Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα ποιήματα

Σύνθεση: Jackson Pollock

Σύνθεση: Jackson Pollock

Αρχή

Η ζωή μου ξεκινάει πάλι.
Η αρχή είναι σαν το μαχαίρι
που κόβω το παρελθόν.

***

Νησί

Το νησί εκείνο στέκει μόνο
στην θάλασσα. Όπως και εγώ
ανάμεσα στους συνανθρώπους μου.

***

Θέληση

Η θέλησή μου είναι σφαίρα. Η
πράξη μου θα γίνει πιστόλι να
σκοτώσω τους φόβους μου.

***

Χέρια

Ευλογημένα τα χέρια που
ποτίζουν τη γη. Καρποί
θα φυτρώσουν με κόπο.

*Από το βιβλίο “Μέχρι την λύτρωση”, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2015.

Μάρθα Μυλωνά, Δέσμιοι

photo

Ταξιδεύοντας την Ελλάδα του 2010

Οι φύλακες πολλών ειδών,
με κλειδιά διαφόρων σχημάτων
ποικίλων ήχων,
κρούσματα συνηθισμένα ή ασυνήθιστα,
φωνές γνώριμες, θεσπέσιες, φιλικές,
αλαζονικές ή εκφοβιστικές,
και πάνω στο πλαδαρό μας μυαλό
κατοχυρώνονται, πλάθουν
και αναπλάθουν τις αφηγήσεις μας
διεκδικούνε το είναι μας
κάνουν συνδέσεις και επανασυνδέσεις
στα νευρόνια του νου
κι εμείς άβουλοι και βολεμένοι
αφημένοι στην ευνοιοκρατία
που καλλιεργήσαμε σε τέχνη,
στην έλλειψη πραγματικής φωνής αφημένοι
φωνή που κατοχυρώσαμε παρά μόνο στο
ρητορεύειν, στη θεατρική διαμάχη και κάθαρση
στη φιλαρέσκεια και διαμέλιση
στην εξαφάνιση του είδους πορευόμαστε ταχέως
με αβρότητα πάντως και συναυλίες
γιατί μόνο εκεί κάπου
σε κάποιο τραγούδι, όλοι, βρισκόματε
μ’ όλες τις ψευδαισθήσεις,
Σίσυφοι,
θύτες και θύματα
δέσμιοι πάντα.

Αθήνα 2010

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

log_ektos_eaftou

ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟ

Μεγάλα λόγια σαν σπάσιμο γυαλιού ξεθύμαναν στις πλατείες
Κατάφωρη παραβίαση των κανόνων δόμησης του ήλιου
Πλεκτάνη η αγάπη σου με θραύσματα χιονιού
Ανέκοψε τη σταθερή πορεία μου προς τον ουρανό.
Η νύχτα πια έχει το σχήμα του χταποδιού
Που εκτοξεύει μελάνι και βιτριόλι στα μάτια.

Ακούμπησα σε μια σκιά, παρά πόδα κρατώντας τη θλίψη
Αγκάλιασα το θάνατο καθώς επέστρεφε απ’ τη συναγωγή
Το όπλο εκπυρσοκρότησε και μοναξιές γέμισε το δωμάτιο
Δεν ήταν όλες δικές μου – κι η άνοιξη είχε συμμετοχή.

Αράδιασα στο τραπέζι απαρχαιωμένες μνήμες
Έκανα τόπο να περάσει το άρμα της τύψης
Υποχρέωσα το παρελθόν να οριοθετήσει το άπειρο
Που κρύβεσαι τους χειμωνιάτικους μήνες.

Έξω απ’ το παράθυρο το μέλλον έπαιζε φυσαρμόνικα
Μετρώντας από τώρα τους δικούς του νεκρούς.

***

ΘΝΗΤΟΣ

Κι αν ακόμη μιλώ σε τυφλούς
Δεν ακούω πια τα χρώματα
Αγγίζω τη σκληρότητα του ανέμου
Γεύομαι μπαγιάτικες μυρωδιές
Κι αναπνέω μόνο πικρές σκέψεις.

