Γιώργος Β. Μακρής, Δύο ποιήματα

DSC06273GIORGOS-MAKRIS-autobiogr-BLOG

ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

***

ΠΡΟΣΕΥΧΗ Ή ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Κάνε, Υπέρτατον Ον,
(…) ώστε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ ή ο Τζακ Κέρουακ
να γίνουν κάποτε Πρόεδροι των ΗΠΑ
(…) και η Τεχνική
να ξαναγίνει
Τέχνη.
Κάνε, Κάνε λοιπόν δέντρα, γατιά και λουλούδια και νέες κοπέλες και σεξ και τραγούδι.

(1967)

Μάτση Χατζηλαζάρου, Δύο ποιήματα

matsi

Απόγεμα

Μαύρη γάτα γυαλιστερή
λάγνα σα μάτι
κατοικίδιο
εσύ ελεύθερο
στην ηδονή έχεις
μιαν ανάσα αλλόκοτη
ήμερη ήμερη ήμερη
η ράχη σου βρίσκει
μες στο δωμάτιο
όλα τα λησμονημένα χάδια

κι αν δοκίμαζα με σένανε
τα ξόρκια μου
κι αν σε ονομάτιζα
Γριγρίτσα μου γυαλιστερή
εσύ ελεύθερη

όχι καλύτερα
να σε πω Γριγρία
γυαλιστερή μου λάγνα
Γριγρία
μαύρη σα μάτι
παίζεις καθώς γράφω
ψευτοδαγκάνεις το στιλό μου
Γριγρία λεβεντιά
ξένοιαστα ζυγώνεις
τη μελάνη ή το λόγο
παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά
μα ποτές το ρήμα πεθαίνω

***

Πρωί

Θυμήθηκε τα γριγριά
που αντιλαλούν και φέγγουνε
σε μεγάλη διαδρομή καημών
από τον εαυτό της
μακριά στα νερά τής Βάρκιζας
όμως έσερνε μαζί έναν στίχο

τα γριγριά αντιλαλούν και φέγγουν

μην επιμένεις εδώ
ισχνή μου λέξη γριγριά
τα γάμμα-ρο και τα γιώτα
δε φωτάνε κανένα βυθό
δε βαράνε γδούπους πάνω στη θάλασσα
μηδέ τα συνερίζεται ο μπάτης
όταν ξεμουδιάζει το πρωινό
και ένα ένα φυσάει
άστρα φάρους και λάμπες
γριγριά
τι με παιδεύεις
φτάνουνε οι θύμησες
αρρώστια είν’ τα λόγια τους
τι με κατατρέχεις
αναβοσβήνεις μπροστά μου
άμα λιγώνουμαι στον καναπέ
φύγε γριγριά φύγε
δε μπορώ άλλο
χάνουμαι

*Από τη συλλογή Κρυφοχώρι της Μάτσης Χατζηλαζάρου (εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951) [με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató]. Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1989). Εμείς τα πήραμε από το http://matsihatzilazarou.wordpress.com

Frank O’Hara, Δύο ποιήματα

Ραδιόφωνο

Γιατί παίζεις τόσο ανιαρή μουσική
απόγευμα Σαββάτου, όταν κουρασμένος
του θανατά ζητάω λίγη υπενθύμιση
ενέργειας αθάνατης;
Όλη την
εβδομάδα ενώ σέρνομαι κουρασμένος
από γραφείο σε γραφείο μέσα στο μουσείο
ξεχύνεις τα θαύματα του Γκριγκ
και του Χόνεγκερ σε σακάτηδες;
Δεν είμαι
κι εγώ σακάτης, και ύστερα από μια εβδομάδα
εργασίας δεν μου αξίζει ένας Προκόφιεφ;
Ας είναι, αποβλέπω στον ωραίο μου πίνακα
του ντε Κούνινγκ. Νομίζω πως έχει ένα πορτοκαλί
κρεβάτι, κάτι παραπάνω απ’ ό,τι το αυτί μπορεί να κρατήσει.

