ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ διαβαίνουν,
στο πέρασμα του χρόνου
ο αέρας αιώνιος γδέρνει τα πρόσωπά τους
με σημάδια για έναν άλλον κόσμο.
Μειοψηφίες τα παιδιά
μες τη δαιδαλώδη συσκότιση της έγκριτης πλειοψηφίας,
φέρνουν μηνύματα ελπίδας
για να ποτίσουν της ελευθερίας το νέο λυγερό δέντρο.
***
Ανατολικά
ΞΗΜΕΡΩΜΑ,
η νύχτα φεύγει,
μαζί ένα ένα τα άστρα της.
Ο ήλιος ανατέλλει.
Ο απέραντος γαλάζιος μανδύας σε ουρανό και θάλασσα
ντύνει το καφεπράσινο νησί του Αιγαίου.
Ο Αίολος παρών, απαγορευτικός για το πλοίο της γραμμής.
Οι ταξιδιώτες δε θα ‘ρθουν σήμερα.
Μπορεί όμως να έρθει η θεά Άρτεμις
να ψάχνει τ’ απομεινάρια του ναού της
και εμείς εδώ να φαντάζουμε τόσο καθημερινοί.
***
Ο Καθρέφτης
ΑΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ της ψυχής σου
και ιδείς παραμορφωμένα ή πλανεμένα είδωλα του εαυτού
σου, μην τρομάξεις.
Είναι κομμάτια του παρελθόντος χρόνου
σε διαδρομές άγνωστων τοπίων.
*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2004.
τα πράσινα μάτια είναι τα κακά
το άκουσα από κάποιους που τους μάτιασαν
τα γαλανά τα όμορφα
τα καστανά τ’ αδιάφορα
τα μαύρα των σπανίων.
ήταν πιο εύκολο το μάθημα
βάζοντας ταμπέλες
-προς καλή συνεννόηση-
το μαύρο δέρμα είναι το κακό
το κίτρινο το βρώμικο
το καφέ το επικίνδυνο
το λευκό το αγνό.
τόσο το πιστέψανε
που τώρα βγαίνει κόσμος σε παζάρια
και πουλάει λευκό δέρμα
-πολύ ακριβά-
πουλάει το δέρμα του
-πολύ ακριβά-
και μετανάστες
φτιαγμένοι από χρώμα κάπως νυχτερινό
δουλεύουνε οι άτυχοι πρωί
μέσα στη χώρα της αγνότητας
μια ολόκληρη ζωή
μαύροι
για πενταροδεκάρες
στοιβαγμένοι σε υπόγεια
με τρυπημένη αξιοπρέπεια
στην τρύπια στέγη του παντελονιού
όλα για ν’ αγοράσουν
έστω στο τέλος της ζωής
των αγνά γεννημένων το δέρμα.
*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”, εκδόσεις προςποίηση.
Όταν επέλεξα να ζήσω, ήταν πολύ αργά.
Τώρα, από ποιον τα ρέστα να ζητήσω;
***
W/m2
Απόψε φυσάει
Άλλος ένας περνά το κατώφλι
Απόψε οι ψιχάλες
Έχουν ποτίσει τη γη.
Το αύριο παραμένει μια υπόθεση.
Απόψε οι δρόμοι παγώνουν
Κανείς δε γυρνάει
Οι άνθρωποι περνούν βιαστικοί.
Το αύριο παραμένει απλά μια υπόθεση.
***
2CV
Κάπου είκοσι χρόνια πίσω
Βρίσκεται η Ρίτα!
Κάπου είκοσι χρόνια πίσω
Η Ρίτα περιμένει σιωπηλή.
Έχει ετοιμάσει από τότε
Τα μπαγκάζια
Να φύγουμε εκδρομή.
Κοίτα που το είχα πια ξεχάσει…
κι ας είχα δώσει λόγο
Κι ας το είχα υποσχεθεί.
*Από τη συλλογή “Iχθύων Λόγος”, Εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011 (σελ. 44, 54, 59 και 61).
ΑΓΑΠΗ έρημο ακρογιάλι.
Πορφυρό σούρουπο.
Πράσινη θάλασα.
Κύματα. Άμμος.
μαύρο αναδύθηκε
το κεφάλι σου,
άσπρο χαμόγελο
κρατώντας στα δόντια.
7
ΝΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΩ τα βέλη μου σε σένα,
όπως κατευθύνει τα κύματα ο αγέρας.
Μελτεμάκι του Καλοκαιριού,
που σ’ εκνευρίζει, και σε στεναχωρεί,’
γιατι σού στερεί το μεροκάματο,
κορίτσι του παραλιακού ουζερί,
ταμία της καρδιάς μου.
22
ΟΣΟ ΛΙΓΟΣΤΕΥΕΙ η ποίηση, άλλο τόσο
πληθαίνουν οι ποιητές της.
