Ειρηναίος Μαράκης
, Ένα παραμύθι με χαρούμενο τέλος

Φωτογραφία: Μάριος Λώλος

Φωτογραφία: Μάριος Λώλος

“Και δω απ’ τον τόπο που έζησα τη φυγή,

ρίχνω αλάτι στη βαθιά τους πληγή,

τάζομαι πρόσφυγας και σε καλό να μου βγει.”

(Φυσάει κόντρα, Active Member)

για όμορφους ανθρώπους

για τον πρίγκηπα που νίκησε τον δράκο

για χώρες μαγικές, σου λέω ιστορίες

χτενίζω τα μαλλιά σου

κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο

πέρα, μακριά, πλάι στον σιδηρόδρομο

στις έρημες πλατείες, σε υγρά μονοπάτια

άγνωστες φιγούρες βαδίζουν

σε αναζήτηση ελπίδας

είναι πρόσφυγες σου λέω, μετανάστες

κι εσύ θυμωμένη απαντάς

όχι, είναι άνθρωποι μητέρα, άνθρωποι

χωρίς θέση σε μια κοινωνία

που ούτε εμείς έχουμε θέση

σωπαίνω, γυρίζω το βλέμμα στην τηλεόραση

στρατόπεδα συγκέντρωσης, μονάδες καταστολής

σιδερόφρακτοι στρατιώτες

υψώνουν τείχη απέναντι στα αδέλφια μας

νεαρά παιδιά επιχειρούν να αυτοκτονήσουν

αφού με θάνατο μοιάζει η ζωή τους,

τρέμει το χέρι, πέφτει το χτένι, δακρύζω

αντί να κλαις, με μαλώνεις, έλα να βοηθήσουμε

φέρε ψωμί, φέρε ρούχα, φέρε την καρδιά σου

αλληλέγγυοι να σταθούμε

για να γκρεμίσουμε τα σύνορα,

τον δράκο να σκοτώσουμε

βγαίνεις έξω, στον κρύο αέρα

ανεμίζουν τα μαλλιά σου

σ’ ακολουθώ, όλη η γειτονιά στο πόδι

προσφέρει τη φτώχεια της βοήθεια στους εξόριστους,

στα μάτια των παιδιών βλέπω ευγνωμοσύνη

τον τρόμο νοιώθω, την ανησυχία τους,

στα μάτια των γειτόνων πάλι

βλέπω την φλόγα την παλιά

της αντίστασης, της εξέγερσης,

μου πιάνεις το χέρι, χαμογελάς

μαζί θα τον αλλάξουμε αυτό τον κόσμο, μανούλα,

για όμορφους ανθρώπους

για τον πρίγκηπα που νίκησε τον δράκο

για χώρες μαγικές, θα λέμε ιστορίες.

Ειρήνη Γαβριλάκη, Από το “Οι νύχτες πριν”

nixtes

15

Νύχτα της σιωπής και των εσωτερικών ρυθμών
των τριγμών και των μεταμορφώσεων,
των συνεπειών και των αποφάσεων,
της ποίησης της πρώτης λέξης,
του θάρρους, της έκπληξης, της συνενοχής,
ω νύχτα μου.

Νύχτα δική μου και του σύμπαντος,
των ριζικών συστημάτων
και των υπόγειων νερών,
των αστεριών που γεννιούνται και πεθαίνουν
ερήμην των ενδεχόμενων μαρτύρων,
του κυοφορούμενου φωτός,
νύχτα δική μου και του είδους μου.

Νύχτα, λοιπόν,
τέλεση και ενδεχόμενο,
λύση και έλεος του μύθου μου
και του μύθου μας,
αφήγηση και σιωπή,
υπόσχεση και αναίρεση,
μεταφορά κάθε πρόθεσης.

