Νεκταρία Μαραγιάννη, Τα δάκρυα του καθρέφτη

images
 
Η οφθαλμαπάτη του βλέμματός μου σε αναζητά ανάμεσα στο δωμάτιο
με τους καθρέφτες.
 
Μια φλόγα προχωρεί στο σκοτάδι, φωτίζει την οπτασία της πνοής σου…
Κι εγώ, σε ψάχνω με αθόρυβα δάκρυα…
ώσπου να γίνουν καταρράχτης αίματος…
………………………………………………………..
 
Όλος ο κόσμος, βυθίστηκε σ’ έναν καθρέφτη,
κι εγώ, σε αυτόν απέναντί σου…
κι όσα χθες φοβόμουν, έγιναν παρελθόν μ’ ένα “Σ’ αγαπώ” της πνοής μου…
 
 
Και οι δυο καθρέφτες δάκρυσαν…
Ο ματωμένος έσπασε, πέθαναν δυο καρδιές.
Ο άλλος;
 

                                                                              Νέττα

Jaquim Duggan, Three poems / Τρία ποιήματα

1481-Milk_Snake

Coral Snake

tombed in glass
sand wedged between
its creases
red yellow black refract
mysticism of flagged scales
soaked in stale air
suffocated in San Remo
by now

Κοραλένιο φίδι

θαμμένο σε γυαλιά
άμμος σφηνωμένη ανάμεσα
στις ζάρες του
κόκκινες κίτρινες μαύρες διαθλάσεις
μυστικισμός σε ρυτιδιασμένες κλίμακες
μουσκεμένο σε μπαγιάτικο αέρα
πνιγμένο στο San Remo
τώρα πια

***

Oil

letters
like shopping lists
For Hong Kong
the cultural revolution
was fought by
chinese women
melting pork fat
into silk envelopes

Λάδι

γράμματα
σαν λίστες για ψώνια
για το Χονγκ Κονγκ
η πολιτιστική επανάσταση
προωθήθηκε από
τις γυναίκες της Κίνας
ανακατεύοντας χοιρινό λίπος
σε μεταξένιους φακέλους

***

Slaughterhouse/Waterloo

how many do you think
through rivers wade
three of four
forty to fifty
no less than fifty
sixty to seventy
were murdered
three or four

Σφαγείο/Waterloo

πόσοι νομίζεις
διαμέσου των νερών του ποταμού
τρεις ή τέσσερις
σαράντα ή πενήντα
όχι λιγότεροι από πενήντα
εξήντα ή εβδομήντα
δολοφονήθηκαν
τρεις ή τέσσερις

*Ο Jaquim Duggan είναι Αυστραλός ποιητής και συγγραφέας, ο πατ΄ρρας του οποίου είναι Κινέζος από το Χονγκ Κονγκ και η μητέρα Αυστραλή ιθαγενής. τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό του Victorian Writers Centre “Victorian Writer”, στο τεύχος Νοέμβρη-Δεκέμβρη 2015, στη Μελβούρνη. Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

