Dimitris Tsaloumas (1921-2016), The Comforter

az-23

So that’s how the land lies?
You’ve no idea how I hurried in this heat
with not a leaf stirring in the poplars
and my throat as dry as a bone.
It’s closed; I shut it.
Yes, the window too. Don’t worry.
I’ve a good mind to put you out in the yard
so that he’ll find you there, next to the tin-can
with the jonquil, where you can see the shore
crowded with sponge-boats back from Barbary.
All hell’s let loose at Rebelos’s place
with sponge-divers
chucking their money around by the fistful.
I can hear you. Your voice is a bit hoarse
but I can hear you. And don’t turn to the wall
and curl yourself up that way.
You’ve never been scared of war or woman
in your life. What’s got into you now?
It’s nothing — you’ll see.
He never comes with a taxman’s satchel in his hand
or in a gendarme’s uniform.
In fact, they say he’s rather gently-spoken
so perhaps he’ll just sigh a bit and say
come on, Nicolas old chap,
come on, we’re running late and ought
to cross the border before nightfall.
No matter how often you take this road
you never get used to it.
You know, he’s got his problems too.
I can see you, I can see you —
don’t imagine I’d take my eyes off you now
you poor bugger!
And where’s that no-good son of yours?
You can bet he’ll be coming home now,
as soon as he gets the message,
to rip open the mattress.
Look, I’ll get the woman next door
to light the icon-lamp. I’ll be back,
never fear. I’ll go for a stroll on the beach
and I’ll be back.

*From “The Observatory”, Brisbane, University of Queensland Press, 1985.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Τρία ποιήματα

11001858_772084132861720_7345129821133901078_n

ΣΑΝ ΕΡΑΣΤΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ

Θα φύγουμε μια μέρα από τη γη
έχοντας ζήσει μια ζωή με την ψυχή στο στόμα.
Σαν εραστές παράνομοι
που συναντιούνται σύντομα
κι όλο χρωστάει ο ένας του άλλου.

Σαν εραστές παράνομοι
πάντα με τό ‘να χέρι αγκαλισμένοι,
όρθιοι σε δωμάτιο σκοτεινό.
Πάντα με τό ‘να χέρι αγκαλιασμένοι.

Τ’ άλλο να σπρώχνει, μια ζωή αντίθετα
μια πόρτα μην ανοίξει.

***

CONSERTO MORTO

Όπως αγνάντεψε η νυχτα απ’ τ’ ακρωτήρι,
έφυγε ο πιο μικρός απ’ την παρέα.
Να μη με περιμένετε – είπε –
απόψε θα χορέψω
με την πεθαμένη.

***

ΜΙΚΡΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ

Όποιος δεν γδάρθηκε στον λάρυγγα
από το ρέκασμα του χωρισμού,
δεν ξέρει τι είναι αγάπη.

*Από τη συλλογή “Αμειψισπορά”, έκδοση Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λεβαδειάς, 1996.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: «Έξυπνες βόμβες»

theoxaris1033

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Αιχμητή απλότητα

«Έξυπνες βόμβες» είναι η νέα, έβδομη σε σειρά, ποιητική συλλογή του Θεοχάρη Παπαδόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Είναι μια συλλογή με ποιήματα γραμμένα και βασισμένα στην ποίηση των χαϊκού, που εκφράζει περισσότερο από ποτέ την αιχμηρή απλότητα της ποίησης και της ποιητικής του Θεοχάρη Παπαδόπουλου.

Η γραφή του, ολιγόστιχη, λιτή, άμεσα κατανοητή, κοινωνική κι επαναστατική, βαθιά πολιτική και συναισθηματική δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη. Ποιητής καθόλου φλύαρος και πάντα περιεκτικός κατορθώνει αυτή τη φορά να φτάσει την απλότητα της ποίησης του στα υψηλότερα όρια που θα μπορούσε να βάλει, μέχρι την επόμενη ποιητική συλλογή του βεβαίως, εκφράζοντας σε μόλις τρεις στίχους τις ιδέες, τους προβληματισμούς, την οργή του για τα κοινωνικά ζητήματα αλλά και την αγάπη του για τις απλές απολαύσεις της ζωής. Για τον έρωτα γράφει ο ποιητής, για πρότυπα που μοιάζουν ντεμοντέ, για αναγκαίους συμβιβασμούς με ανεπούλωτες πληγές, για όνειρα που επιμένει να γίνουν πραγματικότητα ή για όνειρα που είναι περισσότερα ρεαλιστικά από τα σύγχρονα πρότυπα ζωής.

