Φιλάρετος Στεφανάκης, Μεγάλα τραπέζια

sand-181273_640

Μεγάλα τραπέζια
γεμάτα με ψητά και κρασί
χρυσοποίκιλτα κρόσσια
κάθε ένα από αυτό και μια ψυχή
έρμαιο σε ανήθικα συμβόλαια
πώλησης
ερήμην τους.

Μεγάλα τραπέζια
και γέλια ακούγονται πολλά
ψητό κρέας μυρίζει
ανθρώπινο
η διακείμενη ευφορία
στάλες δακρύων σε βρώμικα ποτήρια
από σύμφωνα και συνθήκες
φαντάσματα του παρελθόντος
που στις κεφαλίδες τους πουλήθηκε
η ναρκοθετημένη ελπίδα.

Μεγάλα τραπέζια
γεμάτα από τέρατα
προσκεκλημένα σε μια γλώσσα
ακατάληπτη
μαύρα είναι τα φώτα
σκοτάδι απλώνεται στην αίθουσα
τραγούδια, κατάρες και γητειές
“όλα θα πάνε καλά”
γεμίζοντας μηδενικά
στην τραπεζική πίστη.

Το φαγοπότι μόλις άρχισε
έχει γιορτή απόψε
μοιράζονται χωράφια
φιλέτα και στεγασμένα όνειρα
αμνών
το κοπάδι δείχνει κάπως ανήσυχο,
αλλά και αυτό έχει προβλεφθεί
υπάρχει πάντα ο τρόπος
να βάψει το χώμα με το χρώμα
του κόκκινου ήλιου
που ποτέ δεν ανέτειλε
ξερό το χώμα, άγονο
σε τιμή ευκαιρίας.

Μεγάλα τραπέζια γέμισαν απόψε
και όποιος ζήλεψε τα γεμάτα τους πιάτα
πιάστηκε στην παγίδα
μιας ολάκερης πλάνης
στενάχωρο το ιστόρημα του σύγχρονου ανθρώπου
είναι όλα προβλεπόμενα
σε λίγο θ’ αρχίσει ο χορός.

*Το ποίημα αυτό μου το έστειλε ο ίδιος ο ποιητής. Ωστόσο, δημοσιεύτηκε -μαζί με την εικόνα της ανάρτησης- και εδώ: http://arxigramma.wordpress.com/2016/03/10/840/

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες X

13-rose-painting

Ας είναι νύχτα.
Κρυφά στο σκοτάδι της
θ’ ανάψει φως.
         —-
Ο χρόνος τρέχει.
Στον περσυνό χειμώνα
σκάλωσ’ η μνήμη.
         —-
Μικρά τα φτερά.
Κουράζονται εύκολα,
μα γυμνάζονται.
         —-
Στα σύννεφα ζει.   
Σίγουρα δε σκοντάφτει.
Πέφτει ξαφνικά.
         —-
Καλοκαιράκι,
μα μήτε ζέστη γύρω,
μήτε στην καρδιά.

Γρηγόρης Σακαλής, Ελπίδα

the_rose_by_the_proffesional-d3it503

Ήρθαν δύσκολες μέρες.
Οι ανθρώπινες ζωές
αξίζουν λιγότερο
από τα σκυλάκια κανίς
των Δυτικών.
Ιερείς ευλογούν τα όπλα
και η προτεσταντική ηθική
τα καθαγιάζει.
Κάποιοι μιλάνε για ημέτερες ζωές
και αλλοδαπές
αυτοί που δεν έδωσαν δραχμή
σ’ ένα ζητιάνο
αυτοί που χτυπάνε γυναίκες, παιδιά
αυτοί που εμπορεύονται ιδανικά.
Ήρθαν δύσκολες μέρες.
Για όλους.
Πρέπει να βρούμε μέσα μας
τις δυνάμεις της συντροφικότητας
της αλληλεγγύης
της ανθρωπιάς
για να υπάρξει η ελπίδα.