Περπατώντας στα ίχνη σπειρών
από χορδές που επιστρέφουν,
ταξιδεύω μέσα μου και μέσα σου,
με την προσδοκία ν’ ακουμπήσω την ουσία σου
και την ουσία μου
και να εκπλαγώ.

*Μαρία Γαβριλάκη, Οι νύχτες πριν, εκδόσεις Ναυτίλος, Δεκέμβρης 2015.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Ναρκισσισμός σύνθεση

Άτιτλο II

Χειρουργείο με μέσα πρωτόγονα
και αφουγκράζομαι:

«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί
(Κύριε, Κύριε, τα σκοτάδια… τα σκοτάδια)
ελωί, ελωί, λαμά σαβαχθανί
ή ελί, ελωί, λαμά αστάγνα τανί»

στο μεταξύ

ενέσεις κωδεΐνης
και άλλα τροπάρια.

Τις νύχτες:
δαγκώνω το μαξιλάρι.

***

Σύνθεση σε μέτρο ελεύθερο

Ο φόβος του άδειου τοπίου
αντανακλά το λευκό σου περίβλημα.

Γαλάζιος καπνός κρύβει τα μάτια σου
απ’ τη μορφή στον καθρέπτη.

Ο καιρός αλλάζει συνειδήσεις
αλλά όχι συνήθειες.

Συνθέσεις απ’ το τίποτα
είναι η δουλειά σου.

Αλόγιστα ξοδεύεις τους ρυθμούς
του παραπάνω τοπίου.

Παγιδεύεις ιδέες έμμονες
τρώγοντας σάρκες
αποκλείεις δρόμους επιστροφής.

Καίγοντας την ψυχή σου
θερμαίνεσαι.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, εκδ. Άγκυρα 2015.

Federico Garcia Lorca, Τρία ποιήματα

tumblr_m8e9bot3fD1qdrgo9o1_1280

Βγαίνει το φεγγάρι

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
οι καμπάνες χάνονται,
κι εμφανίζονται τ’ απρόσβατα
τα μονοπάτια.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
η θάλασσα σκεπάζει τη γη,
κι η καρδιά αισθάνεται νησί
καταμεσής του απείρου.

Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια
κάτω απ’την πανσέληνο.
Πρέπει να φας
πράσινα φρούτα παγωμένα.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
με τα εκατό όμοια πρόσωπα
το αργυρό νόμισμα
κλαίει στην τσέπη

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

***

Γη

Προχωρούμε
πάνω σ’έναν καθρέφτη
δίχως ασήμι
πάνω σ’ένα κρύσταλλο
δίχως σύννεφα.
Αν οι ίριδες γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν τα ρόδα γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν όλες οι ρίζες
κοιτούσαν τ’ αστέρια
κι ο νεκρός δεν έκλεινε
τα μάτια
θα γινόμασταν σαν κύκνοι.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης.

Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα

Η νύχτα αρνιέται να’ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

Όμως κι εσύ θα’ρθεις με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.

Η μέρα αρνιέται να’ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

Όμως κι εσύ θα’ρθεις
ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.

Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να’ρθουν
για να πεθάνω εγώ για σένα
κι εσύ να πεθάνεις για μένα.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης.

