Antonio Ferrada Alarcon, Δύο ποιήματα

ΠΑΙΔΙΚΑ-ΧΡΟΝΙΑ-922x613

ΟΙ ΗΛΙΚΙΕΣ TOT ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Ξημερώνει η μέρα,
σαν ένα όνειρο που μας επιστρέφει στην παιδική ηλικία, όταν η γη και το νερό
ήταν ένα παιχνίδι συναρμογής και αποσυναρμογής ανθρώπων.
Όρθιος, χωρίς να έχω να μετρήσω σκιές
ψάχνω χρόνια τώρα
το μεσογειακό χρώμα
στα σκοτεινά μάτια σου,
ενώ τα πόδια βαδίζουν αργά,
παγωμένα,
όταν η φωνή της σφίγγας μού βεβαιώνει:
ως εδώ φτάνει τ’ όνομά σου.

***

ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ

Η καρδιά είναι ένας θεός: το πάθος η περιπέτεια
η δύναμη των σκοτεινών ματιών, του αίματος
που καγχάζει το θάνατο.
Η καρδιά είναι ο Μινώταυρος

Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Στρατής Παρέλης, Λάσπη…

1916449_228224374198240_7626439945304981599_n

Το αληθινό σύνορο είναι η λάσπη
Το κατεστραμμένο όνειρο είναι η λάσπη
Ο εφιάλτης που παραμονεύει είναι η λάσπη
Η αλήθεια που αλώθηκε από το οικουμενικό ψέμα, είναι η λάσπη
Ένα παιδί κλαίει πίσω απ’ τα καμένα ξερόκλαδα
Ένα ρήγμα αφήνει αγεφύρωτο τον ύπνο
Ο χρόνος είναι λάσπη, η στιγμή είναι λάσπη
Οι λέξεις μας είναι επικοινωνία κωφών που δεν μπόρεσαν τίποτα
Οι λέξεις μας είναι αξόδευτη λάσπη
Η φτιαξιά μας είναι λάσπη, ο πηλός που μας ανήκει είναι λάσπη
Είμαστε η όψη της λάσπης που βοά στις σελίδες του μέλλοντος

Γεωργία Τρούλη, Τι συνέβη σήμερα ω θέλω;

getimage

Και τότε στη σοφίτα νόμιζε πως είναι
Το χερούλι της πόρτας
Μεγάλωσε επικίνδυνα και άλλαξε σχήμα
Χωρίς να πιει το κόνιο η Αλίκη.
Ο λαγός ήταν άγρυπνος
Και έπαιζε με τα μπαστούνια
Ταχυδακτυλουργικά
Στη Δίκη

———————————————————————

Ίσως αυτός ο εγκλωβισμός
Είχε στο μαξιλάρι του
Την Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων
Και όλα τα χάρτινα
Σε έναν πελώριο Πύργο

Την διάβασε ξανά και ξανά
Ελευθέρωσε μια τόση δα
Ζωή εντόμου
Άρχισε τότε
Να μεταμορφώνει τον κόσμο της

*Από τη συλλογή “Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον”, εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2015.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

1

ΠΟΙΗΜΑ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ

(στον Μπίλυ τον Καμπούρη)

Κάτι τρελλάρες

παλιοί εξαρχειώτες

φρηκιά και μπήτνικ

κιθαρίστες και ντράμερ

ανάρχες και τρότσκες

λοξοί γραφιάδες

καννίβαλοι των πανεπιστημίων

κ.ά. τέτοιοι μόρτες – 

εγώ αυτούς νοιώθω αυτούς λέω πατριώτες.

***


ORNITHOLOGY

Δεν μ’ ενδιαφέρει η ευτυχία.

Άμα μυρίζομαι ευτυχία το στρίβω αλά γαλλικά.

Προορισμός μας στη ζωή είν’ η ελευθερία, 

όχι η ευτυχία.

Τα κλουβιά κι οι ανέσεις τους δεν είναι για μας

τους κορυδαλλούς.

Επ’ ευκαιρία:

Φυλακές Κορυδαλλού –

Πού ακούστηκε; Αν είναι δυνατόν!

Κάτω οι φυλακές! 

(Ή ας αλλάξει όνομα η συνοικία τώρα…)
Τα καναρίνια:

Καλές φωνές… Ωραία, έντεχνα τραγουδάκια…

Εμένα όμως δεν με συγκινούν.

Κανναβούρι κι’ ευτυχία – 

άσ’ το καλύτερα.

Καλά λέει ο Μαγιακόφσκι: 

Στραγγαλίστε όλα τα καναρίνια!

*Και τα δυο ποιήματα δημοσιεπυηκαν στο Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.gr

Ρω Νικολάου, Η Φρουρά του Κήπου

salvia_splendens

Το γέρικο άλογο του παραθύρου 
Επιβλέπει τα σύνορα του κήπου. 
Η λεμονιά Η φοινικιά Το κυπαρίσσι 
Ο γκιώνης 
Κραδαίνουν το σκιάχτρο 
Του παλιού ονείρου.

