Ελευθεριακός, Γραφόμενα Και Λεχθέντα

473px-Bakunin

Ας ενθουσιαστούμε με τα καμώματα του κόσμου
στροβιλιζόμενος λειτουργώντας
ζαλίζει τη ματαιοδοξία μας.

Μην αρχίσετε πάλι
μόνο τελειώσετε τις σιωπηλές σας μανίες
με καθαρό νερό λουσμένοι
στα σύρματα πιασμένοι χειροπόδαρα
και αποτελειώσετε τις σιωπηλές σας αποχές.

Γραφόμενα και λεχθέντα
στους κάδους πεταμένα.

Όσα φαίνονται μεταλλικά λόγια
πέταξα στην καπιταλιστική ανακύκλωση
με ελπίδες να επιτρέψουν σε μένα διαφορετικά
μα ξαναγύρισαν
απορρίμματα του αιώνα που έφυγε
σκουπίδια του αιώνα που έρχεται.

Όσο κι αν ξεσκονίζω έναν Μαρξ προσεκτικά
πάντα κάποιος Μπακούνιν θα συγυρίζει το μυαλό μου.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Ελευθεριακού στο http://skotadikaifws.blogspot.com.au/2015/12/blog-post.html

header2

О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μαντελστάμ), Ποιήματα

o

Τίποτα δε ‘ναι πιο γλυκό
Από το πρόσωπό σου,
Κατάλευκο και ξέξασπρο
Το χέρι σου είναι,
Κι εσύ από τον κόσμο
φεύγεις μακριά
Κι ύπαρξή σου ολάκερη
Γέννημα  μοίρας είναι.

Της μοίρας
Είν’ η θλίψη σου
Και τα ζεστά σου χέρια,
Η ήρεμη φωνή
Των θαρραλέων λόγων σου,
Και των ματιών σου
Το μακρινό το βάθος

***

Η Αμερικάνα

Αμερικάνα, είκοσι χρονών,
Στην Αίγυπτο να φτάσει θέλει,
Του «Τιτανικού» το πάθημα λησμόνησε,
Οτι ο ύπνος στο βυθό πιο σκοτεινός κι από τάφο είναι.

Σειρήνες της Αμερικής ηχούν
Κόκκινων ουρανοξυστών, σάλπιγγες αντιλαλούν.
Σύννεφα ψυχρά σκεπάζουν
Τα καπνισμένα χείλη σου.

Σα λεύκα λυγερή τ’ ωκεανού η κόρη
Στο Λούβρο στέκεται –
Πετώντας από την Ακρόπολη ένας σκίουρος
Ερχεται το κατάλευκο μάρμαρο να κομματιάσει

Τον «Φάουστ» στο βαγόνι ξεφυλλίζει
Μα δεν καταλαβαίνει τι διαβάζει
Η θλίψη την ψυχή της πλημμυρίζει
Που ο εραστής της το θρόνο του θρηνεί.

***

Δίπλα στη φλόγα του κεριού
Γλυκά αναλογιέσαι
Την πρωτόγνωρη αυτή ελευθερία.

– Μαζί μου να ‘σαι από την αρχή,

Η πίστη μέσ’ τη νυχτιά θρηνούσε.

– Το στέμμα μου στεφάνι
Στο κεφάλι σου θα βάλω
Και με αγάπη η λεφτεριά
Θα σου υποταχθεί
Σα να ‘σουν νόμος.

Ο νόμος με εδίκασε
Ελεύθερος να είμαι
Τούτο το στέμμα τ’ αλαφρύ
Ποτέ μου να μην βγάλω

Στο διάστημα χαμένοι
Σε θάνατο δικασμένοι
Την πίστη και την όμορφη αιωνιότητα
Για πάντα θα πενθούμε.

***

Να μην μιλήσεις σε κανένα
Για όλα αυτά που είδες,
Για το πουλί, για τη γριά
Τη φυλακή ή ό,τι άλλο

Μόλις, σα ξημερώσει,
Τα χείλη θα σφραγίσεις
Η πρωινή δροσιά σα ρίγος
Απ’ το κορμί σου θα διαβεί

Θα θυμηθεί στην εξοχή τη σφήκα
Την κασετίνα σου την παιδική
Ή μεσ’ το δάσος το μυρτίλι
Που δεν το μάζεψες ποτέ

***

Τυφλίδα

Χάθηκα μεσ’ τον ουρανό…
Δεν ξέρω τι να κάνω;
Εκείνος που γνωρίζει
Απάντηση ας δώσει.
Πιο εύκολο όμως θα ‘ταν
Του Δάντη τους εννιά
Δίσκους αθλητικούς να σημάνει.