Όσο πιο δύσκολη γίνεται η αγάπη
τόσο περισσότερο εύκολα αναδεικνύονται
οι αγαπητικοί,
οι κατ’ επαγγελμα εραστές
κι ερωτευμένοι.
38
Η ΝΗΣΟΣ Χίος ως
παρωνυχίδα εισφρύει
κι επανέρχεται.
Με απομακρύνει ο κνησμός,
αρχαίος χρησμός
και παροξύνομαι.
Πρέπει ν’ απομακρύνθηκα πολύ.
Να φανταστείς,
πως εδώ που βρίσκομαι,
τη θάλασσα τη λένε Ιόνιο.
*Από τη συλλογή “Νήσος Χίος”, εκδ. Πλανόδιον, 2001 (σελ. 9, 15, 30 και 46).
Η μοναξιά στην αλλοδαπή
πληρώνεται με ψύχος φτιαγμένο από φαντάσματα.
που τα ξυπνάς τις νύχτες για να συνομιλήσεις.
Τέτοια ανάγκη εξομολόγησης.
Η δική σου μυθολογία δεν της φτάνει,
σε πασαλείβει με δικά της παραμύθια, σου παίρνει λόγια.
Σε παρακολουθεί.
Ξέρει πόσα ml βροχής πέφτουνε ανά τετραγωνικό μέτρο
στη ζωή σου
και οι πληροφορίες διαδίδονται διά στόματος πουλιών
που κράζουν,
Σε ξένες στέγες, σε ξένη γλώσσα.
***
Εμένα ο χρόνος
με μάχεται εσωτερικά,
τρέχει στα στενά μου μαχαίρια,
με εκπλήσσει με κάνα ποίημα που ανατέλλει.
Το μέλλον κρέμεται σαν νεαρός Χριστός
στους άξονες της λύπης του.
Δεν έμαθε, δεν είδε;
Ωστόσο η Άνοιξη κρυφοκοιτάζει για να μπει.
Ελπίζει σ’ ένα τρυφερό κάλεσμα.
Σκυφτός εσύ και δίπλα το τοπίο να ψηλώνει.
*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 43 και 43).
Πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια! Ο χρόνος κυλάει αμείλικτος.
Το 2011, σαν σήμερα, έγραφα αυτό:
Αργύρης Χιόνης (1943-2011)
Φεύγοντας το ξορκισμένο 2011 παίρνει μαζί του, μεταξύ άλλων, τον λαμπρό ποιητή και μεταφραστή Αργύρη Χιόνη, που πέθανε αιφνίδια χτες.
Γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Έζησε είκοσι χρόνια σε πόλεις της βόρειας Ευρώπης (Άμστερνταμ, Βρυξέλλες), δουλεύοντας την περίοδο 1982-1992 ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι που τα εγκατέλειψε όλα για χάρη της ποίησης και της γεωργίας και εγκαταστάθηκε στο Θροφαρί Κορινθίας.
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1966, με την ποιητική συλλογή Απόπειρες φωτός (εκδ. Δωδεκάτη Ώρα). Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία: Σχήματα απουσίας (Αρίων, 1973, αγγλική και ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. Tor/Amsterdam, 1971), Μεταμορφώσεις (Μπουκουμάνης, 1974, ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. De Beuk/Amsterdam, 1976, μαζί με ποιήματα από τη συλλογή Τύποι ήλων), Τύποι ήλων (Εγνατία-Τραμ, 1978), Λεκτικά τοπία (Καστανιώτης, 1983),Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη (Υάκινθος, 1986), Εσωτικά τοπία (Νεφέλη, 1991, 1η ανατύπωση 1999), Ο ακίνητος δρομέας (Νεφέλη, 1996, 1η ανατύπωση 2000), Ιδεογράμματα (Τα τραμάκια, 1997), Τότε που η σιωπή τραγούδησε (Νεφέλη, 2000), Στο υπόγειο (Νεφέλη, 2004),Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (Γαβριηλίδης, 2010).
Το 2006 κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των δέκα πρώτων ποιητικών του συλλογών, με τίτλο Η φωνή της σιωπής: ποιήματα 1966-2000 (Νεφέλη). Μετά το 1981 ασχολήθηκε παράλληλα, με την πεζογραφία, με αφηγήματα για μεγάλους, παιδιά και νέους, όπως Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (Αιγόκερως, 1981), Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς(Πατάκης, 1995), Τρία μαγικά παραμύθια (Πατάκης, 1998), Όντα και μη όντα (Γαβριηλίδης, 2006), Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (Κίχλη, 2008, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2009, εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου),
Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση, μεταφράζοντας έργα των Οκτάβιο Πας (Ποιήματα, 1981), Ράσελ Έντσον (Όταν το ταβάνι κλαίει, 1986), Τζέιν Όστεν (Περηφάνια και προκατάληψη, 1997), Ρομπέρτο Γιάρος (Κατακόρυφη ποίηση, 1997) και Ανρί Μισώ (Με το αγκίστρι στην καρδιά: Μια επιλογή από το έργο του, 2003).