14-fb7Zm

Federico Garcia Lorca, Κάτω από τις διαιρέσεις

Κάτω από πολλαπλασιασμούς
είναι μια σταγόνα αίμα πάπιας,
Κάτω από τις διαιρέσεις
είναι μια σταγόνα αίμα ναύτη.
Κάτω από τις προσθέσεις ένας ποταμός τρυφερό αίμα
ένας ποταμός που έρχεται τραγουδώντας
μεσ’ από τα δωμάτια των προαστίων,
ένας ποταμός που είναι χρήμα τσιμέντο ή αεράκι,
μες στην ψεύτρα αυγή της πόλης.
Τα βουνά υπάρχουν το ξέρω.
Και τα γυαλιά για τη γνώση.
Το ξέρω μα εγώ δεν ήρθα για να δω τον ουρανό.
Ήρθα να δω το θολό αίμα.
Το αίμα που φέρνει τις μηχανές στους καταρράχτες
και το πνεύμα στη γλώσσα της κόμπρας.
Κάθε μέρα σκοτώνουν στην πόλη
τέσσερα εκατομμύρια πάπιες,
πέντε εκατομύρια χοίρους
δυο χιλιάδες περιστέρια για την ευχαρίστηση εκείνων
που ψυχοραγούν,
ένα εκατομύριο αγελάδες,
ένα εκατομύρια πρόβατα
και δυο εκατομύρια κοκόρια,
που κάνουν τους ουρανούς χίλια κομμάτια.
Προτιμότερο να κλαις τροχίζοντας το ξουράφι σου
η να δολοφονείς σκυλιά σε παρακρουστικά κυνήγια,
παρά να αντιστέκεσαι, τα ξημερώματα,
στις ατελείωτες συνολκές με γάλα,
στις ατέλειωτες συνολκές με αίμα
και στις συνολκές σιδηροδέσμιων ρόδων
από τους εμπόρους αρωμάτων.
Οι πάπιες και τα περιστέρια,
τα γουρούνια και τα αρνιά,
βάζουν τις σταγόνες του αίματός τους
κάτω από τους πολλαπλάσιασμους,
και τα φριχτά ουρλιαχτά των πρεσαρισμένων αγελάδων
γεμίζουν πόνο την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι
Καταγγέλω όλους αυτούς
που αγνοούν το άλλο μισό,
που υψώνει τα τσιμεντένια βουνά του
εκεί που χτυπούν οι καρδιές
των ταπεινών ξεχασμένων ζώων,
εκεί που θα πέσουμε όλοι
στο τελευταίο πανηγύρι των τρυπανιών.
Σας φτύνω κατάμουτρα.
Το άλλο μισό μ’ ακούει
καταβροχθίχοντας, κατουρώντας, πετώντας μες στην αγνότητά του
σαν τα παιδιά των θυρωρείων
που βάζουν λεπτά ξυλάκια
μες στις τρύπες που σκουριάζουν
οι κεραίες των εντόμων.
Δεν είναι κόλαση, είναι ο δρόμος.
Δεν είναι ο θάνατος, είναι το μανάβικο.
Υπάρχει ένας κόσμος σπασμένων ποταμών και ασύλληπτων αποστάσεων
στο ποδαράκι αυτής της γάτας που το ‘σπασε το αυτοκίνητο,
κι ακούω το τραγούδι του σκουληκιού
μες στην καρδιά πολλών κοριτσόπουλων.
Οξείδωση, ζύμωση, γη που αναριγεί.
Γη εσύ ο ίδιος που κολυμπάς μέσα στους αριθμούς
του επιστημονικού σου εργαστηρίου.
Τι να κάνω· να τακτοποιήσω τα τοπία;
Να τακτοποιήσω τους έρωτες που είναι ύστερα φωτογραφίες,
που είναι ύστερα κομμάτια ξύλο και μπουκιές αίμα;
Όχι, όχι, όχι, όχι· εγώ καταγγέλω.
Καταγγέλω τη συνωμοσία
αυτών των έρημων γραφείων
που δεν αναγγέλουν στο ραδιόφωνο τις αγωνίες,
που σβήνουν τα προγράμματα του δάσους,
και προσφέρομαι να φαγωθώ
από τις πρεσαρισμένες αγελάδες
όταν οι κραυγές τους γεμίζουν την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.

*Από τη συλλογή “Ποιητής στη Νέα Υόρκη”.

Loula S. Rodopoulos, Inter City Express

photokina-2012-sunset-behind-cologne-cathedral-over-the-river-rhine-ad20nd

War has been the norm, and peace the exception.
Susan Sontag. 1

Cologne railway station massive steel structure bridges the Rhine
spire of Cathedral penetrates thick clouds the ICE builds up speed
flashes of sunlight dart through wooded forests beam on cultivated fields
here & there a tractor weaves scattered livestock glean lush grasses
fleeting sights of doll house estates decorated with laced attic windows
townships acquiescent to church steeples
workers huts encircled by vegetable plots border the rail track
atop hills a filigree of sculptured leafless trees decked with mistletoe floss
stand in rows of military precision unsettle our tranquillity
flashbacks of past images
the shrill of the guards whistle stacking of humanity in cattle wagons
the smoke stacks billowing beside the timber yards
we alight at Berlin railway station with trepidation

1. Regarding the Pain of Others, Penguin Books, Great Britain 2004, p66

*This poem published in Νο 58 2012 Antipodes, yearly magazine of Greek-Australian Cultural league of Melbourne, p. 51.

**Loula Rodopoulos was born in Australia of Greek heritage in 1944. She published poetry in anthologies and also wrote short stories. Rodopoulos became Associate Professor in Social Work at Deakin University and served also as a member of the Administrative Appeals Tribunal. She died in early 2013.