Και για να γίνουμε λιγάκι τολμηροί, μπορούμε να πούμε ότι στις «Έξυπνες βόμβες» ενώ έχουμε ένα κοινωνικό (τόσο πολιτικά, όσο και υπαρξιακά) Θεοχάρη Παπαδόπουλο άλλο τόσο έχουμε ένα ποιητή που συνομιλεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, με τον εαυτό του. Και ο οποίος παρουσιάζει αυτή την εικόνα στον αναγνώστη, χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, κάνοντας τον κοινωνό της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί, που δεν είναι άλλο από μια διαδικασία που ματώνει και πονά. Ίσως βέβαια αυτός που συνομιλεί με τον εαυτό του να μην είναι ο ποιητής αλλά εσείς κι ο οποιοσδήποτε αναγνώστης… Αλήθεια, ποιός είπε ότι είναι εύκολο να γράψεις ποίηση στις μέρες μας που δεν θα αναλώνεται σε φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά και που θα έχει μέσα της τη δυνατότητα για πολλαπλές αναγνώσεις;

Αλλά νομίζω πως ακολουθώντας το παράδειγμα του ποιητή θα πρέπει να σταματήσουμε εδώ. Αρκετά φλυαρήσαμε. Περισσότερα και ουσιαστικότερα θα βρείτε στο βιβλίο ενώ για τον ποιητή μπορείτε να βρείτε εδώ σε σχετικό αφιέρωμα που είχαμε κάνει στο περιοδικό μας. Ακολουθεί ένα σύντομο σχόλιο σχετικά με τα χαϊκού και κάποια ποιήματα από το βιβλίο, δική μας επιλογής.

Χαϊκού

Τα χαϊκού (ή χάι κάι) είναι μορφή/φόρμα ιαπωνικής ποίησης, που εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα και υιοθετήθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από την λογοτεχνική σκηνή της Ευρώπης και της Αμερικής στις αρχές του 20ου. Στην αυθεντική και παραδοσιακή τους μορφή αποτελούνταν από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνταν σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Στα χαϊκού συμπυκνώνεται η σοφία και η απλότητα της ιαπωνικής φιλοσοφίας και ζωής, με τις εποχές, τα χρώματα και τις ιδέες που προάγουν τον σεβασμό στον συνάνθρωπο κι αποτελούν βασικό πυρήνα τους. Στην χώρα μας τα χαϊκού, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1925 από τον Γ. Σταυρόπουλο στο περιοδικό Λυκαβηττός ενώ γνωστότερος εκπρόσωπος μια ποίησης επηρεασμένης από τα χαϊκού είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Το τελευταίο διάστημα ξεκίνησαν να αποκτούν μια κάποια σχετική αναγνωρισιμότητα τόσο στο αναγνωστικό κοινό, όσο και στους νεότερους ποιητές μας.

Ποιήματα

σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

-σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

αλληλεγγύη.
Μια λέξη που την τρέμει
ο βολεμένος.

διπλή μερίδα
Κομμάτι από τη σάρκα
των πεινασμένων.

Καταναλώνω
ληγμένα προιόντα
στην οθόνη μου.