Άννα Γρίβα, Πλάνη

1476073_10201921827700153_376662555_n

Φορτώνω στη ράχη μου
δύο νεκρά πουλιά
τα φτερά τους
-και πεθαμένα-
κροταλίζουν
κρυφά περάσματα
στις φυλλωσιές
και λιτανείες στο νότο
κι έναν παλμό
που ήτανε κάποτε
κήπος ατίθασος
στην όψη του αμάραντου
και στην οσμή της σάρκας

φορτώνω στη ράχη μου
δύο νεκρά πουλιά
κι όνειρα αμέριμνα
που δεν κουράζονται
ποτέ
να επιστρέφουν
στη φωλιά τους
όπως το ψάθινο καπέλο
του καλοκαιριού
που εκτελεί πάντα
την ίδια πορεία
μακριά απ’ το κεφάλι μας
όταν τ’ αφήνουμε
να το ρουφήξει
το πρώτο μελτέμι
και τα ξερά φύλλα
του φθινοπώρου
κι ύστερα η μνήμη
που δε συγκρατεί τίποτα
αληθινά δικό μας
παρά αυτή την τελευταία
ανέλιξη
σε μιαν αόρατη σκάλα

ταλαντεύομαι
και πληρώνω το βάρος μου
σε κάθε βήμα
η πτήση ξεκινά
από την πλάτη μου
και τελειώνει εκεί
δεν είναι ύψους
ενατένιση
αλλά παράταση αναπνοής.

*Από την ποιητική συλλογή, «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι», εκδ. Γαβριηλίδη.

Βάγια Κάλφα, Τέσσερα ποιήματα

tumblr_m0pkxsyQUV1r4q2lyo1_1280

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ζητάνε

Βοήθεια

Κάτω από τις

Μεγάλες ταμπέλες

Και βγαίνουν γιγάντιοι

Λίγο

Μετά μακραίνουν

Μικραίνουν

Χάνονται

Μέσα στην

Ανθρώπινη θάλασσα

Κι έρχεται ένα ακόμη

Ανθρώπινο κύμα

Τους τσαλαπατά

***

Η ΟΥΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ

Δεν έχουν διάθεση

Καμιά για φιλίες, χειραψίες

Κι άλλες κοινωνικότητες

Εγκλωβισμένοι

Στα λαμπρά τους προσόντα

Δεν πιάνουν κουβέντα

Απροσχημάτιστα κρατούν

Αποστάσεις

Βλέμμα πέρα ή μπροστά

Απ’ ανάγκη

Να διαχωρίσουν τη μοίρα τους

***

ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ ΚΑΛΑ

Γνωρίζεις καλά

Τα κατά μόνας ταξίδια

Σφίξιμο στην έναρξη

Και σε όλη τη διαδρομή

Ζευγάρια να νοιάζονται

Τρώνε, γελούν

Πειράζονται

Παίρνουν αγκαλιά

Φωτογραφίες

Με σένα στο φόντο

Ενοχλημένο

Να κοιτάζεις

Δήθεν

Αλλού

***


ΟΙ ΕΥΣΥΝΕΙΔΗΤΟΙ

Σηκώνονταν

Χρόνια ολόκληρα

Στις έξι

Κάθε μέρα

Όταν βγήκαν στη σύνταξη

Τ’ ορκίστηκαν

Θα έπαιρναν

Το αίμα τους πίσω

Θα περνούσαν

Όλη μέρα στο κρεβάτι

Δε θα τους κουνούσε

Τίποτα

Όμως το ρόλοι τους

Καλά ρυθμισμένο

Τους πετούσε πάνω

Ώρα έξι ακριβώς

Μαρία Θεοφιλάκου, Δύο ποιήματα

blue-roses-august-copy-2-0001

Βουβό

Κι ύστερα δε μιλάμε πια για όσα μας πονάνε
χέρια αδειανά, τα μουδιασμένα χέρια,
κι οι ζωές μας που μακραίνουν ολοένα
σα μια κουβέντα μισακή πια να ‘ναι

Κι ύστερα δε γρικά το λυπημένο φέγγος
μιας πανσελήνου που δε μπόρεσε να γένει
όσο η καρδιά της πόθησε στο φως λουσμένη
μήτε σε άγριους καιρούς μήτε σε θέρος

Ένα φεγγάρι λυπημένο
η στασιά μας
Ένα μαχαίρι σκουριασμένο
τα δεσμά μας
Δυο τριαντάφυλλα βρήκα νεκρά
στη λιόστρωτη αυλή μας
κι είχαν νερό
είχαν καιρό
Δυο τριαντάφυλλα πεθάναν στην αυλή μας