Σοφία Σεραφειμίδη, Διαδρομή

Fernando-Pedrosa_Palinodiae-235x300

To ξέρω πως κάποτε θα’ ρθει ο καιρός
που θα’ χεις στερέψει, και τότε θα’ ρθω
εθελόντρια από την χώρα των Φαιάκων
για να γίνω πάλι η Μούσα σου

το ξέρω πως θα’ ρθει αναπόφευκτα
κι’ ο καιρός που θα’ χω πια νικηθεί
και τότε θα’ ρθεις μισθοφόρος
για να πάρεις τα λάφυρα

όμως  τ ώ ρ α  που εξαντλούμαι
σε διαδρομές ανυπόταχτες
μη μ’ αναζητάς για να γίνω η πυξίδα σου
μάταιο πόνημα σε καιρό θολερό

πάντα τυχαίνει να’ ναι η κατάσταση αλλιώς
πάντα προφτάνει και συμβαίνει το μοιραίο
κι’ ένα λάθος πάει πριν το σωστό
σκίσε τους χάρτες σου γιατί την δική μου
πατρίδα δεν την γράφουν
και θα σε πάνε σε τόπο που δεν υπάρχω εγώ.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης (του Fernando Pedrosa) αναδημοσιεύονται από την ιστοσελίδα του ηλεκτρονικού περιοδικού “Παλινωδίαι” στο http://www.palinodiae.com/en/%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CF%83%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CE%B4%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE/

Μαρία Θεοφιλάκου, Ποιήματα από τη συλλογή “ΑΝ(ΩΝΥΜΑ”, εκδ. Δωδώνη

%CE%91%CE%9D%5B%CE%A9%CE%9D%5D%CE%A5%CE%9C%CE%91

Δύσκολες ανατολές

Ανασαίνουμε νύχτα
ελεύθεροι, γιατί είναι μοναξιά
σε κάθε μας τυφλό βήμα,
τρεκλίζον
Κλείνουν τα θέατρα
Θεριεύουν οι σκιές
Οι αλήθειες αλαλάζουν στα βουνά
και πεινασμένες κατεβαίνουν προς την πόλη

Ανασαίνουμε νύχτα
Σφικτά ταμπουρωμένα σώματα
μα είμαστε πιο πάνω από τις σάρκες·
κείνες δεν είναι παρά μια αφορμή
Τα αγρίμια ας κοπιάσουν,
μας γνωρίζουν
Στα πόδια μας εμπρός
θε να κουρνιάσουν

Ελεύθεροι, γιατ’ είναι μοναξιά
από τη διαλεχτή
που αρνείται τις κρυψώνες
και σκίζει των αυλών τα δηλητηριασμένα ρόδα,
έτσι εισπνέουμε τη νύχτα
πηκτή στο λάρυγγα
στο χνώτο όμως ρημάδι
και βγάζουμε το πρώτο φως

***

Η Πόρτα

Με το πρώτο σκοτάδι που θα πέσει
θα ονειρευτώ μια πόρτα δίχως τοίχους
κι απ’ όπου θέλω εγώ θα την περάσω
ενώ ένα μάτι αγριεμένο θα κοιτάζει

Ξύλο γδαρμένο,
το χρώμα σε σημεία ξεφτισμένο,
θε να βαστά αυτή τους δρόμους όλους
και πίσω της κι εμπρός της

Καιρό άμα σηκώσει
πάνω της το κορμί μου θα γαντζώσω
τόσο που σα μαρμάρινο να μοιάζει
να μη γνωρίζω αν έφτασα ή αν αρχίζω

Με το πρώτο σκοτάδι που θα πέσει
και πριν οι τοίχοι να υψωθούν προλάβουν
θα ονειρευτώ μια πόρτα μες στο δρόμο
που αλλιώς θα ‘πρεπε μόνη να αλλάξω

***

Σελήνη

Τις Κυριακές μου εδώ και το ταλάντεμα διστάζει
εμπρός στην παγερή μαχαίρα της σελήνης
Κόσμος με βήματα ελαφρά διαβαίνει,
μα είν’ ένα πέλαγο κουτσό, δίχως ακτή, που μένει

Να ’ναι το φως του απόβραδου
κάποιο σημείο ζοφερό που μ’ αποδοκιμάζει
Ή κάποια ωδή στην αμεροληψία του
για τα έργα μου, που διόλου δεν το μέλλουν