**Από το http://surrealism9.blogspot.com/2010/03/7.html

Wallace Stevens, Πρόλογοι στο τι είναι πιθανόν

10600372_10204393517344094_2552129018064856575_n

Ι                                           

Υπήρχε μια ηρεμία του μυαλού όπως όταν είσαι μόνος σου σε βάρκα στη θάλασσα,
Μια βάρκα που προωθούν κύματα που μοιάζουν στιλπνές πλάτες κωπηλατών,
Σφίγγοντας τα κουπιά τους, λες και ήταν βέβαιοι για τον δρόμο προς τον
         προορισμό τους,
Σκύβοντας προς τα εμπρός και κατόπιν όρθιοι κρατώντας τις ξύλινες λαβές,
Υγροί από το νερό και λάμποντας στην ενότητα της κίνησής τους.
Η βάρκα ήταν φτιαγμένη από πέτρες που είχαν χάσει το βάρος τους και καθώς δεν
         ήταν πια βαριές
Μια ακτινοβολία μόνον είχε μείνει μέσα τους, ασυνήθιστης καταγωγής,
Έτσι ώστε εκείνος που σηκωνόταν μέσα στη βάρκα γέρνοντας και κοιτάζοντας
         μπροστά του
Δεν φαινόταν για κάποιον που ταξίδευε έξω και πέρα από ό,τι είναι οικείο.
Ανήκε στην για τα πολύ ξένα αναχώρηση του σκάφους του και ήταν μέρος της,
Μέρος του κατόπτρου της φωτιάς στην πλώρη του, σύμβολό του, όποιο και αν ήταν,
Μέρος των γυάλινων, νόμιζες, τοιχωμάτων στα οποία γλιστρούσε πάνω από το
         λεκιασμένο με αλάτι νερό,
Καθώς ταξίδευε μόνος του, όπως ένας άνθρωπος δελεασμένος από μια συλλαβή
         χωρίς κανένα νόημα,
Μια συλλαβή για την οποία ένιωθε, με μια καθορισμένη βεβαιότητα,
Πως περιείχε το νόημα στο οποίο ήθελε να εισέλθει,
Ένα νόημα που, καθώς εισερχόταν μέσα του, θα θρυμμάτιζε τη βάρκα και θα
         ηρεμούσε τους κωπηλάτες
Όπως σε ένα σημείο κεντρικής άφιξης, μια προς στιγμήν στιγμή, μεγάλη ή μικρή,
Απομακρυσμένο από κάθε ακτή, από κάθε άντρα ή γυναίκα, και χωρίς να
         χρειάζεται κανέναν.

ΙΙ    
                    
Η μεταφορά ανακίνησε τον φόβο του. Το αντικείμενο με το οποίο συγκρινόταν
Ήταν αδύνατον να το αναγνωρίσει. Από αυτό ήξερε πως η ομοιότητά του εκτεινόταν
Λίγο μόνον και όχι πιο πέρα, εκτός αν μεταξύ εκείνου
Και πραγμάτων πέρα από ομοιότητα υπήρχε αυτό ή το άλλο με πρόθεση
         αναγνώρισης,
Αυτό ή το άλλο μέσα στις περιφράξεις υποθέσεων
Για τις οποίες άντρες διαλογίζονταν το καλοκαίρι μισοκοιμισμένοι.
Ποιον εαυτό, λόγου χάριν, περιείχε που δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί,
Γρυλίζοντας μέσα του να ανακαλυφθεί καθώς επεκτείνονταν οι προσοχές του,
Λες και όλα τα κληρονομημένα φώτα του είχαν ξαφνικά αυξηθεί
Από μια πρόσβαση χρώματος, μια νέα και απαρατήρητη, ελαφρά χρωματική
         αντιπαράθεση,
Την πιο μικρή λάμπα, που πρόσθετε το δυνατό της τίναγμα, στο οποίο έδωσε
Ένα όνομα και προνόμιο πάνω από την κανονικότητα της κοινοτοπίας του –
Ένα τίναγμα που πρόσθετε σε αυτό που ήταν πραγματικό και στο λεξιλόγιο του,
Με τον τρόπο που κάποιο πρώτο πράγμα που έρχεται στα δέντρα του Βορρά
Προσθέτει σε αυτά ολόκληρο το λεξιλόγιο του Νότου,
Με τον τρόπο που το πρώτο μοναδικό φως στον βραδυνό ουρανό, την άνοιξη,
Δημιουργεί ένα καινούργιο σύμπαν από το τίποτε προσθέτοντας τον εαυτό του,
Με τον τρόπο που ένα βλέμμα ή ένα άγγιγμα αποκαλύπτει τα απροσδόκητα
         μεγέθη του.