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

*Από τον Άτεχνο στο http://atexnos.gr/theoharis-papadopoulos-exipnes-vomves/

Ά ν ο ι ξ η 2016 μ.Χ, «Σ Υ Λ Λ Ο Γ Ι Κ Ο Ν » ποίημα 31 ποιητών

12472348_862430557235773_8780209586190706415_n

Στην Εαρινή Ισημερία… και Μαζί με Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ Αανί (+)

Δεν υπάρχει πέρασμα παρά από την άνοιξη
.
Να σεβαστώ τα υπόλοιπα
Ανθίζοντας περίλυπος
Να σε παλέψω άνοιξη
Δύο φορές στ’ αλώνια
Γιατί βασιλιάδες υπήρξαμε
Και είχαμε νόμισμα
Τη γύρη λουλουδιών
Που δεν τελειώνει ο πλούτος
Έφηβη αδημονούσα νύφη
.
Γι’ αυτό σου λέω
Ανθίζουμε ανάποδα στις ομορφιές
Μες σε κελαηδισμούς φωτός
Μία φορά βασιλιάς και μια ήλιος
Περίληψη κήπου
Εστεμμένος ανθισμένη απάτη
Αδιέξοδη εποχή
Δρόμος δραπέτης ξέμπαρκων χειλιών
Μπλεγμένος στ’ άσπρα τα φτερά
Ταξιδευτής στις λεύκες
Περίχαρα καρπίζοντας
.
Άνοιξη επίκτητη
Σε αφουγκράζομαι στα βάθη
Ξυπνώ από τριγμούς ανάσες μυρωμένες
Ο λόγος θα ‘ναι πάντα ό, τι ανθεί
Σαν φυγαδεύεται στα πέταλα ανάσταση
Ζωή θα γυρνά στα χείλη όσο γροικώ
Πλημμυρισμένα μάτια από φωτόδεντρα
Ποιήματα ανθολογούνται τώρα πάνω στο σώμα μου
.
Είναι τσιγγάνα η Άνοιξη
Έρχεται πρόσφυγας
Και θα μας προσπεράσει
Περιπλανιέται άστεγη, κυοφορεί χειμώνα
Το θέρος δείχνει γι’ άλλοθι φθινόπωρο για πλάνη
Φράχτες δεν στήνονται
Κρατούν κρυφές σημειώσεις
Λέω να μην παρκάρω τ’ ανθισμένο αμάξι μου
Προ των πυλών
.
Στις γειτονιές και στις παλιές αυλές
Άνοιξης ρέμα ποταμέ και ανθηρέ ωκεανέ
Βραχνή φωνή
Μια μαντζουράνα θα κοσμεί το πέτο
Τ’ ασήμι θα θωπεύει
.
Τόσα άνθια που έχω δει
Ανθίζω πάλι
Και όλα μου ταιριάζουν
Α ! Φόρεσε με άνοιξη
Βιβλίο δ’ τάξης
Να μαθητεύσω
Πρόσφυγας
Χώρες σημαίες
Μάννα
.
*Οι ευτυχείς ποιητές της Ανοίξεως τούτης, αποτολμώντας το είναι:
Ηλίας Τσέχος, Σωτήρης Παστάκας, Δημήτρης Τρωαδίτης, Θοδωρής Αργυρόπουλος, Ιωάννα Λάζου, Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος, Χρύσα Φραγκιαδάκη, Μαριάνθη Πλειώνη, Μαρία Γκουτζαμάνη, Παναγιώτης Αντωνόπουλος, Δημήτρης Γαλάτης, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Αλέξανδρος Βαναργιώτης, Αθηνά Τιτάκη, Οδυσσέας Νασιόπουλος, Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη, Χρήστος Γάλλιος, Θωμάς Δημητρίου Τυπάλδος, Λουκία Πλυτά, Ειρήνη Ιωαννίδου, Αγαθοκλής Αζέλης, Θανάσης Τριανταφύλλου, Θεόδωρος Μπασιάκος, Εύα Παπαδάκη – Βουγιούκα, Μαίρη Λαρεντζάκη Γκιώνη, Χρίστος Παλαιοπάνος, Αθηνά Ξανθίδου, Γιώργος Αγγελιδάκης, Ευαγγελία Μπεάζογλου, Giancarlo Canallo, Χρύσα Αλεξίου.

