Ouyang Yu, Self Translation (Transit Lounge)

self_translation_1500_wide

In the ambiguity of Ouyang Yu’s title, Self Translation, we can read not just a creolised or transformed Chinese Australian self, but two selves: a Chinese self on the left page and an Australian on the right. Nor are the two selves completely discrete. Yu’s poetry is as central – and essential – as anyone’s else’s to Australia right now: if the concept of centrality is useful. My point is that he is not just doing his own unique thing, but is writing Australian lyrics that state ‘the death of nature is most beautiful’ without being obvious or obviously ironical (‘Beautiful Death’); he can also begin a poem called ‘Christmas, 1993’, with the line ‘this is the season of death’. In Yu’s poetry the excoriation of the nation is rejuvenated; in ‘Song for an Exile in Australia’ Yu writes, ‘in a loveless season in Australia’, ‘in a poemless season in Australia’ and, in a brilliant image, of ‘the/wheelchair of imagination’. But it’s not all bleak. ‘On a Sunny Noon’ is a hilarious take on the migrant poem:

on a sunny noon
i was eating
a delicious fish head
sucking
its eyes
one by one
it was

the head

of a fish
that used to swim

in the murray

Racism is a continuing theme in Yu’s poetry, one that receives innovative treatment in ‘My Country’, which sympathises with a ‘filipino woman … yelling: back to the philippines!’. Here the going back (from Japan) is presented as the migrant’s desire. The poem is further complicated by its allusions to Australian national literary tropes. The title of course recalls Dorothea Mackellar’s poem of the same name, whereas the ending: ‘you bastard, my country!’ – aimed at China – recalls Xavier Herbert. As indicated there is an occasional bleed or fissure between the selves of the book. In ‘The Double Man’ (whose name is ‘australia china’ or vice versa), Yu puns on ‘Motherland’ and ‘Otherland’ (the latter being the name of the journal Yu founded and edits).

But to make this pun, where ‘Mother’ loses its ‘M’, Yu writes the English word and the letter ‘M’ on the Chinese side also. ‘At Dusk’ gestures to further mobility, with a note that is parenthetical on the Chinese side only: that the lines could be read in a different, suggested order. The Chinese version of ‘The Train’ ends with an exclamation mark but not the English, whereas ‘My Country’ ends with an exclamation mark in English but not Chinese; and while there is apparently a Chinese equivalent for ‘Marlboro’ in this poem, ‘extra mild’ is given in English on both sides.

Further, in ‘Zero Distance’ ‘zero’ is a word in the English title and poem, but the number ‘0’ in the Chinese. Yu also occasionally uses phonetic Roman versions of Chinese words, such as ‘hua’ for China and ‘ao’ for Australia, which are the names of ‘two women’ in the poem of that name. The romantic and the sexual are both present in Self Translation but as distinct concepts. In ‘Zero Distance’, Yu writes ‘Human relationship … It’s the standard thickness of a condom’, and in ‘No Title’: ‘When the English language comes flooding in/ I’ve lost my memory// The 5,000-year-old structure collapses overnight/ As my tongue straightens like a penis’. The poem points to the relation of language to memory: ‘Pretty soon, I’ll forget my parents/ And brothers altogether’. Yu brings a refreshing oddness to the oddness of Australian poetry when he writes lines like: ‘i take you/ in my arms/ as a mother/ caressing her baby/ a mature baby’ (‘Untitled’). Another ‘Untitled’ poem aligns the phrases ‘some become lines of poetry’ with ‘fish enter the arts’.

The book ends with three visually exciting poems that combine Chinese and English, self and self. ‘The Double’ translates line by line; it plays thematically with alternation, with black- and whiteness. ‘My Sadness’ begins with a quote from a letter by W.B. Yeats to J.M. Synge that Yu has translated, followed by the English original; the poem translates from an Irish and French context to Yu’s Chinese Australian. The final poem returns to the double bilingual mode: except that both sides include Chinese and English, alternating. The poem is a meditation on Robert Frost’s ‘The Road Not Taken’, which encourages the monolingual reader to take both roads (poems) by reading the Chinese or the English back and forth from left to right pages. The last stanza in both poems is in both languages, with the word ‘taken’ taken from English and replaced by Chinese, and placed in the Chinese text on the left. Finally the poem ends with an extra line in English in the left, mainly Chinese stanza: ‘There’s nothing you can’t do that you do’. The blank that corresponds on the right is our yet-to-be translated future.