*Απόδοση: Γιώργος Χουλιάρας.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσι, Δύο ποιήματα

frr


Ελευθερία έκφρασης

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα

***

Επίκαιροι Αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο
το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
πώς να αποχωριστούνε;

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Έι! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

Από την κορυφή ώς τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει 

*Απόδοση: Γιάννης Ρίτσος.

Γιώργος Δάγλας, Το σίδερο

μια γυναίκα και ένας άνδρας… μια ιστορία.
για την αντιγραφή Α.Ν.Χ

Η Ελένη Γρηγοριάδου σιδέρωνε τα ρούχα της. 

Τα είχε πλύνει για πολλοστή φορά. 

Δεν τα φορούσε ποτέ. 

Είχε χρόνια να βγει από το σπίτι. 

Είχε χρόνια νάχει μια σχέση, να βρεθεί κοντά μ’ έναν άνθρωπο. 

Δούλευε και σιδέρωνε τα ρούχα της. 

Δεν έτρωγε. Δεν κάπνιζε. Δεν έπινε. Δεν ζούσε.
Σκέφτηκα πως κάτι μπορούσε να γίνει μαζί της. 

Ήμουν τρεις μήνες άνεργος.
Τα μαλλιά μου είχαν φουντώσει και μακρύνει 
πολύ.
Κυκλοφορούσα με κάτι πολυκαιρινά δανεικά ρούχα που μούρχονταν λίγο άβολα. 

Οι ταχτοποιημένοι – (ειν’ αλήθεια είχα φίλους όταν είχα και γυναίκα) – σύχναζαν
σ’ ακριβά μπαράκια και μου χτυπούσαν με παρηγοριά την πλάτη. Μια πέτρα
πεταμένη στην θάλασσα η αγάπη τους. 

Σκέφτηκα λοιπόν πως κάτι θα μπορούσε να γίνει. Και οι δυο στο σίδερο και στη
μοναξιά – λέω – κάτι θα γίνει. Η αλήθεια είναι πως με είχε καλέσει κάποιες φορές
στο σπίτι της. Ξάπλωνε στον καναπέ, κι’ εγώ καθόμουν σε ένα μικρό σκαμπό.
Κρατούσε πάντα μια απόσταση ασφαλείας δύο μέτρων. Μια φορά φεύγοντας την
ακούμπησα στον ώμο φιλικά. Ταράχτηκε. Νόμισα πως θα με χτυπούσε.

Μου μιλούσε πάντα στον πληθυντικό. Η σχέση μας προχωρούσε. Άδειαζα ότι
υπήρχε στο ψυγείο της κι’ άδειαζε οτι υπήρχε στην ψυχή της. Ο αδερφός της ήταν
μόνιμος στρατιωτικός μοναδικός της “φίλος” ερωτευμένος με μια ρωσίδα
καμπαρετζού ο μακαρίτης ο πατέρας της απογοητευμένος – χτυπημένος – από την
αριστερά της εποχής του.

Η Ελένη δούλευε πάντα σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο χωρίς ρεπό, χωρίς ζωή χωρίς
έρωτα χωρίς μέλλον. Κάποιες φορές που περνούσα να τη δω, ντρεπόμουν λίγο.
Τα ρούχα μου ήταν τσαλακωμένα. Κι’ εγώ. Κι’ αυτή σιδέρωνε. 

Ήμουν τρεις μήνες άνεργος. Οι φίλοι μου με είχαν ξεχάσει. Δουλειές – ταξίδια –
δημόσιες σχέσεις – κάποιοι έγραφαν ποίηση άλλοι άλλαζαν αυτοκίνητο εγώ δεν
“είχα μάτια να κλάψω”, ούτε και την Ελένη είχα, ούτε ένα σίδερο, να βγαίνω έξω
στο δρόμο, με αξιοπρέπεια. 

