Για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

exofyllo 20

Θα μπορούσα να συνυπογράφω το editorial αυτού του τεύχους –γραμμένο, όπως πάντα, από τον Κώστα Δεσποινιάδη– χωρίς να αλλάξω ούτε λέξη. Βλέπετε, για εμάς που εμπνευστήκαμε από τα γραπτά, τις ιδέες αλλά κυρίως την ηθική στάση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου δεν υπάρχουν και πολλά να διαφωνούμε. Ο Λυκιαρδόπουλος είναι για εμένα ένας από τους μεγάλους δασκάλους. Από αυτούς που διαβάζεις ξανά και ξανά όχι μόνο γιατί θέλεις να εντοπίσεις πάλι αυτά που ήδη έχεις δει αλλά για να νιώσεις αυτή την απεριόριστη πνευματική γαλήνη που εμπνέουν τα γραπτά του. Γιατί μέσα στις καταιγίδες και τους ανεμοστρόβιλους, μέσα στις λυσσασμένες θάλασσες και τα απέραντα αδιέξοδα των ωκεανών που βρεθήκαμε, η σκέψη του είναι ένα μικρό αλλά αβύθιστο ιστιοφόρο. 

Αποσπώ μόνο ορισμένα χωρία από τα κείμενα:

Ένας παλιός σουφικός θρύλος λέει πως υπάρχουν πάντα στον κόσμο τρεις κρυφοί άγιοι που με την ύπαρξή τους τον κρατούν στην πορεία του. Αν λείψουν, θα βυθιστεί στο χάος. Είναι η μυστική θεωρία του κουτμπ (άξονας) στην αραβική παράδοση. Αν υπάρχει ένας τέτοιος αόρατος άξονας που φυλάει ό,τι εξακολουθητικά λέμε νεοελληνικό πνεύμα από την απόλυτη σήψη, ένας αφανής άτλας που σηκώνει στους λιγνούς ώμους του το βάρος τής σκέψης ενός αιώνα στις άγονες ημέρες μας, θα ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε το προνόμιο να βαδίζει ακόμα δίπλα μας, να συνομιλεί μαζί μας, μεταγγίζοντας ακατάπαυστα στη ζωή μας πολύτιμες ποιότητες: θα ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος 
Φώτης Τερζάκης

ο Λυκιαρδόπουλος ακολουθεί τα χνάρια μιας ανανεωμένης παράδοσης, με σταθμούς σε ποιητές που στήριξαν το ποιητικό οικοδόμημα που δεν κατεδαφίστηκε (π.χ. Βάρναλης, Καρυωτάκης), παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες διαφόρων εποχιακών -ισμών, ευκαιριακών επιδιώξεων, βερμπαλιστικών διαθέσεων και άλλων ηχηρών παρομοίων, εχθρός της ασάφειας και των μπιχλιμπιδιών που κρέμονται από τους στίχους κουδουνίζοντας σε κάθε στροφή, τα αντιπαρέρχεται «πηγαίνοντας προς την τιμή και την υπόληψή του». 
Τάσος Πορφύρης

Η ποιητικότητα είναι αυτή που γεννά το ποίημα του Λυκιαρδόπουλου. Η ποιητικότητα είναι η ψυχική αφετηρία του ποιήματος, το ψυχικό του εκ των προτέρων. Το ποίημα πάντα ακολουθεί σαν λαχάνιασμα, είναι εκ των υστέρων, είναι η λογοτεχνική μορφή της ποιητικότητας, και επιπλέον είναι μια γλώσσα αντιληπτή στο μεταίχμιο που εγκαταλείπει τον ήχο της στην ανάγνωση ή στην παρανάγνωση – πράγματι, έχει αυτή την ικανότητα – του αναγνώστη.
Στέφανος Ροζάνης