Παρά ταύτα
Έχω δικαίωμα να πεθάνω ελεύθερος
Μη μου στερήσετε αυτή την τιμή
Θέλω ν’ αφήσω διαθήκη ένα χαμόγελο
Κι ένα σκύλο ν’ ακολουθεί την κηδεία μου
Μια κρύα μέρα με πολλά σύννεφα.

Αν θεωρήσετε ότι δε σας έβλαψα
Δώστε μου μια δεύτερη ζωή
Εγώ πάντα ο ίδιος θα είμαι
Την οροφή του κόσμου
Θα συντρίβω μεσάνυχτα
Και μετά θα πηγαίνω για ύπνο
Κάνοντας τον ανήξερο
Και ρίχνοντας το φταίξιμο
Στα τραύματα της παιδικής ηλικίας.

Άλλωστε
Πολλές γυναίκες με ακολούθησαν
Λίγες με αγάπησαν
Και μόνο μία
Πρόφερε σωστά τ’ όνομά μου.

Καλές οι κραιπάλες
Καλύτερες οι μοναξιές
Μα τίποτα δε θα με σώσει
Απ’ τα δόντια του χρόνου.
Μαζί θα κοιμόμαστε
Μαζί θα ξενυχτάμε
Αλλά στο τέλος
Αυτός θα κλείσει πρώτος το φως.

Πρέπει να φύγω τώρα
Να προλάβω να σώσω τη θάλασσα απ’ τη φωτιά
Γιατί δε θα υπάρχει πια καιρός να μετανοήσω
Αφού στις δώδεκα θα ξαναγίνω θνητός.

*Από τη νέα συλλογή του Γιώργου Γκανέλη “Εκτός Εαυτού”, Εκδόισεις “Στοχαστής”.

Γιώργος Λίλλης, Δύο ποιήματα

nik010384

ΕΡΕΙΠΙΑ

Σιγουρεύω τα βήματα

Ο δρόμος έχει γεμίσει χορτάρια
και οι πέτρες δείχνουν στο βάθος
το ξεχασμένο χωριό.
Γέρικες ελιές προσφέρουν τη σκιά τους
στο καμένο ξωκλήσι.

Ο κόσμος, σκέφτομαι, δεν μας ανήκει.
του ανήκουμε.

***

ΜΕΘΟΡΙΟΣ

Τον περισσότερο καιρό μοιάζουμε
πάνοπλοι σκοπευτές σε παραμεθόρια φυλάκια.
Έτοιμοι να χτυπήσουμε έναν ανύπαρκτο εχθρό.
Περιμένοντας ένα νεύμα, μια φωνή
κάτι που να μας δείξει τέλος πάντων ότι εξυπηρετεί
η παρουσία μας εδώ.
Χρόνια τώρα, κι ας είναι τα καράβια που μας φέραν
καταστρεμμένα και οι σημαίες μας τρύπιες.

Δεν γίνεται τίποτα εδώ. Μονάχα η κίνηση του ήλιου
κάθε πρωί
και η κοίμησή του το δείλι, το φεγγάρι, τ’ αστέρια.
Πολλοί δεν άντεξαν. Φύγαν. Δεν γύρισαν.
Υπάρχουν κι άλλοι που τα είδαν όλα
και τώρα στη λήθη αναπαύονται
κι άλλοι που δεν είδαν τίποτα κι ακόμα προσμένουν
κι άλλοι που είδαν και κάναν πως δεν είδαν.

Εμείς οι υπόλοιποι, τι να κάναμε; πήραμε
τα σκουριασμένα μας όπλα και σημαδέψαμε.
Εξ άλλου αυτό δεν ήταν το χρέος μας;

*Από τη συλλογή “Το Δέρμα της Νύχτας”, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1999.