Νύχτες ασπρόμαυρες ζυγώνουν στα σκαλιά μου
Κι εγώ σαν τρίξει φονικά ο σύρτης
θα ξέρω πριν τις δω στο ημίφως
αδέρφια ότι είν’ των πλουμιστών φαιδρών

Πως ό,τι ήταν έρχεται και ό,τι είναι μισεύει
Όπως αργόσυρτα σημαίνουν οι καμπάνες
Στην χάση του έναστρου και των ανθρώπων
Στο γιόμα εδώ του ετερόφωτου

***  

Ο ξένος

Μοιράστηκα μαζί σου μια σιωπή
που ‘χε ακουμπήσει στα χείλη του γκρεμού
σ’ ένα άδροσο λίκνο
προτού να γεννηθούν οι λόγοι,
ούτε σωστά ούτε παράδοξα,
σα μια φυγή να μας περίμενε εκεί
Ξέχωρα και τους δυο,
χαμένους
Κι όμως μαζί

Εσύ δεν τρόμαξες εμπρός στ’ άγνωρο βλέμμα,
και δε φοβήθηκα βουβά να σε κοιτάξω
σα μια φυγή να μας περίμενε εκεί
 πιο κάτω όπου βουλιάζανε τα στερεότυπά τους
 λέξεις, αβρότητες
οι τόσες στριγκλιχτές μιλιές
που αρθρώνονται κι ορθώνεται
η μαύρη τρύπα της ψυχής

Εγώ κι εσύ σιωπήσαμε
όπως σηκώνει άγκυρες το πλοίο που σαλπάρει
όπως ψυχραίνονται οι ταξιδευτές
το χάραμα που αρχινούν το όργωμα των τόπων
Κατά πώς να ‘ταν φυσικό ανάμεσά μας

Μοιράστηκα μαζί σου τη σιωπή
που ‘χε περάσει από φεγγάρια ποθητά,
χείλια απόρθητα,
κι έφερνε γνώση κι ιστορίες μύριες,
μια υποψία συμβατού
και μια ντροπή των όσων κουβαλούσε
Κι όμως δεν έφυγε κανείς

Είναι που πήγαμε βουβοί προς τη φυγή μας,
εγώ κι εσύ,
και δεν καλύψαμε τα μάτια,
γι’ αυτό μπορώ και περπατώ γοργά τον κόσμο όλο,
μ’ ένα τριαντάφυλλο κλειστό,
με μια πατρίδα

***

Βικτώρια

Δεν έχει τέλμα να βουτήξω το ψωμί μου
Ούτε και τέρμα ν’ αποθέσω τα μπαγκάζια μου
Όλο τ’ αδράζω από τη σκόνη κι αυτά ξανακυλάνε
Μέρα τη μέρα σε σταθμούς που όλο τρέχουν
μοιάζω να είμαι εγώ σταματημένη,
ονειροπόλα καρτερώντας μια αποβάθρα
Κι εσύ αν είσαι φίλος
κάνε τα μάτια σου πως καθαρίζεις
Όποιος κι αν φεύγει από τους δυο,
αν φεύγει,
είμαστε μόνοι.

Μιχαήλ Μήτρας, Δύο ποιήματα

Pelargoi

ΕΠΑΦΗ
την αγγίζει όταν αγγίζονται αγγίζει

αγγίζονται αγγίζεις τον αγγίζει

και με αγγίζει όταν αγγίζονται

αγγίζομαι αγγίζει όταν αγγίζει

αγγίζονται αγγίζονται την αγγίζει

με αγγίζει όταν σε αγγίζω και

αγγίζει αγγίζονται όταν την αγγίζει

αγγίζονται αγγίζεις όταν αγγίζεις

με αγγίζεις όταν σε αγγίζω με


*** 

Έργο Πάμπλο Πικάσο

Έργο Πάμπλο Πικάσο

ΜΕΤΑΦΟΡΑ

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας σε μπλε δωμάτιο

άντρας

και γυναίκα

σε κόκκινο

δωμάτιο


*Από το βιβλίο «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, 1982-2002, εκδ. Απόπειρα, 2004.

Στέλλα Δούμου, Οδυνηρό Φως

1934613_10153943077067369_8483213833055583095_n

{σαν σήμερα. Που έραψες τον χρόνο πίσω σου..} 



Mε φωτεινά δάχτυλα

τάματα ήλιου
τρυπούν το ζάμπλουτο μαύρο

της τιμωρημένης κάμαρας.