Η οξυδερκής πολιτική σκέψη τού Λυκιαρδόπουλου και η θεωρητική του συγκρότηση δεν τον οδηγούν ούτε σε έναν εύκολο, κανοναρχούμενο από μια άκριτη εξύμνηση μιας εργαλειακής εκδοχής του Διαφωτισμού, αντι-ανατολισμό ή φιλοδυτικισμό, ούτε στην εμμονική υπεράσπιση εκείνου που αυτή η εργαλειακή εκδοχή σκοτώνει, απομαγεύει, μεταλλάσσει, καταστρέφει ή διαστρέφει. Καμιά νοσταλγία για ένα «οργανικό παρελθόν» και κανένας εύκολος «φίλαθλος» μανιχαϊσμός (βασικό σχεδόν χαρακτηριστικό στην πολιτική σκέψη εκείνης της μεταπολιτευτικής περιόδου) δεν χαρακτηρίζει τη γραφή, καθώς υπερασπίζεται τη νομαδικότητα της κριτικής σκέψης που αναγκαίος όρος ύπαρξής της είναι η a priori καταστατική εναντίωσή της προς το υπάρχον, και η συγκρότησή της ως μια «κακορίζικη, αρνητική, “αρρωστημένη” διάθεση που δεν αφήνει κανέναν αστό στη χώνεψή του, κανένα φασισμό στην ευτυχία του, κανέναν πιστό στην ησυχία του ύπνου του» (σσ. 17-18). Μια κριτική σκέψη που σαφώς δεν έχει πατρίδα και ιθαγένεια, και η ίδια δεν είναι ούτε βόρεια ούτε νότια, ούτε ανατολική ούτε δυτική (για να μας θυμίζουν κάποιοι την αμαρτωλότητά της: «λες κι όλη η ουσία της “δυτικής σκέψης” συμποσούται στο εμπράγματο σκατό της που είναι ο καπιταλισμός» και λες «σαν να ’ταν από κόσμους διαφορετικούς ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι, ή σαν να μην ήταν η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης μια ιστορία των αδιεξόδων της»).
Βασίλης Αλεξίου

Απόψε βρέχει
κάποιοι στον κόσμο
κρυώνουν – όπως πάντα
κλείστε τα όλα
τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο
τον θόρυβο του κόσμου
και διαβάστε
μόνοι,
παντέρημοι
Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Κώστας Δεσποινιάδης

Δεν θα ’ρθούμε. Τα χρόνια τα κύματα μας έβγαλαν αλλού. Το σπαθί βρέθηκε είναι χαρτοκόπτης, το εμβατήριο μακρινό τραγούδι μες στη νύχτα. Εδώ χρειάζονταν ταμπούρλα και αντοχή εδώ χρειάζονταν λαοί ολόκληροι με τα μπράτσα τους και τα κεφάλια τους. Τι να σου κάνει ο φίλος εκείνος που ξεχάσαμε κι ο άλλος που μας ξέχασε ή θα μας ξεχάσει; Τι να σου κάνουνε τα λίγα εκείνα χρόνια που μπορέσαμε να σταθούμε όρθιοι γύρω σε μια ιαχή; Εδώ χρειάζονταν αιώνες καθαρής γεωμετρίας, κανόνες ανοξείδωτοι σε όλους τους καιρούς, κι εμείς δεν είχαμε ούτε δυο στέρεα χρόνια. Μονάχα λέξεις αφήσαμε πίσω μας, λέξεις κλεμμένες από φτωχούς άρρωστους προγόνους που ξεχάσαμε κιόλας τ’ όνομά τους. Δεν θα ’ρθούμε. Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος, η λάμψη του χαράχτηκε για πάντα στα μάτια μας και στα χειρόγραφά μας αθάνατη σαν την πληγή της πρώτης μας αγάπης. 

….

Κάνε τουλάχιστο σωστά τις τελευταίες κινήσεις 
γιατί ο καιρός είναι στη μπάντα μας
κι ο ναύτης που ‘ρχεται να πιάσει το τιμόνι
ανήξερος και φοβισμένος.

Εσύ που ξέρεις πότε θα πνιγούμε 
δείξε του πού πονάει το καράβι

κι άσ’ τον στην τέχνη σου που δεν είναι πια δική σου.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος

*Αναδημοσίευση από το http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2015/10/blog-post_30.html#more