ceb3cebb-3-70

Nicanor Parra, Τα βίτσια του σύγχρονου κόσμου

parra005

Οι σύγχρονοι εγκληματίες
Έχουν άδεια να συγκεντρώνονται καθημερινά στα πάρκα και στους κήπους.
Εφοδιασμένοι με δυνατά κυάλια και ρολόγια της τσέπης
Ληστεύουν τα περίπτερα με την εύνοια του θανάτου
Και στήνουν τα εργαστήρια τους στους ανθισμένους ροδόκηπους.
Από κει κατασκοπεύουν πλανόδιους φωτογράφους και ζητιάνους
Προτείνοντας να χτίσουν ένα μικρό ναό στη δυστυχία
Κι αν τους δοθεί η ευκαιρία στριμώχνουν κάποιο δυστυχισμένο λούστρο.
Η αστυνομία τρομοκρατημένη φεύγει μπροστά σ’ αυτά τα τέρατα.
Κατά το κέντρο της πόλης
Όπου εκδηλώνονται οι μεγάλες πυρκαγιές στο τέλος του χρόνου
Κι ένας ανδρείος κουκουλοφόρος ληστεύει δυο αδελφές του ελέους
Οι διαφθορές του σύγχρονου κόσμου:
Το αυτοκίνητο κι ο κινηματογράφος,
Οι φυλετικές διακρίσεις,
Η εξολόθρευση των ερυθροδέρμων,
Τα μεγάλα χρηματιστικά παιχνίδια,
Η καταστροφή των γερόντων,
Το εμπόριο λευκής σαρκός από διεθνείς σοδομίτες,
Η αυτοδιαφήμιση κι η λαιμαργία
Οι πολυτελείς κηδείες
Οι προσωπικοί φίλοι της «εξοχότητάς του»
Η εξύψωση του φολκλόρ σε κατηγορία ιδανικού,
Η κατάχρηση των ναρκωτικών και της φιλοσοφίας.
Το μαλθάκωμα αυτών που ευνοεί η τύχη,
Ο αυτοερωτισμός και οι σεξουαλικές ανωμαλίες,
Η εξύψωση του ονειρικού και του υποσυνείδητου επί ζημία του κοινού νου,
Η υπερβολική εμπιστοσύνη σε ορούς και εμβολιασμούς,
Η θεοποίηση του φαλλού,
Η διεθνής πολιτική σηκωμένων ποδιών του αντιδραστικού τύπου,
Η άκριτη δίψα για μεγαλεία και δύναμη,
Ο χρυσοθηρισμός,
Ο μοιραίος χορός των δολαρίων,
Ο καιροσκοπισμός και οι εκτρώσεις,
Η καταστροφή των ειδώλων,
Η υπερβολική διάδοση της δίαιτας και της παιδαγωγικής ψυχολογίας,
Το βίτσιο του χορού, του τσιγάρου και του τζόγου
Τα ίχνη αίματος που συνήθως βρίσκονται στα σεντόνια των νεόνυμφων,
Η τρέλα με τη θάλασσα,
Η αγοραφοβία και η κελιστοφοβία,
Η αποσύνθεση του ατόμου,
Η ματωμένη φιλοπαιγμοσύνη της θεωρίας της σχετικότητας
Το ντελίριο της επιστροφής στην κοιλιά της μάνας,
Η λατρεία του εξωτικού,
Τα αεροπορικά δυστυχήματα,
Οι εμπρησμοί, οι μαζικές εκκαθαρίσεις, η αφαίρεση των διαβατηρίων,
Όλ’ αυτά γιατί έτσι,
Γιατί προξενούν ίλιγγο
Η ερμηνεία των ονείρων
Και η διάδοση της ραδιομανίας.
Καθώς αποδεικνύεται,
Ο σύγχρονος κόσμος αποτελείται από πλαστικά λουλούδια,
που μεγαλώνουν σε κάτι γυάλινες καμπάνες που μοιάζουν με θάνατο,
Είναι καμωμένος από αστέρια του κινηματογράφου,
Κι από ματωμένους πυγμάχους που αγωνίζονται κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο
Αποτελείται από ανθρώπους-αηδόνια που ελέγχουν την οικονομία των χωρών
Μέσα από μηχανισμούς που ερμηνεύονται εύκολα,
Αυτοί ντύνονται γενικά στα μαύρα, όπως οι προπομποί του φθινοπώρου
Και τρέφονται με ρίζες άγριων φυτών.
Στο μεταξύ, οι σοφοί που τους φάγαν τα ποντίκια
Σαπίζουν στα υπόγεια τω νκαθεδρικών ναών,
Κι οι ευγενικές ψυχές υπόκεινται σε άγριους διωγμούς απ’ την αστυνομία
Ο σύγχρονος κόσμος είναι ένας πελώριος οχετός:
Τα εστιατόρια πολυτελείας είναι επανδρωμένα με πεπτικά πτώματα
Και πουλιά που πετάνε επικίνδυνα σε χαμηλό ύψος.
Αλλά όχι μόνο αυτά: Τα νοσοκομεία είναι γεμάτα απατεώνες,
Κι ας μην αναφέρω τους κληρονόμους του πνεύματος που εγκαθιδρύουν
Τις αποικίες τους στον κώλο των άρτι εγχειρισθέντων.
Οι σύγχρονοι βιομήχανοι υποφέρουν συχνά από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα,
Πλάι στις πλεκτικές μηχανές αρρωσταίνουν συνήθως από τρομερή υπνηλία
Που μακροχρόνια τους μεταβάλλει σε ένα είδος αγγέλων.
Αρνούνται την ύπαρξη του φυσικού κόσμου
Κι επαίρονται πως είναι φτωχά τέκνα του θανάτου.
Ωστόσο, ο κόσμος ήταν πάντα έτσι.
Η αλήθεια, όπως η ομορφιά δε φτιάνεται ούτε χάνεται
Κι η ποίηση κατοικεί στα πράγματα ή αποτελεί απλά καθρεφτισμό του πνεύματος. Αναγνωρίζω πως ένας καλά οργανωμένος σεισμός σε δευτερόλεπτα
Μπορεί να εξαφανίσει μια πολιτεία με πλούσια παράδοση
Και πως ένας περιορισμένος αεροπορικός βομβαρδισμός
Γκρεμίζει δέντρα, θρόνους, άλογα, μουσική.
Αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά,
Ενώ η πιο διάσημη χορεύτρια του κόσμου
Πεθαίνει πάμφτωχη κι εγκαταλειμμένη σ’ ένα μικρό χωριό της Ν. Γαλλίας
Η Άνοιξη επιστρέφει στον άνθρωπο ένα μέρος από τα εξαφανισμένα λουλούδια.
Εγώ προτείνω να προσπαθήσουμε να είμαστε ευτυχείς, γλείφοντας
Το φτωχό ανθρώπινο παΐδι
Ας ρ ου ψήξουμε απ’ αυτό τον ανανεωτικό χυμό,
Ο καθένας με το δικό του τρόπο.
Ας αρπαχτούμε απ’ αυτό το θείο υπόλειμμα!
Λαχανιασμένοι και τρέμοντας
Ας βυζάξουμε αυτά τα χείλη που μας ξετρελαίνουν
Οι κύβοι έχουν ριφθεί.
Ας αναπνεύσουμε αυτό το άρωμα που καταστρέφει κι εκνευρίζει
Κι ας ζήσουμε για μια μέρα ακόμη τη ζωή των εκλεκτών:
Από τις μασχάλες του βγάζει ο άνθρωπος το απαραίτητο κερί για να φτιάξει το πρόσωπο των ειδώλων του.
Κι από το γυναικείο αιδοίο το ψαθί και τη λάσπη για τους ναούς του.
Που για όλ’ αυτά
Τρέφω μια ψείρα στη γραβάτα μου
Και χαμογελάω στους ηλίθιους που κατεβαίνουν απ’ τα δέντρα.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα – Ποιήματα και αντιποίηματα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002, σε εκλογή και μετάφραση Ρήγα Καππάτου.