Δεν το έβαλα κάτω. Την τελευταία φορά που πέρασα να τη δω έβαλα τις ντροπές
στην άκρη, Ελένη της λέω δεν μπορώ άλλο έτσι τσαλακωμένος μπορείς να μου
βρεις ένα μεταχειρισμένο σίδερο; Περίμενε μου λέει. Πάει στο άλλο δωμάτιο,
γυρίζει με ένα σαρανταπεντάρι στο χέρι.

- Πάρτο, μου λέει. Εγώ δεν μπορώ. Ό,τι κάνεις θάμαι μαζί σου.

Ted Hughes, Οι προσφορές

e43e9657c3733e6cda2eb362d6de7b38

….Όπως στο όνειρο που επιμένει
Απλώς στο απίθανο και διαρκεί
Το ένα δευτερόλεπτο μετά το άλλο,
Και γίνεται ολοένα πιο απίστευτο —
Σαν να γύρισες αργά το πρόσωπό σου και αργά
Να μου χαμογέλασες ανάμεσα στα μάτια, προκαλώντας με
Εκεί, ανάμεσα στους ζωντανούς, να μιλήσω στους νεκρούς.
Δεν φαινόταν όμως να γνωρίζεις τον ρόλο που έπαιζες.
Κι όπως σε όνειρο, εγώ δεν αποκρίθηκα.
Προσπάθησα μόνο να ξεχωρίσω την ανάμνηση
Του προσώπου σου από εκείνο το καινούργιο που φορούσες.
Αν αποβιβαζόσουν στο Τσοκ Φαρμ, είπα στον εαυτό μου,
Θα σε ακολουθούσα σπίτι. Θα μιλούσα.
Θα έκανα μια προσπάθεια ν’ αρπάξω
Αυτή την προσφορά, αυτό το θλιβερό υποκατάστατο
Που μου επιστράφηκε με τον θάνατο, που μου αποκαλύφθηκε
Εκεί στον Υπόγειο — σίγουρα σαν να απαιτούσε
Τον έλεγχο και την επιβεβαίωσή μου.
Φτάσαμε στο Τσοκ Φαρμ. Εγώ σηκώθηκα. Εσύ παρέμεινες.
Ηταν η στιγμή της δοκιμασίας.
Σου αφαίρεσα το πρόσωπο και το έβγαλα
Εξω, στην αποβάθρα, σ’ αυτό το όνειρο
Που αφηγούνταν όλη τη ζωή του Λονδίνου.
Σε παρατηρούσα καθώς απομακρυνόσουν, μεταφερόσουν μακριά
Προς τον βορρά, πίσω στην άβυσσο
Το αληθινό καινούργιο πρόσωπό σου αμετάβλητο, φωτεινό, ανυποψίαστο,
Ορατό για ακόμη κάμποσα δευτερόλεπτα, κι έπειτα χάθηκε
Αφήνοντάς μου το αρχικό κενό
Εκεί όπου ήσουν εσύ πριν, και ξαφνικά δεν ήσουν.
Ολα όμως προσφέρονται τρεις φορές.
Και ξαφνικά καθόσουν στο δικό σου σπίτι.—-

*Από την BIBLIOTHEQUE στο http://www.bibliotheque.gr/article/50825.

Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο, Ποιήματα από το βιβλίο “Εμφανίσεις”

12715265_559647297545293_7302266141783359090_n
 
I

Ονειρεύτηκα πως ήσουν ζωντανός, ραίνοντας τις πληγές δυο ατόμων
Τη σφραγίδα στο δέντρο που καρατομεί τη μητέρα.

Το δόγμα μου έχει διαλυθεί στη γλώσσα του νεαρού Πούφεντορφ.
Τον είδα να πεθαίνει σε αρκετές περιστάσεις, τον φίλησα
Με τα χέρια δεμένα στην όιλ διάλεκτο του ταράνδου, δράττοντας πανικούς Νατουραλισμοί, ταβέρνες που πυροδοτούν το άσμα των πρωτοπόρων:
Η αθλιότητα δεν είναι ένα
ιερό μυστήριο.

Ονειρεύτηκα πως έφτιαξες ξανά ψωμί μες στο γκρεμό & πως το μοίραζες
Ανάμεσα σ’ εκείνους που ξεγύμνωσαν την μάρτυρα Καταλίνα ενώ
Πυροβολούσαμε μία βραδεία ανάβαση στους ουρανούς της ακαθαρσίας.

Πόσες έρημοι ταλάντευσαν την ανέγγιχτη ευτυχία μας.

ΙI

Νοσταλγώ τη λιωμένη ουσία απ’ το κερί των παιδιών
Που ονειρεύονταν κεφάλια στην αποτύπωση.

Το πάτημα θα είναι για όλους ίδιο, ξηρό, απελπισμένο.

Κοίμησέ τη προτού μας λείψει να οργώσουμε καρδιές
Στην ιχνογραφία των φανατικών που συγκαλύπτουν την ενάρετη αγάπη.

III

Πλύθηκα σε ύδατα που άπλωναν χέρια σε αγίους
Βάφτισα άλλα κορμιά, στόματα αδελφικά
Φοράδες που στράφηκαν στις επαρχίες, κόρες που ορκίστηκαν να μετατραπούν
Σε σπίτια βαμμένα πράσινα αλλά που ποτέ δεν επέστρεψαν.

Οι πνιγμένοι του Νερέτβα έκαναν έφοδο στο ποίημα:
Δεν έχει τρικυμία στην αγροικία.  Δεν υπάρχει αφθονία από καρδιές
Μάκτρα κατευνασμένα. Μένει μόνο ένας γερασμένος αρχειοφύλακας που σκαλίζει
Μες στη γη, που γδέρνεται στις όχθες ενός καθρέφτη.

Σβήνω από την όψη & από τις αναγγελίες
Το ραμμένο αίμα των Λαγίδων.

IV

Σταμάτησα να διδάσκω λογοτεχνία στις κόρες του Πόπλερ γιατί
θέλω να γυρίσω να εγκατασταθώ στη φτωχολογιά. Αγγελολογίες, μήτρες απ’ αυτόν που λιθοβόλησε την αγάπη ηχώντας ξερόκλαδα σε αλσύλλια & διαδρόμους, εκθηλύνοντας ένα γάβγισμα, συννεφιάζοντας λίτρα χρηματιστηριακού ιδρώτα.  

Όλες οι τηλεοράσεις της μεγάλης οροσειράς διαλύουν το σύννεφο.
Μαύρες καρδιές από πηλό γκρεμίζονται πάνω στο εθνικό συμπόσιο, μπαλώνουν χαμόγελα επώασης. Αναμεταδίδουν την καθημερινή τελετουργία. Πυροβολισμοί. Η χαίτη του χρηματιστή ξεκολλάει γιατί μένει μόνο μια ζωή στους εχθρούς των σταγόνων της Αμερικής & οι πυρομάντεις μου φωνάζουν δυνατά από το προεδρικό γκαράζ. Μου πετάνε τις σύριγγές τους, τρώνε από το πρόσωπο του πατρός, απ’ το διαβητικό του σώμα αποτελούμενο από Νέον.

Εγώ θα κοιμηθώ στο Λεπροκομείο της Ανατολής γιατί ξέρω πως εκεί, κεκαλυμμένος από τις προσμείξεις των αγγέλων, δεν θα υποφέρουν κατά μόνας τα φαντάσματά μου.

V

Βρέφος με ιερό λείψανο, ακτινοβόλησε στα ξύλα
Τις σημειώσεις σου για την επιγεγραμμένη
Ιερουσαλήμ.

