Gottfried Benn, Δύο ποιήματα

Gottfried-Benn-009

ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΣ ΑΣΤΕΡΑΣ

Ο πνιγμένος οδηγός του φορτηγού της μπύρας
κουβαλήθηκε πάνω στο τραπέζι.

Κάποιος του είχε βάλει ανάμεσα στα δόντια
ένα λιλά φωτοσκιασμένο άνθος αστέρα.
Όταν του τράβηξα τον ουρανίσκο και τη γλώσσα
από το στήθος με μακρύ νυστέρι

κάτω απ’ το δέρμα θα πρέπει να το σκούντησα
γιατί το άνθος γλίστρησε στο διπλανό εγκέφαλο.
Το φύλαξα στο θώρακα
μέσα στα πριονίδια όταν το έραβαν.
Πιές να χορτάσεις στο ανθοδοχείο σου!
Αναπαύσου εν ειρήνη

Μικρέ Αστέρα!

***

ΟΜΟΡΦΗ ΝΕΟΤΗΣ

Το στόμα ενός κοριτσιού που για πολύ καιρό
βρισκότανε ανάμεσα στα βούρλα

έμοιαζε τόσο ροκανισμένο.

Όταν της έσπασαν το στήθος
ο οισοφάγος ήταν κατατρυπημένος.

Στο τέλος σε μια πέργκολα κάτω από το διάφραγμα
βρέθηκε μια φωλιά νεαρών αρουραίων.

Ένα αδελφάκι κείτονταν νεκρό.

Τα άλλα τρέφονταν από τα νεφρά και το συκώτι,
πίναν το παγωμένο αίμα και είχαν περάσει εδώ
μιαν όμορφη νεότητα.
Όμορφος και γοργός ήρθε κι ο θάνατος:

τα ρίξαν στο νερό.

Α!, πως τσιρίζαν τα μικρά μουσούδια!

*Από το βιβλίο “Morgue και άλλα ποιήματα”, διαδικτυακή έκδοση “Ενδυμίων”, Δεκέμβρης 2014, σε μετάφραση Βασίλη Λαλιώτη.

Βύρων Λεοντάρης, Από τη “Εν γή αλμυρά”

“…πως να διευκρίνησω μια ζωη;…”

έτσι που τραύλισα,….

(II)

Τώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο

ξέρω, δεν ήταν έτσι, τίποτε δεν ήταν

αλλιώς έγιναν όλα

Η μαρτυρία μου ασαφής. Τι υπεκφυγές, τι συγκαλύψεις

σε λόγια, σε γραφτά και σε φερσίματα…

Αλλά πώς να τα πω και φαντασίας καμώματα όλα αυτά

Και τα σημάδια; και τα ερείπια; της φαντασίας κι αυτά;

Δε γίνεται.

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση

πώς να διευκρινίσω μια ζωή;

Το ειπωμένο με εκδικείται

κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό

Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει

κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε

κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου

κι όλο και σκοτεινιάζει

Πού βρίσκομαι

Τι ώρα να ’ναι.

*Εν γή αλμυρά, 
εκδ. Έρασμος, 1996.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

12743557_558155757694447_1083688734589592094_n

Γενέθλιος τόπος

Ρήμαξε κι ο τόπος αυτός
έφυγε
περίσσεψαν κάτι υπόλοιπα
κάτι αποκόμματα
φωνές θρυμματισμένες νυχτοπούλια
να αιωρούνται μες στο χάρτη
και μια πάχνη που καίει.

Κάτι σε πιάνει
κοιτάζεις μα ξεφεύγει η ματιά
ακούς και μια σκιά σ’ εμποδίζει
κυλάς αργά σε κοίτες στεγνές
σε τσόφλια της φτώχειας
της ξενιτιάς

ποιος να συνθέσει πια την παράξενη μοίρα
και πώς να βρουν απαντήσεις οι ξεχασμένοι νεκροί

πονά
πονά της μνήμης μου το σώμα

πόνος παλιός
πόνος καινούριος
ατέλειωτη πληγή που δεν κλείνει.

***

Ο λόγος
του επίμονου θαυματοποιού

Σε χάσματα
σε αντοχές
σε καραβιών αφρούς
σε λυγμούς
σε ωδές
όπου κι αν στρέψεις τις κεραίες σου
εδώ θα με βρεις

να υγραίνω τα ναι
να εμψυχώνω τα όχι.

Ζ. Δ. Αϊναλής, Rectification: Τρία Ποιήματα όπως θα έπρεπε να έχουν εκδοθεί…

maxresdefault

Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

Κι όμως κι αυτοί ξεκίνησαν κάποτε με τη χαριτωμένη αφέλεια
και την κρυφή ματαιοδοξία ν’ αναμορφώσουν τον κόσμο. Ξεκίνησαν
όλοι μαζί, καθένας χώρια, και τόδαν και τόβλεπαν: καθένας
για ένα δικό του λόγο, μια ξεχωριστή φιλοδοξία, στεγασμένη
κάτω από μια μεγάλη ιδέα, έναν κοινό σκοπό, – διάφανη στέγη
που κάτω της διακρίνονταν καλύτερα του καθενός το κομμάτιασμα,
η δυστυχία κ’ η μικροπρέπεια όλων. Πώς νάβαζες, φίλε μου, τάξη
σ’ αυτό το χάος; Πώς να σταθείς κοντά τους; Τώρα καταλαβαίνω.
Γιάννης Ρίτσος, Φιλοκτήτης, 1965

Οδυσσέας

Την φυλακή που είχα μες το μυαλό μου
την εξαγόρασα φτηνά
για ένα πακέτο τσιγάρα
από ‘να περίπτερο με γυμνές στην Ομόνοια
τώρα περπατώ περίπου σαν ένας άνθρωπος ελεύθερος
ανεμίζοντας ειν’ αλήθεια κάπως περισσότερο του χρηστού
την ομπρέλα μου
ξάφνου φυσά ένας άνεμος σιρόκος
σηκώνομαι ολόκληρος
και περπατώ πάνω στις στέγες της πολιτείας
σάπιες απ’ τις βροχές και το άζωτο
και κάτω στο συλημένο πάτο
της γιγαντιαίας αχερουσίας ληκύθου
αναμοχλεύοντας τα κατακάθια από προγονικές οινοποσίες
σπέρματα χυμένα λάδια φονικά γόπες λιωμένες σάρκες
και οστά των νεκρών
αρχαίοι βασιλείς ήρωες ευκλεείς
μόνο τη μάνα μου δε περίμενα να δω
τι σκατά γυρεύει εδώ
κάτι πήρε να λέει
η προκομμένη η νύφη της σ’ ένα μπορντέλο στη Βεγγάζη
μετά ήβγε ο ποντικός της έφαγε τη γλώσσα
ότι κατάλαβε πως δεν ανήκα ακόμα κει
εποχικός
δουλειές του ποδαριού
οδοκαθαριστής συμβασιούχος
εμένα ψύλλοι στ’ αυτιά μου μια φορά
κι εκατοντάδες να ξεσκίζουνε μικρές καρφίτσες την καρδιά μου
πάρα ταύτα πρόσεχα πολύ μη σκίσω την περιβολή μου καινούργια
από ασβέστη λευκή
κι από κάτου αναφανεί η αγιογραφία γυμνή
αμόλευτη
συντριπτική
η εικόνα
η πραγματική

Πηνελόπη

Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα
κάθε πρωί που ξυπνάς μόλις πλυθείς προτού σκουπιστείς
έτσι βρεμένος
τα μετράς στον καθρέφτη
υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας
μια μέρα πήρα με τα δάχτυλα να ψηλαφώ
τα χείλια του μεγαλύτερου απ’ αυτά
ανοίγαν ερεθισμένο αιδοίο
με φρίκη κοίταξα την άβυσσο που ξανοίγοταν κάτω
ως που φτάνει το μάτι σκοτάδι
έβαλα πιο μέσα τα δάχτυλα και
ξάφνου βούλιαζα
τόσο ανέλπιστα
βούλιαζα
σε μια υγρή ανυπαρξία
και να μην έχεις πουθενά ένα φως να πιαστείς
ίλιγγος
ευχήθηκα τότε τον πάτο σα λύτρωση γεμάτη αίμα
δεν πρόλαβα
στην τελευταία περιστροφή το πελώριο δίχτυ της αράχνης
να μου θυμίζει
τη μοίρα μου
Τηλέμαχος
Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο λαθροκυνηγοί
ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες
γι αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι
με τη γλώσσα να βάφω
τη σελίδα κατάστικτη
σταγόνες το αίμα μου
τα χειλ’ υπολείμματα σάρκες σκισμένες
ούλα σμάλτα σπασμένα δόντια
κλάματα σάλια
και δε μιλώ για τον εαυτό μου
όμως τη μάνα μου τσούλα τη σιχάθηκα
να μπάζει απ’ το παράθυρο κατά δεκάδες τους πειρασμούς
πρόστυχη
να τους καυλώνει
κι έπειτα σύξυλους στα κρύα του λουτρού
απολαμβάνοντας τη μοναρχική κυριαρχία της στα τόσα σερνικά
κι ας τη μαστίγωνε φρικτά η λαίλαπα της σάρκας
κάθε που ξύπναγε τυλιγμένη της αυγής την ικμάδα
νικημένη απ’ τα φαντάσματα της νύχτας
κι όμως
δε μιλώ για τον εαυτό μου
γι αυτό και συλλογίζουμαι τόσο πολύ τούτες τις μέρες και τον Νεοπτόλεμο
και τόσους άλλους
καμένη γενιά
γενιά μου

Αθήνα,
Νοέμβρης 2005

*Τα Τρία Ποιήματα έχουν περίπου εκδοθεί στη συλλογή “Ηλεκτρογραφία” (2006).
** Η αρχική δημοσίευση έγινε στον Κενό Τίτλο στη διεύθυνση http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2008/10/rectification.html

9603362077

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Από τα “Εφημερόπτερα”

Apodosi topion

Τη ζωή που τόσο ωραία
Μπορούσε να ‘ναι
Βλάκες αφήσαμε
Χίλιους δυο διάολους
Να μας τη φάνε…

***

Εγώ δεν είμαι ηθοποιός
Δεν ζω για την αποδοχή
Λέω τα δικά μου πάντα λόγια
Χωρίς υπόκλιση στο τέλος…
Φριχτό προνόμιο του ποιητή
Η μοναξιά.

***

Βραδινές ώρες
Χρόνος να διαλέξεις…
Μυαλά αιώρες
Κρεμιούνται από λέξεις.

***

Τα τελευταία αποθέματα της μέρας
Οι τελευταίοι κωδικοί στη λαστιχολωρίδα
Τα τελευταία φώτα στους διαδρόμους
Το ταμείο όλο στο σκοτάδι…

***

Κείνο ακριβώς το βράδυ
Έκπληκτος ανακάλυψε
Πως έξω απ’ τις κρυψώνες
Δεν είχε άγρια θηρία.
Μόνο μία μισόγδυτη κυρία
Και μερικούς θαμώνες…

*Εφημερόπτερα”, διαδικτυακή έκδοση http://www.24grammata.com
 Θεσσαλονίκη, 2015.

Γιώργος Γκανέλης, Η πόρτα

tumblr_kzqjm5tX3b1qa29m6o1_500

Η πόρτα της Ποίησης είναι κλειστή.
Κανείς δεν την έχει δει
Στο εσωτερικό του σπιτιού.
Άλλοι λένε πως είναι κοπέλα
Άσκημη με μεγάλα γυαλιά
Κι άλλοι πως μοιάζει με γριά
Όμορφη και περιποιημένη.
Τα βράδια ακούγονται βήματα στην κουζίνα.
Υποθέτουν πως καταβροχθίζει λέξεις
Που τις διατηρούσε στο ψυγείο.
Το πρωί καπνός βγαίνει απ’ τις χαραμάδες
Σημάδι μιας γόνιμης αϋπνίας.

Κι όσοι ορκίζονται πως την έχουν δει
Το είδωλό της συνάντησαν
Μέσα στο βαθύ χάσμα του ύπνου τους
Κι όσοι την άκουσαν να μιλάει
Ένας αντίλαλος ήταν απ’ την έρημη πόλη
Ta aπογεύματα του Αυγούστου.

Ακόμη και για τους ποιητές
Η πόρτα του σπιτιού παραμένει κλειστή.

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, εκδ. Στοχαστής, 2015.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Διαδήλωση, ένα ποίημα

1558517_485138904928420_1069324053_n

Διαδήλωση



Τρίζεις τα δόντια των ομοίων σου



όταν απειλείς με ιαχές πολεμικές  

πως θα κινήσεις γη και ουρανό

για να βρεις τα ξεφτισμένα δίκια σου



ήσουνα νιος και νια και γέρασες

ικανός για όλα

και για τα πάντα δυνατή

κοιτάζοντας μόνο τη δουλειά σου



Τα μάτια σου και η οικογενειακή φωλιά σου! 