Χρήστος Αβραμούδας, Δύο ποιήματα

images

Μεταφορές ξενοδόχων
(θα την παρατήσω αυτήν την πόλη)

Δεν το πρόλαβα
το τρένο για την Κατερίνη
Το τρένο τώρα φεύγει στις οχτώ
υπόγεια διαδρομή
στα Κύθηρα
μα ούτε τα Κύθηρα
ποτέ δεν θα τα δω
γιατί οι πόθοι μου
πνίγηκαν σε μια θάλασσα μικρή
και τα όνειρά μου
αφού πρώτα χόρεψαν καρσιλαμά
στα ερείπια της Ολύνθου
και ύψωσαν τον τρούλο της Αγίας Σοφίας
λίγο ψηλότερα
λίγο ψηλότερα
λίγο ψηλότερα
τώρα διαμένουν
εις φτωχόν ξενοδοχείον
πίσω απ’ τα λαδάδικα

***

Κοπέλα με προπέλα

Η Ελένη η καημένη
μοιρολογούσε την ημέρα
γυμνή στην πασαρέλα
τα ξένα μάτια την κοιτάνε
θα τους φιλήσει όλους
όπως και τότε
μεθυσμένη απ’ τα νιάτα της
ο πόθος και η δύναμή της
φουσκώνει τα στήθη της
ιερή εταίρα με πλουσία βρακιά
πέφτει λιπόθυμη στο κρεβάτι.

