Άνεμος, πόθος, υπόγειο βουερό αυπνίας, τρικυμία ναός,
η πτώσις των υδάτων
και τ’ απότομο σάλτο των φωνηέντων,
μέσα στα βλέμματα, που ατενίζουν τις τελείες των αβύσσων,
μέλλοντα που θα υπερβληθούν, που έζησαν, που θα συλληφθούν,
φωνάζουν τ’ ανθρώπινα σώματα αλαφριά σαν τα σπίρτα,
μες σ’ όλες τις πυρκαιές, του φθινοπώρου, των δονήσεων
και των δέντρων
Ίδρωτας πετρελαίου.
Η ομίχλη έβαψε το μάτι,
που βάζει χρώμα στην όρασή μας,
με ελαφρόν αίμα και κουρασμένο σκιερό ποτό
μηχανοποιείται ο χορός των φερέτρων,
ή πολύχρωμα φύλλα αναπάντεχα μες στις φλέβες,
απολιθωμένη ρόδα γκρίζα χωρίς τα κλαριά της,
πράγματα που πηδούν αναμεσής της αποστάσεως,
ζω τα διαστήματα του υπόγειου θανάτου,
οι υπνωτισμένες λάμπες των αλατορυχίων
χλωμιάζουν, τα φτυσίματα μέσα στ’ άγρυπνα στόματα,
τα βαγόνια ακίνητα μέσα στον κύκλο του ζοδιακού,
ένα τέρας δείχνει το μυαλό του από καμμένα,
ο γυαλίκαι μοιάζει με την τρυγώνα του rag-time
χωρίς αντίθεση, στο πρώτο άρωμα, στις ιππικές κερδοσκοπίες
τα φωνήεντα απ’ αλάτι δόντια, ακίνητα πάνου στις ράγιες
τραβού τις σκάλες,
σύνθημα
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Έφη Kαλογεροπούλου, Τρία ποιήματα
έχει καιρό απόψε
κρατήσου γερά φώναξα
ρίχνω σκοινιά απόψε
άγκυρες κατεβάζω στα βαθιά
τη ζωή να δέσω
στρίβω τιμόνι στο κενό
τεχνάσματα αρνούμαι
κράτα γερά
στα ύφαλα χυμάω
τους βυθούς σαρκάζω
στο τίποτα γελάω
κράτα γερά
η νύχτα είναι στα ανοιχτά
παγωμένος ο αέρας
λογχίζει
μέχρι να ξημερώσει
μέχρι να ξημερώσει
καθρέφτες ρίχνω στο νερό
σκοτάδι έχασα να βρω
ψάχνω
κι αυτό πού όνομα δεν έχει
τρομαγμένο σπαρταρά
στην άκρη του καιρού
***
γερνάνε πιο γρήγορα
γερνάνε πιο γρήγορα
τις νύχτες οι άνθρωποι
τα χέρια τους μακραίνουν
σ’ αυτές τις ατέλειωτες χειραψίες
πόσους νεκρούς ξεπροβοδίζουν;
κάποτε
η νύχτα μού δάνεισε
βιβλία σελίδες από δέρμα
ράκη ανθρώπινα
έτσι ξεφύλλιζα απελπισία
σταγόνες αίμα στα δάχτυλα
πόδια, χέρια, μάτια στο χώμα
γύριζα στο χρόνο
με λάμπα θυέλλης
κρύφτηκα, πλύθηκα, έφτυσα
η μνήμη κυλάει
ακόμη δεν έχει σταματήσει
πέτρες ξεκολλάνε
γκρεμίζονται
μέσα στη λύπη διπλώνω
τη γλώσσα μου
τρώω σάρκα σιωπής
στη μέρα πού κουτσαίνει
κλείνω το μάτι
***
δίχως τέλος
άρχισε να βρέχει
δίχως τέλος
έσταζε ο χρόνος
πρόσωπα ληστών και αγίων
μάτια τυφλών
που φυλάκισαν την αθωότητα
για πάντα
κραυγές χαμένων από λάθος
στα σκοτάδια
έβρεχε λάσπη
κι άλλα τέτοια αντικείμενα
*Από τη συλλογή ”Ίχνη”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, 2014.
Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Πέμπτη εποχή
H θάλασσα ψαρεύει σύννεφα
κι η στεριά σπέρνει χιόνια
σε μέρες περισπωμένης
(εντός ή εκτός του χειμώνα;)
όπου πια δεν χαμογελάμε,
σε νύχτες παραλήγουσας
(πριν ή μετά το καλοκαίρι;)
όπου πια δεν αγαπάμε,
μια ζωή αιτιατική
-αναπόφευκτη συνήθεια
των ημερών που έρχονται-
σε μια πέμπτη εποχή.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Greek Poetics στο http://greekpoetics.blogspot.com.au/2016/01/blog-post.html
Στέφανος Μπεκατώρος (1947-2006), Δύο ποιήματα
Το δάκρυ
Όπως τα δάκρυ έτσι έρχεται το ποίημα μέσα από τις βαθιές χαραγματιές
του σώματός μου. Βγαίνει απ’ το σώμα μου
στο χώμα πέφτει κάποτε – κόκκινο ρόδο
και γίνεται χίλια κομμάτια κόκκινα
στον ουρανό πετάει κάποτε – το κόκκινο μαντήλι
που έφυγε από τα χέρια του παιδιού
στα χέρια πέφτει κάποτε – κόκκινος θρόμβος
γεμίζοντας ένα λευκό χαρτί.
Ό,τι κι αν γίνει
θα επιστρέψει κάποτε το ποίημα
ό,τι κι αν γίνει
θα σε γυρέψει κάποτε το ποίημα
ήσυχο κλάμα του νερού στην πηγή
φύλλωμα δέντρου όπως ξεψυχάει το απόγευμα
βιβλίο που φαγώθηκε απ’ τη σκόνη
και την υγρασία κι έμεινε
στη μοναξιά καιρό.
Όπως το δάκρυ κι όπως το αναφυλλητό –
φτάνει μια μέρα που όλα γύρω γέρνουν κλείνει
ο κορμός χάνεται σβήνει ο ουρανός και μόνο
μένουν τα λόγια πάνω στο χαρτί κι η μουσική
πριν απ’ τα λόγια πριν απ’ το χώμα πριν
απ’ τον ουρανό
κι όμως
μετά απ’ το ποίημα. έτσι –
όπως το δάκρυ κι όπως το αναφυλλητό.
*Από τη συλλογή “Περιορισμένος χώρος”, 1975.
***
Ελληνικός Χειμώνας
κι ο άξιος εύκολα μένει στ’ όνειρο
κι ο άξιος με γυμνό σώμα πολεμά το επίγειο κράτος
Ν.Δ. ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Σήμερα στάχτη ο ουρανός.
Σύννεφα καπνοί του πολέμου
κι εσύ σ’ αυτή την κάμαρη
της κρύας μοναξιάς
έρχεσαι
για ν’ ανοίξεις το παράθυρο
σ’ αυτό τον τόπο που ξεριζώνεται
από τον άνεμο της αδικίας.
Πώς ν’ αντέξεις.
Αιώνων βροχή
ακατάπαυτη από μοχθηρία
και ολιγόνοια γδέρνει τα κόκαλα
του άξιου
μα εκείνος
βλέποντας πάνω
μένει ακόμη
ορθός.
Πώς ν’ αντέξεις.
Στάχτη ο τόπος
παγωμένος ουρανός που διώχνει
τα παιδιά του Μια θυμωμένη
θάλασσα εκβράζοντας στην αμμουδιά
κουρέλια σκουπίδια σκοινιά
σάπιους καρπούς αδύναμα σανίδια.