Με τις φτερούγες των παιδιών 

να καψαλίζουν μέσα στις αγκαλιές των γονιών τους 

σε κάτι μελλοντικά προσοδοφόρο να μεταλλάσσονται 

για να μάθουν να κερδίζουν τη ζωή τους δουλεύοντας

ριγμένα σ’ ένα άρρωστο παιχνίδι διαρκείας 

αιώνιων νικητών και αιώνιων συντετριμμένων   



Τρίζεις τα δόντια των ομοίων σου



όταν στην εμποροπανήγυρη των αιτημάτων

που εξασφαλίζουν το σατραπικό σου επαγγέλεσθαι  

διοργανώνεις μαζώξεις και καμαρωτές παρελάσεις 

όταν στο κλεινόν άστυ περιφέρεσαι αλλόφρων  

ικετεύοντας να εισακουστεί η πείνα σου

στους ηγεμόνες που διψούν για αίμα



Τρίζεις τα δόντια των ομοίων σου



όταν επικαλείσαι το θεό για τη δράση σου

όταν ορκίζεσαι επανάσταση  

στα εθνικά λάβαρα της μνησικακίας 

όταν φοράς το ράσο του περιούσιου λαού

για να δικαιώνεις εσαεί την κανιβαλική ψυχή σου



Τρίζεις τα δόντια των ομοίων σου



όταν φωνασκείς νυν υπέρ πάντων ο αιώνιος αγών  

σαν ακριβοδίκαιος μονομάχος που τον απέκλεισαν 

από την αρένα της επιβίωσης και αποτρελάθηκε 

γιατί προσελήφθησαν άλλοι φθηνότεροι κομπάρσοι

στο θέατρο του παραλόγου της ζωής  

γιατί βρέθηκαν άλλοι φθηνότεροι μισθοφόροι   

να κρατούν ανοιχτές τις επίγειες θύρες της κόλασης



Τρίζεις τα δόντια των ομοίων σου



όταν σπρώχνεις τα άρματα της πρόστυχης λευτεριάς 

της χυδαίας δόξας, της λερής τιμής σου

και είναι στους τροχούς χιλιάδες τα νεκρά αδέλφια μου



θαμμένα στα χωράφια που σε ταΐζουν 

πνιγμένα στις θάλασσες που σε ταξιδεύουν  

μαχαιρωμένα στην καρδιά και πισώπλατα 

στα χαντάκια των δρόμων που διαδηλώνεις

για τη δουλειά σου, τα εμπορεύματα 

και τα λεφτά σου



Όταν χαμογελώ τα δόντια μου

δε με αφήνουν να ξεχάσω

και πονάνε



άκλαυτα πάνε όλα τ’ αδέλφια μου

στα στρατόπεδα που συγκεντρώνονται 

κάτω από τη μύτη σου 

και στην κόψη των οραμάτων σου

δε σταματούν να ξεψυχάνε



ένα δικό σου κομμάτι ουρανού 

τούς φράζει το στόμα



στης πατρίδος σου το χώμα

γέρνουν τα κεφάλια τους

με τις ανάσες τους να λιγοστεύουν



ακαριαία όμως ανασηκώνουν το κεφάλι 

βαθιά μέσα στα μάτια σε κοιτούνε

και ύστερα και ύστερα

μόνο αν τους αφήσεις μόνους

σφίγγουν τα μάτια 

τα χείλη σφίγγουν  

και πεθαίνουν 

Iάσων Δεπούντης, Ποιήματα από το “Systema naturae”

12743705_830433113746058_4147177123925705191_n

ποίημα έβδομο (απόσπασμα)

O λογαριασμός του νερού

νερό εναντίον της φωτιάς εναντίον εναντίον

νερό εναντίον του κονιορτού εναντίον του ανέμου

νερό εναντίον των όγκων εναντίον των ήχων

νερό εναντίον των χρωμάτων
εναντίον των σχημάτων […]

νερό εναντίον των ατμών

νερό εναντίον των λιμνών

νερό εναντίον των χιονιών

νερό εναντίον των πάγων

νερό εναντίον των βροχών

νερό εναντίον των ποταμών

νερό εναντίον των θαλασσών

νερό εναντίον των χειμάρρων

νερό εναντίον του νερού

νερό να πούμε το νερό;

διρό να πιούμε το νερό

βιρό να ξεδιψάσουμε

χιρρό να ξεριζώσουμε […]


***

Di situ orbis, 2 (ποίημα δέκατο)