***

Άπτερος Μοίρα 

Το  μοναχό το νυχτοπούλι
Θ’ αφήσει τον καημό του να μουλιάσει
Κουρνιάζοντας μέσα στο πένθιμο φως της σελήνης
Μέσα στ’ αχρονολόγητο θρόισμα των σημύδων
Μέχρι που όλοι οι αγύρτες να εκπέσουν
Μέχρι που οι αθώοι όλοι να δούνε
Ότι η ζωή υπολείπεται ακατάβλητη
Μια κυματοειδής γραμμή των τάφρων
Που βρίσκεται σε πνιγηρά υγρή αναμονή
Των τελευταίων, αυτών που είναι καθάριοι

Μ’ αυτά που ξέρω
Εάν τολμώ
Κι αν ξαστοχήσω
Δε με πειράζει – που φτάνω στο μηδέν
Γιατί η βροχερή φωνή ίσως να τραγουδήσει
Κι αυτός ο νυχτοφύλακας να δικαιώσει έτσι
Το μόχθο μου εδώ στο φυλλοβόλο δάσος
Το πέρασμά μου από αυτό τον ξέθωρο καιρό

*Από τη συλλογή “ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ”, εκδ. Δωδώνη, 2010.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Έξοδος

ÐÑÏÓÖÕÃÅÓ ÓÔÏÍ ÊÁÔÁÕËÉÓÌÏ ÐÑÏÓÙÑÉÍÇÓ ÄÉÁÌÏÍÇÓ ÓÔÇÍ ÅÉÄÏÌÅÍÇ ÊÁÉ ÓÅ ×ÙÑÏ ÓÔÁÈÌÅÕÓÇÓ ÓÔÏ ÐÏËÕÊÁÓÔÑÏ(ÌÏÔÉÏÍÔÅÁÌ/ ÂÅÑÂÅÑÉÄÇÓ ÂÁÓÉËÇÓ)
 
Δεν ζητείται Ελπίς
 
Στους γενέθλιους τόπους των ανθρώπων
Μ’ ένα μαχαίρι στο στόμα ζευγαρώνουν
Οι χοροί του Ησαΐα κάνουν το γύρο του θανάτου
Στον απόηχο του ανθόσπαρτου βίου ακούς
Το κλάμα των μελλοθάνατων παιδιών
 
Δεν ζητείται Ελπίς
 
Ο Νόμος και το Δίκαιο
Είναι το μαχαίρι που κόβει τον άρτο
Στους μυστικούς δείπνους των ανθρώπων
Δεν φτάνει τάχα όλους να τους θρέψει
Μετρημένα σε κάθε οίκο τα ψίχουλα της ανθρωπιάς
Πέφτουν από τα χείλη της απανθρωπιάς
 
Δεν ζητείται Ελπίς
 
Τα υψηλά ιδανικά γυαλίζουν
Τη μάχαιρα και το βωμό
Λάμπουν τ’ άστρα των πατρίδων
Μόνο με ανθρωποθυσίες
Και πάντα κάτω από σημαίες μεσίστιες
Μισαλλόδοξων πενθών
Η στάθμη του ξεκληρισμένου αίματος
Στο νοητό σύνορο των χωρών
Μέτρο της προόδου των λαών
 
Δεν ζητείται Ελπίς
 
Οι πολίτες ομονοούν αγορεύοντας
Τις έκτακτες απαγορεύσεις των ανθρώπων
Τα πνεύματα ηρεμούν με πολεμόχαρες ομοβροντίες
Δημοκρατικά στεφάνια από βασιλικό και φύλλα δυόσμου
Κρέμονται στις παρατεταγμένες κάννες των τουφεκιών
 
Δεν ζητείται Ελπίς
 
Ανάβει το καντήλι των προσευχών
Με το λάδι των οστών που η γλώσσα η εθνική τα τσάκισε
Εμφυσώντας στα σώματα των ανθρώπων χαίνουσες πληγές
Βαθιά στις ρίζες της συμφοράς
Τα παιδιά έχουν μπλεγμένα στα μαλλιά τους
Τα δακρυσμένα φεγγάρια της παντοτινής νύχτας
Και τις πλατιές οδύνες των θαλασσών
Τα πνιγμένα προσφυγόπουλα δεν αποδημούν
Ο θεός τα συγκεντρώνει έξω από τις κλειστές πύλες των ουρανών
 