*Από την ποιητική συλλογή “Οδός Κυδαθηναίων”, Πλέθρον, 1991.
Τάκης Βαρβιτσιώτης, Μονάχα με την ποίηση
Μονάχα με την ποίηση
Δε θα χαθούν ποτέ
Τα μεγάλα ιστιοφόρα της αυγής
Ούτε τα φώτα ούτε η χαρά
Ούτε τα δέντρα ούτε η νύχτα
Μονάχα με την ποίηση
Θα ‘μαστε ακόμα ικανοί
Να βλέπουμε και ν’ αγαπούμε
Να ονομάζουμε τα πράγματα
Με τις πιο καθημερινές λέξεις
Να λέμε το ψωμί ψωμί τη σκάφη σκάφη
Και μ’ ένα βλέμμα να οδηγούμαστε
Σε μιαν αλήθεια οριστική
Μονάχα με την ποίηση
Θα μεγαλώσουνε τα στάχυα
Και τα στήθη των κοριτσιών
Το ποτάμι θ’ απομείνει ποτάμι
Η θάλασσα θάλασσα
Κι ο ουρανός ουρανός
Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τ’ αστέρια
Μέσα στις καπνοδόχες
Κι όλη τη θλίψη που ενδημεί
Στο βάθος των ματιών
Και θα μπορέσουμε να ξαναβρούμε
Το γενέθλιο χωριό μας
Παραχωμένο μες στα χιόνια
Μονάχα με την ποίηση
Θ’ ανακαλύψουμε ξανά τον έρωτα
Και πατώντας από κλωνί σε κλωνί
Κι από ελπίδα σ’ ελπίδα
Θα εγκαθιδρύσουμε
Την αγνή βασιλεία των φτερών
Σαπφώ, στίχοι…
Γιώργος Φρέρης, Από τη “Διαθήκη”
1
Στην ακροθαλασσιά
Με την άμμο την ψιλή
Στην παλάμη σου αποτυπώνω
τις γραμμές της ζωής μου
2
Με την παλάμη σου
Λιώσε με όσο μπορείς
Διέλυσέ με
Σκόνη να γενώ
Στην καρδιά σου να εισδύσω
3
Κρύψε τούτο τ’ αστέρι
Στη γούνα του κορμιού σου
Κι άκου τον πόθο μου
στα σωθικά σου να ηχεί
4
Όλος ζωή
τ’ αφρώδη κύματα
της φουρτουνιασμένης θάλασσας
στο κορμί σου καταλαγιάζω
5
Σου παραδίνομαι διάφανος
Για να χαθώ
Με χάδια
Στο βάθος της ψυχής σου
6
Πάνω στη γύμνια σου κυλιέμαι
Περισυλλέγοντας
Mιa ήπια ακτίνα αγάπης
Στο ανθισμένο σου κορμί
*Από τη συλλογή “Διαθήκη” που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Ένεκεν” ως ένθετο στο τεύχος 37 του ομώνυμου περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη.
Alfonso Calderon, Από τα “165 ελληνικά ποιήματα”
136
Εικόνα την εικόνα.
Η ομιλία της σιωπής.
Το αγνό φως και δύο μάτια
την αυγουστιάτικη αυτή μέρα.
Μόνο ένα μαρμαρένιο πέπλο
της θεάς μένει στην Επίδαυρο.
Και διατηρεί τη δύναμη
που δίνει το αρχαϊκό.
Άπειρες αμαρτίες, απάτες,
ταχυδακτυλουργίες κι όλα αυτά.
Λεπτά σίδερα πίστης.
Την εκτοπίζουν στη Ρώμη,
κολόνες και καθεδρικοί ναοί.
Ω, κλαύδιες πτυχώσεις
από προσευχή σε προσευχή!
Πόσο άδειο είναι τώρα της
Περσεφόνης το κρεβάτι,
φοβισμένη, αφιλόξενη, ακίνητη!