Arthur Rimbaud, Μετά τον Κατακλυσμό

_8

Μόλις η ιδέα του Κατακλυσμού ξανακάθισε,
Ένας λαγός σταμάτησε μέσα στα χόρτα και στις καμπανούλες που κουνιόντουσαν και είπε μια προσευχή στο ουράνιο τόξο μέσα απ’ της αράχνης τον ιστό.
Ω! οι πολύτιμοι λίθοι που κρύβονται,- τα λουλούδια που κιόλας κοιτάζουν.
Στο μεγάλο βρώμικο δρόμο οι πάγκοι με το κρέας στήθηκαν και τραβήξαμε τις βάρκες προς τη θάλασσα στημένη εκεί ψηλά όπως στις λιθογραφίες.
Το αίμα κύλησε, στο σπίτι του Κυανοπώγωνα, -στα σφαγεία, – μέσα στα τσίρκα, όπου η σφραγίδα του Θεού χλόμιασε τα παράθυρα. Κύλησαν το αίμα και το γάλα.
Οι κάστορες έκτισαν. Τα ποτήρια του καφέ άχνιζαν μέσα στα μικρά καφενεία.
Μες στο μεγάλο σπίτι από γυαλί ακόμα μουσκεμένο τα παιδιά με τα πένθιμα κοίταξαν τις υπέροχες εικόνες.
Μια πόρτα χτύπησε, -και πάνω στην πλατεία του μικρού χωριού, το παιδί γύρισε τα χέρια του, και αντιλήφθηκε τους ανεμοδείκτες και τα κοκόρια των καμπαναριών από παντού κάτω από την εκκωφαντική βροχή.
Η Κυρία *** τοποθέτησε ένα πιάνο μέσα στις Άλπεις. Η λειτουργία και οι πρώτες μεταλήψεις γιορτάστηκαν στις εκατό χιλιάδες άγιες τράπεζες της μητροπόλεως.
Tα καραβάνια έφυγαν και το ξενοδοχείο Splendide χτίστηκε μέσα στο χάος των πάγων και της νύχτας του πόλου.
Από τότε το φεγγάρι άκουγε τα τσακάλια να σκούζουν απ’ τις ερήμους του θυμαριού,- και τα ποιμενικά ποιήματα φορώντας τσόκαρα να γκρινιάζουν μέσα στο φρουτόκηπο. Μετά, μέσα στο βιολετί δρυμό με τα μπουμπούκια, ο Εύχαρις μου είπε ότι ήταν η άνοιξη.
Κουφοί, λιμνούλα,- Αφρέ κύλησε πάνω στο γεφύρι και πάνω από τα δάση,- σεντόνια μαύρα και όργανα,- αστραπές και κεραυνέ,-ανεβείτε και κυλήστε,- Νερά και θλίψεις ανεβείτε και ζωντανέψτε τους Κατακλυσμούς.
Γιατί από τότε που έχουν εξαφανιστεί,- ω! οι πολύχρωμες κρυμμένες πέτρες, και τα λουλούδια ανοιχτά!- είναι μια πλήξη και η Βασίλισσα, η Μάγισσα που ανάβει τα κάρβουνά της μέσα στο πήλινο τσουκάλι, ποτέ δε θα θελήσει να μας διηγηθεί αυτό που εκείνη γνωρίζει και που εμείς το αγνοούμε.

*Από τα ποιήματα σε πρόζα της συλλογής “Εκλάμψεις “(“Illuminations”), 1872. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Coriolano Golzalez Montanez, Ποιήματα

images

Η φωτογραφία δείχνει την εικόνα
ενός νεαρού άντρα που κρατά ένα μωρό
λίγων μηνών
και δίπλα σ’ αυτούς μια γυναίκα
που είναι μητέρα και γιαγιά.
Είναι κοντά σε ένα παράθυρο που βλέπει στο δρόμο
και μια μεγάλη φωτοβολίδα  διασταυρώνει το στιγμιότυπο
σε διαγώνιο φθίνουσα απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά.
Το άσπρο και μαύρο της φωτογραφίας
τονίζει τη φωτεινότητα.
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που δείχνει
τον αυθορμητισμό της στιγμής:
ο νεαρός άντρας έχει τη ζώνη ξεκούμπωτη.

Έχω αναμνήσεις καθημερινές από αυτόν τον άντρα.
Τελευταία με κατατρέχουν
εκείνες στις οποίες ξυριζόταν.
Θυμάμαι το ξυρισμένο πρόσωπο του νεαρού άντρα,
του ώριμου άντρα, του άντρα στο σημείο του θανάτου,
αν και αυτό δεν το ήξερε κανείς.
Θυμάμαι τις χνουδωτές τρίχες
που αντιστέκονταν στο ξυράφι.
Θυμάμαι ακόμα όταν με ξύρισε
για πρώτη φορά στα δώδεκά μου χρόνια.
Αλλά με τον ίδιο τρόπο που αυτές οι αναμνήσεις
με κατατρέχουν, το κάνει επίσης κι η αμφιβολία,
η οξεία αμφιβολία πως στην πραγματικότητα
δεν μένουν αναμνήσεις
αλλά εικόνες άλλων φωτογραφιών
που αντικαθιστούν το κενό πια όχι μόνο στο νου
αλλά και στα συναισθήματα.