Τιμωρημένη

γιατί κράτησε αδιάφο
ρη
το σώμα του πατέρα

σιωπηλό και παγωμένο που

παρά τα κλάματα και τις ικεσίες

δεν άλλαζε κατάσταση.

Ώστε τα λόγια και οι ματιές

χτυπούσαν σε κάτι σκληρό

και ξαναγύριζαν ορφανά

και άχρηστα φέρνοντας

πόνο οξύ και ασίγαστο.

Στη θύμηση

αυτής της σκληρής και

απαρηγόρητης εικόνας

τα φωτεινά δάχτυλα

του μικρού σώματος του ήλιου

δεν σχεδιάζουν στο σκοτάδι της

κρύας κάμαρας

παρά τη μορφή του πεθαμένου πατέρα

που του ξεσκεπάσαμε το πρόσωπο

μόνον όταν το αυγινό φως

μας πρόσταξε πως ήρθε η ώρα

να πιστέψουμε ότι αυτό το

παγωμένο ξύλο

δεν πρόκειται ξανά ν’ ανθίσει

μακάρι όλο το φως του κόσμου

να το βρέξει.
.


*Από τη συλλογή “Χαμηλές Οκτάβες” εκδ. Φαρφουλάς, 2013. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο http://doumoustella.wordpress.com

Έρμα Βασιλείου, Η επόμενη μέρα από τις πυρκαγιές (και ένα ποίημα)

468212-medium

Με αφορμή τις Πυρκαγιές του Μαύρου Σαββάτου της 7ης Φεβρουαρίου 2009 στην επαρχιακή Βικτώρια (έξω από τη Μελβούρνη) το άρθρο μου αυτό δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα του Σίδνεϊ την ίδια χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ στη μνήμη όσων χάθηκαν τη μέρα εκείνη τόσο άδικα (173 ψυχές) αλλά και όσων τραυματίστηκαν (414 άτομα).
Θυμόμαστε πάντα το μεγάλο ηρωισμό του Αυστραλού προς τον συνανθρωπό του. Τη μέρα αυτή κάναμε όλοι μια ευχή να μην υπάρχει ποτέ όμοιά της, να μην υπάρχει άλλη ίδια. Επίσης, το άρθρο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο “Έργα του Νότου”.

epa03527647 Unfamiliar territory.....A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria  Jan. 8, 2013. The fire has been contained.  High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state.  EPA/JULIAN SMITH

epa03527647 Unfamiliar territory…..A kangaroo hops through a burnt out paddock after a grassfire in Sunbury north of Melbourne,Victoria Jan. 8, 2013. The fire has been contained. High winds and record temperatures fanned fires in the south east region of the country,. More than 130 fires are preently burning in neighbouring New South Wales state. EPA/JULIAN SMITH

Η τηλεόραση και τα υπόλοιπα Μέσα Ενημέρωσης είχαν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που πλησίαζε. Μα ο καθένας κρίνει μόνος του πότε θα πρέπει να τα εγκαταλείψει όλα για τη ζωή του. Γιατί ζωή είναι αυτή που βλέπει κανείς μπροστά του, αλλά κι αυτή που μένει πίσω του. Είναι και ο χρόνος μεγάλος μάρτυρας σε όλα αυτά. Βιάζεται, και δεν είναι διαθέσιμος πάντα σύμφωνα με το βηματισμό του καθενός. Και κείνη τη μέρα, χρόνος και άνεμος, φωτιά και κόλαση βάδιζαν αντάμα. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν και αγκάλιασαν διπλά, γερά ό,τι έβρισκαν. Και έμεινε η απορία, η έκπληξη και ο πόνος στα συντρίμμια. Πότε! …Πότε πρόλαβε η φύση να δείξει αυτό της το πρόσωπο; Πότε ένα αυστραλέζικο μαγευτικό τοπίο γίνηκε στάχτη; Και μια αγνή εικόνα της υπαίθρου, μια οικογένεια της κόκκινης, παιδεμένης γης έγινε μνήμη; Και σκέφτεται κανείς να μετρήσει παραπάνω…μα…πότε μπορεί μέσα σ’ αυτό να χαθούν τόσο γρήγορα, τόσο αστραπιαία…ανθρώπινες ψυχές…όντα από το ζωικό βασίλειο…η φύση όλη, το βιος, οι ελπίδες, τα όνειρα. Πότε πεθαίνει ένα δέντρο όρθιο, και μια φρεσκοφυτεμένη γλάστρα φωνάζει βοήθεια; Ο θάνατος είναι θάνατος αλλά μπορεί να έρθει πιο γλυκός…ποτέ στη φλόγα μέσα. Πότε φοβούνται τα κατοικίδια και μένουν πίσω, στον αφέντη τους, να μοιραστούν το φόβο του θανάτου μαζί… Η κόλαση γίνεται μεγαλύτερη όταν προχωρά η ίδια σε σένα!