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

BERLIN-COVER

Κυριακάτικη παρέλαση

Κάθε μέρα τους περιποιούμαστε,
γυναίκες και άνδρες καλωδιωμένους με οθόνες,
ανθρώπους που είδαν τη λευκή λάμψη του φωτός.
Όταν ουρλιάζει στις 2 π.μ.
ο κωδικός του συναγερμού στον βομβητή μας,
εμείς υψώνουμε οχυρά στον θάνατο
με ιδρώτα, με λιδοκαΐνη,
και τη μαυρίλα του χιούμορ μας.
Και τα πρωινά τις Κυριακές
τους φτιασιδώνουμε με τη χάρη νεκροτόμου:
σφουγγάρι και ταλκ,
γυαλιστερό κραγιόν στα μάγουλα,
ένα κολιέ, καρφίτσες για να στερεώσουμε τις ρόμπες,
τους καθίζουμε στητούς σαν βασιλιάδες και βασίλισσες
στον κόκκινο πλαστικό θρόνο μιας αναπηρικής καρέκλας.
Με μουσική υπόκρουση το ρούφηγμα του αναροφητήρα
κρύβουμε τα σωληνάκια κάτω από τις κουβέρτες
και ταχτοποιούμε τους Times σε τρεμάμενα χέρια.
Όλα για το Αφεντικό
με την άσπιλη λευκή ποδιά του,
για να παρελαύνει κορδωμένος και καμαρωτός
στη δική του παρέλαση.

***

Ανοιξιάτικη Σπορά

στην Juliana A. Van Raan, 1950-1998

Ένα πρωινό τηλεφώνημα με ξυπνά
κάτι σκληρό και ινώδες στο πόδι της
αναπτύσσεται γρήγορα και ανεξέλεγκτα
που δεν μπορούμε να το ξεριζώσουμε.
Από το παράθυρο του υπονοδωματίου μου
παρατηρώ το χειμωνιάτο κριθάρι, που τώρα τον Απρίλη
ήδη λικνίζεται στα γερά κοτσάνια.
Εύχομαι να μπορούσα να φυτέψω της Τζούλη
το πόδι σε μια ζεστή γωνιά στο χώμα,
να στρέψω το πρόσωπό της προς τον ήλιο,
και να την αφήσω να γιατρευτεί με την ανοιξιάτικη βροχή
όπως τα άγρια ραδίκια που περιμένουν
να κατακλύσουν το λιβάδι με τα αστέρια.

*Μετάφραση: Άγγελος Γρόλλιος, Μίλτος Αρβανιτάκης
**Από τη συλλογή “Εργαστήριο Ανατομικής”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.
***Ο Richard M. Berlin, είναι Αμερικανός ψυχίατρος και ποιητής. Γεννήθηκε το 1950 και μεγάλωσε στο Τάνεκ του Νιου Τζέρσεϊ. Αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Νορθουέστερν Σικάγο. Ζει και σκεί ιδιωτικά την ψυχιατρική στη μικρή πόλη Λένοξ του Μπερκσάιρ Χιλς στη δυτική Μασσαχουσέτη. Έχει εκδόσει τρεις ποιητικές συλλογές.

Τάσος Δενέγρης, Τρία ποιήματα

a33

ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ

Είναι λοιπόν παρήγορο
Που το σκυλί ο Συρκούφ
Εμένα προτιμάει
Από τον Ολλανδό

Γιατί παρόλο που τού δώσαν ξένο επωνύμι
Χορτάρι ελληνικό μυρίζει
Γάτες του τόπου πολεμάει
Και ξεχωρίζει δίχως δυσκολία
Τον ντόπιο φίλο από το ξένο αφεντικό.

Παρήγορο λοιπόν
Που τα σκυλιά
Δεμένα με τις μυρουδιές του τόπου
Παραμένουν
Πατριώτες μ’ άλλα λόγια
Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς
Τις μολυσμένες μέρες.

6 Απριλίου 1976

***

ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Οι μαύρες νάυλον σακούλες
Των σκουπιδιών
Σαν δυό γριούλες
Κάθονται στον τοίχο ακουμπισμένες
Ή σαν καλόγριες μοιάζουν
Που βραδιάζουν
Γύρω σουρσίματα φιδιών
Οι ξένοι πράκτορες
Οι ντόπιοι προβοκάτορες
Κι όλα σφιχτά, κανένα φως να σκίσει το
σκοτάδι
Σ’ αυτή την άθλια σύναξη
Μονάχα πού και πού
Σαν κάτι ψόφιο και βαρύ να πέφτει σε
πηγάδι
Μια μακρινή ανατίναξη.