Πραγματικά αγαπάμε εκείνο
και εκείνους  που έχουν φύγει;
Δεν θα κατοικίσουν αυτές οι συγκινήσεις στα χαρτιά,
στις φωτογραφίες, στην ύστατη ανάγκη του να μην αναγνωριστεί
πως μόνο στην αμεσότητα υπάρχει αγάπη και μίσος;
Θα είναι ο θάνατος όχι μόνο μια λέξη
αλλά μια ψυχική κατάσταση που μας συνοδεύει
γιατί όλοι οι καθημερινοί θάνατοι
μας οδηγούν στο τέλος και στην εγκράτεια;

Το σπίτι πια δεν υπάρχει.
Πάνε πολλά χρόνια που δεν υπάρχει παράθυρο
για να εισχωρήσει το φως
και, γι’ αυτό, ούτε η πιθανότητα
να το φανερώσω σε μια προσπάθεια
αναβίωσης φωτογραφίας και παρελθόντος.
Το σπίτι κατεδαφίστηκε για να κτιστεί άλλο
που πήρε τις αναμνήσεις του, τις σκιές του.

Τίποτα δεν απομένει πια
αλλά το φως όταν διαπερνά τα τζάμια…

*Από το βιβλίο Η άλλη ακτή (Τετράδια του Γκιγιέρμο Φόντες), Santa Cruz de Tenerife, Εκδ. Baile del Sol, 2008.

Ο ΤΖΙΜΙ ΧΕΝΤΡΙΞ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΥΝΤΙΓΙΑ

Στην άμμο, μέσω των ακουστικών,
ακούω τον Τζίμι Χέντριξ στο Γούντστοκ.
Στο βάθος η καταλαγιασμένη διάδοση των κυμάτων.
Έχει πανσέληνο και η παλίρροια είναι μεγάλη.
Σιγά σιγά φέρνει την άμμο
που η θάλασσα του χειμώνα σήκωσε.
Τα βότσαλα εξαφανίζονται˙
μία νέα παραλία, ένα νέο τοπίο.
Αφαιρούμαι στον καθαρό ορίζοντα.
Ο ήλιος πέφτει. Ίσως η πράσινη ακτίνα.
Τα παιδιά μου μες στο νερό, πάνω σε ένα στρώμα θαλάσσης,
επίσης παρατηρούν και αναμένουν.
Την τελευταία στιγμή ένα σύννεφο
εμποδίζει το φαινόμενο.
Τα παιδιά βγαίνουν τρέμοντας
και σκεπάζονται με την πετσέτα.
Αύριο.
Hear my train a’comin.

*Από το βιβλίο Κείμενα της Εξορίας. Ανέκδοτο.

**Ο Κοριολάνο Γκονθάλεθ Μοντανιέθ (γεν. Σάντα Κρουζ, Τενερίφη, 1965), έχει σπουδάσει Ισπανική Φιλολογία. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία ποίησης και έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες σύγχρονης ποίησης των Κανάριων Νησιών, ποίησης σχετιζόμενης με το ιαπωνικό είδος χαϊκού καθώς επίσης και ποίησης μεταφρασμένης στα ρουμάνικα. Ως κριτικός έχει δημοσιεύσει σχετικά με τον Eugenio Millet Rodríguez. Έχει μεταφράσει από τα ρουμάνικα το  «el camino hacia Tenerife (drumul spre tenerife)», βιβλίο του Eugen Dorcescu.  Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ρουμάνικα, στα γαλικιανά και στα αμασίκ. Διαθέτει προσωπικό ιστολόγιο στο http://coriolanogonzalez.blogspot.com/

***Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε επιμέλεια και μετάφραση Άτης Σολέρτη.

Γεωργία Τρούλη, Η μίτωση

Hidden_Flame

Πώς κρέμονται σαν διάφανες κερήθρες
Πάνω στα αγκάθια οι μπουρμπουλήθρες
Η μία πάνω στην άλλη
Σε διαφορετικό μέγεθος η κοιλότητα
Η μίτωση γίνεται με αντιπαροχή
Του κυττάρου σε οξείδωση
Από ήλιο ανέχειας
Πυρηνική αντίδραση μέσα Στο
Διάφανο και στην χλωροφύλλη
Του λίγο Αέρα
Σαν μόρφωμα που αναπαράγεται
Διστακτικά
Σαν νέο άνθος πάνω το άγριο μωβ
Εκεί μέσα ελάχιστοι κόσμοι
Κατοικούν αόρατοι
Και με διαύγεια φαίνεται
Το εύθραυστο για στολίδι
Το δίχρωμο για αμφιβολία
Το σκούρο για ύπαρξη
Καμία βασίλισσα μέλισσα
Μέσσα αιμάσσουσα εκεί δεν κσσέρει
Βασσιλικό τρόπο να προφυλάσσει
Τα ασσημένια φτερά της
Αλλά με
Την ακκίδα μιας ακκανόνιστης
Ακκακίας που θα έρθει με νερό
Να συγχωνεύσει το σίγμα το κάππα
Στο ξ
Θα μείνει ξξερό το λουλούδι
Μόνο με αγκάθια
Και με μια
Αίσθηση
Λυγερόκορμου τρόμου
Αέρα
Θα μετατοπιστούν
Οι μπουρμπουλήθρες
Τα αγκάθια
Οι καταπακτές
Και η μίτωση
Που τώρα λέγεται Σφαγή
Θα αρχίσει
Να λαμβάνει χώρα
Σε
Άνθρωπο

Πέτρος Γκολίτσης, Θεσσαλονίκη 2013 μ.Χ (Πόλη κάτω απ’ την πόλη)

11536100_10153361341363446_2875011530144635521_n

Ήρθε ο Ηράκλειτος στην πόλη μας απόψε

μίλησε με σωζόμενα ρητά

−κι άλλα που χάθηκαν−

ακούγονταν

τα πλέον σκοτεινά:

«φωτιές-αιώνιες και ψυχές-αναθυμιάσεις»

«είμαστε και δεν είμαστε»

«στις ίδιες πόλεις κατοικούμε

νεκροί και ζωντανοί»

«ο ένας μες στον άλλον αναπνέουμε»

«νεκροταφεία βρίσκουμε μετράμε τους νεκρούς»

−σε γλώσσα τρέχουσα σαν νά ‘λεγε−

δεν έχει η ανθρώπινη ροή επιστροφή

(εδώ και το ποτάμι)

η αλληλουχία των γενεών

πάνω στη γη, μέσα στην πόλη

1000 και κάτι οι τάφοι

του 4ου αιώνα προ Χριστού 
στο Συντριβάνι

και 411 στα δυτικά, στο ενδιάμεσο 

η decumanus

και μ’ ένα άλμα μετά

απ’ τη σφαγή του Ιππόδρομου

στο Άουσβιτς

Θεσσαλονίκη πόλη με ανοιχτά τα σωθικά

δείξε μας δώσε μας

την πόλη κάτω από την πόλη

κράτα την πόλη την πληγή σου ανοιχτή

πόλη μέσα σε πόλη

κάτω απ’ τα πόδια μας τάφοι και δρόμοι

στους αστραγάλους σου νεκρά φτερά

−στεφάνια δόντια όλα χρυσά−

εγχυτρισμοί

ενταφιασμοί

και καύσεις

δεν θα παύσεις

Θεσσαλονίκη πόλη πάνω σ’ άλλη πόλη

με τους νεκρούς σου να αιωρείσαι εσαεί 

νέα ξανάρχεσαι

λειψή μεταβαλλόμενη

κι εμείς
οι επόμενοι νεκροί

γυαλίζουμε τα μάρμαρα

−in situ−

νεκροί και ζωντανοί

*Από τη συλλογή “Η σάρκα των προσωρινών”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Μυθολογία (απόσπασμα)