Στον ύπνο μου βλέπω τη ζωή
Μην με χωρίζετε απ’ αυτήν.
Ο θάνατος μαζί με χάδια πάει
Στα μάτια, στις κόρες και στ’ αυτιά
Η θλίψη της Φλωρεντίας θα χτυπάει.

Στο ουίσκι μην μου βάζετε
Δάφνη ηδύποτη να πιω –
Μόλις ο ήχος γαλανός σημάνει
Κάλλιο να ξεριζώσετε την καρδιά μου.

Και σαν πεθάνω, έχοντας
Τους ζωντανούς υπηρετήσει
Ας ακουστεί ψηλά, πλατιά, στον ουρανό,
Φίλε συνοδοιπόρε,
Στο στήθος μου το κάλεσμα του.

***

Ω, πώς θα ήθελα –
Δίχως κανείς να καταλάβει –
Ν’ ακολουθήσω την αχτίδα
Να πάω εκεί όπου δεν είμαι.

Εσύ να ακτινοβολείς –
Η ευτυχία μου θα ‘ναι
Στ’ άστρα να δείχνεις
Φως τι θα πει.

Σε ποθώ
Να ψιθυρίσω θέλω
Στην αχτίδα
Εσένα θέλω, σε ποθώ.

Εκείνος είναι μόνο αχτίδα
Εκείνος είναι μόνο φως
Να ψιθυρίζει ξέρει μόνο
και να ζεσταίνει με αυτό.

*Από το http://www.poema.gr
**Η πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: http://waxtablets.blogspot.com.au/2015/04/blog-post_5.html

a-a-a-4-osip-mandelstam-poems

Arthur Rimbaud, Ποιήματα από τις “Φωτοχυσίες”

cover

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Είδα αρκετά. Η οπτασία αντάμωσε με όλους τους ανέμους.
Είχα αρκετά. Βοές των πόλεων, το βράδυ και στον ήλιο, για πάντα.
Γνώρισα αρκετά. Τα σταματήματα της ζωής. – Ω Βοές και Οπτασίες.
Αναχώρηση μέσα στην τρυφερότητα και στον καινούργιο θόρυβο.

***

ΑΓΡΥΠΝΙΕΣ

Ι

Eίναι η ανάπαυση η φωτισμένη, ούτε πυρετός ούτε αδυναμία, πάνω στο κρεβάτι ή πάνω στο χωράφι.
Είναι ο φίλος ούτε φλογερός ούτε αδύναμος. Ο φίλος.
Είναι η αγαπημένη ούτε ενοχλητική ούτε ενοχλημένη. Η αγαπημένη.
Ο αέρας και ο κόσμος που καθόλου δεν τον ψάξαμε. Η ζωή.
– Ήταν λοιπόν αυτό;
– Και το όνειρο φρεσκάρισε.

***

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Οι άμαξες ασημένιες και χάλκινες –
Οι πλώρες ατσαλένιες κι ασημένιες –
Δέρνουν τον αφρό –
Ανασηκώνουν τα κούτσουρα απ’ τα βάτα.
Οι δρομείς του χερσότοπου,
Και τα απέραντα χνάρια της άμπωτης,
Τρέχουν κυκλικά προς τη δύση,
Προς τους στύλους του δάσους, –
Προς τις βάσεις του κυματοθραύστη,
Που η γωνιά του έχει χτυπηθεί από τους στροβίλους του φωτός.

*Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης.

Στρατής Παρέλης, Πλοιάριο…

995802_182635855423759_4921218709077042855_n

Πέλμα του ουρανού πάνω στην νυχτωμένη θάλασσα,
Κι ένα ιστιοφόρο που αγαπά να πλέει μες το φως
Της ελπίδας-
Σκαρφαλώνει τις μυστικές κλίμακες της σιωπής
Σκίζει η πλώρη του τις χαρτονένιες όψεις των κυμάτων-
Φτάνει στα σύνορα της χαοτικής θεωρίας
Καμία ποίηση δεν το φιλοξενεί
Πλέει και πλέει, μαραμένο σαν ένα λουλούδι που έμεινε απότιστο
Στον κήπο του ζοφερού πουθενά..

