Ιάσωνας Σταυράκης, Πατρίδα

37102_1535681146672487_8687321965347903378_n

Απόψε κρατώ στα μπράτσα 
τα σπλάχνα 
μιας ολόκληρης γενιάς…

Δεν έχω λόγο να λυπηθώ 
κανένα από εμάς…

Έζησα ανάξια 
κάτω από 
μια προπέλα 
που είχατε 
με τόσες φοβίες 
ηλεκτροδοτήσει… 

Απήχθηκα στην πορεία 
απ’ τα οράματα σας 
και βιάστηκα 
ασταμάτητα 
στο πανδοχείο της ύλης… 
Πλανεύτηκα από την ηθική σας 
και εξαγόρασα την σκέψη μου 
για περισσότερα αγαθά…

Πίστεψα στα ευαγγέλια της κρίσης 
κι έγινα το ίδιο κτήνος με σας…

Μεγάλωσα 
όπως διατάξατε 
μα θα αρνηθώ 
να με πιστέψουν…

Κρυφά 
θα ελπίζω 
να βανδαλίσουν 
το τάφο μου 
και κρυφά 
θα περιμένω 
να ψιθυρίσουν 
στο κρανίο μου…

Πως δεν θα γίνουν 
ποτέ μα ποτέ 
σαν κι εμάς…

*Από την ποιητική συλλογή “Μηδέν γραμμάρια…”.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Όταν τα παραμύθια ζωντανεύουν

DSC09508

Την ώρα που η πόλη κοιμάται
τα παραμύθια ζωντανεύουν στους αφιλόξενους δρόμους.
Κάνουν παρέα τους μυστήριους
χαϊδεύουν τ’ αδέσποτα σκυλιά
περνούν από πάρκα
γέφυρες και αποβάθρες
κερνώντας τσιγάρα στους απελπισμένους
κι ύστερα
με δέος παρατηρούν τις ουράνιες κινήσεις
με προσοχή καταγράφουν τα ειδύλλια των πλανητών
και τους θλιμμένους έρωτες των διαττόντων.
Πρόθυρα να διεκδικήσουν τα χρωστούμενα
και να δωρίσουν τα πρέποντα
συλλογίζονται
κάνουν εξομολογήσεις
μιλούν για όσα χάνονται και ήταν να σωθούν
για όσα σώζονται κι ήταν ν’ αλλάξουν.
Υδράργυρο ρίχνουν στη μήτρα του θυμού τους
αλάτι στο σκοτάδι
και δοκιμάζουν τεχνικές αναδίπλωσης.
Κραυγάζουν
εκτοξεύουν στίχους εμπειρίες κατά ριπάς
πυρκαγιές επιθυμίες ανάβουν
με βόμβες εφιάλτες τινάζουν στον αέρα τις νησίδες της συναλλαγής
τα χρηματιστήρια της «τιμής»
τις σοδειές της καταστολής και της συνήθειας.
Κάποια στιγμή
μόλις χαράζει
ησυχάζουν.
Αγγίζονται
κοιτάζονται στα μάτια
ξεντύνονται το σχήμα τους
φεύγουν αργά.
Ομίχλες γίνονται
και χάνονται στ’ αδιανόητα τοπία.

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Πέντε ποιήματα

1-ΜΥΘΟΓΟΝΙΑ

ΑΛΚΜΗΝΗ

Νόμιζε
πως αν άλλαζε το όνομα του
και το αντικαθιστούσε μ’ ένα άλλο
όλα θα εξακολουθούσαν να είναι.

Αρκεί να αποφεύγει κανείς τα τρίγωνα
και να ερωτεύεται θνητούς.

Απόψε άλλωστε
τα μικρά του χέρια της φαίνονται αδύναμα
να πνίξουν τα φίδια της συζύγου. 

ΛΗΔΑ

Και ο Αγαμέμνονας νεκρός.
Κι η ομορφιά της Ελένης στείρα.

Μία σειρά συμβολισμών
που ο Μικελάντζελο δεν είδε.

Το σκήπτρο, το ρόδι
τον κούκο που ραμφίζει τον χρόνο μας.

ΑΘΗΝΑ ΜΕΔΟΥΣΑ

Ηθικό δίδαγμα:
με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Το σεμνό τέκνο του μεγάλου Διός
της πήρε το κεφάλι.

Ήταν μέσα στο μυαλό του:
αυτοθυσία, αυταπάρνηση.