Υ.Γ. (2015)
Στο τεύχος αριθ. 97 [2012] του “Εντευκτηρίου” δημοσιεύτηκαν οι «Σελίδες για τον Αργύρη Χιόνη», με ανέκδοτα κείμενά του και συνεργασίες της Ζυράννας Ζατέλη, του Δημήτρη Νόλλα, των Γιαν Χένρικ Σβαν & Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, του Αλέξη Ζήρα, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Σταύρου Ζαφειρίου, της Μαρίας Στασινοπούλου, του Σωτήρη Γάκου.
Στις αρχές του 2016, θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Κίχλη ένα βιβλίο με ανέκδοτα κείμενά του, υπό τον τίτλο “Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες” [το ομότιτλο πεζογράφημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο Εντευκτήριο.]
Στο βίντεο ο Αργύρης Χιόνης (1943-2011) απαγγέλει τα ποιήματα που απαρτίζουν την ενότητα «Οι Εκδοχές του Τέλους» από το (τελευταίο) βιβλίο του με τίτλο Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010).
They came in to the little town
A semi-naked band subdued and silent
All that remained of their tribe
They came here to the place of their old bora ground
Where now the many white men hurry about like ants.
Notice of the estate agents reads: “Rubbish May Be Tipped Here”.
Now it half covers the traces of the old bora ring.
”We are as strangers here now, but the white tribe are the strangers”.
We belong here, we are of the old ways.
We are the corroboree * and the bora ground,
We are the old ceremonies, the laws of the elders.
We are the wonder tales of Dream Time, ** the tribal legends told.
We are the past, the hunts and the laughing games, the wandering camp fires.
We are the lightening bolt over Gamhenbah Hill
Quick and terrible,
And the Thunderer after him, that loud fellow.
We are the quiet daybreak paling the dark lagoon.
We are the shadow-ghosts creeping back as the camp fires burn low.
We are nature and the past, old the old ways.
Gone now and scattered.
The scrubs are gone, the hunting and the laughter.
The eagle is gone, the emu and the kangaroo are gone from this place.
The bora ring is gone.
The corroboree is gone.
And we are going.
ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ
Μπήκανε στη μικρή πόλη
Μια μπάντα ημίγυμνη, υποτελής και σιωπηλή
Απομεινάρι της φυλής τους
Ήρθαν εδώ, στον αρχαίο ιερό τόπο της μλυησης
Που τώρα πολλοί λευκοί σαν τα μυρμήγκια κατακλύζουν.
“Ρίψη Σκουπιδιών Εδώ”, η πινακίδα του κτηματομεσιτικού γραφείου.
Μισοκαλύπτει πια τα ίχνη του αρχαίου ιερού κύκλου.
“Είμαστε σαν ξένοι πια εδώ, κι όμως η λευκή φυλή είναι η ξένη”.
Εμείς ανήκουμε εδώ, εμείς της παράδοσης.
Είμαστε το corroboree κι ο ιερός τόπος της μύησης,
Είμαστε οι αρχαίες τελετές, οι νόμοι των γηραιών.
Είμαστε τα παραμύθια του Dream Time, οι προφορικοί μύθοι της φυλής.
Είμαστε το παρελθόν, τα κυνήγια και τα χαρούμενα παιχνίδια, οι νομαδικές
φωτιές στους καταυλισμούς.
Είμαστε η αστραπή πάνω από τον λόφο του Gamhenbah
Γρήγορη και φοβερή.
Και ο Κεραυνός που την ακολουθεί, αυτός ο εκκωφαντικός σύντροφος.
Είμαστε το ήσυχο χάραμα που χλομιάζει τη σκοτεινή λιμνοθάλασσα.
Είμαστε οι σκιές των φαντασμάτων που επιστρέφουν στα κλεφτά καθώς οι
φωτιές στον καταυλισμό σβήνουν.
Είμαστε η φύση και το παρελθόν, η παράδοση όλη.
Χαμένα πια όλα και διασπαρμένα.
Οι λόγγοι χάθηκαν, το κυνήγι και το γέλιο.
Ο αετός χάθηκε, η στρουθοκάμηλος και το καγουρό χαθήκανε απ’ αυτή τη γη.
Ο ιερός κύκλος χάθηκε.
To corroboree χάθηκε.
Κι εμείς χανόμαστε.
*Corroboree: Τελετές των ιθαγενών με χορό και τραγούδι. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες και προέρχεται από την ιθαγενική λέξη caribberie.
**Dream Time: Ονειροχρόνος. Κεντρική έννοια του πολιτισμού και της κουλτούρας των Αβοριγίνων. Αναφέρεται στην αέναη Δημιουργία αλλά η ερμηνεία της διαφοροποιείται απο φυλή σε φυλή.
#Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου. Από το ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010.
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με την κορνίζα μόνο
Ενός καθρέφτη
Απογυμνωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος