Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

basiakos025

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ένας άτυχος έρωτας
Ο Αμερικανός που τη γέλασε
Κ’ ύστερα… Και πιο πριν… Μια μεγάλη πονεμένη ιστορία

Δώσ’ της τη φωτιά σου
αδελφέ
κ’ ένα-δυό παράδες, αν θες, δω πιο πάνω
έχει ένα καμαράκι
κρεβάτι ημίδιπλο καθαρά τα σεντόνια
στον τοίχο κορνίζα ρομαντική «Όνειρον νεότητος»
τη βρήκε στα παλιατζίδικα
στο γραμμόφωνο ο δίσκος με τα ωραία της Εντίθ Πιάφ
θα κάνετε καλή συντροφιά απόψε
δεν έχεις τίποτα να φοβάσαι ούτε να ελπίζεις
καλός φτάνει νά ’σαι μαζί της, τρυφερός κ’ ευγενής, τότες
ίσως σού διηγηθεί την ιστορία της ζωής της
τις περιπέτειές της
όλα, με το νι και με το σίγμα

η καημένη η Ελευθερία
ή Λ ι λ ή (τό “καλλιτεχνικό” της).

***

TO ΜΕΘΥΣΙ TOY ΒΑΣΚΟ ΠΟΠΑ

βάρα / καρδιά
ταμπούρλο // δώσ’ το ρυθμό
Κλάψε βιολί
ι ι ι ι ι ι ι ι ι ι ι ι
άκου! —
Τις μουσικές τις αγαπάμε εμείς
Βιολί
Ταμπούρλο
σπασμέ νογυα λ ίσ τάπλακ άκ ια
κ’ αίμα κομμ(έ)νες φλέβες
ρο
δο
πέ
τα
λα
(σκόρπια)
από κλεμμένο ρόδο

— το αίμα μου

*Από τη συλλογή “μαύρα μάτια – τραγούδια για γραφομηχανή και τσιγγάνικη ορχήστρα”, εκδ. Πλανόδιον 2006.

Georg Trakl, Τρία ποιήματα

De+profundis

Το βράδι της καταιγίδας

Ω, οι κόκκινες ώρες της βραδιάς!
Ιριδίζοντας σείεται στ’ ανοιχτό παράθυρο
Χαοτικά πλεγμένο στο γαλάζιο, φύλλο κληματαριάς
Μέσα φωλιάζουν φαντάσματα παραφοράς.

Σκόνη στροβιλίζεται στη βρώμα του βούρκου
Μαινόμενος χτυπά ο άνεμος τα τζάμια.
Αστραπές νέφη εκτυφλωτικά
Ένα κοπάδι από άγρια φαριά παρασέρνουν.

Με πάταγο ραγίζει η επιφάνεια του βάλτου
Γλάροι κρώζουν στου παραθύρου το καφάσι
Πύρινος ιππότης από το λόφο καλπάζει
Και τσακίζεται στων φλογισμένων ελάτων τα δάση.

Αρρωστοι ουρλιάζουν στα νοσοκομεία
Γαλαζωπό το φτέρωμα της νύχτας φτερουγίζει
Τρεμοφέγγοντας ο υετός
Αιφνίδια τις στέγες μαστίζει.

***

Μουσική στο Μιραμπέλ (2ο σχεδίασμα)

Μια βρύση κελαρύζει. Τα νέφη στέκονται
Στο φωτεινό γαλάζιο, τα λευκό, τα απαλά
Σκεφτικοί άνθρωποι βαδίζουν σιωπηλά
Το βράδυ μέσα στον παλιό τον κήπο.

Των προγόνων το μάρμαρο είναι ρημαγμένο
Ένα σμήνος πουλιών περνά και φεύγει μακριά
Ένας Φαύνος με κόκκινα μάτια κοιτά
Τις σκιές που στο σκοτάδι ολισθαίνουν

Κόκκινο πέφτει το φύλλωμα του γέρικου δέντρου
Στροβιλίζεται και από τ’ ανοιχτό παράθυρο μπαίνει
Ένα πύρινο φέγγος φωτίζει το χώρο
Ζωγραφίζοντας θλιμμένα φαντάσματα φόβου

Ένας ξένος λευκός μπαίνει στο σπίτι
Σε ερειπωμένους διαδρόμους χιμά ένα σκυλί
Η παρακόρη τη λάμπα σβήνει
Ήχους σονάτας τη νύχτα αφουγκράζεται το αυτί.

***

De profundis

Είναι ένας καλαμώνας όπου πέφτει μαύρη βροχή
Είναι ένα δέντρο μελανό που στέκει μοναχό.
Είναι μια ανεμοσυρμή γύρω από άδειες καλύβες
Πόσο θλιμμένο αυτό το βράδυ.

Η τρυφερή ορφανή
Περνά μπροστά από το υποστατικό μαζεύοντας γλίσχρα σταχυα.
Τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά και χρυσαφιά στο λυκόφως.
Και η αγκαλιά της όλο προσμονή για τον ουράνιο μνηστήρα.

Γυρίζοντας στο σπίτι
Οι βοσκοί βρήκαν το γλυκό σώμα
Σαπισμένο μέσα στον αγκάθινο θάμνο.

Ένας ίσκιος είμαι μακριά από σκοτεινά χωριά
Ήπια από την κρήνη του ιερού άλσους
Τη σιωπή του Θεού.

Στο μέτωπό μου πέφτει μέταλλο παγωμένο
Αράχνες αναζητούν την καρδιά μου
Είναι ένα φως που στο στόμα μου σβήνει.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια ερείκη
Ατενίζοντας τ’ απορρίματα και τη σκόνη των άστρων.
Μέσα στη λόχμη της λεπτοκαρυάς
Ήχησαν πάλι κρυστάλλινοι αγγέλοι.

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, Νο 29, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2013, σελ 120-122.

Κώστας Ρεούσης, Δύο ποιήματα

reousis020

ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΜΟΙ

περιμένω την προδοσία απ’ τις γυναίκες με τα γαλανά μάτια απ’ τους ανθρώπους που διαβάζουν αφοδεύοντας απ’ τους ιντριγκαδόρους της κορυφής από τις μάγισσες του κώλου μπαίνοντας στην ηλικία της ανθρωποφαγίας παραμένω κενός συναισθημάτων μ’ ένα τεράστιο σαυροειδές στριμωγμένο στην επικράτεια του εγκεφάλου μου λυσσασμένοι άνθρωποι ζυγώνουν την απαράδεκτη παρουσία μου το όνειρο του γαϊδουριού άνοιξε την πόρτα του μπορντέλου στον περιστρεφόμενο δερβίση η παρθενορραφή ετοίμασε τον ανίερο γάμο στεγνός ο δρόμος όπως το λαρύγγι του οδοιπόρου που σφάξαμε μία κλοτσιά περιμένει το δήμιο κίτρινες φωτοβολίδες παραμονεύουν την εκσπερμάτωση του μιναρέ φαντασματικός ο κόσμος αναδύεται τραυλός το ποντίκι ακίνητο στον τοίχο παρακολουθούσε τα μάταια λόγια το τραβεστί ήταν εκεί μπλεγμένο στην αλλαγή φύλου και στην απορία των πελατών του οι μορφές πρωτοπόρων αεροπόρων έδιναν το φωτοστέφανο βορά στα βάρβαρα βλέμματα των περαστικών νευραλγικός περίπατος στον κύκλο τετράγωνη η σύγχρονη απάτη κράτος υπό κατασκευή κακέκτυπο νοσηρής κακοτεχνίας καφκικό λογιστήριο λαβυρινθώδες έκτρωμα απογειώσεις προσγειώσεις φροντιστής εδάφους το κουνέλι στιφάδο ισλαμικό μπαρόκ σερβιρισμένο σε μισοψημένη βαβελική γλώσσα γουρουνιού εκπορνευμένες διαλεκτικές συχνάζουν στο ιδίωμα μιας έκφρασης αμήχανα γραίδια κρατούν σημαίες σημαιοστολισμένες το σημαιοστολισμό το τσίρκο στην πόλη έχει τριζόνια το αίμα αρτηρίες που οδηγούν το βρασμό στη λειτουργία της γκριμάτσας απεικόνιση ανθρώπου συνεπαγωγή γεωμετρημέ-νου λαχανόκηπου το νερό κατεβάζει και πέτρες έτσι φορές αναγραμματίζει το ρυάκι η μνήμη επιστρέφει μακελεύοντας ψυχές βάρβαρες τακτικές οδυνηρές του βρομόστομου μην πλησιάζεις είναι
σπασμένο και κόβει

ΑΝΤΙΜΙΚΡΟΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

απ’ τους αφανείς υπό νόμους της έσχατης ράτσας έως την ασυγκράτητη διάβρωση των επιφανειακών συνειδήσεων η παγκόσμια ανοησία βρίσκει χωράφι να πολλαπλασιάσει τους μονοκύτταρους παθογόνους οργανισμούς της κεραίες επί δορυφορικών συνδέσεων σημαίες επί σχιζοφρενικών εγκλημάτων μία άτσαλα δομημένη ανατολίτικη κακία εισχωρεί στη δυτικότροπη απάτη των χυδαίων συναλλακτικών πρακτικών οι κλειδαριές αφανίζονται ένας ατάλαντος στιχοπλόκος αποκαλύπτει το βραχυκυκλωματικό λόγο καταργούνται οι κλειδαρότρυπες το μάτι καταβροχθίζει τον ηδονοβλεψία τα κλειδιά αναιρούνται το αντικλείδι προσφωνεί την ουτοπία των κωδικοποιημένων αυτουργών οξειδωμένοι τενεκέδες καπηλεύονται σε φιλανθρωποφαγικά απογεύματα την άγρια βλάστηση αιδοία πιράνχας εμφανίζουν τη γυναίκα κίναιδοι πέη κονιορτοποιούν τον άνδρα το ερμαφρόδιτο λιμοκτονεί ορίζοντας τη σφαγή του ουδέτερου γένους επιστρέφει ουρλιάζοντας την στην κενό καινή αναμέτρηση το αποτύπωμα της σκόνης σκοτώνεις δείχνει τη θέση των αντί κειμένων το φλαμίνγκο η νυχτερίδα το περιστέρι το κοράκι το κουνοΰπι η πεταλούδα κι ο χαμαιλέοντας οδηγούν τη στρατιά του Αρχιλόχου το ό,τι ναρκοθετεί τους μηχανισμούς της σύγχυσης ένα καράβι οργώνει με την καρίνα του ψυχές να διαβάζετε ορθόδοξα ερμηνεύοντας αιρετικά

*Από το βιβλίο “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδ. Φαρφουλάς, 2009.

Η “Τελευταία χάρη” της Δήμητρας Καραφύλλη

b196126

Η Δήμητρα Καραφύλλη στην “Τελευταία χάρη” γράφει τους στίχους της κοφτερά και περιεκτικά, κλινικά σχεδόν. Αποτελείται από 20 ποιήματα και 30 χαϊκού, και για τον αναγνώστη που αναζητά ακρίβεια στον λόγο, μοντέρνα γραφή χωρίς εκκεντρικότητες, και ένα ρεαλισμό ιδωμένο μέσα από τον παραμορφωτικό φακό προσωπικής ποιητικής προσέγγισης, η Τελευταία χάρη είναι η συλλογή που θα χαιρόταν να ξεφυλλίσει. Η προφορικότητα του λόγου της ταιριάζει και ενισχύει την αμεσότητα που έτσι κι αλλιώς δεν λείπει από τα κείμενα, δίνει στον αναγνώστη την δυνατότητα να δει τον εαυτό του ως συμμέτοχο σε ό,τι συμβαίνει, να ακούσει ήχους και σκέψεις γνώριμες και οικείες.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΤΙΧΟΣ[1]

Χαράματα ονειρεύτηκα προχτές
ένα ξενύχτη χαρταετό στην παραλία.
Η μακριά κυματιστή ουρά του
Πολύχρωμη, θαρρείς, ανατριχίλα.
απόκριση στο σφύριγμα του μπάτη.
Πλησίασα αθόρυβα, μα δεν κοιμόταν.
Τρεμόπαιζε στην άμμο καρφωμένος
με πένα αιχμηρή από φτερό αετίσιο.
Την ανασήκωσα ανάλαφρα και τότε
άρχισε άλικο να ρέει το μελάνι.

Τα ποιήματα είναι σύντομα αλλά ολοκληρώνονται με ακρίβεια χιλιοστού, τα θέματα είναι τα καθημερινά των περισσότερων από μας, ιδωμένα κάτω από περίεργα φώτα και σκιές.

Νεκρός πιανίστας
σε ξεκούρδιστο πιάνο
ακόμα παίζει.