*Από το βιβλίο “Τέσσερις σύγχρονοι Χιλιανοί ποιητές εμπνέονται από την Ελλάδα με μια συλλογή ο καθένας”, σε μετάφραση και επιμέλεια Ρήγα Καππάτου, εκδόσεις Εκάτη, 2012.
Γεωργία Τρούλη, Μιλάμε για φαγοκυττάρωση της ανάμνησης
Εσύ στον καναπέ, καλυμμένος με σώματα θυσιασμένα στον βωμό της
Ανάλεκτης εμπειρίας για μια ζωή που έρχεται και παρέρχεται σαν απόσπασμα
Από καλύτερο κομμάτι μουσικής ή γράμματος
Ασύνδετες εκχωρήσεις στο ζητούμενο
Θέλω εσένα
Θέλω εμένα-μόνο
Απαρέμφατες εγκλίσεις του συναισθήματος
Αισθάνεσθε;
Θέλω το φαίνεσθαι και δεν είναι ανεξάρτητο από το είναι
Σε προλαβαίνω για διορθώσεις
Μικρές ημερολογιακές ρυθμίσεις της ώρας
Θυμάσαι τότε που
Θέλω να θυμάμαι μόνο déjà vu καταστάσεις που θα
Εκρηκτικές επαναφορές ρημάτων βάθους
Αγαπώ σε
Θέλω με
Ερωτεύσου απώλεια
Σαστισμένες εκπτώσεις συμβιβασμών
Μήπως θα ήθελες νύχτα συν δύο παράφορα όνειρα;
Μήπως;
Βεβηλωμένες αρνήσεις καταφάσεων
Ναι, ίσως, όχι
Εγώ γεωτροπία
Εκτροπή τηλεφώνου
Εσύ όχι, όχι
Διαιρέσεις φλεγματικών πολλαπλασιασμών
Πολύ θέλω εσένα μέχρι τέσσερα τέρμινα δια δύο
Μέχρι την άκρη της πραγματικότητας;
Kαι λίγο να τραβήξουμε κλωστή
Ουσιαστικοί συμμέτοχοι στην αλήθεια της πρόσθεσης
Πόσο μας κάνει η ψευδαίσθηση;
E; Kαι πόσες καμπούρες έχει μια καμήλα;
Τρεις.ϊσως και παραπάνω – και εμπόρευμα
Και αντοχή για αφαίρεση
Εγκράτεια στοχαστική στη σέπια σιωπή της ερήμου
Μαγευτική εναπόθεση αποσιωπητικών
…………………………………………………..
Και υποδόριο ύφος στο βλέμμα όλο να υπογράφει
Μια υπογραφή που δεν είναι ποτέ όμοια με την άλλη
(εκ προμελέτης εκτέλεση εαυτού)
Συμπληρωματικά υποκείμενα
Εγώ
Εσύ
Αυτός
Η παραδίπλα
Κακοτράχαλες παρομοιώσεις ποιητικής αλληλουχίας
Σαν νερό σε κύκλο
Σαν πορτοκάλι μισοφαγωμένο
Όπως όταν πηγαίναμε τειχάκι- τειχάκι τη διαδρομή
Όλα δρόμος και τα λοιπα΄
Κυνικές αφηγήσεις του παραμυθιού
Αλήθεια; έχε γεια
Αντίο – και ζήσαν αυτοί καλά
Ατέλειες τέλεια τοποθετημένες σε παρενθέσεις
(εισαι σκληρή)
(είσαι ψεύτης)
H υπονόηση της από-φασιστικής παύλας
Τέλος. –
Η συνέχεια
Το συναίσθημα να τριγυρίζει σε πεζούλια αδιάλλακτου βαδίσματος
Συνέχεια
Και νομίζει εκ προμελέτης ή εξ αμελείας
Πως δεν επίκειται σεισμός
Στην από-στροφή λίγο πιο κάτω
Σκοντάφτει
Και νομίζει
Όλο νομίζει
Το ουσιαστκό
Το
Όλο
Νομίζω
Γιώργος Γκανέλης, Θηριοδαμαστές
Ένα μυστικό μέσα απ’ τα βάθη των αιώνων ακούστηκε
καθώς η γαλήνη της κάμαρας πισώπλατα μας άγγιζε,
χρόνια νεκροί στο ημίφως της Ιστορίας
με σβησμένα τα χνάρια της επιστροφής
κινήσαμε να προσεγγίσουμε τις αντίθετες δυνάμεις
που κυβερνούν τον κόσμο·
έμπειροι θηριοδαμαστές νωχελικών ωρών
πίνοντας τ’ αποτσίγαρα της μοναξιάς
κι ούτε ένας εθελοντής να σηκώσει τα πανιά στο πέλαγος
μονάχα πεδία πολέμου διακρίνονται
βαμμένα με το αίμα των αθώων ψυχών.