Οι ορφικοί θα σου υπαγορεύσουν τα αινίγματα
Πώς να συλλαμβάνεις τους ενόχους
Ενώ ακονίζεις τη μάχαιρα της εσχάτης Επιφάνειας στη Γη.

Η εικόνα της αναζήτησης είναι υπερβολική:
Σήμερα αποκεφάλισαν το νεαρό μιγά.

Η βραδύτητά του είναι η κατάπτωσή μου.

Ακόμα θυμάμαι με τι ενθουσιασμό έμαθε να ξυρίζεται.
Δάκρυα, ουγγιές που έχουν κοπεί
Στις μυστηριώδεις επαρχίες του δουλεμπορίου.

VI

Γυρίζω στο νησί για να κόψω τα δέντρα
Που προηγούνται αυτού του ποιήματος.

*Ο Μιγκέλ Άνχελ Γκαλίντο (1973) έχει σπουδάσει Φιλοσοφία και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Νομική. Έχει εκδώσει σχεδόν 20 βιβλία και έχει βραβευτεί σε διαφορετικά μέρη στην Ισπανία και στη Γαλλία. Ήταν ομιλητής στις 9 εβδομάδες της Ποίησης των Κανάριων Νήσων (Ateneo de La Laguna, 1995, Τενερίφη). Έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες που αφορούν στη λογοτεχνία των Κανάριων Νήσων και της Ισπανίας γενικότερα. Μερικά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά για το τμήμα αγγλικών και αμερικάνικων σπουδών του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ και στα ελληνικά για το ηλεκτρονικό περιοδικό «Βακχικόν».
**”Εμφανίσεις”, 2011.
***Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.

Federico Tavan, Καταραμένη εκείνη η μέρα

1-federico-tavan

Καταραμένη εκείνη η μέρα
που άρχισα να γράφω
όχι γιατί
είναι κακό να γράφεις
αλλά γιατί
ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα
που ήμουν μόνος
κι έκλαιγα
και γι’ αυτό
έγραφα.
*
“Μπουμ”
Εμείς καρφωμένοι
εδώ
γράφοντας ποίηση.
Ξέρω
πως αυτό
δεν είναι ποίηση.
Είναι η ιστορία ενός τρένου.
Ξέρω
πως πάνω σ’ εκείνο το τρένο
υπήρχαν
ένας πλανόβιος
ένας μετανάστης
ένας εργάτης
μια φοιτήτρια
ένας οικογενειάρχης.
Ξέρω
πως ο πλανόβιος
είναι στην ηλικία μου
δίχως δόντια
δίχως μαλλιά
και γελάει και κλαίει
και δεν πάει πουθενά
και δεν έχει βαλίτσα καμιά.
Ξέρω
πως ο μετανάστης
είναι πενήντα τριών χρονών
κι έρχεται από τη Γερμανία.
Ξέρω
πως πάει στη Σικελία
και μες στη βαλίτσα
μία κούτα σοκολάτες.
Ξέρω
πως ο εργάτης
δουλεύει στην Άλφα Ρομέο.
Ξέρω
πως είναι σαράντα δύο χρονών
μες στη βαλίτσα
η τελευταία πληρωμή μισθού.
Ξέρω
πως η φοιτήτρια
είναι πολύ όμορφη
και είναι δεκαεπτά χρονών.
Ξέρω
πως πάει να δει τη Ρώμη,
μες στη βαλίτσα
η φωτογραφική μηχανή.
Ξέρω
πως ο οικογενειάρχης
έχει τα γυαλιά εξήντα δύο χρόνια
έναν εγγονό στο Μπάρι
και μες στη βαλίτσα
«το δείπνο για τα χελιδονάκια του».
Ξέρω
πως περιμένουν κάτι
και γελούν
και το τρένο γελάει
και οι βαλίτσες γελούν
και η δημοκρατία
κρυμμένη κάτω από τις σιδηροτροχιές
όπως πάντα
γελάει.
ΜΠΟΥΜ

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.