*From http://www.cordite.org.au

Ouyang Yu_original

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Δύο ποιήματα

12654688_1680666872217787_5250215993164812368_n

«Ο άνθρωπος υψηλής κοινωνικής θέσης είναι με τρόπο πρωτόγονο, ένα εκρηκτικό άτομο (εκρηκτικοί είναι όλοι οι άνθρωποι, αλλά αυτός είναι με ιδιαίτερο τρόπο). Χωρίς αμφιβολία, προσπαθεί ν’ αποφύγει, τουλάχιστον να καθυστερήσει την έκρηξη».
G. Bataille, Το καταραμένο απόθεμα
(μτφρ. Λένα Λυμπεροπούλου, Futura, 2010)

ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

• θα υπάρχουν ολοένα και περισσότερα
(ποτέ δεν θα είναι αρκετά)

• θα υπάρχουν ολοένα και περισσότερα για ολοένα και περισσότερο κόσμο
(και πάλι κάποιοι θα μείνουν στην απόξω)

• η Οριστική Λύση θα επέλθει μέσω της Αφθονίας

• θα υπάρχουν ολοένα και περισσότεροι που θα συνωστίζονται στις κυλιόμενες σκάλες, στις αίθουσες αναχώρησης και στα ιδιωτικά ασανσέρ (παρακολουθούμε τους σπασμούς του φιδιού μετά τον αποκεφαλισμό του)

• θα υπάρχει κόσμος και κοσμάκης με ολοένα και μεγαλύτερη πρόσβαση
(τι πάει να πει πρόσβαση;)

• θα υπάρχει ολοένα και μεγαλύτερη πρόσβαση για ολοένα και περισσότερο κόσμο (τι απέγινε ο κοσμάκης;)

• οι αρμόδιοι φορείς θα απαιτήσουν έναν ρυθμό διαστρέβλωσης

• η Αφθονία θα εισέλθει θριαμβευτικά μες στα υπαρξιακά μαθηματικά των Τραυλών

• θα υπάρχουν αρκετά για όλο τον κόσμο
(όλος ο κόσμος δεν θα ’ναι ποτέ |αρκετός|)

• έξω από ρητορικά σχήματα η γλώσσα θα δαγκώσει τη γλώσσα της

• θα υπάρξει πόλεμος λοιπόν |aha| όπως πόλεμος πάντοτε υπήρχε |ok then|

• οι εγγαστρίμυθοι θα διεκδικήσουν τα ρητορικά τους χαλίκια

• made in «αναδυόμενες αγορές»

• η Οριστική Λύση θα αντιμετωπίσει εμπόδια που θα παρουσιαστούν από τους αρμόδιους φορείς ως ανυπέρβλητα, στο τέλος η γραφειοκρατία θα επινοήσει άλλο ένα αδιέξοδο, ανακουφίζοντας προσωρινά όλον αυτόν τον συρφετό

• με έμβλημα τη Φαλτσέτα, μια νέα σέχτα θα σπείρει πανικό, ιδίως στα μικροβιολογικά εργαστήρια και στις επιδοτούμενες αίθουσες αιμοληψίας

• τα βιβλία θα εκλαμβάνονται για τυπωμένο χαρτί

• η Τέχνη θα παρακολουθεί τα τεκταινόμενα με αμείωτο ενδιαφέρον, κρατώντας όμως μια υγιή απόσταση, ώστε να συνεχίσει να εκλαμβάνεται από τον εαυτό της ως Τέχνη

• ξαφνικά θα υπάρχουν ολοένα και λιγότερα για ολοένα και περισσότερο κόσμο

• με δάκρυα στα μάτια από τα πόντιουμ του γίγνεσθαι θα ειπωθεί: «λαέ, λυπούμαστε, όμως δεν βρέθηκε Λύση» [το περιβόητο θα θριαμβεύσει κοινότοπα γιατί αυτή είναι η αποστολή του]

• θα υπάρξουν προφητείες που θα ασκήσουν ένα νέο είδος γοητείας, ιδίως σε όσους τις ασκούν

•|ένα σπίτι στα προάστια, αυτό μόνο ζητούσα|: νοσταλγία-ανέφικτο-αλκοολισμός

• οι αρμόδιοι φορείς θα προαυλίζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα

• το μπούστο μιας pop star θα ανατιναχθεί στα 34.000 πόδια

• νέες εργασιακές δυνατότητες: καθαριστές φυλακών, υπεύθυνοι απεντόμωσης, software engineers, 3D printers {ταυτόχρονα}

• μια στρατιά από ρακοσυλλέκτες θα μεθοκοπά μπροστά σε βαρέλια που αχνίζουν

• θα αναδυθεί μια από τις πολλές γνωστές ιστορίες (π.χ.: λιγότερα για τους περισσότερους, πολλά για τους λίγους κ.ο.κ.)

• θα ξανακάνουμε πόλεμο λοιπόν με κάθε νομιμοποίηση από σύγκορμο το κοινωνικό σώμα

• οριστικό πόλεμο με στόχο την οριστική Αφθονία

• τα πράγματα θα μείνουν στη μέση, νάρκες βουβές θα ανατιναχθούν, κορμιά θα διαμελισθούν, φιλανθρωπικοί χοροί θα οργανωθούν, νέα χαμόγελα θα δραπετεύσουν απ’ τις οδοντοστοιχίες. Κλάματα.