Στην κοιλάδα του κάστρου 
Οι μπουλντόζες μεθούν
Με το αίμα των Δέντρων.
Τα βυζαίνουν άνθη νεογνά.
Το θρήνο μεταδίδουν
Αλαφιασμένα πετούμενα
Στον ταριχευμένο
Αέρα της κοινότητας.

Οι φωνές των παιδιών στις φωλιές
Σπασμένες.
Τις μεταφυτεύουν οι τυφλοπόντικες
Στον κήπο μας.

*

Στον κήπο μας
Φωτιές σεργιανούν
Σε ανθρώπινα σχήματα.
Μαζεύουν τη σκουριά
Τη ρίχνουν στα νερά

Γιώργης Παυλόπουλος, Άσκηση

10524658_673953029356114_8789311400474696043_n

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια

Η μορφή του σαν του πνιγμένου

κάτω από το νερό

κυμάτιζε περνώντας ολοένα

μέσα στον καθρέφτη

χωρίς να βουλιάζει

Σιγά-σιγά φανερωνόταν

πιο καθαρά το πρόσωπό του

Ξαφνικά το είδε

να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας

και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει

καθώς χανότανε σβησμένο

σε μια καταχνιά

Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά

πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο

μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης

Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα

ψάχνοντας για το πρόσωπό του

φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του

και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.

Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι

σε μιαν αόρατη σκηνή

χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν

έτοιμος ν’ αρχίσει

υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.


*Από “Το σακί”.

Ειρήνη Γαβριλάκη, Από το “Οι νύχτες πριν”

zygos-miniaies-problepseis-kosta-lefaki-martios-2016_b

16

Η θάλασσα πάλι, των χημικών ενώσεων και
των κυματισμών,
σε παρατάει, επιτέλους, στην ακτή,
βράδυ,
παιδί-με-κουβαδάκι που σκάβει προς τα μέσα
και γύρω,
εκτός χρόνου, αμήχανο.

Η θάλασσα μετά. Αφού το παιδί φύγει
και αφού η παλίρροια σβήσει το ίχνος της προ-
σπάθειάς του να σκάψει.
Μετά που το ίχνος του παιδιού θα έχει γίνει
ανάμνηση
και αβαθής φωλιά μικροοργανισμών.

Η θάλασσα πριν. Πριν έρθει το παιδί,
ίδια με τη θάλασσα που έγινε όταν το παιδί
έφυγε,
γεμάτη θαύματα
και μελλοντικές προσπάθειες παιδιών.
Και προσπάθειες παιδιών
που βρέθηκαν αμήχανα και εκτός χρόνου στην
ακτή,
άλλοτε.

Η θάλασσα μόνο.
Περιέχοντας προσπάθειες και ίχνη,
μηνύματα σε μπουκάλια και ιστιοφόρα
και γυναίκες στην όχθη και ωδίνες και
βλέμματα
και κοχύλια
και προθέσεις ταξιδιών που αναβλήθηκαν
ή άλλων που ήταν σαν να μην έγιναν.

Η θάλασσα πάντα.
Να καθαίρει την αυταρέσκεια όσων σχεδιάζουν
ταξίδια.
Να μετριάζει την ύβρι όσων τα πραγματοποιούν.
Να γελά με αυτούς που σκαλίζουν πλεούμενα ή
υφαίνουν ιστία.

Θάλασσα, ήχος Σειρήνων και ήχος φτερών
που τσακίζονται στον αφρό.
Θάλασσα τριγμός στα σκαριά και γαλάζιο
ηδύποτο
στο ποτηράκι του θεού.

Βάζω στο στόμα μου μια χούφτα βότσαλα,
για να μάθω να προφέρω όλες τις λέξεις
και να σε επικαλούμαι,
όταν το μπλε του ουρανού σε κάνει ανοιχτή
και όταν το μπλε της λύπης σε κάνει μητέρα.

*“Οι νύχτες πριν”, εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη 2015.

Βύρων Λεοντάρης, συνοικίες

2

Οι πολιτείες της αδικίας είναι κυκλωμένες· τις κυκλώνουν
συνοικισμοί, νεκροταφεία και φυλακές,
βλέφαρα, που έχουν λιώσει από όνειρο και κλάμα,
δάχτυλα πεινασμένα που παλεύουν με τη νύχτα
για ένα φεγγάρι δαγκωμένο,
οι πολιτείες της αδικίας είναι κυκλωμένες…
Όμως κανείς δεν ξέρει πότε γίνονται ηφαίστεια οι πληγές,
πότε οι ανατριχίλες γίνονται σεισμοί
κι ο πόνος ο ανθρώπινος δεν είναι μια εύκολη στιγμή για να
ξελογιαστεί
δεν είναι ούτε καρδιά ούτε συνείδηση για να τον αγοράσετε…
…Όταν κόμπαζε ο θάνατος
τσαλαπατώντας πολιτείες και σπαρτά,
όταν όλες οι πόρτες είχαν κουφαθεί και βουβαθεί,
αυτοί βγήκαν στους ναρκωμένους δρόμους,
βγήκανε να τον αντιμετωπίσουν,
ξέροντας πολύ καλά πως δεν ήταν ένα λουλούδι
να σκύψουν, να το κόψουν και να το καρφώσουν στο στήθος τους.
Έτοιμοι για το μέγα ρίγος,
όρμησαν μέσα σε γρανάζια και τροχούς
να σταματήσουνε το μακελειό,
να στομώσουν την έκρηξη…

Λίνα Φι, αλληλεγγύη

πρησμένος ο λαιμός.