my8ologia

Ε, λοιπόν από μικρός είχα την μάλλον παράδοξη δοξασία πως ένα κι ένα δεν κάνουν κατ’ ανάγκη δύο, πως δύο και δύο δεν κάνουν κατ’ ανάγκη τέσσερα. Εκεί όπου οι άλλοι βλέπαν δύο εγώ δεν έβλεπα παρά ένα και ένα κι έτσι αδυνατώντας να δω ένα σύνολο ως άθροισμα πορευόμουνα προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αφού όλοι οι άλλοι νομοτελειακά στο ένα κι ένα αντιλαμβάνονταν δύο εγώ πρέπει μοιραία να ήμουν παράφρων. Γιατί όμως να ήμουν εγώ ο τρελός; Τι είχαν οι άλλοι περισσότερο από μένα κι η δική τους εντύπωση βάραινε περισσότερο απ’ τη δική μου; Γιατί ετούτη η μαζική πίεση, ο φασισμός ν’ αναγνωρίσω τη λογική τους; Γιατί να μην είναι κάλλιστα όλοι οι άλλοι τρελοί; Ε, πώς να το κάνουμε τώρα, αφού ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο! Ένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να στηρίζεται στην νομοτελειακή αλληλουχία αιτίου αιτιατού αν το κάθε εγώ βλέπει διαφορετικά αποτελέσματα να εκπηγάζουν από διαφορετικά αίτια έτσι κι εγώ αποφάσισα πως δεν θα αναγνώριζα για νόμο φυσικό παρά ότι εγώ όριζα ως νόμο φυσικό. Βέβαια, αυτό προξενούσε ορισμένα προβλήματα διότι όταν εγώ έλεγα γυναίκα εκείνοι καταλάβαιναν άλογο. Τελικά μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ήμουνα θύμα μιας σκοτεινής διαπλανητικής συνωμοσίας. Ζούσα σ’ έναν κόσμο παρανοϊκών που από μιας αρχής το είχανε βάλει στόχο να τρελάνουν και μένα. Στερώντας μου την επικοινωνία θέλανε να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με κάνουνε να λέω τη γυναίκα γυναίκα και το άλογο άλογο. Κλείνοντας μου το στόμα θέλανε να μου κλείσουν όλους τους δρόμους όλες τις εναλλακτικές και ή να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με αυλίζουνε τις μέρες με λιακάδα ή να μ’ αφήσουνε να σαπίσω ελεύθερος αλλά μόνος μου στο δικό μου. Δεν θα τους περάσει όμως. Βάλθηκα λοιπόν να αποκαλύψω την ειδεχθή τους απάτη αποδεικνύοντας τους ότι ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο καθόσον εγώ ο ίδιος που αντικρίζοντας με βλέπανε έναν δεν ήμουν στην ουσία ποτέ ένας παρά πολλοί μαζί συγκολλημένοι σ’ έναν. Αν κατάφερνα να τους κάνω να λένε δύο, τρία, πέντε, δέκα όταν θα αναφερόταν σε μένα θα είχα πετύχει το σκοπό μου διότι βέβαια ένα κι ένα δεν μπορούν ποτέ να κάνουνε δύο όταν το ίδιο το ένα δεν είναι ένα αλλά τουλάχιστον δύο. Τώρα όσο περνάνε τα χρόνια πείθομαι ολοένα και περισσότερο πως ένα και ένα δεν μπορεί δεν πρέπει να κάνουνε δύο αλλά ένα και ένα και πως δύο και δύο δεν πρέπει να κάνουνε παρά ένα και ένα και ένα και ένα. Έτσι χτίζω πετραδάκι πετραδάκι το δικό μου πλανήτη δίνοντας στέγη σ’ όλους τους αποκλεισμένους παράφρονες που επιμένουν να λένε το ένα κι ένα ένα κι ένα. Κι όταν θα γίνουμε ένα ωραίο μεγάλο σύνολο από μονάδες και πια δεν θα έχουμε ανάγκη τη φυλακή τους θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί με μια φωνή το χαρούμενο τραγούδι της αντεστραμμένης βαρύτητας τους όπου όλα θα είναι αληθινά και ένα και ένα θα κάνουνε ένα και ένα κι οι γυναίκες άλογα θα μας παίρνουνε καλπάζοντας μακριά τους τρυφερά κουβαλώντας μας μες στην αγέρινη αγκαλιά τους.
 