Και βγαίνουν μέσα από τη φωτιά ζωντανά πρόσωπα, με κοκκινόμαυρο χρώμα με ρούχα που η φωτιά άρπαξε…και καραδοκεί να βάλει μεμιάς στο στόμα της…Με το μαρτύριο της αγωνίας στο πρόσωπο, τη δύναμη της ζωής να ζήσει στα μάτια τους…η μάχη ολόρθη για τη γη του ανθρώπου του γενναίου Αυστραλού, που πάλαιψε να την δαμάσει, να την κτίσει με πράσινο χρώμα να έρχονται μαζί, κόποι και πουλιά να τραγουδούν τη δόξα της. Και να η γη τώρα, η κόκκινη να παίρνει πιότερο το χρώμα της φωτιάς.

Γιατί…δεν υπάρχει σκληρότερος τρόπος να περιγράψει κανείς τις φλόγες από το αποτέλεσμά τους, τη στάχτη.  Και για τη στάχτη δεν υπάρχουν περιγραφικά, εκτός από το χρώμα της.

Όλα όσα πορεί να θυμηθεί η ψυχή και να πονέσει την περιγράφουν

Ξημέρωσε η επόμενη μέρα της 7ης Φεβρουαρίου, και η μεθεπόμενη, όπως θα ξημερώσουν κι άλλες. Και μέσα από την εικόνα της τέφρας που βράζει και αχνίζει ακόμα στάχτη, φάνηκαν τόσες άλλες, δυναμικές εικόνες, που ανασαίνουν την ψυχή, δίνουν φτερά στην καρδιά. Άνθρωποι ν’ αναζητούν τους δικούς στα πύρινα τείχη, να βαδίζουν στη λάβρα του αέρα, που δεν ξεχώριζε τη μέρα εκείνη από τη λάβρα της φωτιάς, να ψάχνουν στις φλόγες με ατσαλένια θέληση να βρουν το γείτονα, να χάνουν αδιάφορα πολύτιμες στιγμές για να σώσουν τα κατοικίδια ζώα  τους, να τα ευθανατίζουν ορισμένοι για να μην παρατείνουν τον πόνο τους, με κίνδυνο να χαθούν μαζί τους, να θυσιάζονται για τον δικό, να παγιδεύονται στις γλώσσες της καταστροφής… και ηλικιωμένα ζευγάρια να περιμένουν χέρι με χέρι το τέλος της ζωής τους, παγιδευμένα σ’ ένα γκαράζ με σιδερένια πόρτα, όπου οι φλόγες ούτε το σίδερο θα φοβηθούν για να χωθούν.

Ξένοι να γίνονται δικοί για σωτηρία. Αυτή η αγάπη είναι ο εχθρός της φλόγας. Από το δράμα στον ηρωισμό είναι το θαύμα της ζωής.
 
Η έννοια της εφήμερης ζωής που ζούμε τόσο έντονα σήμερα είναι περισσότερο μέρος μιας ομιλίας του άμβωνα. Δεν πρόκειται εδώ ωστόσο για τη γραμμή της ζωής και όσα θα φέρει ο τελειωμός της στον παράδεισο. Πρόκειται για την ίδια τη γραμμή που περνάει αυτή την ώρα από την κόλαση. Πρόκειται για αυτό που κάνουμε το κάθε εκατοστό της ζωής μας, και που σ΄ αυτό μας παίρνει τόσο εύκολα  η αυτοθυσία.  Κι αυτή την καλή σχέση με τον γείτονα, αυτή τη θυσία, την γνωρίζουν πολύ καλά οι Αυστραλοί. Το mateship, που μοιάζει, μέσα από τη λέξη αυτή, μεγαλύτερο από το friendship.
 