1 Σεπτεμβρίου 1976

***

ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΗ ΧΩΡΙΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

Λοχίες σε περιεργάζονται
Σαν όπλο του ’48
Σαν ξάστερο τοπίο
Σα να ΄σαι άτοπο
Λοχίες σε λογχίζουν.

23 Νοεμβρίου 1976


*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”, Εκδόσεις Άκμων, Χειμώνας 1981-1982.

Δήμητρα Καραφύλλη, Πέντε ποιήματα

12765531_10208313915304956_1578346211_o

ΤΟ ΛΕΞΙΚΟ

Όσο πιο πολύ μελετάω
τόσο πιο πολύ ξεμακραίνω
από τη γλώσσα μου τη μητρική.
Με πνίγουν λέξεις παραπλανητικές, κοινές
με ψεύτικα στολίδια φορτωμένες
στενόκαρδες θαρρείς κι ανοιξιάτικες
σε γκρίζα πεζοδρόμια στημένες.
Ζητάω λέξεις ζωντανές, ανεπιτήδευτες
ήχους διαυγείς, γήινους, στιλπνούς
να μην απαξιώνουν την αλήθεια.
Ν’ αλλάξω θέλω την παλέτα των χρωμάτων
που σκοτεινιάζουν τη ζωή.
Να σπάσω τα φθαρμένα μου πινέλα
που ολοένα μουντζουρώνουν την ελπίδα.
Ν’ ανακαλύψω νέες κατακόκκινες μπογιές
τους στίχους να γεμίσω παπαρούνες.
Ένα καινούργιο λεξικό χρειάζομαι
με λέξεις αμετάλλαχτες, παλλόμενες, απλές
να γράψω, επιτέλους, ένα ποίημα.

***

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ

Συγκάτοικέ μου
μην πονέσεις όταν φύγω.
Ήταν προγραμματισμένο το ταξίδι.
Έτσι κι αλλιώς
η ζωή αίρει την μονιμότητα.

***

ΣΤΟΝ ΕΠΟΜΕΝΟ ΤΟΝΟ

Στον επόμενο τόνο
θα χτυπήσει οχτώ.
θα ‘σαι εδώ.
θα σε δω.
Η καρδιά μου στο άγγιγμά σου
θα σπάσει.

Σπρώχνω το χρόνο.

Στον επόμενο τόνο
θα χτυπήσει οχτώ.
Σε τοπίο θολό
κάπου εδώ
μια βόμβα, στα χέρια ενός μικρού παιδιού
θα σκάσει.

Να μπορούσα να παγώσω το χρόνο…

***

ΓΙΟΥΛ

Τα ξέχασα τα χάπια μου
και τώρα τι θα κάνω;
Θα μείνει το κεφάλι μου
χωρίς μια τρίχα πάνω.

***

ΕΓΩ

Ο γκέκας μου, συνάντησε στο δρόμο έναν γκέκα.
Προβληματίστηκε.
Πώς βρέθηκε ο καθρέφτης μας εδώ;

*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος”, εκδόσεις “Αρκαδικός Κήρυκας”, Αθήνα 2011.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Πλατεία Παύλου Μελά

Νίκος Εγγονόπουλος, Οι αδιάφθοροι (από τη Συλλογή του Τελλόγλειου Ιδρύματος Τεχνών)

Νίκος Εγγονόπουλος, Οι αδιάφθοροι (από τη Συλλογή του Τελλόγλειου Ιδρύματος Τεχνών)

Μπεγλερίζει κεφάλια ο βαρδάρης
ο τρελός της γειτονιάς τραγουδά εμβατήρια
αμέριμνα τα παιδιά χωνεύουν στον ήλιο
κάτω από ανηφορικά βράχια
που στεφανώνουν τη θάλασσα
τεμνόμενα με το βαρύθυμο 15άρι
το ξεχασμένο ακόμη παλτό στο κεφαλόβρυσο
όπου χιλιάδες πλινθόκτιστα μνημεία
τώρα μπαζωμένο ρέμα διαβαίνει
ο πρώτος μήνας της άνοιξης
κι οι παράλυτοι περιμένουν
κι οι τυφλοί περιμένουν
κι η Μαγδαληνή περνά ιδρωμένη μ’ ένα σκισμένο τζιν
τα μαλλιά της αχτένιστα
και τσούρμο οι μαθητές ξοπίσω της παίζουν ξυλίκι.

