Lionel Fogarty, Mad Souls / Τρελές ψυχές

Ο Lionel Fogarty με τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει έως τώρα

Ο Lionel Fogarty με τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει έως τώρα

I am a moody Murri
my temper as black as me.
I am a moody Murri
drink and smoke.
Sail me away to Africa.
Yes, I’m a moody Murri
I live to swear
and shit anywhere.
I am the moody Murri
don’t like Aussies
don’t like Asians.
You’d love to meet me.
I’ll tell you
go live where you come from.
I am the Murri black
here forever.
Sometimes can’t stand my own people
some sell off
some sell out.
I am the blackfella you need
in governments.
If I am asked about, pay the rent
I’ll give it a go mate.
I am the moody blue Murri.
Please don’t take offence
your own negative reply.
I am not mad
but glad.
Roots grown out
mingling with shining desire
free our dreams.
Yet you people miss what I am
and
I am the moody Murri
my temper as black as me.

Τρελές ψυχές

Είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri*
η οργή μου μαύρη όπως εγώ.
Είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri
πίνω και καπνίζω,
στείλε με μακριά στην Αφρική.
Ναι, είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri
ζω για να βλαστημώ
και να χέζω όπου βρω.
Είμαι ο μπουρινιασμένος Murri
δεν γουστάρω τους Αυστραλούς
δεν γουστάρω τους Ασιάτες.
Θα σ’ άρεσε να με συναντήσεις.
Θα σου ‘λεγα
γύρνα από κει που ‘ρθες.
Είμαι ο Murri μαύρος για πάντα εδώ.
Μερικές φορές δεν αντέχω ούτε τους δικούς μου
κάποιοι ξεπουλιούνται κάποιοι σε πουλάνε.
Είμαι ο μαύρος που χρειάζεσαι
στην κυβέρνηση.
Αν με ρωτήσουν σχετικά, πλήρωσε το νοίκι
και είμαι μέσα φίλε.
Είμαι ο μπουρινιασμένος μπλε Murri.
Κάνε μου τη χάρη, δεν προσβάλλεσαι
από την αρνητική σου απάντηση.
Δεν είμαι τρελός αλλά χαρούμενος.
Ρίζες ξεπετάγονται
Αναμιγνύονται με λαμπερές επιθυμίες
Ελευθερώνουν τα όνειρά μας
Κι όμως εσείς δεν καταλαβαίνετε ποιος είμαι
και
Είμαι ο μπουρινιασμένος Murri
Η οργή μου μαύρη όπως εγώ.

*Murri: αυτόχθονες που ζουν κυρίως στην περιοχή του Queensland.

**Μετάφραση: Jazra Khaleed

00P5170042-short31

Νικόλας Άσιμος, Κάλαντα

Καλήν ημέραν άρχοντες κι ανοίχτε τα στραβά σας
η ιστορία που θα πω θα μπει μες τα μυαλά σας
Όταν την έπινε ο Θεός την πίναν και οι αγγέλοι
την πίνανε και οι άνθρωποι και όλα γάλα μέλι
Ήταν παράδεισος η γης ολόγλυκα τραγούδια

ανθρώποι και πουλιά μαζί και τα αγγελούδια

Μα ένα διαολόφιδο αμάν κακό στη φύση
τους πρωτοπλάστους 
γέλασε και έκλεψε το χασίσι

Τότε ξενέρωσε ο Θεός και χαρμανιάσαν όλοι

οι ανθρώποι γίνανε κακοί και οι άγγελοι διαόλοι

Έγινε κόλαση η γης παντού, παντού φωτιές να καίνε

Και τώρα τα τραγούδια μας μόνο, μόνο για πόνο λένε

Καλήν σας μέρα άρχοντες και βάλτε στο μυαλό σας
αυτά
που σας τραγούδησα θε να βγουν σε καλό σας.

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Αριάδνη

Κωνσταντίνα-Κορρυβάντη-Μυθογονία

Ας πιούμε
στα μακρόσυρτα απογεύματα του Ντε Κίρικο.
Στους βόλους των παιδιών που μπλέκονται στα πόδια μας
καθώς ξεμακραίνουν λευκά και μαύρα πανιά
νοθεύοντας το απέραντο γαλάζιο.
Στην ουρά της γάτας και στο κουβάρι που διασκεδάζει την πλήξη της.
Στο ειδύλλιο που δεν εκτυλίσσεται στην πόρτα μου.
Σε κάθε περίπτωση ας πιούμε,
στην σφαιρική αντίληψη των πραγμάτων.
 