Αυτά και άλλα πολλά σκεφτήκαμε σήμερα
που μείναμε κολλημένοι στις καρέκλες του δωματίου
ονειρευόμενοι μια χώρα εξωτική
ενώ έξω τα παιδιά αρρώσταιναν με την ασκήμια
του κόσμου
καθώς τα καράβι ετοιμαζόταν να δραπετεύσει απ’ τα νερά
αυτού του λιμανιού, γεμάτο σημαίες και κίτρινα φώτα
πηγαίνοντας ποιος ξέρει πού· μπορεί σ’ εκείνο το νησί
που είχαμε ακούσει μικροί, ίσως στον Πειραιά ή στο χαμό.
Οι καιροί αναδιπλώθηκαν πια
κανείς δεν προχωράει πρώτος, όλοι στην ουρά
ουραγοί και ιδρωμένοι να μη φαίνονται
κι εσύ ήξερες μόνο να ικετεύεις τους δειλούς
σαν τον αυτόμολο που παραδίνεται στον εχθρό
που έχει χάσει τη μάχη· κι οι νικητές είναι πολλοί
κι οι ψυχές χωρίς σωτηρία, ειδικά τις Κυριακές
περισσότερο τ’ απογεύματα μετά το ποδόσφαιρο
που περιπλανιέσαι μόνος στους δρόμους της πόλης
στα καφενεία με τα θολά τζάμια.
Υποψίες περικύκλωσαν τη νύχτα
εκδρομείς επισκέφτηκαν τα χωριά και τις τύψεις
δυο-τρεις φαντάροι ανεβαίνουν το μονοπάτι το χωμάτινο
φωτιές και ήχοι γαντζώνονται στις παλάμες σου
κι όλα αυτά εντελώς φυσιολογικά σαν το χτύπο του ρολογιού
σαν τον καστανά που πριν ήταν λαχειοπώλης·
σημάδια εξαγοράς και προδοσίας
στα χέρια των ληστών η οροφή του κόσμου
στις φευγαλέες μέρες το άρωμα της άνοιξης
ξανά και ξανά μια υπόσχεση που ναυάγησε
στα άδεια ποτάμια, στα πηγάδια, στα τούνελ
κι η πόλη να ερωτεύεται την ασκήμια της
κι οι ωραίοι θνητοί να μην υπάρχουν
μπαίνοντας προς το δύο χιλιάδες, με πόδια ισχνά
με μάτια θαμπά με τις αξίες παραδομένες
στην εύκολη γοητεία κι οι εραστές πνιγμένοι
στην πλεονεξία τους – είναι πια σύγχρονοι.
«Είμαι μοντέρνα» φώναξες Ελένη (μα και ωραία;)
Εγώ πάντως ζω – τίποτ’ άλλο.
*Από τη συλλογή “Ο σκοπευτής της μνήμης”, εκδ. Στοχαστής, 2013 (σελ.27-28).