*Δημοσιεύτηκαν στη σελίδα 71 του ετήσιου τεύχους 2015 του περιοδικού “Αντίποδες” του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου. Ο Χρήστος Αβραμούδας μένει και εργάζεται στη Μελβούρνη.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Παραμονή Πρωτοχρονιάς

12140681_1191205774241248_3303185191984820129_n

Κανένας νέος χρόνος δεν ήλθε ποτέ στους τόπους μας
Σ’ αυτήν εδώ την οικουμένη των αλύτρωτων παθών
Του βουβού πόνου και των αέναων αναμονών

Ο παλαιός απάνθρωπος κόσμος βάζει τα ρούχα του αλλιώς
Σβήνει τα κεράκια της παντοδυναμίας του
Μέσα στις κόγχες των νεκροκεφαλών
Τραγουδάει τα μεσάνυχτα ακάθιστους ύμνους
Κάνει προπόσεις πίνοντας απ’ τ’ ανοιγμένα κρανία
Και ανάβει με τον ενθουσιασμό του εορτάζοντος πλήθους
Το καντήλι στα μνήματα των γενεών που ακολουθούν

Ο νέος χρόνος που καλωσορίζεται αποχαιρετώντας τον παλιό
Ο τυφλός χρόνος των όμοιων δευτερολέπτων
Των λεπτών και των λειψών ωρών
Που φεύγουν κ’ εξανεμίζονται ανεπιστρεπτί
Με τους ανθρώπους ακατάσχετα ν’ αγωνιούν
Το χαμένο χρόνο τους να βρουν
Είναι ο ίδιος, ο ένας κι αυτός τυραννικός χρόνος
Που κυλάει και γιγαντώνεται ερήμην μας
Μετατρέποντας τις εκδηλώσεις της ζωής
Σε μιαν απέραντη του χρόνου χωματερή

Του χρόνου που περνά, κυλά και χάνεται
Και εκμηδενίζεται απ’ την αρχή
Και ξανά και ξανά και ξανά
Περνά, κυλά και χάνεται
Αφανίζοντας τα πάντα μέσα του
Σε μια αιωνιότητα στιγμών
Που δε διαρκούν
Πεθαίνοντας προτού ακόμα γεννηθούν

Κανένας νέος χρόνος δεν ήλθε ποτέ στους τόπους μας
Σ’ αυτήν εδώ την οικουμένη των αλύτρωτων παθών
Του βουβού πόνου και των αέναων αναμονών

Τα μεσάνυχτα κάθε παραμονής πρωτοχρονιάς
Ένα βαμπίρ μέσα σε κάθε ρολόι
Πεθαίνει κι ανασταίνεται
Και ακάθεκτο συνεχίζει
Με τα δόντια του στο λαιμό μας
Να ρουφά τη διάρκεια των ζωών μας

Αν ίσως μαθαίναμε ανά πάσα στιγμή
Να είμαστε και να υπάρχουμε μαζί
Ο χρόνος θα γονάτιζε μπροστά μας βραδύς
Και τα αλύτρωτα πάθη ίσως τότε λυτρώνονταν
Οι βουβοί πόνοι ίσως εισακούονταν
Οι αέναες αναμονές ίσως τελείωναν

30/12/2015

*Δημοσιεύτηκε στο αθηναϊκό Indymedia.

