Χρήστος Ντάντος, Δύο ποιήματα

spprsp2

ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Χαμηλό, εκτεταμένο τώρα το παρόν
βαρομετρικά το μέτωπο σαρώνει.
Κινείται με σφοδρότητα
προς του σώματος το ιστορικό κέντρο,
προς μια συστάδα ονείρων
φυτρωμένων αμέριμνα.

Τι χέρια πλένεις και ξεπλένεις ασαπούνιστα
δίχως συγχώρεσης την αφρίζουσα σκόνη.
Κειμήλιο οικογενειακό να περισώσεις
τα ύστατα -προ αναξιοπρέπειας- χαίρε,
τρέξε σε δεινών εκβραχισμό
σε κόσμου υπερκαινοφανούς διάνοιξη.

Γιατί πριόνι νηστικό ο καιρός. Ηλικιωμένες
πανεύκολα αποταμιεύσεις ξαπλώνει.
και τ’ απομεινάρια μαις σχέσης δρύινης
άφυλλης κι αδέκαρης τελείως πια
υπερημερίας τόκους -πριονίδια- φορτώνει.

Εμπρός, και πάλι εμπρός. Ξυλευθείτε
ελεύθερα ως άντρες ενεστωτικοί.
Πάνω στο σώμα του πεσμένου μέλλοντα
ασελγήστε.

***

ΦΩΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ

Κράτησα τις αποστάσεις
από της προσδοκίας τα λύτρα.
Όχι από ένστικτο, μήτε από γενναιότητα μάταιη.
Δασκάλα ηλικιωμένη η αγάπη κατέρρευσε
μαθητές εγκαταλείποντας όρθιους
στο προαύλιο στοιχημένους.
Ένα φεγγάρι βρήκε. Πήγε τους παρέδωσε.

Κράτησα αποστάσεις
απ’ τα προπορευόμενα κόκκαλα.
Πυκνώνει ο καιρός επικίνδυνα
όταν τον συλλογιέσαι.
να σε χωρέσει τού ζητάς κι όλο αναβάλλει.

Και τι διαδίδεις τότε, τι υπεροπτικά υπαινίσσεσαι
ότι από το καθρεφτάκι οδηγού (των εξελίξεων τάχα)
στην άσφαλτο το σκαντζόχοιρο βλέμμα σου
ξεκοιλιασμένες σταθερές αυτονομημένο σαρκάζει!

Μόνο από μένα αποστάσεις δεν κράτησα
κι απελπισμένα τώρα στην κλειστή στροφή
ενώ του ειδώλου μου αμολήθηκαν τα ζώα
φρενάρω μην ξεπέσω πάνω μου, στα λάδια
της χυμένης ζωής φρεναρω

*Από τη συλλογή “Ο Σκιέρ των Σκιών”, εκδόσεις Οροπέδιο, 2008 (σελ. 28 και 34).

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

_ _____ __________ ___ _______-_._.________ c.n.couvelis

Πληγωμένο ζαρκάδι

Όπως ανεξιχνίαστη
κι απροσπέλαστη με προσπερνάς
ένα πληγωμένο ζαρκάδι σπαράζει

μέσα μου.

***

Δείξε μου

Ο πόνος βαθύς.
Καημός πορφυρός που ξεγυμνώνεται.
Με πυξίδα
της καρδιάς σου τη μαρμαρυγή
σαν μελωδία φυσαρμόνικας
έλα.

Τα μυστικά του μυχού σου
δείξε μου.

***

Μπλε

Ανεμίζεις
στην άκρη της προβλήτας
σημάδια αγναντεύοντας στο βάθος του πελάγους.
Στον ήλιο χίλιες λευκές φωνές
κι οι συλλαβές σου σκορπίσματα στην όστρια.
Ταξιδεύεις στο μπλε

με τη μνήμη κουπαστή
πλώρη
κατάρτι.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Rene Magritte, The double secret

Rene Magritte, The double secret

Άνυδρο τοπίο

Στις άδειες κάμαρες
το σκοτάδι έρχεται να σκεπάσει
τους κόκκινους ήχους της ανάσας σου.

Γυρίζοντας στις ρίζες του μύθου
ακίνητος
πυροβολείς.

***

Μνήμη

Στον Rene Magritte*

Τα άσπρα σεντόνια
νωχελικές αναμνήσεις
βουτώ στην πηγή
και πίνω ξανά
το γλυκόπικρο
της μνήμης νερό
σκουριασμένο ποτήρι
που θα γίνει χρυσό
σαν μαζέψει το αίμα
ξυραφιά στο μελίγγι
στάζει μέλι πικρό
και το γλείφουνε σφήκες.

*Rene Magritte (1898-1967). Σουρεαλιστής καλλιτέχνης με επιρροές από το ντανταϊστικό κίνημα.

***

Ένας λύκος παρατηρεί το φεγγάρι

Από τότε που θυμάμαι τα χρώματα
ο λύκος ουρλιάζει στο φεγγάρι.
Στο λευκό φωτεινό του περίβλημα,
αποτύπωμα μπότας καμικάζι.