*Ζ. Δ. Αϊναλής, Μυθολογία, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ
 
**Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία: Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006, Αποσπάσματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008, Η σιωπή της Σίβας (e-book), Βακχικόν, Αθήνα, 2011. Έχει μεταφράσει Antonin Artaud: Πούτσα και ξύλο, Ουαπίτι, Αθήνα 2011, καθώς και στο πλαίσιο του εκτενούς αφιερώματος στον Artaud «Εξέγερση και Ουτοπία», Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, 2010 (σε συνεργασία με τους Ήλιο Chailly & Ειρήνη Παπαδοπούλου). Επίσης έχει μεταφράσει δοκίμια των William Wordsworth και Samuel Taylor Coleridge στον τόμο Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011 (σε συνεργασία με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο). Έχει επιμεληθεί και προλογίσει την έκδοση Μιχάλης Τάτσης, Με το καδρόνι στα χέρια, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2011. Ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις και δοκίμια του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Γιώργος Πρίμπας, Ολιγόγραμμα II (αποσπάσματα)

Photo by Neal Ulevich (c) 2009. All rights not explicitly granted in writing are reserved to the photographer. nulevich@watermargin.com. Sunrise over Denver International Airport October 31, 2009. Airport is 14 miles from camera.

Photo by Neal Ulevich (c) 2009. All rights not explicitly granted in writing are reserved to the photographer. nulevich@watermargin.com. Sunrise over Denver International Airport October 31, 2009. Airport is 14 miles from camera.

Ώ! Λεύκα, όνειρο μου
Κατισχύεις της καταχνιάς.

Γιώργος Πρίμπας

Ολιγόγραμμα.

κάθε ανατολή έλκεται από τη δύση της

από την επιρροή στην εξουσία

λογοκρισία

στο κυπαρίσσι ύψος ρίζα καμιά δεν περισσεύει

cine 8 1/2
μάτια 8 1/2
παγκάκι 8 1/2
μια τίγρης ξαποσταίνει φως
πόση κούραση να σηκώσει τη μέρα;

σταγόνες χαλαζία αναφύονται στο βλαστό δροσιά εαρινού ρόδου
άνανθη ομορφιά

η πεταλούδα πέταγμα μεταβάλλοντας τον καιρό ποιήματα γράφει
αιτιοκρατία
το φως κάνει το χώρο

η αλλαγή μόνον όταν η φαντασία (μας) ξεπεράσει τον καπιταλισμό
προβλέψιμοι

το κτήνος που στολίζει τις πράξεις του με μια θεωρία
άνθρωπος

το νυχτολούλουδο Φάνης διαρρηγνύει το ιδεολόγημα του ορίζοντα των αισθητών
ο Αύγουστος

της άμμου και των αμπελιών
του έρωτα και των ονείρων

ζωή στιγμή
ξύδι γλυκόπιοτο

στους λογιστές της ζωής ο έρωτας στα πρέπει

κατάθεση του σώματος στην ψυχή ο χορός

μόνη μου αντικειμενικότητα τα συναισθήματα από το πρόσκαιρο της εντύπωσης των πραγμάτων

το γιατί δε ρωτά εξουσιάζει

πως, λοιπόν, έγινε ο κόσμος;

ο χορός δεν έχει ηλικία

θέλω να κάνουμε έρωτα

οι σκιές μακραίνουν

αδημονούν τα αστέρια να τρεμοπαίξουν

κάτι να λογιστεί ως άκτιστο

κάτι να θωρηθεί ως άπλαστο

μια ανεμώνη

Ω! Γαία κόρη του γίγνεσθαι μητέρα της ζωής απ’ τα μαστάρια σου απλώνεις αμβροσία

Ισλανδία, Απρίλης 2010

***

ξέρουμε τη μοίρα των άστρων

πότε θα σβήσουν πως θα εκραγούν

στο τετράδιο της ζωής

ο ήλιος προσθέτει το επόμενο φύλλο

άσπρες χαρακιές ματώνουν το γαλάζιο

τόσα να δεις μα πόσα γνώρισες;

η χαλασμένη ενότητα στο προχωρημένο της διαστολής των καιρών όπου το φως νησίδες στο σκοτάδι καμβά

στο χρηματιστήριο λουκέτο ασφαλείας

μια καλή αρχή

μια πεταλούδα η ευτυχία στιγμή

***

Με τρόπο χαϊκού Ι

Δώσε της χώρο.
Θα σε γεμίσει άνθη.
Βοκαμβίλια!

Δυο δεκοχτούρες
Πάνω σε πεύκου κλαδί
Ερωτοτροπούν.

Μικρή ελπίδα
Στο βλέμμα του γεωργού.
Όστρια καιρός.