Μακριά από αδιάκριτα βλέμματα,
ποιανού κόρη να ‘ναι η μικρή γοργόνα της Κοπεγχάγης;

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Τόσο κοντά ο ένας στον άλλον
που δεν υπάρχει πόλεμος χωρίς φωτιά.

Ανησυχείς αλλά
για να σας δουν μαζί θα πρέπει να είστε.

Πώς να βρεθείτε
πιασμένοι στο χρυσό δίχτυ του Ηφαίστου

όταν για σένα ετοιμάζουν περίτεχνο κλουβί; 

ΜΗΔΕΙΑ

Σέρνει το μακρύ της φόρεμα
από την κουζίνα στο σαλόνι ως το παιδικό δωμάτιο
και πάλι πίσω.

Σφραγίζει τις πόρτες
με λευκές νωπές πετσέτες.
Φαντάζεται

μια γαλάζια φλόγα
κι εσένα να διαβάζεις παραμύθι

για δύο μικρά παιδία που έμειναν
ορφανά στον ύπνο τους.

*Από τη συλλογή “Μυθογονία”, εκδ. Μανδραγόρας.

Federico Garcia Lorca, Κάτω από τις διαιρέσεις

Επιστημονικό εργαστήριο και καταγγελία

Κάτω από πολλαπλασιασμούς
είναι μια σταγόνα αίμα πάπιας,
Κάτω από τις διαιρέσεις
είναι μια σταγόνα αίμα ναύτη.
Κάτω από τις προσθέσεις ένας ποταμός τρυφερό αίμα
ένας ποταμός που έρχεται τραγουδώντας
μεσ’ από τα δωμάτια των προαστίων,
ένας ποταμός που είναι χρήμα τσιμέντο ή αεράκι,
μες στην ψεύτρα αυγή της πόλης.
Τα βουνά υπάρχουν το ξέρω.
Και τα γυαλιά για τη γνώση.
Το ξέρω μα εγώ δεν ήρθα για να δω τον ουρανό.
Ήρθα να δω το θολό αίμα.
Το αίμα που φέρνει τις μηχανές στους καταρράχτες
και το πνεύμα στη γλώσσα της κόμπρας.
Κάθε μέρα σκοτώνουν στην πόλη
τέσσερα εκατομμύρια πάπιες,
πέντε εκατομύρια χοίρους
δυο χιλιάδες περιστέρια για την ευχαρίστηση εκείνων
που ψυχοραγούν,
ένα εκατομύριο αγελάδες,
ένα εκατομύρια πρόβατα
και δυο εκατομύρια κοκόρια,
που κάνουν τους ουρανούς χίλια κομμάτια.
Προτιμότερο να κλαις τροχίζοντας το ξουράφι σου
η να δολοφονείς σκυλιά σε παρακρουστικά κυνήγια,
παρά να αντιστέκεσαι, τα ξημερώματα,
στις ατελείωτες συνολκές με γάλα,
στις ατέλειωτες συνολκές με αίμα
και στις συνολκές σιδηροδέσμιων ρόδων
από τους εμπόρους αρωμάτων.
Οι πάπιες και τα περιστέρια,
τα γουρούνια και τα αρνιά,
βάζουν τις σταγόνες του αίματός τους
κάτω από τους πολλαπλάσιασμους,
και τα φριχτά ουρλιαχτά των πρεσαρισμένων αγελάδων
γεμίζουν πόνο την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι
Καταγγέλω όλους αυτούς
που αγνοούν το άλλο μισό,
που υψώνει τα τσιμεντένια βουνά του
εκεί που χτυπούν οι καρδιές
των ταπεινών ξεχασμένων ζώων,
εκεί που θα πέσουμε όλοι
στο τελευταίο πανηγύρι των τρυπανιών.
Σας φτύνω κατάμουτρα.
Το άλλο μισό μ’ ακούει
καταβροχθίχοντας, κατουρώντας, πετώντας μες στην αγνότητά του
σαν τα παιδιά των θυρωρείων
που βάζουν λεπτά ξυλάκια
μες στις τρύπες που σκουριάζουν
οι κεραίες των εντόμων.
Δεν είναι κόλαση, είναι ο δρόμος.
Δεν είναι ο θάνατος, είναι το μανάβικο.
Υπάρχει ένας κόσμος σπασμένων ποταμών και ασύλληπτων αποστάσεων
στο ποδαράκι αυτής της γάτας που το ‘σπασε το αυτοκίνητο,
κι ακούω το τραγούδι του σκουληκιού
μες στην καρδιά πολλών κοριτσόπουλων.
Οξείδωση, ζύμωση, γη που αναριγεί.
Γη εσύ ο ίδιος που κολυμπάς μέσα στους αριθμούς
του επιστημονικού σου εργαστηρίου.
Τι να κάνω· να τακτοποιήσω τα τοπία;
Να τακτοποιήσω τους έρωτες που είναι ύστερα φωτογραφίες,
που είναι ύστερα κομμάτια ξύλο και μπουκιές αίμα;
Όχι, όχι, όχι, όχι· εγώ καταγγέλω.
Καταγγέλω τη συνωμοσία
αυτών των έρημων γραφείων
που δεν αναγγέλουν στο ραδιόφωνο τις αγωνίες,
που σβήνουν τα προγράμματα του δάσους,
και προσφέρομαι να φαγωθώ
από τις πρεσαρισμένες αγελάδες
όταν οι κραυγές τους γεμίζουν την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.