Η Δήμητρα Καραφύλλη έχει μια ωραία σκηνογραφική ματιά, γράφει σαν να έχει μια κάμερα στον ώμο, δίνει διαδοχικές λήψεις της ίδιας πραγματικότητας. Σπασμένες οπτικές και συρραφή εικόνων είναι δύο από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά κατά τη γνώμη μου: λειτουργούν σαν υπόβαθρο για την σκηνοθεσία των ποιημάτων, και εντείνουν ταυτόχρονα την αίσθηση μιας υποβόσκουσας αγωνίας για το πέρασμα του χρόνου, για την φθορά, για την απόσταση από τον ίδιο τον εαυτό και τις αναμνήσεις. Το εγώ στα κείμενα είναι τόσο υποκείμενο όσο και αντικείμενο, αλλάζει θέσεις, είναι στιγμές που δείχνει να διαβρώνεται χωρίς τίποτα να το αλλοιώνει στο τέλος, σχηματίζει τελικά μια καλειδοσκοπική εικόνα του εαυτού και του Άλλου. Το αποτέλεσμα είναι η ποιήτρια συχνά να αυτοπροσωπογραφείται, βλέποντας τον εαυτό της στον άνθρωπο (πραγματικό ή μη) που στέκεται απέναντι.

Αυτό που προσωπικά μου κάνει εντύπωση, είναι το γεγονός ότι υπάρχει στην Τελευταία χάρη μια αυθύπαρκτη αντικειμενικότητα. Οι στίχοι στέκονται ακριβώς στην κόψη ανάμεσα στο αισιόδοξο και το απαισιόδοξο σενάριο, έχω την αίσθηση ότι οι ισορροπίες παίζονται σε επίπεδο συλλαβών σχεδόν, και αρκεί η μικρότερη ανάσα για να βρεθούν οι λέξεις στη μία ή στην άλλη πλευρά.

Τα ποιήματα της Δήμητρας Καραφύλλη αποτελούν μια προσπάθεια να περικυκλώσει την πραγματικότητα όποια και αν είναι αυτή, ρεαλιστική, μυθική ή τρομαγμένη.

ΑΠΕΙΛΗ [2]

Σε οθόνη ολόφωτη
Σκιά μουντή
Σχήμα άσχημο
Ζωή που γέρνει
Δική μου. Ξένη.

Σε ταινία βωβού θεατής
Στους υπότιτλους κρύβομαι
Ακροβατώ
Με την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει δίχτυ.

Καταλήγει να ακροβατεί ανάμεσα στην προσωπική και την εξωτερική πραγματικότητα, με την καθεμιά να μεταβάλλει και να μεταβάλλεται μέσα στην άλλη. Η ένταση είναι παρούσα και συχνά καταλυτική, η ποίηση της Δήμητρας Καραφύλλη είναι μια ποίηση των λέξεων και των αισθήσεων, εξίσου.

Τα χαϊκού από την άλλη, λειτουργούν σαν αναλαμπές συσχετισμών της πορείας δύο ανθρώπων. Φαίνονται σαν ένας ερωτικός διάλογος με τον άλλο, άπιαστο και συχνά απόντα, σαν μια ισότιμη χορογραφία συγκινήσεων. Η αναζήτηση της επαφής και της ανάμνησης είναι ο κινητήριος μοχλός, και η συντομία του τρίστιχου σαν να θέλει να παγώσει τις στιγμές στο χρόνο, για να μπορέσει το εγώ, να ψηλαφήσει και να πιστέψει τελικά τα όρια του Άλλου.

Τελικό συμπέρασμα; Μια ποίηση ψύχραιμη, χωρίς εξάρσεις, με πυξίδα και λέξεις βγαλμένες έξω στο φως.

Κρις Λιβανίου

ΓΡΑΜΜΗ 2 – ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ [3]

Βαθιά φωνή από έγκατα.
-Βοήθεια.
Σκιά υπνοβάτη.
Χωρίς ηλικία.
Χωρίς εκτόπισμα.
Χωρίς πνοή.
Παραδομένος χρήστης.
Γλιστράει ανάμεσα μας στο βαγόνι
Κρατιέται, λες, μόνο από τα βλέμματα
τα φρικιασμένα.
Πενήντα λεπτά το ξέπλυμα ψυχής.
Περαστικά θα πει
να βγεις απ’ το συρμό
κι αμέσως να ξεχάσεις.
Ο ήλιος στη ράμπα.
Ο δρόμος παλκοσένικο να παίξεις.
Μα στην επιστροφή
στην άκρη της πλατφόρμας
η ίδια τεθλασμένη σιλουέτα
ο ίδιος βόμβος παρακαλεί.
Να ‘ρθει το τέλος.
Ένα τέλος.
Οποιοδήποτε.