Αν πεθάνω, μου είπε ένα απόγευμα,
θα είναι που έχασα την οφθαλμαπάτη.

Αγαπώ τα παιδιά που γεράσανε
μα ακόμα μου κλείνουν το μάτι.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, Εκδόσεις Άγκυρα, 2015 (σελ. 10, 13 και 30).

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Τρία ποιήματα

images-1

ΤΑΞΙΔΙ ΔΙΧΩΣ ΟΝΟΜΑ

Εγώ θα γράψω για την Ανθή
που έσβησε σαν το πουλάκι
όταν τη σήκωσε ο πατέρας τρεις φορές
μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς
για να μην ταξιδέψει δίχως όνομα.

Που την πήρε το σκοτάδι πριν
τον βίο της να ξεδιπλώσει
και δεν πρόλαβε να σχηματίσει χαρακτήρα.
Αυτός ο τάφος,
που μέσα τώρα κατοικεί
δεν τής ανήκει.
τον πήραν άλλοι.

Τον καταπάτησαν, όπως συχνά συμβαίνει,
ξένοι ή συγγενείς δεν έχει σημασία
και κανείς δεν ξέρει πια
ότι κι αυτή είναι εδώ βαθειά στο χώμα.

Και πώς να το ξέρει,
αφού κανένα μάρμαρο δεν γράφει τ’ όνομά της
κι από καιρό πάνω στη γη όλα έχουν αλλάξει;

***

ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Άκου παιδάκι μου,
να γράψεις
καλά και για τους άλλους.
Ήταν κι αυτοί καλοί.

Όχι μονάχα για τους δικούς μας…

Καλά να γράψεις.
Και για τους άλλους.

***

ΒΡΑΔΥ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Πέφτει το σούρουπο αργά
και με πλακώνει.
Οι ίσκιοι μεγαλώνουν,
σκαρφαλώνουν
πιάνουν ταβάνι.

Καθόμαστε στο παραγκώνι
και μού μιλά,
εικόνες και ήχοι απλώνονται μπροστά μου
κι ο ύπνος, με παίρνει με τα λόγια του.

*Από τη συλλογή “Κλίνη Σπόρου, Καλή”, εκδόσεις Οροπέδιο, 2010 (σελ. 33, 37 και 41).

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Περίπατος με παντεσπάνι

IMG_20150426_194055

Όσοι μιλάτε τώρα εκ του ασφαλούς,
πρέπει μικροί να φάγατε
πολύ παντεσπάνι.
Αφού δεν μπορώ να διασχίσω
το σώμα της μάνας μου,
διασχίζω το σώμα της πόλης μου.
Κάπως έτσι δεν το ‘λεγε ο Πεντζίκης;
Κάστρα, Πανεπιστήμια, Καμάρα
Ναυαρίνου, Θερμαϊκός…
Και κάπου ενδιάμεσα, παλιά
χριστιανικά νεκροταφεία.
Κι άλλα πολλά που μόνο τα φαντάζεσαι.
Έχεις την πολυτέλεια ακόμη να φαντάζεσαι…
Θα πρέπει να ‘φαγες
πολύ παντεσπάνι!

Μαρία Κυρτζάκη (1948-2016), Η μουσική

Sam Haskins, November Girl (1967)

Sam Haskins, November Girl (1967)

Ο έρωτας που με κατοικεί
ανθίζει μυστικά
Μόλις ασφάλιζε το όνειρο και λόγους ιερούς
γύρω μου έσπειρε
γκρεμός για να φυτρώσει∙ και σαν
ασπίδα του θεού στο μένος των ανθρώπων –
Εκεί μου είπε ν’ αναπαύεσαι
δροσιά από φύλλα και νερά
θα σου παρασταθούν
βράχοι γωνίες και στιλπνή – η επιφάνεια.

*Από τη συλλογή “Μαύρη Θάλασσα”, 2000. Από το http://www.poema.gr/dokimio.php?id=26&pid=13

Οράσιο Καστίγιο, Τρία ποιήματα

acropolis_big

Ποιητική τέχνη

Να λευτερώσω τη γλώσσα, έτσι ώστε να μην εμποδίζει
το προϊόν
που ξεχύνεται από μέσα, υποκινημένο
από μια εσωτερική δύναμη
και το επιτήδειο παιχνίδι του νεφρού και του διαφράγματος,
να επιμείνω πιέζοντας τους μυς
σαν να απέβαλα
ένα άλογο ή έναν κύκλωπα,
να επαναλάβω τη διαδικασία
προκαλώντας την ακόμα και με τα δάχτυλα
ή με κάποιο τραχύ υλικό,
ώσπου ν’ απομείνω άδειος, ισχνό δέρμα μοναχά,
ασκί για κρέμασμα από το πρώτο δέντρο,
καταβεβλημένη μήτρα αυτού που πετά, ίσως του φωτός.

***

Μόλις για λίγο περισσότερο φως

Για πολύ καιρό υπήρξαμε δεσμώτες των εννοιών.
Αρκετοί έχουν πεθάνει για μια λέξη
ή λιγότερο, για τη σκιά γης,
για να εξακολουθήσουν να το κάνουν.

