μας νόμπελ έγιναν συμπληγάδες
Κανείς δεν αρμενίζει πια για τ’ άρμενα
Κανείς για το γαλάζιο
μονάχο του συχνάζει στα μεγάλα υψόμετρα
και στις παλιές αγάπες
 —
*

 
Η Δώρα
Η Κωνσταντίνα
Η Ευανθία
Όποτε αλλάζω το πλευρό στον ύπνο μου
μου ξεκουρδίζουν σιωπηλά το ζώδιο
μέχρι να γίνει το ποτέ
το τυχερό μας νούμερο
–         τι ρώσικη ρουλέτα Παναγία μου –
εσύ γνωρίζεις απ’ αυτά Βλαδίμηρε
έγινε
έγινε στην Οντέσσα
 —
εδώ να δεις τι γίνεται

*
 —
Εδώ
 —
τhe evil eye is working overtime
 —
λυπάμαι που το γράφω αλλά
το φως το καταντήσαμε
την τέλεια -για το τίποτε- κρυψώνα
-Τι άλλο θέλεις να σου πω-
εχθές το βράδυ στο μετρό
αγγίζονταν χιλιάδες σώματα
κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα
ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο
κάτι
ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα
μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη
κάτω από τα ταγιέρ
και τα πουκάμισα
 —
*
 —
 
Είναι που να τρελαίνεται κανείς
Όπως ξηλώνουν έτσι τα μερόνυχτα
Το αίμα σου κλωστή –κλωστή
Οι τρεις σου μοίρες να πανιάζουνε
Τι περιμένεις ν’ αρχινίσει βρε κουτέ
Δεν είναι παραμύθι αυτό
 —
Είναι
 —
μονάχα το κουφάρι του
           —
*
 —
Η τραγωδία του τόπου μου
Αν εξαιρέσεις βέβαια τους σεισμούς
Όλοι οι υπόλοιποι    – ισμοί
Μας πούλησαν κατάμουτρα
Καλέ μου λόρδε Βύρωνα
Τσάμπα την λούστηκες την έξοδο
Τσάμπα την άναψες την έξοδο
Ο πυρετός σου σήμερα
Υπάρχει – δεν υπάρχει στα συγγράμματα
Του’ χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια
Ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά
Οκτώ μποφόρ Χριστός
Κι ακόμα τόσα
 —
Τότε –χαμένα μες στις καλαμιές
Τώρα- χαμένα στα σκυλάδικα
 —
*

THIS THE PLACE GENTLEMEN
 —
Πολλές οργιές κάτω απ’ το τίποτα
έτσι
που τα μαλλιά μας μπλέκονται στις ρίζες του
υιέ μου υιέ μου Αβεσσαλώμ
σαν εκκρεμές δεν θα’ χες πέραση
έτσι κι αλλιώς εμείς
τον χρόνο τον εισάγουμε απ’ το Γκρήνουιτς
γιατί ο δικός μας
έχει λαγούμια μαύρα κι ανεκπλήρωτα
 —
φωνάζεις την αγάπη
και σου επιστρέφει ο αντίλαλος αιμόφυρτος
 —
έχει μυριάδες χέρια που κοπήκανε
δεν ήταν αγαλμάτων
όλα τους
αργότερα μαρμάρωσαν
 —
 *
 —

*Από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2012/09/09/yannis-stigkas-kiosk/