[1] Σελ. 16
[2] Σελ. 12
[3] Σελ. 20

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/02/blog-post_17.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Κωστής Τριανταφύλλου, σαρκοβόρος βυθός

11049447_10153265159644904_5193726552291683109_n

γράμμα ντροπής, ποιητική αδεία

ντροπή σε όλους μας
αυτό δεν μπορεί πια να είναι ένα ποίημα
έγραψα για τα βασανιστήρια της χούντας
για πολέμους για το καθημερινό τίποτα για την τρέλα
αυτό δεν μπορεί πια να είναι ένα ποίημα
πιάστηκε η ψυχή μου πια ντροπή μας
χτες στη Λέσβο και σήμερα στη Σάμο
στο Φαρμακονήσι και στην Λαμπεντούζα
παντός καιρού πνιγμός
ναυάγιο κάθε μέρα
αυτή δεν είναι θάλασσα αλλά θάνατος
τεράστιο νεκροταφείο ψυχών
πού θα κολυμπήσουν φέτος οι τουρίστες;
πώς θα αγιάσετε τα νερά των Φώτων;

αυτό δεν μπορεί πια να είναι θάλασσα
τέτοιο κύμα που έρχεται σφαγή
κι αν ο βυθός δεν τους τραβήξει
με περιδίνηση στο βάθος να τους κρύψει
ρουφήχτρα ψυχών το νέο κύμα που έρχεται
αυτό δεν μπορεί πια
τι να πει το ποίημα!
σε ποια γλώσσα το ποίημά του!
σε ποια περαστική φευγαλέα σκιά
που διασχίζει τρέχοντας στον ορίζοντα
για να πάει σ’ άλλη γειτονιά
δεν προλαβαίνεις τα πνιγμένα ποιήματα!
από την μιαν όχθη στην άλλη πνιγμένα
αναπάντητα ερωτήματα στο σαρκοφάγο βυθό

το ελαφρύ κύμα τους ξεβράζει
πνιγμένα πνιγμένες πνιγμένους
γιατί δεν ξέρουν κολύμπι
δεν ξέρουν πού να πάνε παντού πνιγμός δεν ξέρουν
πρόσφυγας κόσμος
του πολέμου
της φτώχειας μετανάστες της ξηρασίας της πείνας
πρόσφυγες άνθρωποι
κι άλλο ναυάγιο σφαγή αμάχων
εν ψυχρώ δολοφονία παιδιών εκ προμελέτης
κι έτσι ο βυθός βρήκε καινούρια
τροφή για νέα ανθρωπόμορφα κτήνη σαρκοβόρα

βία είναι κι ένα ποίημα που δε μιλάει στη ψυχή μας
κι όμως είναι η θάλασσά μας κι η θάλασσά τους
είναι η ζωή μας κι η ζωή τους
κι είναι αυτή η ζωή που ζούμε πολιτισμός ντροπής
ένας ξεφτιλισμένος αιώνας ξεκινάει να μας ζήσει!
κι αυτοί κι εμείς και τα παιδιά μας περαστικοί
από αυτή τη γειτονιά τη γλώσσα μας και τη ζωή μας
εικόνες φευγαλέες αποδημητικές
από τα πέρατα του κόσμου με τα πόδια ωτοστόπ στον θεό!
μακριά από του πολέμου την οχλοβοή
μέσα στη σκόνη και τα σκουπίδια του πολιτισμού
για να καταλήξουν στον άσπλαχνο βυθό

αυτό δεν είναι ένα ποίημα
αλλά μια σκέτη ντροπή
αυτό δεν μπορεί πια να συνεχιστεί

Αυτό δεν μπορεί να είναι ένα ποίημα αλλά γράμμα σε έναν πνιγμένο
που δεν μπορεί να το διαβάσει. Από αυτή την όχθη, αρχές του 2016.