Δεν ζητείται Ελπίς
 
Οι άνθρωποι
Τους άλλους ανθρώπους
Τούς αρνήθηκαν
 
Έξοδος αναζητείται
Απ’ όλες τις ελπίδες
Απ’ όλες τις φιλοδοξίες
Απ’ όλα τα μικρά και τα μεγάλα όνειρα
Αυτού-εδώ-του-κόσμου
 

Γεωργία Τρούλη, Άτιτλο

Gunsan, Contamplative walk

Gunsan, Contamplative walk

Έτσι συντηρείς τον έρωτα;
Βάζοντας στην κατάψυξη την ένταση;
Στη συντήρηση την επιθυμία;
Την αγωνία στο καλώδιο του τηλέφωνου;
Τον ρυθμό, σε ένα παλιό κασετόφωνο;

Νίκος Α. Νομικός, Δύο ποιήματα

nomicospaint5

Μια όψη ηωσίνης

Κάποτε είχα τον Ήλιο, Φως οφθαλμών
τον Υπερίωνα, Πρωταθλητή στης νιότης
τ’ άφοβα νερά.
Κι επιπροσθέτως,
τον Ποσειδώνα, βαπτιστή και ναυτικό
στις βαθιές ανάσες, του Αιγαίου.
Έκτοτε,
Στολές αλλάξανε τα όνειρα
κι άρχισαν την θητεία τους
σε φωτεινά χειρόγραφα
μιας άλλης ευλογίας.

Madina Khalifa
Abu Dhabi, 2009

***

Εφιαλτικό

Τα κίτρινα φώτα
μη τα βλέπεις πια
παντού υπάρχουν
εραστές του σκότους.

Οι καλές ώρες θρυμματίζουντε
τα είδωλα γιορτάζουνε
την θλίψη της καρδιάς

Δυο δάκρυα παιδικά
φοράνε ακόμα τ’ αποφόρια
της όμορφης ευημερίας.

Ο ονειροπόλος της θεάς καλλής
κουράστηκε να καταγράφει
τις φθορές, κι αξόδευτους αφήνει
τους πάμφυλλους ροδώνες.

Σεπτ. 2010

*Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής”, Μελβούρνη 2010. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο του ίδιου του ποιητή.

Amy Brown reviews Π.O.’s Fitzroy: the biography

unnamed

Fitzroy: the biography
by Π.O.
Collective Effort Press, 2015

For Π.O., ‘Fitzroy is what you, bump into/ when you leave home’ (599). It was outside his family’s first front door after they escaped the Bonegilla migrant reception centre in 1954. After sixty years and homes in other suburbs, it is still the place that his poems gravitate towards. If anyone were to attempt writing the biography of Melbourne’s first suburb, Π.O. is the poet.

It’d be reasonable to assume that Fitzroy: the biography is about a person rather than a place. On the cover is a photo of Π.O. as a grinning infant, about the age he would have been on first moving to the suburb. The vowels of the title (Fitzroy) are highlighted yellow signalling that the poet, Π.O. (or Pi.O.), is integral to this version of the suburb. The 740-page epic (the same length as his 1996 Fitzroy-based poem, 24 Hours) recounts the life of Π.O.’s Fitzroy. While acknowledging that the suburb has many different selves – is a palimpsest; a space of competing narratives – this study is as much autobiography as biography.

With a contents page arranged alphabetically like a scholarly index, the poem initially appears to be performing as a reference item. Really, it is a catalogue (like Ovid’s Metamorphoses) of the suburb’s changes. Roughly chronological, beginning with a series of portraits and imagined monologues from 19th century settlement and ending with the poet’s own memories, the poem’s scale is vast. In between is a series of ‘creation myths’. We hear how the streets got their names (Young, Webb, George) and the origin of Alcock’s Billiard Table store, on Gertrude Street since 1854 and miraculously still there. We see the Builder’s Arms Hotel, before it was painted white and turned into a restaurant called Moon Under Water. We learn about the Fitzroy childhoods of chocolate millionaire, Macpherson Robertson, and second prime minister of Australia, Alfred Deakin. The advent of footie in Fitzroy, the rise and fall of Squizzy Taylor, the extraordinary role of Pastor Doug Nicholls, and the erection of the council flats (‘Modernism destroyed my whole life’ [607]) are all described with Π.O.’s idiosyncratic specificity, rhythm, and unabashed bias. The same ghostly resonances that were achieved in 24 Hours are present here; the layers of stories convey how contested the space of the suburb is.

