Γιάννης Ζελιαναίος, Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο

stratsoxarto cover

ISBN: 978-9963-2135-1-1
Αριθμός σελίδων: 72
Διαστάσεις: 23Χ15
ESD02
Σειρά Ποίηση
Μάρτης 2016

Αυτό το ποίημα είναι για σένα

Αυτό το ποίημα είναι για σένα
που τρελαίνεσαι πριν πέσεις στο κρεβάτι
και μουρμουράει η γυναίκα σου για τους απλήρωτους λογαριασμούς
και τρελαίνεται η μάνα σου για τις αδιόρθωτες συμπεριφορές σου
και σου μιλάνε οι φίλοι σου για τις ακάθαρτες σιωπές.
Αυτό το ποίημα είναι για ‘κείνους που μαύρισαν τα χέρια τους
και πίνουν ούζα στου καφενείου την πληρωμή,
που σταυρώνονται στους πάγκους για τρεις κι εξήντα
και τους γαμούν οι τράγοι της πολιτικής,
τα κωλόπαιδα με τις σιδερωμένες γραβάτες.
Αυτό το ποίημα είναι γι’ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν
τους γραφιάδες των free press
‘κείνους που λέν’ τι όμορφα είναι τα βράδια της πόλης
γιατί ποτέ δεν άνοιξαν φάκελο με λογαριασμό
γιατί η μάνα ξεσκάτιζε τα βρακιά τους απ’ τα ερασιτεχνικά μεθύσια
και ο πατέρας φρόντιζε τα πλυμένα τους αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τους μαλάκες ποιητές
που νόμιζαν πως τα λόγια είναι δυο ποτάμια.
Που δε ρόζιασαν ποτέ τους τις παλάμες
και γίνανε το λουρί ενός ατάλαντου.
Για τα Παρίσια τους
και τις αγύμναστες κωλοτρυπίδες τους
για τους μπαμπάδες στρατηγούς τους
και τις γιαγιάδες νταβατζήδες τους
για τα ποτά των 10 ευρώ τους στα μπαρ της γελοιότητας
για το βυζί της μάνας τους που έγινε εικονοστάσι
και τα ημερωμένα μεσημεριάτικα πρωινά τους
που δεν υπήρχε ποτέ το ξυπνητήρι.
Αυτό το ποίημα είναι για
τους πενηντάρηδες οικοδόμους
που πίνουν ό,τι βρουν μπροστά τους
μονάχα για να σταματήσουν τα χρόνια
και τις γυναίκες τους που μετράν τις δεκάρες στα μπακάλικα της γειτονιάς
μην τυχόν και φάνε ξύλο το βράδυ.
Αυτό το ποίημα είναι για τους χαρτογιακάδες
που έπιασαν τον παπά απ’ τα αρχίδια
και τους παπάδες που έγιναν αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τούτη την πόλη
που δεν κατάλαβε ποτέ από που της ήρθε
και βολεύεται με τα ίδια σκατά
εδώ και κάποιες δεκαετίες
και θα βολεύεται για χρόνια ακόμη.
Καθώς οι σκύλες θα γαβγίζουν τα βράδια
οι μπεκρήδες θα μετράνε ατυχία
και τ’ αποτσίγαρα θα χορεύουν κλακέτες
πάνω στον ίδιο ρυθμό του θανάτου.
…………………………………………..