• ο Χρόνος | Θα | Είναι | Κρίμα |

• ήδη οι αυτόματοι διορθωτές κειμένων υπογραμμίζουν με κόκκινο τη λέξη Αρμαγεδδών (το επισημαίνουμε για λόγους πολιτικής ορθότητας)

• «το μη χείρον βέλτιστο», ολοένα αυξανόμενο για ολοένα και περισσότερο κόσμο

• οι λίγοι θα εντείνουν την τακτική της περιφρόνησης αλλάζοντας κανάλια νευρικά

• «η ταξική πάλη ως παραφυάδα της ελληνορωμαϊκής»: μαζική αποστήθιση στο Universal Sports Hall Arena. Προσευχή.

• θα υπάρξουν περισσότερα, ολοένα και περισσότερα για ολοένα και περισσότερο κόσμο
(ποτέ δεν θα είναι αρκετά)

• [αρκετά!] [genau!] [enough is enough!]

(η ζ ω ή ε ί ν α ι σ ύ ν τ ο μ η και δικαιούμαστε μιαν ανάσα)

• περισυλλέγουμε τα πτώματα, τα ολοένα και περισσότερα πτώματα,
από τα ολοκαίνουρια, απαστράπτοντα κράσπεδα
μιας ολοκαίνουριας, απαστράπτουσας οιμωγής

[ιδού τι πάει να πει πρόσβαση, καημένε]

• τα βιβλία εκλαμβάνονται για τυπωμένο χαρτί

• η Τέχνη συνεχίζει τον δρόμο της

ΟΔΟΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

|Ιδιωτική Ζωή|

|Παγκόσμια Κούραση|

|Παράξενα Πράγματα|

|Γευστική Ποικιλία|

Ράθυμοι σκύλοι τριγυρνούν με βουβές χειροβομβίδες στο στόμα

τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ

«Νιώθετε πρησμένη ή νωθρή; Έχετε φορτωμένο πρόγραμμα; Το πιο πιθανό είναι ότι, απλώς, το υπομένετε. Σας έχουμε λοιπόν ευχάριστα νέα: έναν γευστικό, απλό τρόπο να ξαναβάλετε την υγεία του πεπτικού σας συστήματος στο σωστό δρόμο. Αν προσθέσετε τις ακατέργαστες νιφάδες σταριού που σας ετοιμάσαμε στην καθημερινή σας ρουτίνα, πιστεύουμε πως ίσως θα αισθανθείτε καλύτερα μετά από μόλις 3 μέρες. Μετά από 5 μέρες μπορεί κι εσείς να αισθάνεστε πραγματικά καλά: γεμάτη ενέργεια και ζωντάνια!»

|Έκλυτος Βίος|

|Δαπανηρή Στεναχώρια|

|Ενάρετο Ντύσιμο|

|Στομαχική Διαταραχή|

|Αερόβιοι Σίσυφοι|

|Υποκείμενος Πληθυσμός|

Γάτες που περιεργάζονται σκυλοτροφές

τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ

«Ich frage Euch: Wollt Ihr den totalen Krieg? Θέλετε έναν πόλεμο περισσότερο ολοκληρωτικό και ριζοσπαστικό απ’ ό,τι μπορούμε σήμερα να φανταστούμε;
Είστε εσείς και ο λαός πρόθυμοι να δουλέψετε, αν ο Αρχηγός το διατάξει, 10, 12, ακόμα και 14 ώρες την ημέρα και να δώσετε τα πάντα για τη νίκη; Σας ερωτώ: Εγκρίνετε, αν χρειαστεί, τα πιο ριζικά μέτρα ενάντια στο μικρό ποσοστό των φυγόπονων και των μαυραγοριτών που παριστάνουν ότι έχουμε ειρήνη εν μέσω πολέμου και εκμεταλλεύονται τις ανάγκες του έθνους για ίδιους σκοπούς; Συμφωνείτε ότι αυτοί που υπονομεύουν την πολεμική μας προσπάθεια πρέπει να εξοντωθούν;»
«Ό,τι εξυπηρετεί τον αγώνα για τη ζωή είναι καλό και πρέπει να ενθαρρύνεται. Ό,τι βλάπτει τον αγώνα για τη ζωή θα πρέπει να εξουδετερωθεί. Με φλεγόμενη καρδιά και ψύχραιμο μυαλό θα ξεπεράσουμε τα μεγάλα προβλήματά μας. Υπάρχει κάποιος που να ζητά τη συνθηκολόγηση εδώ μέσα; — ΚΑΝΕΙΣ! — ΚΑΝΕΙΣ!»
«Δεν υπάρχει καιρός για άσκοπες διενέξεις. Πρέπει να δράσουμε γρήγορα, διεξοδικά και αποφασιστικά».
«Ξεσηκώσου τώρα λαέ και άσε την καταιγίδα να ξεσπάσει!»