In ‘Geoffrey Eggleston (1944–2008)’, Π.O. writes, ‘i wanted to see/ everything, in Melbourne’ (673). As well as wanting to see everything, he appears to want to share with his readers everything he sees. While this is impossible, the mad, kaleidoscopic rush of details gives a sense of infinite completeness. In the fragments, psychic associations and rapid digressions, there is always something new to notice.

Although the structure and scale of Fitzroy: a biography are different to that of its predecessor, 24 Hours, the sensibility behind the poem is recognisable. Even in the imagined monologues of historical figures, and faux archival materials (letters, lists, advertisements, and crime records, which remind me of Charles Reznikoff’s Testimony), there is a latent autobiography. The collaging effect of abruptly juxtaposing miscellaneous facts, and the deliberate (Tarantino-like) anachronisms, stamp the work with Π.O.’s style. Often, the facts that are layered together to create an impression of an historical figure’s life also serve as a commentary on the poet’s writing process. For example, ‘The Latin verb “cogito” (for “to/ think”) etymologically, means “to shake together”./ To smash, to break, to kick down stairs’ (367).

In the later, explicitly autobiographical, poems, there is an openness that is less apparent in the imagined historical monologues, and it is this unmasked storytelling that I think is Π.O.’s forte. From leaving Bonegilla, to being forced to read racist Biggles as a schoolkid, to recalling Allen Ginsberg’s reading at the Town Hall, we see the poet and the suburb of Fitzroy aging in tandem. There are tall stories in which names are dropped (Ted Hughes at the Adelaide Writers’ Festival, whom Π.O. interrogates over Sylvia Plath’s death; Tom Waits, whom Π.O. interrupts while having sex), but also poignant vignettes. At the arrival of ‘students and artists’ in Fitzroy, Π.O.

wrote a poem: Get Out of Fitzroy, and (at night) put
copies of it under / their doors; past their Land Rovers
parked on the footpath, past their Afghan-dogs and
plush-orange carpets; dodging Night watchmen’s torches (in
the only suburb i knew)

(692).

Throughout the collection is the conviction that ‘the future is just “the past” with a bit of a twist’ (45). These changes that Π.O. witnesses in the suburb in his early twenties have always been happening in Fitzroy’s oldest suburb: ‘“Omne vivum ex ovo” (the complete/ description of the organism, is already/ written, in the egg’ (59). But, despite the inevitability of change, there is a sense of grief in these pages at the corrosive effects of gentrification on Fitzroy. Early in the poem, Π.O. writes, ‘The grit must of course, be in/ the oyster’ (133). In The Age this morning (Saturday 27th February, 2016), an article titled ‘Is this hipster heartland losing its cool?’ laments the addition of a Coles supermarket and Subway franchise to Smith Street. According to Fitzroy: a biography, the suburb started to lose its ‘cool’ decades ago, at the arrival of the first hipsters.

Π.O.’s love of his version of Fitzroy, evident on every page, is palpable in ‘Granite Terrace’, in which he wonders about the granite blocks that were removed from a vacant lot and replaced with ‘some shitty little brown-brick factory’ (78). He suggests that the Council should return the granite blocks and ‘scatter them at random (up and/ down) Gertrude and Nicholson Street, as part of/ some public art project’ (79). If this ever happens, Π.O.’s lines should be engraved in them. Meanwhile, perhaps copies of Fitzroy: a biography could be scattered instead, to remind the Coles- and Subway-goers of their suburb’s origins, to put a bit of grit back in the oyster.

*Amy Brown teaches creative writing at the University of Melbourne. Her first poetry collection, The Propaganda Poster Girl, was shortlisted for Best First Book at the 2009 New Zealand Book Awards. The Odour of Sanctity, a contemporary epic poem that formed the creative half of her doctoral thesis, will be released in July 2013.

**From Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au