Εδώ και χρόνια εξαντλημένη η τρίτη ποιητική συλλογή του Γιάννη Ζελιαναίου, Ο Διάβολος πάνω σε Στρατσόχαρτο, που είχε κυκλοφορήσει το 2009 από τις εκδόσεις Ενδυμίων, επανεκδίδεται μετά από απαίτηση πολλών εκεί έξω. Η 2η διορθωμένη έκδοση επανακυκλοφορεί με τρία επιπλέον πεζά. Ποιήματα μέσα από το βιβλίο χρησιμοποιήθηκαν σε θεατρικές παραστάσεις καθώς και σε μια συναυλία του Θάνου Ανεστόπουλου (Διάφανα Κρίνα) στο Gagarin 205. Δείτε το σχετικό link

Βιογραφικό
Ο Γιάννης Ζελιαναίος γεννήθηκε τον Γενάρη του άσωτου έτους 1978. Ποιήματα και κείμενά του έχουν χρησιμοποιηθεί για θεατρικές παραστάσεις, opening acts και άλλα πολλά. Είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο Clipart radio με την εκπομπή «Ρώτα τον Άνεμο» κάθε Κυριακή 00:00 με 02:00. Ζει κι εργάζεται ως δισκοθέτης στην Λευκωσία ενώ είναι βασικός συνεργάτης του Κυριακάτικου πολιτιστικού ενθέτου «Ηδύφωνο» της εφημερίδας Σημερινής. Είναι συνεκδότης του Straw Dogs.

Του ιδίου
Καλώς ήρθες χειμώνα γραφιά της νιότης μας, (2004), Εκδόσεις Εριφύλη
Άννα, (2005), Εκδόσεις Εριφύλη
Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο, (2009), Εκδόσεις Ενδυμίων
Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος, (2015), Εκδόσεις Straw Dogs

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης (1953-2007), Τρία ποιήματα

paries1

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΤΗΣ ΤΣΕΠΗΣ

Σε ξένες πόλεις τι γυρεύουμε;
Απλά περιφερόμενοι
και βάζοντας τα πάντα μές στην τσέπη;
Ο νεαρός Ορφέας ζει;

Κυρίως με μια σόμπα
Ιδίως όταν ανάβουν τροπικοί βαθμοί
Για να θυμάται εσένα
– “Που πάντα υπήρξα Υπεράνω της Καταστροφής”!

– “Συμπλήρωμα των Ερειπίων”;

(Βιβλία χωρίς γκραβούρες, χωρίς διαλόγους
Σε τι μπορούν αλήθεια να χρησιμεύσουν;)

Karl-Marx-Strasse, 1987

****

ΔΙΠΛΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Έχουμε απομείνει ελάχιστοι
Και πρέπει πανάθεμα να προσέχουμε…
Τι όμως; Τουλάχιστον εσένα ρωτάω
Όταν ξέρουμε Ευτυχισμένο το πάθος
Κι η ποίηση Το μόνο που φειδωλά αντιπαρέχουμε

Ποιος θά ΄ναι ο άγγελος που θα μας συναντήσει
Γιατί; Σε ποιον πρέπει να χαριστούμε;

Some people have got no pride
they do not understand
the Urgency of life…

1988

***

ΑΘΗΝΑ, ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥΝΤΟΣ

Να τρέχουν και να παλεύουν
Φρικιάσεις, μεθύσια στον άνεμο
Με θέα το θάνατο
Να εξαντλήσω μπροστά.
Σ’ έναν άνυδρο τόπο
Ναυάγια λέξεις μου σε παρέλαση
Δεμένος, σ’ ένα χώρο κενό, ματωμένος εγώ
Με μνήμες βασίλισσες, ο δραπέτης πού έφυγε
ο τοξότης πού κρύφτηκε
Κι άχρηστη του νυν η παρουσία
Άθλος του ποιήματος, ίλιγγος όπως
Στα καταγώγια της σκέψης
Κι αγιάζι
Πλη-Γη του ποιήματος, οστά της σιωπής
Λυμένα από τη σιωπή
που κυκλώνει
Βή μα τα… Οδίτες πένθ…

1983

*Από τη συλλογή “Μέθυμος Λόγος”, Εκδόσεις “Δρομεύς”, Αθήνα, Νοέμβρης 1995.