Dylan Thomas, Έρωτας στο άσυλο

155608_470341199706089_1426597489_n

Ήρθε ένας ξένος στο
τρελλόσπιτο να μοιραστεί το φτωχικό μου
ένα κορίτσι σαν τρελλό πουλί

σφάλισε τη νυχτιά της θύρας με φτερά τα χέρια
μανδύας το ζουρλό κρεβάτι
πλανεύει τα ουρανοστεγή, εισάγεται το σύννεφό μου

εξαπατά με βήματα το εφιαλτικό παλάτι
απλώνει νεκρικό φιλί
καβάλα πάει στις φρένες νοσοκόμων ωκεανών

δαιμονισμένη δέχεται
τ’ απατηλό το φως μέσ’ από τοίχους ουρανών
δαίμονας, άτι,

κοιμάται στο στενό παχνί, αιθεροβατεί,
λυσσάει αιθέρια
στου παλαβόσπιτου σανίδια εφθαρμένα από βήματα

δακρύων μου, φως μέσ’ τα στήθια αγκαλιάς, επί -αγάπη!-
τέλους! όχι αναβολή!
την κρίση ας πάθω π’ άναψε την πυρκαϊά στ’ αστέρια!

*Μετάφραση: Κώστας Ταχτσής. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, τεύχος 2-3.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα από τις “Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις”

DSC_0078

VIII

οι νταήδες μας τα ‘λεγαν

στα σχολεία

στα πανεπιστήμια

στο στρατό

στη δουλειά

τους βλέπαμε ατάραχους

αδιάφορους

στα χοντρά κορμιά τους

να γελάνε μαζί μας

«ρε σεις πώς θα προχωρήσετε έτσι

είστε αξιολύπητοι»

παρατούσαν τις γυναίκες τη μια

μετά την άλλη

εκείνες έκλαιγαν γι’ αυτούς

έδερναν τους φίλους τους

και εμείς

δεν ξέραμε ποτέ πως να φερθούμε

είχαμε το ποτό

τις λέξεις

τις άσκοπες νύχτες

-χαμένοι από χέρι-

έπειτα βολεύτηκαν στα γραφεία τους

με όμορφες γυναίκες που τις απατούσαν

κάθε τόσο

μαζεύονταν τις Κυριακές με τους φίλους

για τους αγώνες

έκαναν παιδιά

-ήταν έτοιμοι και ό,τι πρέπει-
οι υπόλοιποι

κλείστηκαν σε τρελάδικα

αυτοκτόνησαν

πυρπολήθηκαν

έγιναν ερημίτες

και οι χειρότεροι απ’ όλους
ποιητές

IX

αυτό το βράδυ

θα πετάξω ψηλά το καπέλο μου
και θα βγω στους δρόμους της Μεσοποταμίας

θα πιάσω ένα αστέρι και

θα το κρύψω στη μασχάλη μου μαζί με ένα τόπι
θα πιάσω κουβέντα με γέρους βαρκάρηδες

για περασμένες εποχές

και θα κοιμηθώ σε ένα φωτισμένο στενό

τούτο το βράδυ

οι φίλοι μου θα ανάψουν φωτιά

και θα βουτήξω σε ένα πορφυρό λιμάνι τραγουδώντας

και τα κορίτσια

και οι γριές

και οι αλαφροΐσκιωτοι

θα ψέλνουν ανοιξιάτικους σκοπούς

σε ανεξερεύνητα βασίλεια

*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/2432/index.html#more-2432

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Φραπέ μέτριος με γάλα

12729143_170963609946467_1518465402462981844_n

Οι καλές προθέσεις αρκούν έλεγες κάποτε

μα το βλέμμα κυλάει στο πάτωμα

και σκαλώνει στη μοκέτα σαν χνούδι

απ’ το κουτί οι ήχοι σαν βγαίνουν, παράλογοι

– οδηγούν τον Παβέζε στη μέθη –

με καπνό και whisky για αίμα

συζητάς για ταξίδια εις μάτην

η ζωή σου εικόνα ασπρόμαυρη

χαραγμένη με ξυράφι στην άκρη
Οι θαμώνες κοπανάνε τα πούλια με δύναμη

και στο τέλος θα κλείσουν το τάβλι.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, Εκδ. Άγκυρα.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Πέντε ποιήματα