|Προγραμματική Ονείρωξη|

|Αξιοθαύμαστη Ποικιλομορφία|

|Δραστήρια Ωράρια|

|Ισοδύναμες Κτηνωδίες|

|Οικολογική Συνείδηση|

|Πολυέξοδα Βίτσια|

Σοφές χελώνες αστράφτουν στον αυγουστιάτικο ήλιο

τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ

«Ο παντοκολλητής γενικής χρήσεως κολλάει γρήγορα

μόνιμα

καθαρά

ξεπλένεται στους 60ο C»

«θέλετε τον Ολοκληρωτικό Πόλεμο; … γεμάτη ενέργεια και ζωντάνια… ποιος σας είπε πως δεν έχετε καιρό για νέες απολαύσεις; ΚΑΝΕΙΣ! ΚΑΝΕΙΣ!… το πιθανότερο είναι … περισσότερο ολοκληρωτικό και ριζοσπαστικό απ’ ό,τι μπορούμε σήμερα να φανταστούμε; … πως, απλώς, το υπομένετε… αν ο Αρχηγός το διατάξει… η καθημερινή σας ρουτίνα… είστε πρόθυμοι να δουλέψετε 10, 12, ακόμα και 14 ώρες για… να ξαναβάλετε την υγεία του πεπτικού σας συστήματος στον σωστό δρόμο;… ξεσηκώσου τώρα, λαέ, κι άσε τον απλό, γευστικό τρόπο να ξεσπάσει! … Σας έχουμε λοιπόν ευχάριστα νέα»

|Αιώνιο Απομεσήμερο|

|Βιβλικοί Μύθοι|

|Περίοπτη Κατανάλωση|

|Μεγαλειώδη Πεπρωμένα|

|Κατάσταση Εξαίρεσης|

|Αντρίκειες Κουβέντες|

σσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσσς…

τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ –
τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ-τικ-τακ

*Ο Γιώργος Πρεβεδουράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις και Φιλοσοφία στην Αγγλία. Έχει εκδώσει δύο ποιητικά βιβλία (Στιγμιόγραφο, Πλανόδιον, 2011, και Κλέφτικο, Πανοπτικόν, 2013).

**Αναδημοσίευση από το http://www.fairead.net/link-02-1

Φωνές απ’ έξω #1: Ελένη Γαλάνη

eleni_galani_display

Κοσµαλγία*

Το νησί των νεκρών
(αναφορά στον οµότιτλο πίνακα του Arnold Böcklin)

Είναι ο νόστος µια νόσος του νότου
λοιµώδης, µολυσµατική, για τους χανσενικούς της φυγής
η µνήµη
χάνει τα µέλη της µεσοπέλαγα
στη Νήσο πηγαίνοντας των νεκρών

Εσύ ψιθυρίζεις αινίγµατα της Στυγός
όρθιος στην κουπαστή µε κατεύθυνση τον βορρά συλλαβίζεις
αρχαία καλοκαίρια στο Λιβυκό:
κυπαρίσσια, θάλασσα, το νησί
η Σπιναλόγκα της άγνοιας
µια εποχή ηλιακή, ήτανε όλα εκεί
να θυµηθείς να ξεχνάς
να στερεώνεις τις λέξεις κατάσαρκα
να τις µπήγεις χρυσές πρόκες
στον άνεµο
να σε σφίγγουν
ωραίες θηλιές
στο λαιµό
– η κόλαση είναι ένα µέρος φωτεινό-
σε άλλους ήχους, σε ξένο ουρανό
ξηµερώνει

Eiserner Steg

Εξορία η µνήµη
επαίτης
αλλαζονικά απαιτεί
λεπτά απ’ το τώρα, µέλη απ’το σώµα σου
στο σώµα της σε κρατάει
στα χέρια της

σαν άλλη Πιετά

στη σιδερένια γέφυρα στην κουπαστή ακουµπά
µην κοιτάξεις
τα µάτια της, µην µαρτυρήσεις
ονόµατα, δρόµους, νεκρούς µη θυµηθείς
το κλάµα τους, µε τέτοια απ’ την αρχή ξανά
µη γελαστείς

-σε όποια πόλη, σε όποια γη, στον ουρανό το ξέρεις πια:
είναι ξένη χώρα
εδώ, άλλο νόµισµα-
κέρµατα κι ένδοξα παρελθόντα
δεκτά δεν γίνονται ούτε ένα σέντ δεν πρόκειται
κανείς γι’αυτά να εξαργυρώσει

Νέκαρ*

τα βράδια διασχίζει φωτισµένη τις φλέβες ποταµόπλοιο µεταγωγό
η απουσία ανασηκώνει το αίµα ελαφρά –σαν αύρα-
µετά η πληγή κατακάθεται