Έρμα Βασιλείου, Στην κοινωνία των δικαίων

ef2b5d4ff0f4aae263ab34f9ac86306d

Στην κοινωνία των δικαίων
Που ξύνονται στη γνώση
Έχεις πάρει
Ένα δίπλωμα
Για την υποκριτική που ακολούθησες
Να υποδύεσαι το ρόλο σου
Με άσπρα ρούχα
Σαν του αγγέλου
Και πράσινα σαν του χειρούργου
Και μαύρα σαν της άμοιρης πενθούσας
Της μέσης Ανατολής
Και κόκκινα της Άπω
Αυτά τα γράμματα
Που δεν ακολούθησες
Ήταν απλά
Καλογραμμένα
Δεν χρειάζονταν καμία έννοια
Ούτε φροντίδα
Ήταν κάτω από μια μαυρισμένη από καπνιά
Πήλινη σφαίρα σημαδεμένα
Με τη ζήση
Και την απλότητα του ανθρώπου που
Τρώει και χορταίνει άλλους

*Από τη συλλογή “Ποιος Αθώωσε την αυγή;” – Σειρά “Άμισθα χρόνια”.

Ο χρόνος

Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Ο χρόνος είναι παιδί που παίζει πεσσούς, του παιδιού είναι η βασιλεία
Ο χρόνος είναι ένα θλιμμένο καρναβάλι
Ο θάνατος είναι φίλος μου, ο χρόνος είναι εχθρός μου
Ο χρόνος είναι μεγάλος δάσκαλος, αλλά δυστυχώς σκοτώνει όλους τους μαθητές του
Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός, σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει
Ο χρόνος είναι μαγικός όταν δεν κρύβονται χαφιέδες στα ρολόγια
Ο χρόνος είναι ένας βούρκος που εξαφανίζει όλα τα τιμαλφή
Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του

*Το ποίημα αυτό φαίνεται ότι αποτελείται από στίχους από διάφορα άλλα ποιήματα ή τραγούδια… Δεν ξέρω ποιος τα συνέθεσε κι από πού το πήρα. Απλώς, το βρήκα στα κιτάπια μου, μού αρέσει και το βάζω εδώ…μ’ ένα κομμάτι των Pink Floyd που πάντα μου άρεσαν.

Νίκος Κροντηράς, Ευδαίμονες εαυτοτυφλωμένοι

mind-and-heart

Ευδαίμονες εαυτοτυφλωμένοι
στην καρδιά που λίπος δεν έχει
—τί είναι γραμμένο στο μέτωπο του ουρανού
και μένει αδιάβαστο—
σας ορκίζω απολογηθείτε,
θα ζούσαν χίλια παιδιά
και μια αρκούδα ακόμη
αν δεν έτρεχαν, γυάλιζαν, γλύκαιναν
τόσο οι μηχανές το ψέμα ο παράδεισος
στα χέρια των δεσμοφυλακων της κόλασης,
αν δεν είχες αυτή τη δουλειά
αν δεν ήσουν ένας ρωμαίος
Φεύγεις στα πλάγια στο ασθενικό βάθος
με την αδιαφορία μια ακίνητη λιγούρα στη σκιά
ψεκάζοντας θάνατο χωρίς απάντηση.
Τί μπορείς να πεις σε ένα παιδί που πεθαίνει;

“Σκλάβος νεκρός ή δολοφόνος
αυτές έχεις τις επιλογές” είπαν οι θανατιστές
ρωμαίοι
αντικαθιστούν με πίστη τους χριστιανούς.

Μια κάτοψη σκοτωμένων παιδιών
ο παράδεισος

Και οι μηχανές αηδιαστικές νεκρές φύσεις
όταν σερβίρουν δεν ξεχωρίζουν
την ζωή από το φαγητό
κανείς δεν έχει προσευχή να πει;
μόνο στόματα;
Χέρια χαμόγελα επιβίωση
παγιδευμένα πάνω στους τοίχους
έτσι αυτό έτσι εκείνο
άγνοια ανθρώπου κυριεύει.
Οθόνες με ζωγραφιστούς θεούς,
ξεφτάνε στο άγγιγμα
καμιά εικόνα καμιά ενοχή
σπρωξιές στις ιδέες για να κοιτούν από μακριά
ποδοπατημένες.
Ρωμαίοι με στομάχια χιλιάρχων,
μια βεβαιότητα σας δίνω τρομερή,
όσα έχετε δεν είναι δικά σας δουλέματα
αλλά θερμίδες ληστεμένες
Θεέ μου, τόσες θερμίδες από το μέλλον των παιδιών…

*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/10/09/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%B1-%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%B8%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9/
Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.