Με δύναμη πνεύματος, ράντισαν και πάλι το χώμα που άφησαν πίσω οι φλόγες. Με δάκρυ ή με πικρό χαμόγελο, η δύναμή τους ορθώθηκε πυρίμαχη, ανεξάντλητη. Θα επιστρέψουν, είπαν οι περισσότεροι, θα κτίσουν και πάλι εκεί που τους πήρε η φωτιά το βιος. Στα κέντρα όπου συνάζονται για να σταθούν στα πόδια τους, η δύναμη του πνεύματος είναι φλόγα που ανασταίνει περισσότερο εμάς που δεν είδαμε το πέρασμα της κόλασης της 7ης Φεβρουαρίου αλλά το νιώσαμε στις πράξεις των συνανθρώπων.
 
Οι θηριωδίες της φύσης έχουν ένα τέλος, όχι όμως και αυτές των ανθρώπων. Και είναι με πληγές που επιστρέφει κανείς πάντα στα ενθύμια του νου για να σκεφτεί τι προκαλεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.
 Συχνά, μπροστά στην τηλεόραση, ή ακούγοντας το ράδιο, είναι για να πάρουμε δύναμη από όσους έζησαν το κόκκινο φιλί του θανάτου. Μα ακόμα και τότε, ορισμένοι από μας δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
 
Η μέρα που δεν αφήνει κανείς την σκληρή εμπειρία να γίνει απλά μια κακή θύμηση, η μέρα που ανασταίνεται η στάχτη, αυτή είναι η επόμενη μέρα. Η μέρα που θα ραντίσουμε με ό,τι μπορούμε τη γη εκείνων που την έχασαν. Η επομένη μέρα από τις πυρκαγιές  είναι ακόμα για να σώσουμε.  

Κι όμως η μνήμη φλογίζει ακόμα, θυμίζει ένα θόρυβο που έρχεται, πλησιάζει…και ακόμα και στον ύπνο μας τρίζουν τα δέντρα τα δόντια από φόβο…Ένας Ξυπόλυτος Ήλιος γραμμένος σαν ποίηση στα τετράδια μιας ποιήτριας, έρχεται να ζητήσει καταφύγιο στις σελίδες με πόδια ματωμένα με καρδιά λυγισμένη ζητώντας συγγνώμη για τη δύναμη…τη Δύναμη, τη Φύση. Και τον καλωσορίζουμε σαν άνθρωπο στο κατώφλι με νερό κι ένα κρύο βρεμένο ρούχο στο μέτωπο…κι έτσι μόνο…αγαπώντας τον άνθρωπο όλα σβήνουν όταν πρέπει…όλα διορθώνονται όσο μπορούμε, ακόμα και η συμβολική γραφή που δεν αντέχουμε να γίνεται η κυριολεξία της θεριστικής μηχανής των στοιχείων και ο χαμός του κόπου και της ζωής των δικών μας αδελφών στη ΓΗ, όπου γης.
και δρόσου ξεκούραση

Κάτι στη μνήμη του Brian Naylor, δημοσιογράφου του Καναλιού 9 που χάθηκε εκείνο το Σάββατο με τη σύζυγό του, αλλά και για όλες τις ψυχές που πέταξαν την ίδια μέρα μακριά μας!

Ξυπόλυτος Ήλιος

Η λύρα του Νέρωνα
Φοβίζει
Μαζί με φλόγες οι νότες
Περνούν και κροταλίζουν σε άλλους αιώνες
Φεύγει το μαύρο σύννεφο
Μείναν οι προσευχές
Εσύ κι εγώ σωσμένοι
Εσύ κι εγώ χωσμένοι
Και υπεύθυνοι στη μάχη, έτοιμοι για τη μεγάλη δραπέτευση
Που επιστρέφει στη ζωή
Σίδερα λαμαρίνες
Τέφρος
Τάφρος
Αέρας σκοτεινός
Που αποφάσισε ν’ αλλάξει τα ρούχα μας
Σήμερα
Αλλάξαμε μια χειραψία επί τέλους
Στο Kinglake
Στο Marysville
Με πονεμένα χέρια, με σάρκα να μένει ανοικτή
Αν κι ένωσαν για πάντα οι πληγές τις πληγές της
Και προχωρήσαμε μαζί με τον Ξυπόλητο Ήλιο
Και προχωράμε, με φωτιάς βάδισμα
Και δρόσου ξεκούραση!

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.

The results of a bush fire, Heathcote, Royal National Park, Australia.