εγώ ρίχνω την άγκυρα του ύπνου στα άγρια νερά
εσύ διατάζεις την κατοικίδια θάλασσα να σου γλύψει τα πόδια

Το φεγγάρι µας πηρουνιάζει τα κόκκαλα
σα µακρινό φως χειρουργείου τα κοµµάτια µας
τεµαχισµένα στο δείπνο της σάρκας η προσµονή
λήκυθος λευκή
σε νερά σκοτάδια

άλλοτε
µπήγαµε την ψυχή µας κατάσαρκα στο τοπίο άλλοτε
ο χρόνος έρρεε υδράργυρος
στα χίλια κυβικά µεταλλικά
τα φώτα µας τυφλώναν

-εγώ µάντευα τις θλίψεις των δρόµων
πίσω από τα µισοφωτισµένα παράθυρα –
καθώς προσπερνούσαν
είναι όµορφες οι ζωές
όταν πνίγονται
είναι ένας τρόπος παράξενος να αντικρίζεις τον κόσµο
σαν να τον αποχαιρετάς
κάθε λεπτό

είναι ωραίο το βράδυ αυτό
στον βυθό
τα γέλια µας
βουλιάζουν κέρµατα φωτεινά µες στον Νέκαρ
η µνήµη είναι ασύλλητη, ο χρόνος ασάλευτος, άσυλο
η αρχαία πληγή

-όµως το τέλος χαράχτηκε αιώνες πριν σ΄ένα αγγείο κεραµικό του Εξηκία
οι δρόµοι όλοι καταλήγουν στην θάλασσα
(la mer est l’ amer destin de tous les voyages)-

να θυµηθείς να γελάς
ν’ αρπάξεις από τα βλέφαρα τη φυγή
όταν τη δεις στιγµιαία να περνά
όπως στα παράθυρα το βλέµµα των δρόµων
για εκείνη την φριχτή λάµψη στα µάτια της

για όσο ακόµα υπάρχει καιρός, ποίηση
είναι ο χρόνος που αποµένει

* Ο ποταµός Νέκαρ (στα γερµανικά Neckar), η λέξη προήλθε από τα ονόµατα Nicarus και Neccarus, που µε τη σειρά τους προέρχονται από την κέλτικη λέξη Nikros, που σηµαίνει “άγριο νερό”.

Στίγµα

Με τον καιρό καταλαβαίνεις:
είναι τα τραύµατα ανήλικα όνειρα
ο νόστος µια νόσος µολυσµατική η µνήµη
διαβάζεται “µήνις”

κι εσύ γεννήθηκες µε το στίγµα
(χρόνια, µεσογειακή, αναιµία της διάρκειας)

-είναι αλκοολίκι, σου λέω, η φυγή
το ξέρουν αυτοί που δεν επιστρέφουν κι εσύ-

είσαι ένας ξένος

ταγµένος
να γράφεις, να σβήνεις αιώνες
παλίµψηστος
µε εξαψήφιο νούµερο στο χέρι τατού
που σου χάραξαν σε ώρα που δεν
έβλεπες σε ώρα που δεν
έβλεπα σε ώρα που δεν
έβλεπε
κανένας

ο ουρανός µόνο -αυτός ο άγνωστος-
ανθίζει σε πείσµα της λάσπης
αιώνες τώρα καθαρός γυαλί
απ’ τη µεριά του γκρεµού
στο µέσον της γης σου
κατάσαρκα

µεσό-γειος ουρανός

* (Για τον τίτλο: σύνθετη λέξη από το Welt (κόσµος) και Schmerz (πόνος) – ως όρος αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Gερµανό συγγραφέα Jean Paul Friedrich Richter (1763-1825).

**Η Ελένη Γαλάνη σπούδασε Αρχαιολογία και ιστορία τέχνης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην Σορβόννη/Paris I (Παρίσι) και μουσειολογία στην Ecole du Louvre (Παρίσι) και στο Universidad Autonoma de Barcelona.  Η πρώτη της ποιητική συλλογή “Παρκούρ” (Γαβριηλίδης, 2012), ήταν στη βραχεία λίστα για τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς του περιοδικού ‘Αναγνώστης”, ενώ το δευτερο βιβλίο της (Terrarium, το πείραμα του Ward, 2014) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Μελάνι”. Έχει εργαστεί σε μουσεία και γκαλερί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2013 ζει στη Φρανκφούρτη

***Από τη “Θράκα” στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2015/11/1.html

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 1206 (αποφεύγοντας τις σταγόνες)


12512574_881535968659139_2065379027822669252_n

~
περιστρέφω 

τη σκέψη στην αδιαφορία μου,

αιφνιδίως αυτομόλησα στο φως που ζέσταινε τη γωνιά

στο μισοξηλωμένο 

παγκάκι μιας ανηφόρας μου,

εγώ κι ένας σκύλος Σαββατογεννημένος,

το σκέφθηκα

και μπήκα μέσα μου,

έκλεισα τα μάτια στο θεράποντα ουρανό,

ως σε διαρκή απειλή 

η μέρα μου

και βάλθηκα να ξεσκονίζω απέραντα όνειρα,

τα κρατούσα ως άπειρο

για παν ενδεχόμενο,

και με βρήκε η νύκτα να γελώ,

η διορισμένη μου 

ψυχίατρος
και να της λέω,

ξέρω εγώ τις διορίες και τις διαδικασίες τους,

και φώναζα, 

ασυστόλως ψευδόμενος

Herbert Huncke (1915-1996) , Χορεύοντας στη φυλακή

south-america-prison-05

Έχω κάνει φυλακή
δεν χορεύουν στη φυλακή

-κανένας δεν χορεύει στη φυλακή,
μόνο ίσως στο κελί κάποιος μόνος του

χτυπώντας τα δάχτυλα και φορώντας ακουστικά,

και φυσικά στα όνειρα.

Υπάρχουν καλά ακούσματα

στη φυλακή που ήμουν εγώ

γιατί είναι κοντά στον Καναδά, στο Μόντρεαλ,

και τους αρέσει η φίνα μουσική

και πολλά από τα προγράμματά τους είναι αφιερωμένα σε

νέους μουσικούς της τζαζ
και δεν είναι όλο εμπορικά

και κάποιοι απ’ αυτούς τους τζαζίστες εμφανίζονται στη σκηνή.
Έπειτα υπάρχει και κάμποσο τρελό πράμα εδώ

που περιστασιακά φτάνει κι εκεί.

Και στην αυλή παρέες με κόρνες, κιθάρες και κάτι να

βαράνε, ξεσπάν και χτυπούν παλαμάκια και δίνουν

ρυθμό, και μένα μου ’χει αρέσει πολύ.

Εδώ που τα λέμε, ήταν ένας ασυνήθιστος τύπος μ’ ένα σαξόφωνο
που συνέχεια έπαιζε μόνος του ή με άλλους
-μόνος στο κελί του ή κάποιες φορές μ’ έναν άλλον

δυο κελιά μακρύτερα

που θα βαρούσε μια κιθάρα και θα άκουγες τζαζ-

κι ο τύπος πραγματικά θα αφηνόταν μέχρι τις 7 η ώρα

όταν θα χτυπούσε το κουδούνι για να σταματήσουν οι ομιλίες.
Κάποιες φορές μιλάνε για χορό,
θυμούνται περασμένες εμπειρίες με γκόμενες που
συναναστρέφονταν

-«που τον κουνούσαν καλά, μάγκα»-

ή όταν πήγαιναν στο Παλάντιουμ, ακόμα ακόμα και στο
παλιό Σαβόυ κι αμέτρητα άλλα μέρη,
ειδικά όταν έρχονταν στη σκηνή ονόματα όπως
ο Basie, ο Ellington, ο Kenton1, όλοι τους.
Φυσικά ακούγονταν κι άλλοι όπως

ο Miles Davis, ο Yardbird Parker και
ο Shearing, η Sarah Vaughan,

η Anita O’Day, η Keely Smith, η Dakota Staton,

και θα μπορούσα να συνεχίσω αναφέροντας πολλούς ακόμα
αλλά οι περισσότεροι από αυτούς είναι κυρίως να τους ακούς
-αν και δεν νομίζω ότι στην πραγματικότητα αυτό αληθεύει
μιας και με κάθε μουσική μπορεί κάποιος να χορέψει.

Εν πάση περιπτώσει, εγώ χόρεψα τη νύχτα που πέρασε

κι αυτό μ’ έκανε πολύ χαρούμενο.

Δεν είμαι κάνας χορευταράς, πράγμα που σημαίνει ότι

δεν ξέρω πάντα τι να κάνω, ειδικά με τα πόδια μου,

αλλά πάντοτε με κάποιον τρόπο τα καταφέρνω

και ναι, κερδίζω κάποιες μεγάλες συγκινήσεις.

Και το ’κανα τη νύχτα που πέρασε.

1. Αναφορά στους Count Basie, Duke Ellington και Stan Kenton, σπουδαίους επικεφαλής των μεγάλων τζαζ ορχηστρών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

**Από την Ανθολογία “Αμερικανοί ποιητές & ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή. Ε Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβριος 2013. http://www.exarchiapress.gr

url

Paul Goodman (1911- 1972), Δύο ποιήματα

lpPhoto

ΝΑ ΑΚΥΡΩΣΩ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Να ακυρώσω το έργο της Δημιουργίας,
επιστρέφοντας από την 6η ημέρα στην 1η!
Ένας άνθρωπος μετά από έντεκα ώρες ύπνο
και σεξουαλική συναναστροφή με ζώα.
Ο ορειβάτης παρατώντας την ελατο-ζώνη του

και αναπληρώνοντας τον άνεμο ανάμεσα στα βράχια.
Ο ζωγράφος όταν ζωγραφίζει τη θάλασσα και τον ουρανό
σαν ένα δίεδρο χωρίς καράβια ή βροχή.
Ο φυσικός, χαλασμένο μυαλό και ζωή,
ερμηνεύοντας τα πλάσματα σαν είδη του φωτός.
Να ακυρώσω το έργο της Δημιουργίας,
επιστρέφοντας από την 6η ημέρα στην 1η!