Ας είμαστε πιο ειλικρινείς: παλεύουμε, ναι,
αλλά μόλις για λίγο περισσότερο φως,
για την αξιοπρέπεια να το έχουμε επιχειρήσει.

***

Ένα άλογο τραγουδά πάνω στη γη

Δεν είναι απαραίτητο να δεθεί σε ένα δέντρο.
Πρέπει να ανοίξει τα αφτιά, να προετοιμάσει το βλέμμα,
να εισπνεύσει τον αχνό που ανέρχεται από την άβυσσο.
Τότε προβάλλει κάτω η κυανή νύχτα,
δοκιμάζει την κοψιά του κόντρα στ’ αστέρια
και καρφώνει το τραγούδι στη σάρκα μας
που ματώνει υπάκουα προςμτο σκοτάδι.
Μια φορά σε κάθε άνθρωπο δίδεται αυτό το θαύμα.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στην ποιητικη ενότητα “Τραχύ υλικό” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Οι γάτοι της Ακρόπολης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2012. Μετάφραση από τα Ισπανικά: Χαράλαμπος Δήμου. (Σελ. 13, 17 και 21).

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

back_sanejoker

Λέξεις στενές, πολύ στενές.
Να τονίζονται μέσα τους οι καμπύλες αυτού που ήθελες
να πεις.
Γιατί γέμισε ο ουρανός κυνηγούς κι η γη πουλιά,
μα δυσκολεύεσαι παρ’ όλα αυτά να βρεις το ταίρι σου.
Γιατί έφτασαν οι Αλιείς ψυχών
και περιμένουν ήσυχα την παλίρροια,
που ανεβάζει το δηλητήριο στην καρδιά
όταν η γλώσσα/κόμπρα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
Σε τέτοιες ώρες προ πάντων να μην ομιλείτε εις τον οδηγόν.
Μεταφέρει το τελευταίο βλέμμα κάποιου μαστρωπού θεού
στον καθρέφτη.
Που σε κοίταξε κι εξίσωσε τον πόνο σου με αυτόν ενός σκύλου.
Μην του σπάσει.

***

Μια εύπορη σιωπή το καλοκαίρι.
Με σπήλαια και λειβάδια
που ‘χει ταλέντα κι ένστικτα
και μεταλλάσσεται σε στίχους.
Ακροβατούν ανάμεσα σε καλησπέρα και καλημέρα.
Κατεβαίνει ο ήλιος και τέμνει τους περαστικούς.

Όλα τήκονται απ’ το υστέρημα μας,
λέξεις, μνημεία, σ’ ένα τοπίο λευκό, ακηλίδωτο.
Όταν ριγούν τα λόγια και γίνονται μουσική.

Φύσηξε.
Αναστροφή των θαυμάτων. Κάποια τρύπια φόδρα
φανερώθηκε.
Πρώτα χρίζεις, μετά περπατάς τους δρόμους.
Χαιρετάς διακριτικά συνοδοιπόρους πάνω και κάτω
απ’ το χώμα.
Αυτούς που υποπτεύεσαι την παρουσία τους, αυτούς
που σου λέγαν ιστορίες εν πλω.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 10 και 12).

Antonin Artaud, απόσπασμα

12552763_10207806168527864_9012478589047904761_n

Πού πάω στο άπειρο;

τι είναι το χάος;
από πού ήρθα από το άπειρο

το χάος τι ήτανε από κατιτί περιπλεγμένο
Τι;
θεός

τι είναι;
μια ιδέα του σύμπαντος μέσα στο σύμπαν
έπρεπε να τα μεταλλάξουμε όλα αυτά

και να ξαναβρούμε το καθαρό άπειρο.

*Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Βράδυ

Screen Shot 2016-01-18 at 12.42.52 AM

Συγυρίζοντας κάτι μπαούλα

ανακάλυψε πως

μαζί της δεν έσερνε μόνο

τον στίχο της Βάρκιζας

αλλά και λίγην άμμο

που ‘τρίζε σιγά σιγά

μες στον ποδόγυρο

ενός φουστανιού

γι’ αυτό λέει

πάντα ακούω το άγχος

εκείνης της ώρας

που όλα θρυμματίστηκαν

κι έγιναν ένα
με την αμμουδιά

σάπια και άχρηστη

είμαι εδώ μόνη

πάνω στα τελευταία

συντρίμμια ζωής που ξέρω

η πίκρα μου η θλίψη

πλέουνε συνεχώς

κατά τη θάλασσα

σαν τα ψόφια ψάρια

που κατηφορίζει ο Σηκουάνας

Γριγρία τι νιαουρίζεις τώρα

θέλεις να βγεις

έλα ανοίγω την πόρτα

φύγε και συ

δε χωράνε πια τα ψέματα.

Κρυφοχώρι (1951)

*Το ποίημα δημοσίευσε στο facebook ο ποιητής Ανδρέας Καρακόκκινος.