είναι σχεδόν στο χρώμα άσπρο άσπρο άστρο άσπρο

άσπρο άσπρο μπαίνει στον άσπρο αιώνα άσπρο άστρο

είναι σχεδόν σαν άστρο και άοσμο άσπρο άστρο άσπρο

άσπρο και άσπρο άσπρο και άσπρο και άσπρο άστρο 

είναι πριν απ’ το χρόνο άσπρο πριν απ’ τον ορίζοντα

άστρο και άσπρο άσπρο και άσπρο και άστρο άσπρο

είναι σχεδόν στην άσπρη νοητή γραμμή του άστρο

άσπρο άστρο και άσπρο ξαναγίνε θάνατος άστρο

γίνε να μάθεις αλλεπάλληλος καίσιο στρόντιο τελλούριο

γίνε να ξέρεις αλληλέγκυοςπερνάς στον άσπρο αιώνα

[…] είναι σχεδόν που βγαίνει σύνδρομο του θανάτου άστρο

άστρο άσπρο στιγμές για την επέμβασή σου στο άστρο

[…] τότε δε θα χρειάζονται μελλοντιστές και μνημοθέτες

τότε δε θα σκεφτούν να δώσουν ένα νόημα στην εξέλιξη

τότε δε θα είναι βέβαιη του άσπρου άστρου η συνέχεια […]

μαζί του δεν μπορείς τον άσπρο αιώνα, γίνεσαι θάνατος.


Jorge Ignacio Plaza Corral, Δύο ποιήματα

jorge-plaza-corra

Γαλάζια μάτια

Περπατούσες. Βγήκες, περίπατο να κάνεις
Σηκώνοντας στο πέρασμά σου αναταράξεις
πραγμάτων που, νιώθοντας την άφιξή σου,
Ήθελαν να τα είχες κοιτάξει.
Αλλά η γαλάζια ακτίνα της ματιάς σου
Πάνω στη θάλασσα έπεφτε, θάλασσα πάνω σε θάλασσα,
Ατσάλι πάνω σε ατσάλι που στην ταλάντωση
Ξεσχίζει τον αέρα όπως τα σπαθιά.
Επέβαλες τον ουρανό σου πάνω στον ουρανό.
Σκέπασες με τον ατλαντικό σου τον ατλαντικό.
Το γαλάζιο σου έθετε τις ρίζες του σε όλα.
Στο πέρασμά σου όλα σήκωναν την πτήση
Μπροστά στης αστραπής σου την απότομη βροντή
Που γαλάζιες ουλές στον ουρανό αθετεί.

(Ανέκδοτο)

***

Παρίσι

Το Παρίσι είναι τα μπαλκόνια του χυτηρίου και τα λαξευμένα τμήματα
Του λίθου, η μεγαλειώδης όψη και η ρυτίδωση
Του νερού σε ταραχή και περιδίνηση που μεταφέρει ανήσυχο
Ένα ανάθημα από πηλό στις γαλάζιες θάλασσες.
Το Παρίσι είναι του πολέμου τα τύμπανα κι η σάλπιγγα,
Είναι η εκκλησία του Χριστού και είναι του Άρη ο ναός,
Όπου ανεγείρεται το σίδερο στα εσπερινά
Πεδία μάχης σαν μια ξιφολόγχη.
Το Παρίσι είναι του δρόμου οι φανοί, οι ιχθύες και οι άρτοι
Και είναι το μπορντέλο της χλιδής όπου η πόρνη Ιστορία
Με το Μουσείο ξαπλώνει, των τιτάνων το παιδί.
Το Παρίσι είναι μια σκιά στρεβλωμένη κι απατηλή
Που τονίζει συνοδευόμενη από λυπητερές κινήσεις
της περασμένης δόξας του την παρηκμασμένη ωδή.

(Ανέκδοτο)

*Ο Jorge Ignacio Plaza Corral (Κάντιθ, 1980), είναι πτυχιούχος Αραβικής Λογοτεχνίας, έχει διατελέσει Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Άργελ και συνεργάτης καθηγητής στο Ινστιτούτο Θερβάντες. Εργάζεται ως καθηγητής Αραβικών στην Επίσημη Σχολή Γλωσσών (Escuela Oficial de Idiomas) υς Ισπανίας. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή και είναι συγγραφέας μιας ανέκδοτης νουβέλας κι ενός θεατρικού έργου.

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη. http://www.vakxikon.gr

Γρηγόρης Σακαλής, Παρατηρώντας κάποιους ποιητές

Κλινικά Απούσα

Τους βλέπω.
Συχνά.
Τους παρατηρώ.
Ποζάρουν.
Πάντα.
Έχουν ύφος.
Μεγαλείου.
Γράφουν δύσκολες λέξεις.
Για να πείσουν.
Χαριεντίζονται.
Η ισχύς εν τη ενώσει.
Γράφουν γι’ αυτούς.
Τα περιοδικά.
Όσοι ξέρουν γελούν.
Γιατί στο τέλος
Θα μείνει μοναχά το έργο.
Του καθενός.
Τα επιχρίσματα
Θα συντριβούν.

*Το κολλάζ της ανάρτησης είναι της Άννας Δημητρίου (http://jellyannadarling.blogspot.gr)