*Από τη συλλογή “Ποιητής στη Νέα Υόρκη”. Το πήραμε από εδώ: http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2016/01/federico-garcia-lorca.html

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Μονοτονία

Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

*Από τα “Ποιήματα 1897-1933”, εκδ. Ίκαρος 1984.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 1201 (η σιωπή των χρωμάτων)

12573832_877828405696562_5817625928637178024_n

~
μάγεψε
το φακό η χαρά της,
την
πήρα
στην άκρη των χειλιών,
με το
σκοτάδι
να την κολλά
στα
μάτια μου
~
γεύτηκα την ανωνυμία
της,
μια σκιά
στη στιγμή
μιας ξεχασμένης
ανάμνησης,
μια σιωπηλή φωνή στο θόρυβο της διασταύρωσης,
~
και
χάθηκε,
στην έρημο της σύμπτωσης,
την
έκρυψε
το πλήθος
κι έγινε μια ερώτηση
στο
φως,
μια απάντηση
στην απελπισία
μου
~
alexmil
artist: άγνωστος (2016 – 27)

Γεωργία Τρούλη, Από εξαφάνιση σε εξαφάνιση

10516890_1441278676133776_6364720301387604886_n

Στο μεσοδιάστημα της κουρτίνας η εισδοχή
Σιγά το ύφασμα του ύπνου να συρρικνώνει
Είδα πώς ο αέρας αλλάζει άρωμα στο σώμα
Τι κρίμα που δεν έγινε σήμερα
Ανάγνωση ουρανού
Οσο πιο μέσα- τόσο πιο κενό
Τόσο κι άλλη σταλαγματιά οδύνης
Τόσο πιο μάταιο
Και λες κουβαλήθηκα στα όρια του εαυτού
Χωρίς διαβατήριο
Χωρίς ούτε μια αλλαξιά
Να πάω λίγο πιο πέρα
Τρίζουν τα σιδερένια άκρα
Σαν πουλιά που μόλις γεννήθηκαν πεινασμένα
Για φτερούγισμα
Και για ζουμερά

Μιας διάψευσης
Ξανά
Από το μηδενικό σημείο εφαρμογής
¨Ελα
Θα μας φυσήξει ο χρόνος στο μπαλκόνι
Της νύχτας
Το φρύδι δεν θα σαλέψει
Καμιά έκφραση
Θα σταφιδιάσουμε την αναμονή
Θα αφηνόμαστε σαν δύο στην φαντασία
Νωθρά και λαίμαργα
Σαν δύο όλο βλέμμα
Και από πάνω ψυχή
Που θα οδεύει υγιής-ω! τι χαρά-
Υγιής προς το θάνατο
Καμιά φθίση και φθορά
Στα φωνήεντα και στις επάλξεις της μέρας
Αδικαιολόγητα θα δίνουμε πίστωση της σελίδας
Να γράφει σε χέρι
Συναρμολογημένο σε κόμπους ναυτικούς
Από ίνες
Από ιστούς
Και από νευρώνες
Είναι ζυμωμένη η σιγή
Και ο λόγος
Τα μελανιασμένα κατωσέντονα
Δεν έχουν τυλίξει ούτε μια λέξη τόση δα
Παρθενική και ξεχειλωμένη
Σε κραυγή από χείλη

Συνάψεις εγκεφάλου
Και δυνατή ποιητική βεβαιότητα
Να χρειάζεσαι μια συνεχή μετατόπιση
Από την άκρη του Νάρδου
Στην αποφορά της τέλειας σήψης

Μην πηγαίνεις στα βαθιά
Αν δεν βλέπεις από κάτω φύκια
Να μακραίνουν σαν χωρισμένες τούφες μαλλιών
Μιας κυρίας που πέθανε-λέει-
Στα τριάντα τρία διάκενα της απόφασης