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγο του ποιητή στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com.au/2015/12/blog-post_28.html

Βάγια Κάλφα, Che fece il gran rifiuto

229053-253-1(1)-229053-639x326

γενναία τα ναι

θαυμάσια τα όχι 

πιστέψαμε

στις λύσεις

που δεν αφήνουν υπόλοιπο

όμως από τότε πέρασαν χρόνια 

ψύχραιμα πια σου αποδίδω 

σφάλμα μεθόδου

τυφλός από ελευθερία

παρέβλεψες το Χ

αυτό τον άγνωστο 

που λέγεται συνθήκη

τώρα

που στεκόμαι -πάλι- μπροστά

σε αυτή την εξίσωση

ου σε διαψεύδει

εύχομαι

να κάνω εγώ το λάθος

Roberto Garcia de Mesa, Τραγική αίσθηση

4

Όλοι φυλάμε με ζήλο την τραγική αίσθηση της ζωής,
όμως είναι το μυστικό μας.
Έτσι ώστε κανένας να μην πρέπει να ενημερωθεί.
Άμα σε υποψιαστούν είσαι χαμένος.
Πρώτα οι φίλοι σου θα σε εγκαταλείψουν, και, ύστερα, η οικογένειά σου.
Όλοι θα το κατανοήσουν, αλλά κανείς δε θα τολμήσει να το παραδεχτεί.
Και, φυσικά, θα σε αγγίξει η ευθύνη του να είσαι ορατός,
του να είσαι το εγερτήριο των επιθυμιών σου.
Οφείλεις να προστατευτείς.
Οφείλεις τις συγκινήσεις σου να φροντίσεις.
Οφείλεις να αγρυπνάς σε αυτόν που τα συναισθήματά σου δείχνεις.  
Όλοι γνωρίζουμε τη μελαγχολία, αλλά απαγορεύεται να την ασκούμε.
Είναι ένα ριψοκίνδυνο άθλημα.
Δεν πρέπει να το παρατηρήσουν να αφήσεις.
Εκείνοι και εκείνες, οι τέλειοι,
αυτοί που σε διαβάζουν,
αυτοί που ξέρουνε που πρέπει να σταθούν.
Μόνο να ξεγλιστρήσουνε επιθυμούν από αυτές τις ενοχλητικές του παρελθόντος αντηχήσεις,
άλλων ζωών όχι ζωηρών.
Έτσι προσπάθησε να πάψεις άμα δεν θέλεις να σε ξεσκεπάσουν.
Άμα το κάνουν, θα σου κλείσουν όλες τις πόρτες.
Θα νιώσεις πως ξεφεύγουν από σένα, αλλά εκείνοι θα σε δουν απ’ τις σκιές
κι απ’ τη συγκίνηση των λόγων σου θα φοβηθούν.
Μια εμπειρία μιαρή μ’ αυτούς θα ζήσουν στις νυχτερινές στιγμές.
Μία κρυφή ευχαρίστηση θα βρουν σ’ αυτές τις συγκινήσεις που ούτε που θα τολμήσουνε να εξομολογηθούν.
Ναι. Το ξέρουν.
Όλοι έχουν γνωρίσει την τραγική αίσθηση της ζωής σε κάποιο απόκρυφο μέρος των ψυχών τους.
Θα φτάσουνε να το σκεφτούν, αν και δεν το παραδέχονται.
Στις πιο προσωπικές στιγμές θα τρέμουνε από αγωνία,
αλλά επίσης θα χαμογελάσουνε στη θέα της γιγάντιας εικόνας του ίδιου τους του κυνισμού.

*Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, εκδόσεις vakxikon.gr σε μετάφραση Άτης Σολέρτη. Ο ποιητής διατηρεί ιστολόγιο στη διεύθυνση http://robertogarciademesa.blogspot.com/ από όπου προέρχονται και οι φωτογραφίες της ανάρτησης

Foto definitiva para el libro Cinco ensayos sobre poesía escénica 10 diciembre 2012

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

a3020

Λευκαίνοντας αενάως

Η μνήμη δεν καίγεται
δεν πυρπολείται.

Στις κόγχες της κουρνιάζουν αρχαία πουλιά
ακοίμητα
παθιασμένα

φυλάνε καλά τους θησαυρούς των δακρύων
μην τους ληστέψει ξένο μάτι
στοχάζονται
αναδύουν τοπία που βούλιαξαν
αναδασώνουν ό, τι έγινε στάχτη
μεταβάλλουν τη χόβολη σε πυρ

μας καλούν
δείχνουν το δρόμο
λευκαίνοντας αενάως το σκιάχτρο του μαύρου.

***

Άκου

I

Άκου το θρήνο μέσα στη γλώσσα
μέσα στη λέξη

στα κενά των ρυθμών.

II

Σσσς.

Άκου το χορτάρι που μεγαλώνει
το χορτάρι καθώς γκρεμίζεται.

Fernando Pessoa, Τρία ποιήματα

820f1dc6d54ea9d5c69dfe38cdd613ad

Μια μέρα με βροχή είναι ωραία όσο και μια μέρα με ήλιο.
κι οι δυό υπάρχουν, η καθεμιά όπως είναι.