κρύο. φωνή. τσιγάρο αγκάθι.

κάτι θα έγινε προχθές. κάτι μεγάλο πάλι.

τίποτα δεν πήραμε μαζί.

μια τσάντα. περηφάνια. ξηρά τροφή.

έτοιμοι.

έτοιμη κι εγώ. λίγος έμεινε ο καιρός εδώ έξω.

δε θα κάνω πίσω. χρειάζομαι τα μάτια τους αλλιώς είμαι τυφλή.

το μυστικό

να μη φωνάξεις.

πάντα στην αρχή επικρατεί σιωπή.

τόσο που μπορώ να ακούσω την καρδιά.

μπερδεύομαι. ερωτεύομαι.

δωμάτια, καπνό, δάχτυλα, σπρέυ

μάτια που ξεχνάω σε ποιόν ανήκουν

όλα τα ερωτεύομαι

και αμφισβητώντας την ιδιοκτησία αγωνίζομαι κι αυτά να
μοιραστώ. κι ύστερα έρχονται οι φωνές.

οικείες σεισμικές δονήσεις

ακριβώς στην ώρα.

ούτε λεπτό νωρίτερα. ούτε λεπτό αργότερα.

μόνο κάτι δευτερόλεπτα ανάσα.
καίει τον εγκέφαλό μας αυτή η ανάσα γιατί τέτοιες στιγμές
ο αέρας είναι φλεγόμενα μικρά ζιζάνια. καίνε τη μύτη, το λαιμό
χοροπηδάνε στο αίμα μας.

κι έτσι πύρινη που βγαίνει η φωνή μας

ποιό πιόνι να σταθεί μπροστά μας;

έπειτα πάλι φέρνουν τους πολλούς

που τους πληρώνουν για να φυτεύουν σπόρους αδικίας στο νωθρό
μυαλό τους. έφτασαν.

αυστηροί.

ποτέ τους δεν ανέπνευσαν το φλογερό αέρα. μα οι σύντροφοι
χαμογελαστοί. περήφανοι. ξέρουν.

κάναμε άλλη μια αρχή.

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”. Η Λίνα Φι συμμετέχει στην DIY ομάδα NAIL, που ανάμεσα στα άλλα έχει ηχογραφήσει και ένα από τα ποιήματα της συλλογής “Οι πύρινοι”, που έχει ανεβεί εδώ.

Φιλάρετος Στεφανάκης, Μεγάλα τραπέζια

sand-181273_640

Μεγάλα τραπέζια
γεμάτα με ψητά και κρασί
χρυσοποίκιλτα κρόσσια
κάθε ένα από αυτό και μια ψυχή
έρμαιο σε ανήθικα συμβόλαια
πώλησης
ερήμην τους.

Μεγάλα τραπέζια
και γέλια ακούγονται πολλά
ψητό κρέας μυρίζει
ανθρώπινο
η διακείμενη ευφορία
στάλες δακρύων σε βρώμικα ποτήρια
από σύμφωνα και συνθήκες
φαντάσματα του παρελθόντος
που στις κεφαλίδες τους πουλήθηκε
η ναρκοθετημένη ελπίδα.

Μεγάλα τραπέζια
γεμάτα από τέρατα
προσκεκλημένα σε μια γλώσσα
ακατάληπτη
μαύρα είναι τα φώτα
σκοτάδι απλώνεται στην αίθουσα
τραγούδια, κατάρες και γητειές
“όλα θα πάνε καλά”
γεμίζοντας μηδενικά
στην τραπεζική πίστη.

Το φαγοπότι μόλις άρχισε
έχει γιορτή απόψε
μοιράζονται χωράφια
φιλέτα και στεγασμένα όνειρα
αμνών
το κοπάδι δείχνει κάπως ανήσυχο,
αλλά και αυτό έχει προβλεφθεί
υπάρχει πάντα ο τρόπος
να βάψει το χώμα με το χρώμα
του κόκκινου ήλιου
που ποτέ δεν ανέτειλε
ξερό το χώμα, άγονο
σε τιμή ευκαιρίας.

Μεγάλα τραπέζια γέμισαν απόψε
και όποιος ζήλεψε τα γεμάτα τους πιάτα
πιάστηκε στην παγίδα
μιας ολάκερης πλάνης
στενάχωρο το ιστόρημα του σύγχρονου ανθρώπου
είναι όλα προβλεπόμενα
σε λίγο θ’ αρχίσει ο χορός.

*Το ποίημα αυτό μου το έστειλε ο ίδιος ο ποιητής. Ωστόσο, δημοσιεύτηκε -μαζί με την εικόνα της ανάρτησης- και εδώ: http://arxigramma.wordpress.com/2016/03/10/840/