Μέρες του Μάη
Ο αγέρας λεβάντες.
Η φύση λάμπει!

Μέσα στη γλάστρα
Την απότιστη.
Κοίτα! Αγριόχορτα!

Στάζουν τη δροσιά.
Τα φύλλα στα μάρμαρα.
Αρχαίος ναός.

Ιστός αράχνης.
Πόσο όμορφος!
Κάποιος θα πεθάνει!

Καθώς πέρναγα
Το κοτσύφι σώπασε.
Βουή μελισσών!

Πόσα τζιτζίκια;
Φορτωμένα η ζέστη.
Από το πρωί.

Ένας αετός
Πετάει ψηλά.
Στη γη θα καταλήξει.

Μια παπαρούνα.
Κόκκινη από ντροπή;
Ή από ζωή;

***

η νύχτα ξέσπασε…

οι ψυχές των δέντρων
αναβλύζουνε τρεμοφεγγιές.
πυγολαμπίδες!

από το Ένα
αναβλύζουνε μορφές.
αγέννητο!

Αλέξης Αντωνόπουλος, Απόσταση

hoppervupar1

Την ξέθαβε κάθε βράδυ
τη ρωτούσε τι βλέπει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com .

Γιώργος Γέργος, Δύο ποιήματα

giannena

.απογευματινή βροχή

βρέχει βροχή αιώνων

ας φιληθούμε κάτω απ’ αυτό το νερό

εσύ τυλίξου στο λαιμό μου

εγώ στερεώνω το κεφάλι μου στην άβυσσο

να τραγουδήσω στη μανία της

για σένα

είμαστε μαζί

της πιο μεγάλης Άνοιξης το αειθαλές υπονοούμενο

το άπειρο στα χέρια μας

Θα είναι μία του ουρανού ακόμα

ολόφωτη ηλεκτρική εκκένωση


(21/5/04)

***

.εκπαιδευτικόν

έμαθα στην επιφάνεια

στην επιφάνεια ξαναγυρνώ

τρέφομαι με πάθη
γη και οργή καθώς το όνομά μου το επι-

βάλλει

γιαυτό και φλέγομαι και

χαίρω άκρας ουσίας
μνήμη μανίας μητέρα
ή κήτος ή κλείνω ανισοτρόπως προς την Άνοιξη
την ημέρα εξάλλου κανονίζω το Αδιανόητο

διδάσκοντας μορφασμούς

περί της παραβίασης της πραγματικότητας

λειαίνοντας δακρυδόχους

κοινώς: προγυμνάζοντας ζέσεις

*Από τη συλλογή “.ο εαυτός ήχος”, Εκδόσεις Εξάρχεια, 2013

Massimiliano Damaggio, Δύο ποιήματα

BOOK flying

«Ανοίγω τα χέρια, γεμάτα με άχρηστα δάχτυλα

που ξέρουν μόνο να γράφουν λέξεις»


(Μ. Νταμάτζιο)
*Από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»

Η απόλυση του Τζανλούκα

Τζανλούκα, έχεις ένα πληγωμένο χαμόγελο

απ’ την ψαλίδα μεταξύ στόχου και τζίρου

στη θωρακισμένη καρέκλα της συνάντησης

γεμίζεις την κάννη με τον τελευταίο απολογισμό

και σε ακούμε

γύρω σου μια άπλετη σιωπή, και στο θόρυβο

της εσωτερικής σου διαταραχής ο καθένας

κάθεται στη συμβατική του θέση

Πίσω από αυτά τα κάδρα τα μικρά

κινούνται οι άνθρωποι οι γαβγισμένοι

απ’ το σκυλί του καθημερινού δόγματος

Εσείς τώρα ανήκετε, σου λένε,

στο αρχείο ονομάτων σε αχρηστία

∗ ∗ ∗

Μάνα

Δεν είναι πρέπον

και δεν είναι ποίηση

να μαζεύω έναν πόνο

για να γράφω λέξεις

εάν στα δυο είσαι διπλωμένη από τον πόνο

στο δωμάτιο, στον πρώτο όροφο

του εγκαταλειμμένου σπιτιού

καθώς φωνάζεις στο βουβό σκυλί

που το σκάει και πέφτει στα σκαλιά, και κρύβεται

μες στο δίχως όρια σκοτάδι, ακούει

το αλύχτισμα του πόνου σου

που τρυπάει την οροφή.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr