Φερνάντο Πεσσόα: «Το πιο χυδαίο στα όνειρα είναι πως όλοι ονειρεύονται»

fernando_pessoa_heteronimia-cover

Φερνάντο Πεσσόα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει».

Αποτελούμενο από 520 αποσπάσματα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας είναι το κορυφαίο έργο του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα. Σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή του και μέχρι το θάνατό του, από το 1913 έως το 1935, ο Φερνάντο Πεσσόα γράφει, με κάποιες διακοπές αλλά χωρίς να το εγκαταλείψει ποτέ. Δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Το βιβλίο της ανησυχίας είναι ο απολογισμός της καθημερινότητας, η καταγραφή των αισθήσεων, η οξύτητα της ειρωνικής σκέψης, η ανεπανάληπτη γραφή ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα.
«Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία».

« Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε».
 
«Υπάρχει μια κούραση της αφηρημένης ευφυΐας, και είναι η πιο φρικτή κούραση που υπάρχει. Δεν βαραίνει όπως η σωματική κούραση, ούτε ανησυχεί όπως η κούραση της γνώσης που αποκτάται μέσω της συγκίνησης. Είναι το βάρος από τη συνείδηση του κόσμου, σαν να μη μπορείς να αναπνέεις από την ψυχή».

«Για τον κοινό άνθρωπο, αισθάνομαι είναι ζω και σκέφτομαι είναι ξέρω να ζω. Για μένα, σκέφτομαι είναι ζω, και αισθάνομαι δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την τροφή της σκέψης».

«Όσο πιο διαφορετικός είναι ο κάποιος από μένα, τόσο πιο πνευματικός μου φαίνεται, γιατί εξαρτάται λιγότερο από την υποκειμενικότητα μου. Και γι᾽ αυτό ακριβώς η επιμελής και διαρκής μου μελέτη είναι αυτή η κοινή ανθρωπότητα που απεχθάνομαι και από την οποία απέχω. Την αγαπώ γιατί τη μισώ. Μου αρέσει να τη βλέπω γιατί απεχθάνομαι να την αισθάνομαι.

«Όσο περισσότερο βυθίζομαι μέσα μου, όλα τα μονοπάτια του ονείρου με οδηγούν στα ξέφωτα της αγωνίας.»
«Η ζωή μου είναι σαν να με χτυπούσαν με αυτήν….»

«Για μένα η ποίηση δεν είναι φιλοδοξία, αλλά τρόπος για να μένω πάντα μόνος.
Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν θεοί, είμαστε σκλάβοι τους.
Το πιο χυδαίο στα όνειρα είναι πως όλοι ονειρεύονται».

« Είναι ανθρώπινο να θέλουμε αυτό που μας είναι απαραίτητο, και είναι ανθρώπινο να επιθυμούμε αυτό που δεν μας είναι απαραίτητο, αλλά που μας είναι επιθυμητό. Αυτό που είναι αρρωστημένο είναι να επιθυμούμε με την ίδια ένταση αυτό που είναι απαραίτητο και αυτό που είναι επιθυμητό, και να υποφέρουμε από την έλλειψη τελειότητας σαν να υποφέραμε από την έλλειψη ψωμιού. Η ασθένεια του ρομαντισμού είναι ακριβώς αυτή: να θέλουμε το φεγγάρι σαν να υπήρχε η δυνατότητα να το αποκτήσουμε. Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα».

Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας.

«Μη φοβάστε, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να καταρρεύσει η κοινωνία από υπερβολικό αλτρουισμό».

*Από το http://freethinking.gr/fernado-pessoa-to-pio-xidaio-sta-oneira-einai-pws-oloi-oneireuontai/

01.06.14_________ ______ _ __ ______ ___ _________

Matt Hetherington, The death of Sisiphus

sisyphus

“The gods had condemned Sisyphus to ceaselessly rolling a rock to the top of a mountain, whence the stone would fall back of its own weight. They had thought with some reason that there is no more dreadful punishment than futile and hopeless labour”.
Camus, “The Myth Of Sisyphus”

in vain combat with gravity,
this man is so wise that he’s enchained to life,
and as sure as the sun climbs and falls,
then climbs and falls again, he will work
until he comes to love his martyrdom.
he has his rock; he’s pushing it uphill,
and with each ascent the burden grows more weighty.
he knows that in his time off,
as he moves down from the summit,
he won’t convince himself that all is well.
but then, a lifetime later, with the sun
at its meridian, his arid heart implodes;
the doting stone rolls over him,
grinds his grateful head into the dust,
and continues to the bottom, where it rests in wait.

® 1993

Lucifugo, a diavolo in corpo, Σκάνδαλα

Έργο Fëdor Andreevič Bronnikov (1827-1902)

Έργο Fëdor Andreevič Bronnikov (1827-1902)

Σκάνδαλο είναι το Κράτος
Η υπερβατική γλώσσα της Ισονομίας
Σε σχέση με τον Παντοδύναμο εαυτό της
Έχοντας στον πολιτικό κόρφο της ζωσμένα
Κρυμμένα μαχαίρια, τσεκούρια και αξίνες
Να συμμορφώνει την όποια ανομοιότης
Μπαίνει στο μάτι του Λεβιάθαν

Σκάνδαλο είναι το Έθνος
Αιχμαλωτίζει τους ανθρώπους
Στα σκοτεινά σπήλαια
Του προαιώνιου Μέλλοντος και Παρελθόντος

Σκάνδαλο είναι η Οικονομία
Το σώμα που δεν βιώθηκε ποτέ μαζί με τ’ άλλα σώματα
Γιατί κλειδώθηκε στα εαυγή κάτεργα της Ανάπτυξης
Το μέτρο του ΑΕΠ δεν είναι παρά οι σωροί των σκελετών
Πίσω από τις φυλλωσιές της πόλης ανθίζουν οι ασφαλιστικές δικλίδες
Και τα κάγκελα των χώρων εργασίας

Σκάνδαλο είναι η μουσική υπόκρουση
Στις αίθουσες των βασανιστηρίων
Στους μη τόπους των μέσων μεταφοράς
Και των μαρτυρικών αντίο
Στ’ αεροδρόμια, στα λιμάνια
Στους σταθμούς των τρένων
Που πάνε κι έρχονται από το πουθενά

Σκάνδαλο είναι η Οικογένεια
Η μαμά και ο μπαμπάς
Η σχέση τους με το παιδί
Στην ώρα του διαλείμματος από τις ώρες της δουλειάς
Σκάνδαλο είναι η Εκκλησία
Όχι για την αμύθητη περιουσία της
Αλλά για την ηθική της εργασίας
Που μας συνθλίβει και μας αποξενώνει
Ως αναπαράσταση σαδιστική
Των Παθών του Ιησού
Στο Σταυρό των Μαρτυρίων
Πρέπει να υπομένουμε λέει τα βάσανα
Και την αυτοταπείνωσή μας
Για να σωθεί η αμαρτωλή ψυχή μας

Σκάνδαλο είναι οι πλούσιοι και οι φτωχοί
Το ίδιο τροπάριο μερόνυχτα να ψέλνουν
Την πρόσβαση στον Πλούτο που νεκροποιεί
Το μυαλό, την καρδιά και την ψυχή

Σκάνδαλο είναι οι άνθρωποι του Πνεύματος
Με το αποκρουστικό τους πνεύμα
Βουτάν’ τις πένες τους στην κοιλάδα με το αίμα
Για να γράψουν με γράμματα χρυσά τα ονοματεπώνυμά τους

Σκάνδαλο είναι το Σχολείο
Οι δάσκαλοι και οι μαθητές του
Που ευλαβικά προσκυνούν
Και πίνουν νερό στ’ όνομα
Όλων των άνωθι σκανδάλων

Κι όλα αυτά τα ονόματα
Διαφορετικά σκάνδαλα κατονομάζουν
Που απορρέουν όλα από το Ένα
Την κεφαλαιοκρατική αξία
Αυτό το αδιόρατο δίχτυ
Της απαγωγής και της ομηρίας
Όλων των ζωντανών πλασμάτων

Το σκάνδαλο είσαι Εσύ
Που σταυρώνεις τα χέρια, τα πόδια και το νου
Και ζαλισμένος παραμιλάς πως έτσι είναι η ζωή

Το σκάνδαλο είσαι Εσύ
Γιατί παραμένεις αυτός-που-είσαι
Γιατί συνεχίζεις αυτό-που-κάνεις
Και γεμάτος έκπληξη Παριστάνεις τον λυπημένο
Για τους νεκρούς του αιγαίου

Το αιγαίο όμως δεν είναι θάλασσα
Είναι η αρχαία ρωμαϊκή Αππία Οδός
Το σταύρωμα των Σκλάβων
Και το τάισμα των Κορακιών

Το σκάνδαλο είμαι Εγώ
Που δεν ξέρω ακριβώς με μια αρμαθιά λέξεων
Τι προσπαθώ να κάνω και τι να πω
Να σε πάρω με το μέρος μου
Ή να πέσω σ’ ένα άπατο πηγάδι και να πνιγώ

Ηλίας Τσέχος, Τα χάικου της αλεπούς

img_8971-2

.
Λουσμένη στο φως
Απειλούσες ωραία
Τις πονηρίες
.
Τι φύλλο ήσουν;
Θηλυκό, αρσενικό;
Αγαπήθηκες;
.
Ζητούσες γιατρό;
Φάρμακα, τις φωλέες;
Αυτομολούσες;
.
Πως μας κοιτούσες!
Ξαφνιασμένη, ντροπαλή
Και λυπημένη
.
Ορεσίβια
Όψη παραμυθένια
Πικρή Καστοριά
.
Αλεπουδάκι!
Γράφοντας ποιήματα
Πας δεν γυρίζεις

*Από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://thehos.wordpress.com

Κόκκινη Λάμια ή Αντωνία Μερτύρη, Βάρδιες αποκλειστικών

A_magical_kiss____by_L_time

Βραδιάζει
Ξημερώνει
Βραδιάζει
Βραδιάζει
Και βογγάει η διπλανή μου
Ατμομηχανή θανάτου
Στο θάλαμο 218
Στο τάδε τμήμα του λευκού εντέρου…
Χθες πάλι γέννησα σκατά
Χθες πάλι της φυσαρμόνικας ο ήχος
Και θά ‘λεγε κανείς πως παίζω
όπως ακριβώς και χέζω
Ύπτια και λαχανιαστά
Ύπτια και υπερβολικά
Ύπτια…
Όσο το επίτηδες και η θύμισή του
Σαν φθινοπωρινό “ατύχημα”.

10/10/1984

*Δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της μηνιαίας αντιεξουσιαστικής εφημερίδας ‘Η Αρένα”, Αθήνα, Νοέμβρης 1984, σελίδα 5.

Jaques Prevert, Τρία ποιήματα

Η ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ

Νηστική χαμένη παγωμένη
Ολομόναχη άφραγκη
Μια κοπέλα δεκάξι χρόνων
Ακίνητη όρθια
Πλατεία Ομονοίας
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου.

***

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

***

ΠΡΩΙΝΟ ΓΕΥΜΑ

Έβαλε τον καφέ
Στο φλιτζάνι
Έβαλε το γάλα
Στο φλιτζάνι με τον καφέ
Έβαλε τη ζάχαρη
Στον καφέ με το γάλα
Με το κουταλάκι
Γύρισε
Ήπιε τον καφέ με το γάλα
Και ξανάφησε το φλιτζάνι
Χωρίς να μου μιλήσει
Άναψε
Ένα τσιγάρο
Έκανε δαχτυλίδια
Με τον καπνό
Έβαλε τις στάχτες
Στο τασάκι
Χωρίς να μου μιλήσει
Χωρίς να με κοιτάξει
Σηκώθηκε
Έβαλε
Το καπέλο του στο κεφάλι του
Έβαλε
Το αδιάβροχό του
Γιατί έβρεχε
Κι έφυγε
Μέσα στη βροχή
Χωρίς μια κουβέντα
Χωρίς να με κοιτάξει
Και ’γω πήρα
Το κεφάλι μου μέσα στα χέρια
Κι έκλαψα.

prevertpaper01

Θωμάς Γκόρπας, Τρία ποιήματα

5064528_orig

Η ΠΟΙΗΣΗ
Μνήμη Δημήτρη Χριστολούδου

Το χειρότερο και το καλύτερο στη ζωή ποιητή
Να χτίζεις για τους άλλους πύργους και παλάτια
Παίρνοντας πέτρα απ’ το νταμάρι της καρδιάς σου
Σκαμμένης απ’ τα χαμόγελα τα πάρε και τα δάκρυα
Παίρνοντας χρώμα και γυαλί απ’ την μεγάλη σου αγάπη
Που γίνεται βράδι πρωί κομμάτια….

Πατάρι

Ανάμεσα από καφέ εσπρέσο και ντουμάνια
Οι νέοι ποιητές σκαλίζουν στην καρδιά του κόσμου
Για φρέσκους δρόμους για φρέσκα λιμάνια
……………………………………………………………..

κάποτε τέλειωσε αυτή η ιστορία
κ’ οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
τόσοι πουλάν στην αγορά όσο τα τελευταία τους ρετάλια
τόσοι αγοράζουν γιατρικά πανάκριβα για μια ποίηση ξεγραμμένη
πια
οι ποιητές λιγόστεψαν αμάν πόσο λιγόστεψαν
κ’ οι φίλοι…

***

ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ
Μνήμη Σταμάτη Μαράντου

Στα χείλη των ερυθρών χαραδρών ανθούν λευκά λουλούδια
Στα δροσερά υπόγεια των καλοκαιριών αιχμαλωτίζονται
Καρδίες
Παιδιών η απελπισία ηχεί και πέραν της Ποιήσεως ακόμη
Και των ενδόξων Ρεμπέτικων Τραγουδιών.
Όσο και αν εκτιμήσουμε τη ματαιότητα
Όσο να εκποιήσουμε την τρυφερότητα
Μας πήραν σβάρνα τα χρόνια…
Μετράω τις τρύπες στο σκοτάδι
Φιλίες έρωτες απλήρωτες δουλειές
Απ’ όλν τούτο δοκιμάζω πυρετωδώς
Και το καινούριο μου χάδι…
Τόσοι τυχάρπαστοι καμπλεξαριμένοι
Απ’ τα καταπληκτικά μου πουκάμισα
Τα εξ’ ίσου καταπληκτικά μου λόγια
Και τα παραμύθια φίλων που μ’ αγάπησαν
Πέραν του δέοντος και πέραν της Ποιήσεώς μου
Είανι αδύνατον να με φανταστούν στα περασμένα χρόνια
Χαρμανιασμένο για τσιγάρο περισσότερο και από γυναίκα
Χαρμανιασμένο για γυναίκα περισσότερο κι από πρωτοφανή τοπία.
Εγώ τώρα πρέπει να είμαι ένας άλλος
Διάφορος σε πολλά του Θωμά παλαιοτέρων ημερών
Τώρα πρέπει να είμαι κάτι μεταξύ σοφού και αγρίας παρθένας
Τα δικά σου γυαλιά με τα οποία βλέπω κ’ εγώ καλά
Ένα αβασίλευτο ηλιοβασίλεμα…
Και βεβαίως η Ποίησις πια Δε με εκφράζει
Η Ποίησις σαν τη γυναίκα πιο πολύ σ’ αγάπησε κ’ εσύ
Τη διώχνεις Δε με εκφράζει καν η ελπίδα για την επόμενη μέρα
Ολόκληρος έχω γίνει ένα βάθος ένα χρώμα
Ένα κυρίαρχον χρώμα.

***

ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ
Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

12524032_441247302725300_9043493495976652076_n

ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ

Λίγοι άνθρωποι με πίστεψαν:
Ο μεθυσμένος παλαιοπώλης
Ο σταθμάρχης των τρένων
Και μια ξυπόλητη γυναίκα.
Ο πρώτος γιατί του αγόρασα
Όλες τις διεγερμένες μνήμες
Ο δεύτερος επειδή με είδε
Να ξαπλώνω πάνω στις ράγες
Και η γυναίκα διότι λέει
Κατασκευάζω θλιβερές εικόνες
Πάνω στη γυμνή άσφαλτο.

Εγώ όμως δεν τους πιστεύω
Το μόνο που ακόμα καταφέρνω
Είναι να ξυπνώ τα μεσάνυχτα
Και να καρφώνω στο χαρτί
Τα δυο μου χέρια.

***

ΘΕΑΤΡΙΚΟΙ ΡΟΛΟΙ

Ο άσχημος γελωτοποιός
Περίμενε τη βροχή
Για ν’ αρχίσει να κλαίει.
Μετά έβγαλε τα παπούτσια του
Καβάλησε ένα μηχανάκι
Και με ταχύτητα ανέβαινε στον ουρανό.

Στο μεταξύ, έξω απ’ το θέατρο
Ένας φωτογράφος αποθανάτιζε τη σκηνή
Οι λασπωμένοι δρόμοι ζητούσαν αυτόγραφο
Το βρέφος που γεννήθηκε σήμερα
Έμαθε να παίζει πιάνο.

Δεν είναι δικό μου το παιδί
Δεν ήμουν ποτέ παιδί
Αφήστε για λίγο τους ηθοποιούς
Να εκφραστούν ελεύθερα
Γιατί αν σταματήσει να βρέχει
Τους ρόλους τους
Θα τους υποδυθείτε εσείς.

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, εκδ. Στοχαστής, 2015.

Γεωργία Τρούλη / ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΕΝΑ ΟΒΑΛ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

12507313_1091380764225965_8643651430561935931_n

Μόλις Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Το πέμπτο βιβλίο της ποιήτριας – εικαστικού Γεωργίας Τρούλη.
Γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1979. Κατάγεται από την Κρήτη και ζει στην Θεσσαλονίκη.Σπούδασε Νοσηλευτική στην Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας στο Α.Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης και έπειτα σπούδασε Ψυχολογία στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Μετά από μεταπτυχιακές σπουδές στην Ψυχολογία, εισήχθη στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ όπου και αποφοίτησε το 2015. Πραγματοποιεί ατομικές εκθέσεις, λαμβάνει μέρος σε ομαδικές καθώς και σε φεστιβάλ καλλιτεχνών. Έργα της επίσης έχουν κατά καιρούς φιλοτεχνήσει λογοτεχνικά περιοδικά (Εντευκτήριο, Ένεκεν, Θ.Ε.Α.)και βιβλία των εκδόσεων «Σαιξπηρικόν»(εξώφυλλα, βινιέτες κ.α). Από το 2008 δημοσιεύει ποιήματά της σε διάφορα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και σε ιστοτόπους.Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές ενότητες, τελευταία «Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον». Στο τριακοστό τρίτο συμπόσιο ποίησης Πάτρας παρουσιάστηκε το έργο της από τον ποιητή Αλέξανδρο Αραμπατζή.Είναι μέλος του συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων, της της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και του Κύκλου Ποιητών.

____

(ΚΟΥΑΡΚ ΚΟΥΑΡΚ)

Η κάθε ματαιοδοξία μέσα στην τραγικότητά της
Είναι πολύ αισιόδοξη
Και νιώθεις πως το μόνο
Που έχει συνέχεια
Είναι η ϕράουλα από το κοντόλαιμο κοτσάνι
Η σαύρα από την ουρά της
Ο κομήτης από το δευτερόλεπτο
Η εικόνα από τον τοίχο
Το βαμβάκι από τα σύννεϕα
Η κατσαρίδα από την μεταμόρϕωση
Η ϕυγή από την πραγματικότητα
Η μαϊμού από το έλλογο
Το άλογο από το χαλινάρι
Η κενότητα από το ϕως
Η πατούσα από το Βάρος
Το χαρτί από το Δέντρο
Το μελάνι από την Μοναξιά
Το πιρούνι από την Δημιουργία
Η χαρά από το Τραγικό
Μόνο
Και Αδιάσειστο
Είμαστε όλοι ένα Ον/είδος Μούχλας
Και
Ούτω καθεξής
Η ϕυγή
Επαναλαμβάνεται
Κουάρκ Κουάρκ
Φωνάζουν οι βάτραχοι
Στην Άκρη του
Πάντοτε

***

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΗΧΤΟΥ

Είμαι λεκτικός θρόμβος
Μοιάζω να έχω ραϕτεί στα αγγεία
Κάθε λέξη αϕήνει στα αυτιά μου την αίσθηση του πηχτού
Αποσυντονίζομαι εύκολα
Συμπυκνώνομαι με ταχύτητα
Γίνομαι πίδακας ανενδοίαστα
Προκαλώ εμβολή στους αγαπημένους μου πνεύμονες
Ενίοτε δεν αναπνέω κανονικά αλλά ούτε με θόρυβο
Ψάχνω τότε μια σειρά από σημύδες
Τραχεία – Μεμβράνη και Τένοντα
Δένομαι εύκολα – Λύνομαι δύσκολα
Δεν προκαλώ πήξη του αίματος
Ούτε αϕηγούμαι ροή χωρίς τίμημα
Προκαλώ κορεσμό σε οξυγόνο
Και στον ύπνο παράλυση
Δεν εντοπίζομαι – γίνομαι ο ελάχιστος
Αλλάζω μορϕή σαν βουτηγμένη στο νερό πλαστελίνη
Δεν γίνομαι έμμηνος ρήση αλλά
Θαυμάζω όσους προσϕέρονται
Μία άχαρη νύξη προσπαθεί σε όλο το σώμα
Να με εντοπίσει
Διασπώμαι τότε σε μικρά σϕαιρίδια σημασίας
Οβάλ – ολοστρόγγυλη – ευθεία
Αναδιπλώνομαι σε στοιβάδες ενός γεωλογικού χρόνου
Που δεν έχω την γνώση
Όταν νιώσω την τριχοειδή υποψία
Για δέρμα σύνορο, όριο, εξαγωγή
Γίνομαι λεία στρώση νυχιού
Αποδημία πηχτού
Και
Αγαπώ
Τις νεροτσουλήθρες

***

_ΕΓΚΑΙΝΙΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ

Στην λιακάδα ξεκουράζονται
Τα χθεσινά βροχερά απομεινάρια
Μιας σκέψης
Σαν μακέτα ενός αρχιτέκτονα
Που
Μόλις
Κατάπιε
Μια
Αλυκή Αλίκη
Σε κολλώδη ήβη
Χαϊδεύει
Την
Κοιλιά
Του
Σε
Ένα
Μοντάζ
Αποτυχίας
Που
Διήρκησε
Μήνες
Οχτώ
Και
Συναπτές
Λέξεις

____saixpirikon.com

Γρηγόρης Σακαλής, Στο δρόμο

αστεγοι2

Σ΄ ένα χαρτόνι ξαπλωμένος
στην άκρη του δρόμου κείτεται
απ΄ τη ζωή πεταμένος
αυτός που στα νιάτα του
ήταν περιζήτητος
τώρα καθώς τραβάει την κουβέρτα
να σκεπαστεί
χαϊδεύει τα βρώμικα γένια του
και αναπολεί
τις μέρες που η ζωή
ήταν όμορφη και του χαμογελούσε
σκέφτεται τα πτυχία
τις σπουδές
τις αγάπες
όλα σαν όνειρο
ή σαν εφιάλτης
που τον βασανίζει,
όταν οι σταγόνες της βροχής
πέφτουν στο πρόσωπό του
και ψάχνει απάγκιο
είναι στιγμές
που σκέφτεται
να σκοτώσει ή να σκοτωθεί.