*Από την συλλογή “Μυθογονία“, εκδόσεις Μανδραγόρας.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Τὸ σκάκι

images (1)

Ἔλα νὰ παίξουμε…
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα…

*Από τα “Ποιήματα”, εκδ. Νεφέλη.

μπαλάντα του ανατέλλοντος πρωινού, η

φωτογραφία: niwse

φωτογραφία: niwse

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και όλοι μου οι εφιάλτες θα με κοιτούν ειρωνικά
θα σηκωθώ απ’ το κρεβάτι
και θα σφουγγαρίσω από το πάτωμα κάθε όνειρο με χλώριο
θα γεμίσω το νεροχύτη με φωσφορούχο νερό
και θα ρίξω μέσα όλες μου τις δεκαετίες
θα ανοίξω τις κουρτίνες για να μπει μέσα η αλήθεια
και θα σκουπίσω προσεχτικά από τα τζάμια την ουτοπία

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και θα βράσω γάλα με οινόπνευμα φωτιστικό για να πιω
μετά θα βγω έξω πυρκαγιά καιόμενη
και θα σταθώ με ευλάβεια δίπλα στης πόλης μου τις τράπεζες
ύστερα θα κολυμπήσω στα μπαζωμένα ποτάμια του άστεως
και έτσι βρεγμένη απ’ το τσιμέντο του πολιτισμού
θα βρω ένα πεζοδρόμιο που θα μυρίζει δακρυγόνο
και θα γελάσω με τους θανάτους που δεν πρόλαβαν να έρθουν

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και στη θέση των ματιών μου θα ‘χουνε φυτρώσει παπαρούνες
πάνω στο ψυγείο θα βρω σημειώματα πολύχρωμα
απ’ τους νεκρούς του αιγαίου − τα αδέρφια μου −
στης πόρτας το χαλάκι θα ‘χει φυτρώσει ένας τεράστιος λωτός
και γω λυγμώντας ίσως βγω στο δρόμο
ψάχνοντας με αγωνία σε κάδους πράσινους και μπλε
τις μνήμες που τεχνηέντως μου ‘σβησε ο πολιτισμός

ένα πρωί ίσως να μην ξυπνήσω όπως πάντα
ίσως εκείνο το πρωί να ‘χω ξυπνήσει νύχτα
να ‘χω ανάψει όλα τα καντήλια σε κάποιο κοντινό νεκροταφείο
ίσως και να ‘χω κλάψει πάνω στον ώμο της νεκρής ελευθερίας
στο χάραμα μπορεί να έχω φτάσει μέχρι των σκλάβων τη γαλέρα
πάνω στο ξύλο να ‘χω χαράξει στίχους από ωδές ποιητών αστών
ένα πρωί ίσως ο χρόνος σταματήσει να κυνηγάει την ουρά του
και αποφασίσει την οργή λαού να ακολουθήσει προς τα εμπρός

ίσως ξυπνώντας εκείνο το πρωί να καταφέρω
να ‘χω από αγάπη σκοτώσει όλα μου τα όνειρα
ίσως ακόμα ξυπνώντας εκείνο το πρωί να είμαι κομμάτι
αυτού του κόσμου που με τη βία θα αντικρίζει πια την αλλαγή του

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ: http://nullapoenasinelege.wordpress.com

φωτογραφία: niwse

Federico Garcia Lorca, Ψυχή απούσα

Χαρακτικό Α. Τάσσος

Χαρακτικό Α. Τάσσος

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος, ούτε η συκιά
Ούτε τ΄ άλογα, ούτε τα μυρμήγκια του σπιτιού σου.
Δε σε γνωρίζει το παιδί, ούτε το βράδυ,
Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.

Δε σε γνωρίζει η ράχη της πέτρας,
Ούτε το μαύρο τλάζι όπου λιώνεις.
Δε σε γνωρίζει η βουβή ανάμνησή σου
Γιατί έχεις πεθάνει γιά πάντα.

Το φθινόπωρο θα ΄ρθει με βούκινα,
Σταφύλι ομίχλης και συστάδα βουνών,
Μα κανείς δεν θα θελήσει να κοιτάξει τα μάτια σου
Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.

Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς της Γης,
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Σ’ ένα σωρό από σκυλιά σβυσμένα.

Δε σε γνωρίζει κανείς. Όχι.
Μα εγώ σε τραγουδώ.
Γι’ αυτούς που θά ‘ρθουν τραγουδώ την κατατομή σου και τη χάρη σου
Την ξακουστή ωριμότητα του στοχασμού σου,
Την όρεξη για θάνατο, τη γεύση απ΄ το στόμα του,
Τη θλίψη πού ‘χε η γενναια χαρά σου.