***

Φόβος για το θάνατο;
θα ξυπνήσω με άλλο τρόπο,
μπορεί σώμα, μπορεί συνέχεια, μπορεί καινούργιος,
αλλά θα ξυπνήσω.
Αν ακόμη και τα μόρια δεν κοιμούνται, γιατί
πρέπει μόνο εγώ να κοιμάμαι;

***

Η νύχτα πέφτει, η ζέστη λιγοστεύει σιγά-σιγά.
Είμαι διαυγής σαν να μην είχα σκεφτεί ποτέ
σαν να ΄χα ρίζες, άμεση πρόσφυση στη γη,
κι όχι αυτή τη νόθα πρόσφυση μιας δευτερεύουσας
αίσθησης που λέγεται όραση,
την όραση που με κάνει να ξεχωρίζω από τα πράγματα
και να πλησιάζω τ’ αστέρια και τα πράγματα τα μακρινά –
σφάλλω: γιατί το μακρινό δεν είναι το πλησίον,
και το πλησιάζω είναι απατώμαι.

*Από την Ενότητα “Ασύνδετα ποιήματα” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2014. Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα. (σελ. 129, 135 και 147).

Marcel Proust, Δύο ποιήματα

foto-211

Σημείωμα στον Νικολά (1)

Απ’ τη στιγμή που συντηρείτε όλα ετούτα τα διάφορα χαρτιά
Υποχρεούμαι να σας γράψω έμμετρα
Εάν δεν αισθάνεστε εξαντλημένος
Εθνικιστή Νικολά
Δώστε μου σε είκοσι λεπτά
Έναν ωραίο καφέ με γάλα που αχνοβολά.

***

Στον Robert de Billy (2)

Το πνεύμα σου, χρυσάνθεμο θεϊκό,
Οδυνηρό με μεγαλοπρέπεια,
Μια μέρα θα μας ξαναπεί τα θέματα
Του πόνου της ομορφιάς

1. Nicolas Cottin. Ο θαλαμηπόλος του Proust
2. Robert de Billy. Γάλλος πρέσβης και διπλωμάτης, τον οποίο ο Proust τον αγαπούσε και τον δεχόταν στο σπίτι του αργά τη νύχτα. Τού άρεσε να συζητά μαζί του για πολιτική και διπλωματία.

*Από το βιβλίο “Μαρσέλ Προυστ – Ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2008. Μετάφραση: Ελένη Κόλλια (σελ. 67 και 81).

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

Κτιριολογία

Κάποιος ήθελε σπίτια από σάρκα και αίμα

εγώ προσωπικά τα προτιμώ από πέτρα

πεισματικά αντιστέκονται μ’ όλες τους τις ρωγμές

αξιοπρεπή μέχρι την ώρα του εκσκαφέα

Μα οι πλατείες πρέπει νάναι γεμάτες αίμα

υπόγλυκο, ανεξίτηλο, κι ακόμα

να σχεδιαστούν μέσα σε ανθρώπινα καλούπια –

καθώς σιγά σιγά γερνούν νάχουν τα χρόνια

του αγοριού που βλέπει με άλλα μάτια.

Παράδειγμα η πλατεία Ναυαρίνου, είναι καινούργια
παιδιά και σιντριβάνια παίζουν στα παρτέρια

σαν σκηνικό τη νύχτα της σφαγής

***

Τι μένει λοιπόν

Τι μένει λοιπόν μες στο πικρό μεσοκαλόκαιρο

μες στο μυχό ενός κόλπου ξαπλωμένος

και η θάλασσα ευτυχισμένη, αδιάφορη

δέντρα και βότσαλα και φύκια κι ο καινούργιος άνεμος

Και συ, φωνή ελπίδας, ταξιδιώτη που έρχεσαι

με τους ατμούς ενός μεσημεριού στα συνεργεία

φωνή που χρόνια έχτιζα, πεθαίνεις

***

Η κατεδάφιση

Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το σιδερένιο πλέγμα

κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δεν μίλησα

για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα θεμέλια

για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας

για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει

σ’ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια

παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκαλα

μες στα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας

λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη
πιο βρώμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα

***

Η άνοιξη τού θλιμμένου πρίγκιπα

Μπορώ και σ’ εξευτελίζω ακόμα, γείτονα

όταν γυρνάς αργά για το χαιρέτισμα

κοιτάζω κατά το νοτιά, μη βρέξει

Θα σε περιφρονώ αιώνια, λαχειοπώλη ή γκρουμ

βγάζω τα κέρματα, τα κρύβω μες στα δάχτυλα

νωχελικά τα κουδουνίζω μες στην τσέπη

Κι ακόμα εσένα κουρελιάρη στιλβωτή

για τρία δίδραχμα πέφτεις καλύτερα στα πόδια μου

και το μαλλί σου σφουγγίζει ωραία το βερνίκι
Ανάβω λάμπες μέσα στο δάκρυ του μεσημεριού

ω τσιμεντένιο φως της επόμενης άνοιξης

643915_scan549