Θα πάω να ακουμπήσω δυο τρεις καταραμένους αγίους
Στην ράχη της πλάτης μου
Και θα κάνω έρωτα στις λεμονιές και κάτω
Και μέσα στα μαργαριτάρια
Του λευκού μωσαικού του έρωτα

Τα πόδια Να! Έρχονται στα χέρια
Τα χέρια στα πόδια
Καλή αρμογή
Να αγκαλιαζόμαστε διαφορετικά
Και με δύναμη άλλη
Να!Αφήνουμε αποτύπωμα ελεφάντου στο τζάμι
Ή στην πράσινη σκόνη του αέρα
Και χρειάζεται να αποδεικνύουμε
Πως τα μεγάλα βλέφαρα μαδάνε,
Φυλακίζονται σε ρώγες δαχτύλων
Και βγαίνουν ξανά από τη ρίζα- ευχή
Από ζώο σε άνθρωπο
Από άνθρωπο σε φυτό
Από εξαφάνιση σε εξαφάνιση
Καμιά φαρέτρα με πολυκαιρισμένα μαγικά
Δεν σε σώζει
Καμιά λέξη ξεχειλωμένη από
Τίποτα

Βάσος Γεώργας, Από τη “Διάθεση Ημέρας”

wall

1. Κενός

αχ, μυστήριο πράγμα
να γράφεις γράμματα με αναστεναγμούς

παράξενα λόγια

από το στόμα της υπομονής

- άραγε γιατί στριμώχτηκε

σε μια χαραμάδα πανικού

το απόρρητό μου αίσθημα για σένα;

η τρύπια μου ψυχή

βαδίζει και παραπατάει

πάνω σε αγριοπούρναρα κι αγκάθια

με μια φωτογραφία σου στη κωλότσεπη

θα σχίσω τα ρούχα μου

θα ματώσω τα ποδάρια μου

το άρωμά σου θα αναζητήσω

παντού όπου πατώ

θα περιμένω να ανθίσει

εκείνο το σγουρόμαλλό σου βλέμμα

που αντιστέκεται σθεναρά

ακόμα κι όταν ο κόσμος

γερνά και ξεθωριάζει

χιλιάδες σκέψεις μου
θα καλπάζουν ατίθασα

πάνω στα σεντόνια σου

θα υψώνουν λάθος σημαία
και θα ουρλιάζουν, σ’ αγαπώ

και θα είναι

κενός ο χρόνος,

κενή η μουσική

κενός ο μέλλοντας,

θα μου πεις:

μα βέβαια είναι κενός ο ουρανός,

γιατί αν δεν ήταν

θα ήμασταν όλοι άγγελοι

αν δεν ήταν κενός

θα σκαρφαλώναμε όλοι στα σύννεφα

δεν θα έμενε κανείς εδώ

σ ́αυτή τη κόλαση

θα σου απαντήσω:

δοξάζω το ελεήμον, το οικτίρμον

το αιώνιο, το ατελεύτητο

μα δεν ξέρω εσένα

πώς να σε δοξολογήσω

πώς να αντέξω

αυτό το ασταμάτητο αλισβερίσι

να αποχαιρετιζόμαστε διαρκώς
πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια

βαρύ το φορτίο

να σε αναζητώ στα σύννεφα

με τα πλην και τα σύν σου

να τραυλίζω σε μια χώρα έρημη

τραγούδια αγάπης

και να συλλαβίζω το όνομά σου

γράμμα γράμμα

*”Διάθεση Ημέρας”, εκδ. Ενδυμίων, 2013.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Αδιαμαρτύρητες ποινές

65190_10151380449997642_705976547_n

Φόρεσες το “ευ”
και απώλεσες
γραπτές παροτρύνσεις
και προφορικές φιλοφρονήσεις
ζώντας τελικά μόνος
σ’ ένα κόσμο
που συνωστίζεται γύρω σου
για να σε λιθοβολήσει
με τετελεσμένα ψεύδη
κι αδιαμαρτύρητες ποινές.

*Αναδημοσίευση από το http://greekpoetics.blogspot.com.au/2016/01/blog-post_42.html

Φωνές απ’ έξω #6: Γιώργος Αναγνώστου

αναγνώστου_γ

Ασπόνδυλοι Φίλοι

Αιμόφυρτο καμπανάκι
–δέκατος γύρος ζωής–
νοκ άουτ η φιλία.
Χωρίς κοινοποίηση η αιτία 
τα σύκα-σύκα
δεν τόλμησαν καν
ελεγεία.