Θ’ αργήσει πολύ καιρό να γεννηθεί, αν γεννηθεί
Ένας Ανδαλουσιάνος τόσο γνήσιος, τόσο πλούσιος σε περιπέτεια.
Την αρχοντιά του τραγουδπώ με λόγια που στενάζουν
Και θυμάμαι μια θλιμμένη πνοή μέσα στα λιόδεντρα.

*Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος.

Wallace Steves, Τελευταίος μονόλογος τού εσωτερικού εραστή

BAKXES_2014

Φως — το πρώτο φως το βραδινό,
που ξαποσταίνουμε· και συλλογιόμαστε, με λίγο δίκιο,
πως είν’ ο κόσμος ο ιδεατός το πιο μεγάλο αγαθό.

Να, λοιπόν, το πιο δυνατό το ραντεβού.
Και, με τη σκέψη αυτή, φωλιάζουμε,
απ’ τις αδιαφορίες μακριά, σ’ ένα πράγμα μόνο:

Σ’ ένα μόνο πράγμα, σ’ ένα σάλι απλό,
τυλιγμένο γύρω μας, σφιχτά· δεν είμαστε φτωχοί; Μια τρυφερότητα,
ένα φως, μια δύναμη — θαυματουργή επιβολή.

Τώρ’ εδώ ο ένας τον άλλο λησμονάμε και λησμονιόμαστε.
Και αμυδρά συμμεριζόμαστε ένα σχέδιο, μια ολότητα,
μια γνώση, που έκλεισε για μας το ραντεβού.

Σ’ αυτή την πλευρά τής μεθορίου της, στο νου.
Μονολογούμε πως ένα πράγμα είναι ο θεός κι η φαντασία…
Πόσο ψηλά κι απόμακρα φωτίζει το σκοτάδι το πιο μακρινό κερί.

Δίπλα στο φως αυτό, στην κεντρική ψυχή,
βρίσκουμε απάγκειο στον βραδινό αέρα,
όπου να είμαστε μαζί μάς είναι αρκετό…

*Απόδοση: Γιώργος Χουλιάρας.

Ειρήνη Παραδεισανού, Ποιήματα

Φωτό: Μαρία Τσιράκου

Φωτό: Μαρία Τσιράκου

Μικρή Ινδιάνα
Ο άνεμος σε κράτησε βαθιά βαθιά στην εικόνα του παιδιού
κι εσύ με βία πάλευες να αποσχιστείς
από την όψη του
πες μου εσύ
μικρή μου ινδιάνα
εσύ που έπλεξες τα ξανθά σου χέρια στην πληγή μου
τόσο βαθιά
που δεν ένιωθα πια τίποτα στο βάθος
άναρχη μου εσύ φειδωλή σε κραυγές Ινδιάνα
με είχες τότε φιλήσει στο κέντρο του μετώπου
είχες συριστικά ακουμπήσει επάνω μου
τη δίψα σου
κι έρχεσαι τώρα
μονάχα στο πέπλο της νύχτας
σχίζεις στα δυο τη φωνή της σκέψης που σαλεύει στα κάλπικα λόγια μου
με καρφώνεις ξανά και ξανά με ασθματικά τραγούδια
τη γραμμή τη γραμμή ποιος θα σπάσει
την ευθεία που γράφει νυχτέρια στο χωμάτινο δείχτη
μικρή μου Ινδιάνα
μια κραυγή ο φθόγγος της γης κι εμείς κουρταλούμε παράφωνα.

***

Άτιτλο Ι

Ο άγνωστος φόβος
αυτό το φίδι που σέρνεται στην όψη σου
και τη σμιλεύει.
Οι ουρανοί ανοίξαν κείνο το απόγευμα. Έβρεξε για δέκα λεπτά με βία.
Τρέχαν ποτάμια οι δρόμοι. Τα μάτια του παιδιού είχαν ένα χρώμα
ανεξιχνίαστο. Στεκόταν στη βροχή πετρωμένο με τα χέρια κλαδάκια
σπασμένα στα πλευρά του. Στα μαλλιά του αναδεύονταν τα πουλιά. Και
κράταγε στα μάτια του σίδερο. Πνιγμένο κλάμα η φωνή του.