100 χρόνια dada – Tristan Tzara, Ο Κύρος ΑΑ, Αντι-Φιλόσοφος

tristan

Λοχαγέ!
οι βολίδες, οι ανοιχτές δυνάμεις του καταρράκτη μάς απειλούν, η θηλιά των φιδιών, οι αλυσίδες των μαστιγίων, προχωρούν θριαμβικά μέσα στις χώρες που μόλυνε η συνεχής φρενίτις. Λοχαγέ!
όλες οι κατηγορίες των βασανισμένων ζώων, υπό μορφήν δαγκωμάτων πάνου απ’ το κρεβάτι, χάσκουν σαν αιμάτινοι κύκλοι, μια βροχή πέτρινων δοντιών και τα ίχνη των ακαθαρσιών μέσα στις κλούβες μάς σκεπάζουν μέσα σε παλτά ατέλειωτα σαν το χιόνι.

Λοχαγέ!
οι λάμψεις απ’ τα κάρβουνα έγιναν φώκια, αστροπελέκι, έντομο κάτω απ’ τα μάτια σου, οι έφιππες ομάδες των οραματιζομένων, τα τροχοφόρα τέρατα, οι φωνές των αυτομάτων υπνοβατών, τα ρευστά στομάχια πάνω στις ασημένιες πλάκες, οι ωμότητες των σαρκοβόρων λουλουδιών θα κυριέψουν την απλή κι υπαίθρια ζωή και τον κινηματογράφο του ύπνου σου

Λοχαγέ!
φυλάξου απ’ τα γαλανά μάτια.

Μετάφραση: Νίκος Εγγονόπουλος (1910-1985).

Γιάννης Ζελιαναίος, Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος

΄ÄâÄêàéà éà ëâ™äéà £é™ éà¨é訳™΄Ä£éë ²àĨ¨Üë Ö³äàĨÄàéë

Η πεταμένη Μαρία

Έχω αυτή τη γυναίκα
που μου ζητάει ένα περίστροφο
πριν πιει τα χάπια της.
Βάφεται,
αγοράζει παπούτσια
και κομπινεζόν
που κοστίζουν όσο το νοίκι μου,
της πληρώνω τους καφέδες της
και ξεχνάει πως με λένε
όταν πάει να με συστήσει.
Παραπονιέται για την κοιλιά της
τις πιλάτες της
και τη σαλάτα με κοτόπουλο
που πρήζει το στομάχι της.
Στα μπαρ μιλάει με όλο τον κόσμο
για πράγματα
που δεν σου πάει το μυαλό
ότι συζητάνε οι άνθρωποι.
Γκρινιάζει για τη βροχή
και για τον καράφλα με παιδιά
που θέλει στο κρεβάτι της.
Ανεβάζει σαν μάγισσα
τα απαγορευτικά των μπάτσων
όταν η πόλη τρέμει μετανάστες
και λέει πως η μπεμβέ της
κοιμάται μόνο στα υπόστεγα.
Με μια διαολεμένη πειστική φωνή
μου κάνει νάζια όταν πίνω,
φοράω τα γυαλιά της το πρωί
κοιμάμαι στον καναπέ της το βράδυ
και μου πετάει ένα τυρί
για να χορτάσω σαν σκυλί
κάθε που ο ήλιος
μου δείχνει δυο σαγόνια.
Γυρνάμε σε μέρη που δεν θέλει,
σαν πεταμένος άγγελος
βάφει τα φτερά της
μου λέει για το όπλο
που θέλει το μυαλό της
για τα χάπια
που δεν χορταίνουν το κορμί της
για την σίγουρη αυτοκτονία της
με το αίμα να σκουπίζει
το κομπινεζόν της
και στο λαρύγγι απιθωμένη τη στρυχνίνη.
Δεν είναι ώρα για ποιήματα πια.
Ποτέ δεν ήταν.
Κάθε που γέρνω πίσω από το δέρμα
ξέρω πως αυτή η Μαρία
κάποτε
ίσως και να τινάξει τα μυαλά της
στο δωμάτιο με τα δυο σκυλιά της.