3015

1. Η τερηδόνα ΙΙΙ

Φύγε

Το κορμί σου είναι πολύ υπαρχτό

Τούτη η μουσική που γλιστράει απ’ τα χέρια σου

κι ανακατεύεται με τη θερμή σου ανάσα

Μου αρκεί να γεύομαι της απουσίας σου

την αίσθηση

μου αρκεί να γεύομαι του ιδεατού σου κόσμου

την αφή

Μου αρκεί να γεύομαι την αέναη προσδοκία

2. Επίλογος

Το παράθυρο ανοίχτηκε και πάλι

Η σιωπή της νύχτας μού ξαναθύμισε

κοιμισμένα πλακόστρωτα και περιβόλια

κι αυτή τη μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει

Δεν ξέρω αν τα μαλλιά σου βουρκώνουν ακόμα

όπως στις νύχτες των περασμένων ανοίξεων

αν η ψυχή σου αρωματίζει πασχαλιές στα παλιά καλντερίμια

Μα τώρα που έχω ξεμάθει να ερωτεύομαι το πνεύμα σου

τι να σε κάνω πια…

3. Αποστασία

Το καλοκαίρι κύλησε πολύ γλυκά. Ξεχάσαμε

την άσκηση του νου, τους δύσκολους καιρούς της εγκαρτέρησης,

την καθαρή ανάμνηση δίχως επιστροφή ταχυδρομείου,

την προσευχή γι’ αυτούς που ορίσανε τυραννικά τη σκέψη.

Ωραία πέρασε το καλοκαίρι μας, η αισθηματική μουσική, τα γραμμόφωνα,

τα πάρτυ στην ταράτσα της έπαυλης

και μας κερνούσανε τα δυνατά λικέρ κι ύστερα έρχονταν

οι αναπαυτικές σαιζ-λογκ κι ο εύκολος έρωτας

και το φθινόπωρο θα βάραινε μονάχα σαν μια καινούργια αρχή.

Ζήσαμε ένα εξαίσιο καλοκαίρι.

Κι είναι ο Οκτώβρης ένας μήνας στρυφνός και παράξενος

τώρα που έχουμε ξεμάθει πια την άσκηση

και τη σπατάλη της θυσίας.

4. Θέλω λυπητερά τραγούδια

Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου

καυτό σακατεμένο μου διαμάντι

γυμνό κορμί της θάλασσας που έπαιξες

χορδές του αέρα μέσα στα μαλλιά μου

Θέλω λυπητερά τραγούδια καλοκαίρι μου

ηλεκτρισμένα μάτια στο σιργιάνι

η μουσική στα σφαιριστήρια της αγάπης

το πυροτέχνημα τού ήλιου στη φωνή μου

Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά

όσο παλιώνω

5. Τα μάτια σου ανεβαίνουν

Τα μάτια σου ανεβαίνουν εντός μου πλημμυρίζοντας

μες στον ψιθυρισμό του δάσους και στο δρόμο

καθώς μετεωρίζεσαι ίδιο πουλί θαλασσινό

γιατί μόνον εσύ ξανοίγεις και ρημάζεις δρόμους

γιατί νυχτώνει αργότερα και χάνεσαι, τελειώνει

σε λίγο η μουσική, γιατί το ξέρω, λύνονται

τόσο καθάρια εντός μου οι ουρανοί που βλέπω

πως θάνατο μαρτυρικό απόψε σου ετοιμάζουν

*Από την ενότητα “24 –όχι και πολύ γνωστά– ποιήματα” στο Ποιείν http://www.poiein.gr

Θωμάς Γκόρπας, Συνάντησις παλαιών φίλων

569b2397d4f6ceac024619b5df08a0d9


Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…

Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;

Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά

Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας

Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι

Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο

Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου

Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές

Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο

Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο

Μετά τα μεσάνυχτα

Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως

Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους

Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη

Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα

Τσιγάρα μας

Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.

Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως

Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.

Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως

Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.

Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις

Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.

Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες

Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται

Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει

Άλλα με τίποτε
Δε νερώνει

Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.

Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το

Δρόμο του γυρισμού

Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας
Δε με περιμένει

Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.

Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα

Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς

Διανυκτερεύοντα έχει

Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο

Λίγο και τα μάτια

Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους

Έρχονται τα φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν

Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν

Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν

Για πάντα.

Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι

Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα

Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς

Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.

Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια

Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια

Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς

Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά

Τα κομμάτια μας

Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα

Μουσικά όργανα.