Άρης Μικρασιάτης, Τρία ποιήματα

ιερας  ελυτρα 004

Αδυναμία

Άκουγα φωνές να με καλούν
Έβλεπα χέρια να μου γνέφουν
Περπατούσα μα δεν πήγαινα
Έκραζα όμως σιωπή.

Εξάρχεια, 2 Δεκ. 1977

***

Θύμησες γλυκές
θύμησες πικρές
να ‘ρχεστε κάθε μέρα
πιο συχνά το λιόγερμα
να ‘ρχεστε να με πηγαίνετε
ταξίδι στο μέλλον.

Αιγάλεω, 4 Φλεβ. 1979

***

Αναποδιά

Το κενό της ζωής μου
προσπαθώ να γεμίσω
και ω! τι δυστυχία
κάθε που βρίσκω
μια καινούργια ασχολία
πιο άδειες νιώθω
τις μέρες μου να κυλούν.

Αιγάλεω, 18 Σεπτ. 1979

*Από το βιβλίο “Πλέουμε σ’ άγνωστα νερά”, Ροδοστάλι, Αθήνα 1998. Δημοσίευμα για τον Άρη Μικρασιάτη θα βρείτε εδώ: http://alfavitario.blogspot.com.au/2009_12_01_archive.html

Ηλίας Τσέχος, Τρία ποιήματα

dina-brodsky_i_wake_to_sleep

Βία μην ταξιδέψετε

Όταν πεθάνω
Να σταματήσει ο πόλεμος
Η βία των αγγέλων
Χαρίτωνες αντιβιώσεων

Τρώγοντας κορόμηλα, μετάλλια σε όλους

Αν αποκοιμηθώ
Χαμογελώντας τα μωρά
Η ποίηση, να συνεχίσει η αύρα της
Δόξα εις αναγνώστες

Η γνώση να γεννά, όχι η μάνα

Όταν πεθάνω
Γιατί να κλάψετε
Παραισθησιογόνα νανουρίσματα
Κηδεύοντας ωχρά ειρήνη

Ό,τι βία γεννά, μη γεννηθείτε ακόμα

*Από τη συλλογή “Ή σταγόνα ή ωκεανός”, β’ έκδοση, Εκδόσεις Η Συν(+)είδηση, Νάουσα 2011.

***

Η γεωργία του πένθους

Στον Κώστα Καρυωτάκη

Αθώα μου νεκροταφεία
Τα άνθη κελαηδούν
Και τα πουλιά ανθίζουν

Κηδεύοντας ερείπια
Έλκη χελιδονιών
Άλογα καθαρόαιμα

Λογαριασμούς αμάν
Δεν αφαιρείς από το όλον
Δεν προσλαμβάνεις ποιήματα

Προσθέτουν φλόγες
Στον έρωτα αγρούς χιλίους
Ένδοξοι ποιητές η γεωργία ανθεί

Μαραίνεται ο καρπός της
Αυξάνει πένθη ανοίξεων
Ζωές παίρνει και δίνει

*Από τη συλλογή “Νόμοι Αφιερώσεων”, β’ έκδοση, εκδόσεις ούτις, Αθήνα 2012.

***

Αλώσεως των ρόδων

Μια ορχιδέα ξάγρυπνη
Ερευνημένα αρωμάτιστη

Η μύγα στο σπαθί
Πολιορκία απλή

Και δόξας τα τράνταγμα
Καλάμια στην αυλή

Αλώνια ανοησίας
Αιώνια αλωνίσματα

Άχυρα να ζηλεύουν
Άλογο που μασά

Βαθιά η ποίηση μας κοροϊδά
Η κόλαση να ντύνει

Τάχα δεν ηττηθήκαμε
Στο τέλος της αγάπης

*Από τη συλλογή “Αγριόχορτο στόμα”, Εκδ. Ενδυμίων 2015.

ilias tsexos exofillo