***

ΓΕΥΜΑ

Το συκώτι του Προμηθέα
τηγανισμένο στον ιδρώτα του Σισύφου
είναι το γεύμα που κάτσαμε
για να φάμε.
Οι καρέκλες δονούνται
με την ανείπωτη οργή μας
και το αθώο νερό έχει ξινίσει.

*Από την Ανθολογία “Αμερικανοί ποιητές & ποιήτριες τολμούν” σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή. Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβριος 2013
. http://www.exarchiapress.gr

Ειρηναίος Μαράκης, Ο πλανόδιος πωλητής

έπινε κρασί, ρωμαίικο, κατοστάρι
τζούρες τραβώντας από τσιγάρο δανεικό
έτριζαν τα κάρβουνα στο παλιό μαγκάλι
στην ασπρόμαυρη πόλη έπεφτε σκοτάδι
έβρεχε, το φθαρμένο ημερολόγιο
έδειχνε φθινόπωρο
όλοι νόμιζαν πως ήταν μεσημέρι
μέσα στο θόρυβο της νύχτας
διέκρινε τα αργά, ύπουλα βήματα
ενός πλανόδιου πωλητή
πλησίασε, τρέμοντας, το καπνισμένο τζάμι
ήταν εκεί, σκυφτός, κάθε βράδυ
την ίδια ώρα, την ίδια στιγμή στο δρόμο
σκυλιά ακολουθούσαν το βήμα του
εμπόριο έκανε όταν έκλεινε
το ωράριο καταστημάτων
υφάσματα πωλούσε, κουβέρτες
σεντόνια για κρεβάτια νυφικά
μυρωδικά, γεννήματα της μάνας γης
σταφίδες, σάμαλι, πασατέμπο
δώρα για το παιδί και το εγγόνι
υποσχέσεις για βίο ανθόσπαρτο
κι είχε ένα παιδικό πρόσωπο
ένα σάπιο χαμόγελο
μάτια κόκκινα σαν του μεθυσμένου
μέσα τους καθρεφτίζονταν
ο πόλεμος που έρχεται

7.2.2015

stragalatzis

Γιώργος Δάγλας, Καντάδες για έναν δαίμονα

Τρέφομαι με
αποτυχημένους έρωτες,
Σπέρματα ευνουχισμένων
καλλιτεχνών.
Μοιράζομαι το τελευταίο
μου κρασί
Με συνταξιούχους
δολοφόνους
Ξεπεσμένους
αριστοκράτες
Θρησκόοληπτα
αγοράκια των πάρκων.
Πραιτοριανοί με κεντάνε
με τις λόγχες τους
Βλέπω το ικρίωμα
Οι φυγόδικοι κρύβονται
Οι δήμιοι διευθύνουν
την ορχήστρα.
Αγκαλιάζω τις αλυσίδες
των φρουρών
Το πλήθος ουρλιάζει
Μάνα, πουτάνα, νύχτα
Με κεφάλι λύκου με γέννησες
Ανισσόροπο κι οπλισμένο
Τη λύσσα μου να σκορπίζω
Στους αγρούς που
η εξουσία ορίζει.

***

Ακολουθώ τους ήχους των εκρήξεων
-δεν έχω πλέον επιλογές
-δεν έχω Άνοιξη
Στις δυναστείες δεν έχω θέση.
Ακολουθώ τα ίχνη
Που άφησε το αίμα των εξεγερμένων
Τις κραυγές των φυλακισμένων συντρόφων
Φοράω τα ματωμένα πουκάμισα
Κι αντίθετα στον άνεμο τους προχωράω.
Δεν έχω πλέον διλήματα.
Ή με το δίκιο ή με την εξουσία.
 
***

Δεν θα μιλήσω ξανά
για μικρά λιμάνια
κι έρημους ανθρώπους.
Στους σκοτεινούς δρόμους της πόλης
θα χωθώ
μ’ αδέσπορα σκυλιά να περπατώ
χωρίς μάτια.
Δεν θα μιλήσω ξανά
για κλειστές πόρτες
και διωγμένα παιδιά.
Στην άκρη αυτού του άδικου κόσμου
θα σταθώ
μονάχος
με μία μολότοφ στο χέρι
την απέραντη νύχτα να κοιτώ.
Δεν θα μιλήσω ξανά.

ΚΑΝΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΑΙΜΟΝΑ

Wislawa Szymborska, Όνειρα

Screen Shot 2016-02-01 at 11.45.13 PM

Σε πείσμα της γνώσης και της τέχνης 
των γεωλόγων,
τους παραπλανητικούς μαγνήτες, τα γραφήματα και τους χάρτες ―
σε κλάσμα δευτερολέπτου το όνειρο
στοιβάζει μπρος μας πετρώδη βουνά,
όπως στην πραγματική ζωή.

Και μετά τα βουνά, κοιλάδες και πεδιάδες
με τέλεια υποδομή.
Χωρίς μηχανικούς, εργολάβους ή εργάτες,
εκσκαφείς, σκαπανείς ή εφόδια ―
βρυχώμενους αυτοκινητόδρομους, στημένες
αυτομάτως γέφυρες,
πυκνοκατοικημένες σφύζουσες πολιτείες.

Χωρίς σκηνοθέτες, μεγάφωνα, εικονολήπτες ―
στίφη ανθρώπων που ξέρουν πότε να μας
τρομάξουν
και πότε να εξαφανιστούν.

Χωρίς επιδέξιους αρχιτέκτονες,
χωρίς ξυλουργούς, πλινθοκτίστες, μπετατζήδες ―
ένα σπίτι προβάλλει απροσδόκητα στο
μονοπάτι, όμοιο ακριβώς με παιχνίδι,
με απέραντες αίθουσες που αντηχούν απ’ τα
βήματά μας
και τοίχους καμωμένους από συμπαγή αέρα.

Όχι μόνο η κλίμακα, αλλ’ επίσης και η ευκρίνεια ―
ένα ιδιαίτερου τύπου ρολόι, μια ατόφια μύγα, 
ένα σκέπασμα στο τραπέζι με λουλούδια από
σταυροβελονιές,
ένα δαγκωμένο μήλο με σημάδια από δόντια.
Κι εμείς ―σε αντίθεση προς τους ακροβάτες 
του τσίρκου,
τους ταχυδακτυλουργούς, τους μάγους και
τους υπνωτιστές―
μπορούμε να πετάμε χωρίς φτερά τώρα
να φωταγωγούμε υπόγειες στοές με τα
μάτια μας,
να μιλάμε με ευφράδεια σε άγνωστες
γλώσσες,
να συζητάμε, όχι μόνο με τον καθένα,
αλλ’ ακόμα και με αυτούς τους νεκρούς.

Και σαν πρόσθετη αμοιβή, παρά την ελευθερία μας,
τις επιλογές της καρδιάς μας, τις προτιμήσεις μας,
φλεγόμαστε 
από λαχτάρες ερωτικές ―
και το ξυπνητήρι χτυπάει.

Τι μπορούν να μας πουν, λοιπόν, οι διάφοροι 
         ονειροκρίτες
οι μελετητές των ονειρικών ενδείξεων και
των οιωνών,
οι γιατροί με τα ντιβάνια της ψυχανάλυσης ―
Εάν κάτι βγαίνει αληθινό
είναι συμπτωματικό,
για έναν και μόνο λόγο :
ότι μέσα από αυτά τα όνειρα,
τις φωτοσκιάσεις και τις αναλαμπές τους,
τις αναπαραγωγές και τις ασυναρτησίες τους,
τις τυχαιότητες και το σκόρπισμά τους,
είναι δυνατόν, παρά ταύτα,
ένα ολοκάθαρο νόημα, κάπου κάπου,
να ξεγλιστρήσει.

*Απόδοση: Βασίλης Καραβίτης.

Peter Lyssiotis, The Bird in the Belltower / Το πουλί στο καμπαναριό

p_lyssiotis_03_348x522

On the belltower
the wind breaks

like glass.

At the edge of the bellower
there is a bird

Wet with light.

It has black wings
as in miracles

The sound of the bell
holds the bird to the belltower

Everything is held
the way it was agreed upon
years ago.

Το πουλί στο καμπαναριό

Στο καμπαναριό
ο αέρας σπάει

σαν γυαλί.

Στο χείλος του καμπαναριού
ένα πουλί.

μούσκεμα απ’ το φως.

Με μαύρες φτερούγες
όπως στα θαύματα

Ο ήχος της καμπάνας
κρατά το πουλί στο καμπαναριό

Τα πάντα κρατούνται
κατά τη συμφωνία
την προαιώνια.

*Μετάφραση: Δημήτρης Βαρδουλάκης. Από την ποιητική συλλογή “The Bird, Τhe Belltower”, Owl Publishing 2005. Ο Peter Lyssiotis (Παναγιώτης Λυσσιώτης) είναι Αυστραλός, ελληνοκυπριακής καταγωγής, καλλιτεχνικός και πειραματικός φωτογράφος, ποιητής και συγγραφέας. Ζει στη Μελβούρνη. Η καλλιτεχνική σύνθεση της ανάρτησης είναι δική του.

peter_wideweb__470x453,0