**

Μουσική

Αν σταθώ για λίγο κοντά στο Ικουέστριαν
σταματώντας για ένα σάντουιτς με σάλτσα από συκώτι στο Μεϊφλάουερ Σοπ
εκείνος ο άγγελος μοιάζει να οδηγεί το άλογο στου Μπέργκντορφ
και είμαι γυμνός σαν τραπεζομάντιλο, τα νεύρα μου βουίζουν.
Κοντά στο φόβο του πολέμου και στα αστέρια που χάθηκαν.
Στα χέρια μου έχω 35 σεντς μονάχα, δεν έχει νόημα να φάω !
και σιντριβάνια αναβρύζουν πάνω απ’ τις στέρνες με τα φύλλα
σαν τα σφυριά ενός γυάλινου πιανοφόρτε. Αν σου μοιάζει
να έχω χείλη λεβάντας κάτω απ’ τα φύλλα του κόσμου,
πρέπει τη ζώνη μου να σφίξω.
Μοιάζει με μηχανή τρένου εν κινήσει, η εποχή
της ταλαιπωρίας και της διαύγειας
και η πόρτα μου είναι ανοιχτή στα απογεύματα του καταχείμωνου
χιονιού που πέφτει ανάλαφρα πάνω στις εφημερίδες.
Σφίξε με σαν δάκρυ στο μαντήλι σου, τρομπέτα
του απομεσήμερου ! μέσα στης καταχνιάς το φθινόπωρο.
Καθώς στήνουν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στη λεωφόρο Παρκ
θα δω τα ονειροπολήματα μου να περνούν με σκύλους μέσα σε κουβέρτες,
για κάποιο λόγο πριν αρχίσουν όλα αυτά τα φώτα των χρωμάτων !
Μα τέρμα πια τα σιντριβάνια τέρμα και η βροχή
και τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τρομερά αργά.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Από το http://yannislivadas.blogspot.com.au/2008/02/frank-o-hara.html

4782d155-9661-4d1d-b22b-ca3b219f5d00_3

Cornelis Vleeskens, Two poems

Curvature of the mind
Ornate beyond straight thought
Rallies over a Dutch mass like
Noctiluca  effervescing over an
Evening beverage that would spoil
Latte specialists or transient
Inertia plagued by
Solar encroachment

Verily the candescence
Leans like an oblique sheen
Emerging at pace without
Effort or so it
Seems as you take another
Keen lope into the marbled
Entropic margin
New each moment
Sails brightly aloft

Salmon Wind

monosyllabic
                     celibacy!
sounds Cyrillic!
            even at this hour!
                                      but!
your overspeak
is a plague!
yet nature is my period!
HAH!
as if the 80’s
was like making
a herbal tea
among the plankton
and the RUSH!
or were we both
RUSHing somewhere else!
an else like pursed lips!
can you excuse me
if i throw a forest
a kiss!    even
from the distance
you proffer
given now
it is further
than it now
might be!

[from an issue of  Mighty Thin Books]

*Taken from Collcted Works (Kris Hemensley) http://collectedworks-poetryideas.blogspot.com.au/2013/03/i-m-cornelis-vleeskens.html

Luise Kaschnitz, Hiroshima

12743960_1564614680523271_2095438840127373789_n

Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,

Έσυρε να κλειστεί σε μοναστήρι – χτυπά τα σήμαντρα.

Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,

Περνώντας στο κεφάλι του θηλιά πήδηξε απ΄την καρέκλα.
Κρεμάστηκε.

Αυτός που έριξε το θάνατο στη Χιροσίμα,

Κυλίστηκε στην τρέλα, τις νύχτες

Κάνει πέρα τα στοιχειά που αμέτρητα,

Αναστημένα από τον κουρνιαχτό τον κυνηγούν.
Τίποτα απ΄όλα αυτά δεν είναι αλήθεια.
Μόλις πριν λίγο τον είδα
Στον κήπο του σπιτιού του στα προάστια.
Οι φυτεμένοι φράχτες ήταν ακόμα χαμηλοί κι οι τριανταφυλλιές μια σταλιά –
Δεν μεγαλώνουν τόσο γρήγορα για να μπορέσει κάποιος να κρυφτεί
Στο δάσος της λήθης. Ξεχώριζε
Το γυμνό σπίτι καθαρά,
Η νέα γυναίκα δίπλα του
Με ρούχο λουλουδάτο,
Το μικρό κορίτσι που κρατούσε το χέρι της,
Το αγόρι καθισμένο στην πλάτη του
Πάνω από το κεφάλι του ένα μαστίγιο στριφογυρνώντας.
Κι ο ίδιος φαινόταν καθαρά
Στα τέσσερα πεσμένος στο γρασίδι
Με πρόσωπο από τα γέλια παραμορφωμένο,
Γιατί περίμενε πίσω απ΄ το φράχτη ο φωτογράφος: το μάτι του κόσμου.

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης. Περισσότερα στη διεύθυνση http://www.poiein.gr/index.php?s=luise+kaschnitz&submit=%CF%CA

Tristan Tzara, Άγριο Νερό

index_A_39_01

Τα λιμασμένα δόντια του ματιού
γιομάτα μεταξένια καπνιά
ανοιχτά στη βροχή
ολοχρονίς το γδυτό νερό
μαυρίζει τον ίδρωτα του μετώπου της νύχτας
το μάτι κλείνεται σ΄ ένα τρίγωνο
αυτό το τρίγωνο βαστά έν΄ άλλο τρίγωνο
το μάτι αργά
ροκανίζει μες στο στόμα του κομμάτια ύπνου
τρώει δόντια του ήλιου δόντια βαριά απ΄ τον ύπνο
ο θόρυβος κανονισμένος στην περιφέρεια της λάμψης
είν΄ ένας άγγελος
που χρησιμεύει για κλειδαρότρυπα στην ασφάλεια του τραγουδιού
ένα τσιμπούκι που καπνίζουν στο όχημα των καπνιστών
πάνου στη σάρκα του οι φωνές διυλίζονται μεσ΄ απ΄ τα σώματα
που οδηγούν τη βροχή και τα σχέδιά της
οι γυναίκες το βάζουν στο λαιμό σαν περιδέραιο
είν΄ η χαρά των αστρονόμων
όλος ο κόσμος το παίρνει για ένα παιχνίδι θαλασσίων πτυχών
χνουδωτό απ΄ τη ζέστη και την αυπνία που το χρωματίζει
το μάτι του δεν ανοίγει παρά μόνο στο δικό μου
μόνον εγώ φοβούμαι όταν κοιτάζωμε ρίχνει σε μια κατάσταση σεβάσμιου πόνου
εκεί όπου οι μυς της κοιλιάς του και οι αλύγιστες κνήμες του
συναντώνται σ΄ ένα κτηνώδες φύσημα αλμυρής πνοής
απομακρύνω σεμνά τους νεφελώδεις σχηματισμούς και το στόχο τους
ανεξερεύνητη σάρκα στιλπνή και λεία πια απ΄ τα πολύ λεπτά νερά.

*Μετάφραση: Νίκος Εγγονόπουλος.

О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μάντελσταμ), Δύο ποιήματα

Ossip Mandelstam 4

Μέσα μου κρύβομαι κλειστός,
γύρω μου πλέκομαι κισσός,
τον εαυτό μου ανυψώνω.

Εμένα θέλω και πετώ
στον ίδιο μου τον εαυτό
και τις φτερούγες μου απλώνω.

Αητός, επάνω απ’ τα νερά
βλέπω συντρίμμια τη φωλιά
μέσα στην άβυσσο χαμένη.

Και λούζομαι τον κεραυνό
την αστραπή παρακαλώ
το σύννεφο με περιμένει.

(1911)

***

Πού να κρυφτώ ετούτο το Γενάρη
Η πόλη παραλόγιασε, γαντζώνει, στο κορμί.
Απ’ τις κλειστές τις πόρτες μέθυσα θαρρείς
κι ανάμεσα απ’ τις κλειδωνίες μού ‘ρχεται να ουρλιάξω.

Οι κρεμασμένες κάλτσες στ’ αδιέξοδα γαυγίζουν
και σκεβρώσαν τα μαγαζιά στους δρόμους
και στη γωνιά οι ζήτουλες κρυμμένοι
να μην τους δεις ξεφεύγουν βιαστικά.

Σε παγωμένο λάκκο με νερά
το σπυριασμένο χώνω το κεφάλι,
νεκρόν εισπνέω αγέρα, πνίγομαι,
μαύρα πουλιά πετούν στον πυρετό μου,

κι εγώ τα κυνηγώ και χάνομαι
σα μέσα από βαρέλι να φωνάζω:
“Τον αναγνώστη! Το φίλο! Το γιατρό”
Στη σκάλα την αγκαθερή να κουβεντιάσω.
Γενάρης – Φλεβάρης 1937.

*Από το http://sinneforain.blogspot.com/

Αργύρης Μαρνέρος, Πέντε ποιήματα

ES2014330830_57-1024x664


ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Μία εφημερίδα
Απεργούν οι δημοσιογράφοι
Ένα περιοδικό
Απεργούν οι αναγνώστες
Τσιγάρα έχετε;
Μετά τη νέα φορολογία
Δώστε μου μιά σοκολάτα
Η Αφρική δεν εξάγει κακάο
Μιά κουβαρίστρα
Δεν υπάρχουν
Όλη η γειτονιά κεντάει
Ένα στυλό διαρκείας
Μου τα στείλανε χωρίς μελάνι
Χαρτοφάκελα έχετε;
Δεν υπάρχουν γραμματόσημα
Μπορώ να κάνω ένα τηλέφωνο;
Βεβαίως
Μιά στιγμή όμως 
Να κόψω το σύρμα.

***

ΠΟΣΟΣΤΑ

Τα ποσοστά μου 
Φώναζε
Ο κύριος
Με την καρφίτσα
Στη γραβάτα
Πήρες Τα νόμιμα
Απαντούσε
Ο άλλος
Το περιπολικό
Κυνηγούσε κάοιον
Που είχε πατήσει
Τη διπλή
Γραμμή.

***

ΕΙΣ ΕΝΔΕΙΞΙΝ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ

Τα μετάλλια

Λένε
Τα προφέρουνε
Στους ήρωες
Μα
Τα χρυσά νομίσματα
Στους άλλους
Με προσφορά
Υπηρεσίας
Ιδιαίτερης.

***

ΞΥΛΟΥΡΓΕΙΟΝ

Θα το ήθελα μακρύ
Ευρύχωρο
Να μπαίνει πολύ φως
Νά ‘ναι
Όμορφα βαμμένο
Από ξύλο αντοχής
Να κλείσει καλά
Να εφαρμόζει
Θέλω καλή δουλειά
Μείνετε ήσυχος
Αυτοί που μου δώσαν
Την παραγγελία
Τα ίδια μου είπαν
Πότε να έρθω
Να πάρω το παράθυρό,
Λυπάμαι κύριε
Η ειδικότητα μου είναι
Φερετροποιός.

***

ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟΝ

Όχι πως δεν είναι ωραίο
Μα κάτι κάνει
Αυτό το παπούτσι
Να είναι 
Ανιαρό
Ο παπουτσής σήκωσε τους ώμους
Με κοίταξε παράξενα
Μ’ ένα ψίθυρο στο στόμα
Πρώτη φορά την ακούω αυτή τη λέξη.
Καιρό για χάσιμο
Δεν είχα
Άρπαξα ένα σφυρί
Κι ένα…  καρφί
Και το κάρφωσα βαθιά
Μέσα στο παπούτσι
Το φόρεσα
Και στάθηκα όρθιος
Έτσι τα θέλω εγώ τα παπούτσια

Να μ’ ενοχλούν
Να με πληγώνουν.

*Από την ενότητα “Τώρα τελείωσε ο πόλεμος μας είπαν…”, που δημοσιεύτηκε στο http://www.poiein.gr

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

H_mnhmh_tou_xartiou_1

ΕΠΙΠΛΑ

Μαζεύουν θάνατο τα πράγματα
όπως τα έπιπλα τη σκόνη.

Είμαι ο θάνατος δηλώνουν τα πλάσματα
κάτω από ένα φως λευκό που τυφλώνει.

***

ΘΕΡΜΑΪΚΟΣ 23ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2005
(ή χειμωνιάτικη φουσκοθαλασσιά)

Τα καράβια μου δροσίζονται απόψε
και αν συνεχίσει έτσι ο καιρός
θα ανέβουν στο σαλόνι μου
πλάι στο νεροχύτη

θα ταξιδέψουν σε νέο προορισμό.

*Από τη συλλογή «Η μνήμη του χαρτιού», εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2009. (Τα ποιήματα είναι επιλογή του Παύλου Παρασκευαΐδη και δημοσιεύτηκαν στον Ποιητικό Πυρήνα στο http://ppirinas.blogspot.gr/2013/09/blog-post_8.html)

Matsuo Basho, Στίχοι

portrait-of-matsuo-basho

Αν είναι θλίψη ένας πίθηκος που κλαίει, τι είναι ένα παιδί
χαμένο μεσ’ στη θύελλα.
􏰵
***

Ξεπάγιασαν φθινόπωρο στα χείλια μου οι λέξεις.

***

􏰵Φεύγω κι αφήνω πίσω μου δυο φθινόπωρα αγάπη.

􏰵***

Τι πάει να πει ήρθε ο καιρός του θερισμού; Το καπέλο μου
μόλις που χορτάριασε.
􏰵
***

Μεσάνυχτα: η δροσιά δανείζεται ύπνο από το σκιάχτρο.

􏰵***

Το απόγευμα τραβάει ολομόναχο το δρόμο.

***
􏰵
Το φθινόπωρο βαθαίνει. Επιπλέει ακόμη
ο διπλανός μου;

􏰵***

Πες «μ’ έχουν κουράσει τα παιδιά» κι αν ξαναδείς
λουλούδια…
􏰵
***

∆εν πέθανα. Πάντα είναι απόγευμα, όταν τελειώνουν
τα ταξίδια.

*Από το βιβλίο “Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.