***

Άτιτλο ΙΙ
Ποιήματα σκάρτα σαλεύαν στα μάτια μου
απλώναν κλαδιά και με πνίγαν
κι εγώ χωμάτινο σκαρί στα δόντια άπλωνα
κοίταζα με τα φίδια της όψης μου όλους τους γύρω
ελάτε κοντά μου ανθρωπάκια να φτύσετε
αγγίξτε με πάλι με την φτηνή ρητορική σας
ουρλιάξτε στ’ αφτιά μου το άγονο δάκρυ σας
σας έχω ένα νέο
κανείς δε νοιάζεται αν ζείτε αν πεθάνατε
μικρά μου αθώα πεινασμένα για χάδια ανθρωπάκια
απλώστε τις αθώες σας μουσουδίτσες να τις φιλήσω
αχχχχχχχχχ
μην γελάτε
και
προπάντων
μην κολακεύεστε
είμαι κι εγώ σαν όλους τους άλλους ψεύτες που σας πλησίασαν
μονάχα που μιλώ
σα λύκος
κι εσείς
δεν ξέρετε καθόλου από παραμύθια
ειδικά απ’ αυτά που ο λύκος γίνεται πρόβατο στο τέλος σαρκοφάγο.
Ή μήπως ξέρετε;
Συγχωρήστε μου την έπαρση.
Είμαι κι εγώ ένας από σας.
Κι αν σας μιλώ με παραμύθια πεθαμένα
είναι που
θα ‘θελα τόσο ν’ ανασταίνονταν τα κοιμισμένα δέντρα
να φύτευαν ξανά καρπούς στη γη μας
και τα νεκρά παιδιά
να μου άπλωναν το χέρι
να πέταγαν τα διαμάντια του γέλιου τους στα κουρασμένα αφτιά του Θεού
που αποκοιμήθηκε μακάριος
να ‘βλεπα τα γιγάντια χέρια του να σύναζαν τα σύννεφα πάνω από την όψη μου
και να ‘βρεχε ανήλεα στα θλιμμένα στάχυα των χεριών μου
να τ’ άπλωνα μετά για να στεγνώσουν στο χωράφι του ήλιου
ωωωωωωωω
πόσο καιρό μαστίγωνα τα λόγια αυτά να μη βγουν από το βλάσφημο στόμα μου
μα
τα μηλίγγια μου με εκδικούνται σήμερα
Και
εξαπέλυσαν ριπές
το φλύαρο στόμφο τους.

*Η Ειρήνη Παραδεισανού έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ρητορική ένδεια (εκδόσεις Vakxikon.gr 2013). Zει κι εργάζεται στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Georg Trakl, Εκ βαθέων

Trakl+Portrait

Είναι ένας αγρός θερισμένος, που πάνω του πέφτει μια μαύρη
βροχή.
Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό.
Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!

Στο κτήμα μπροστά
η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα.
Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως
κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.

Στον γυρισμό
βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο
το γλυκό σώμα στην βάτο.

Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά.
Τη σιωπή του Θεού
την ήπια από την πηγή του δάσους.

Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά.
Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια πεδιάδα,
παγιδευμένος απ’ τα συντρίμμια και τη σκόνη των άστρων.
Στις αγριοφουντουκιές
κρυστάλλινοι άγγελοι ήχησαν πάλι.

*Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

Lucifugo, a diavolo in corpo, Μέρες Γιορτής

e26f4-25ce25be25ce25b725cf258125ce25b125cf258325ce25af25ce25b1

Ένας αλλοπαρμένος

Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος

Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω

Όσο κι αν προσπαθώ

Με γυμνές φλόγες να τον κάψω

Με μαρμαρώνει ανικανοποίητο

Στις πηγές του να πίνω και να μην ξεδιψώ
Να συνεχίζω περίτρανα
να τον πολεμώ
Και να μετατρέπομαι σε φύλακα δικό του

Ένας αλλοπαρμένος

Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος

Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω

Έχω μάθει από παιδί να τον αναγνωρίζω
Με το σώμα μου που ερημώνει

Μέσα στις φιλοτεχνημένες οάσεις του

Στα ηδονισμένα πρόσωπα που ξεφτίζουν
Μόλις πας τρεκλίζοντας να τ’ ακουμπήσεις

Ένας αλλοπαρμένος

Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος

Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω

Θα με αναγνωρίσετε φίλοι μου και οχτροί μου;
Φωτογραφίζουμε μαγεμένοι τα ηλιοβασιλέματα στη μαύρη αγκαλιά του
Φτιάχνουμε με προσοχή υπέροχα ψηφιδωτά
στη δικιά του κινούμενη άμμο
Φιλιόμαστε παθιασμένα στα χρυσαφένια δειλινά που σκεπάζουν

Τις επιθανάτιες κραυγές και τους κουφούς πόνους
Και γινόμαστε εδώ και τώρα

Τα δικά του σκόρπια αγάλματα που απ’ το ξημέρωμα ψάχνουν και ψάχνουν
Με λαξευμένη τη θλίψη και το χαμόγελό τους

Χώρο και χρόνο για να στοιβάζονται τα σμπαράλια τους

Για να ανατέλλει και να γεννάται αιώνια

Ο αλλοπαρμένος μας κόσμος