Μαζεμένους τώρα
τους θέλει το ποίημα·
λίγους σε λήξη προθεσμίας
εξαντλημένους ίσως
στραγγίσματα σιωπής.

Στα ελαφρών βαρών υποβιβασμένους
με κάτι υπερμεγέθη σορτς 
να περιφέρονται υπνωτισμένοι,
σάκοι προπόνησης 
ή πόζες μποξ;

Σε ενυδρείο μπουγάδας λουλακί 
επιπλέων
ευθυτενώς βυθισμένους
ας φανταστούμε·
συγχρονισμένα σώβρακα 
φουσκωμένα  
υδροφόρες μπαλαρίνες φρικιά
σάβανα φουστάνια αντανακλά
η κάθε είδους χαμηλή ματιά.

Έτσι
αν για κάποιον ακόμα
φύλο συκής ανθίζει,
αδύνατον να μάθουν·
κι αν με την αιδώ 
του μετά-μποξερικού εξευτελισμού 
κάποιος από τους δυο κοιμάται τώρα,
άγνωστο παραμένει επίσης.
Να νοιαστούν όπως πριν 
μασημένα δόντια
αδυνατούν να τρυφερώσουν

σπόνδυλοι ιστορίας άχαρα εξαρθρωμένοι
ερείπια διάπλατης γροθιάς
μούντζα ήττας 
σαν να διαγράφουν

μπουρμπουλήθρες κοχλάζουσες φρενήρεις
αρθρόποδα ρωγμών ζωής
στροβιλίζουν υποψία
κάποιας εσωτερικής αφής
κάτι σαν τσάμικο άρθρωσης
στο κάτω κάτω της _ραφής. . .

Άκρη Ακρωτηριασμού

Στον Τ περαστικά
–έχασα το πόδι μου
είπε
–έχασα το πόδι μου
βράχνιασε
– το έχασα
το σώμα είπε
κύρτωσε βάρος
–και τώρα πώς;
βόγκηξε
–το έχασε
απώλεια
–απαγορεύεται η κύρτωση γονάτου
είπαν
–το σώμα βράζει
ούρλιαξε
–κι αν δεν κλείσει;
σπηλιά φόβου
–πονάμε
ικετεύσαμε
–κι αν δεν κλείσει;
σφίχτηκαμε
–πονάω
ούρλιαξε
–οι πιθανότητες καλές
είπαν
–υπομονή
κοπήκαμε 
–εξάντληση
–πονάει
είπε
είπαμε
–ακούσαμε
είπαν 
–άναψα κεριά 
τηλεφώνησε
–εξάντληση
πριόνισε
–υπάρχουν λύσεις
βεβαίωσαν
–εξάντληση 
επαναλάβαμε
–ναι
έγνεψε
ματώσαμε
κέντρου βάρους ναυάγιο
–υπομονή
είπαμε
καρδιά τρόμου
–δεν τα είπαμε;
σκελετός αποκατάστασης
–δεν καταλαβαίνετε
νευρίασε
–κι αν δεν κλείσει
φόβος κυκλώπωσε
–κατάλαβέ μας
ξεσπάσαμε
–πώς είναι;
πόρτα χτύπησε
–μέχρι πότε;
παράπονο
–πες μου, σ΄ακούω
τρυφερότητα αγκάλιασε
βαθειά μας κοίταξε
στα μάτια κοιταχτήκαμε
–θα τα καταφέρω κουτσά στραβά
είπε
ντέφι χαρισμένο
κέφι μας αρπάχτηκε,
ειρωνείας δεκανίκι
ευθυτενές τσαλαπατάει
τον πόνο φάντασμα

*Ο Γιώργος Αναγνώστου (Ορεστιάδα, 1960) είναι καθηγητής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Οχάιο, με ερευνητική δραστηριότητα στους χώρους εθνότητας και διασποράς (http://mgsa.org/faculty/anagnost.html). Έχει δημοσιεύσει το βιβλίο Contours of White Ethnicity: Popular Ethnography and the Making of Usable Pasts in Greek America (Ohio University Press 2009) και την ποιητική συλλογή Διασπορικές Διαδρομές (Αθήνα: Απόπειρα, 2012) (http://apopeirates.blogspot.com/2012/04/blog-post_20.html). Ετοιμάζεται επίσης η συλλογή του «Επιστολές Χ Αμερικής, Γλώσσες εξ Επαφής» (Ενδυμίων, 2016). 

***Αναδημοσίευση από τη Θράκα στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2016/02/6.html