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

3-8

Αιγαίο

ΟΜΙΧΛΗ.
Σταγόνες βροχής πέφτουν από το μολυβένιο ουρανό.
Τα βράχια γκρίζα ορθώνονται
μέσα από το βαθύ μπλε της θάλασσας.
Αιγαίο, μπρίκια έσχιζαν τα νερά σου
μεταφέροντας εμπορεύματα, ανθρώπους, πειρατές, ιδέες.
Όσμωση πολιτισμών.
Σήμερα πλεούμενα δουλεμπόρων κουβαλάνε απελπισμένους.
Όσοι είναι τυχεροί και τα κορμιά τους αντέξουν,
θα φτάσουν στη απαγορευμένη αφθονία της Δύσης.

***

Συνέρευση

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ κιτρινισμένα από τη νικοτίνη,
τα βλέφαρα βαριά.
Κάτω από τη μέθη του κρασιού,
ματιές ανταλλάσσονται.
ο έρωτας, σκιρτήματα καρδιάς.
Φλόγα διαπερνά το κορμί η επιθυμία ερωτικής συνέρευσης
στους ρυθμούς του βοώντος αγέρα,
σ’ ένα αιώνιο σφιχταγκάλιασμα αγάπης και ζωής.

***

Ιντιφάντα

ΑΣΠΡΑ ΣΥΝΝΕΦΑ κύκνοι στον ουρανό
οι ψυχές των μικρών Παλαιστινίων.
Το κρύο τρυπάει τα κόκαλα
Στρατώτες τσακίζουν τα χέρια,
Όταν γυρεύουν γη και φως,
Φεγγάρι κόκκινο θλιμμένο.
Το αίμα ρέει.
Ιντιφάντα.
Ένας χορός ζωής και θανάτου για τη λευτεριά.

*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, Εκδόσεις “Βιβλιοπέλαγος”, Αθήνα 2004.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Τρία ποιήματα

nyxterin;o

Η ΑΡΝΗΣΗ ΣΟΥ

Την άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ‘ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι
φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς.
Την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα.
Κι εγώ
ελεύθερη
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας
κι εσύ
για πρώτη φορά
θα την αποδέχεσαι.

***

ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΜΟΥ

Αναπολώ τα σκοτάδια μου
Τις μέρες της μοναχικής μου περιδιάβασης
σε ακυρωμένους έρωτες
τις μέρες που έβγαινε από μέσα μου
αρρωστιάρικη και αδύναμη φωνούλα
κι η αγωνία πάλευε με τους φόβους μου
και το σχοινί έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου
και συ “αγρόν ηγόραζες” και άλλα τέτοια.
Και τις κομμένες μου ανάσες
και τους πανικούς μου
και τα ασάλευτα βράδια μου
τότε τα περιφρόνησες.
Τώρα τα ερμηνεύεις.
Αγαπώ τα σκοτάδια μου.
και κείνα μ΄ αγαπάνε.

***

ΑΝΝΙΚΑ

Δε σε είδα όταν έφυγες
μέσα στο νυφικό σου,
μικρό και όμορφό μου πλάσμα,
αστεράκι
κουβαράκι μες στο σύμπαν
ταξιδεύεις χωρίς γυρισμό.
Στην καρδιά μου έχεις αφήσει ένα πελώριο κενό.
Δε σε είδα όταν έφευγες.
Τώρα σωπαίνω
Και πενθώ.

*Από τη συλλογή “Πληγές”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Τρία ποιήματα

Kostas Bassanos, Constitutional White

Kostas Bassanos, Constitutional White

Αυτοκαταργήθηκα σε ίσους τόπους.
Αυτή ήταν εξάλλου η ποινή,
αφού ληστής δεν υπήρξα,
αλλά αντιθέτως εντατικά εργάστηκα,
έσπασα το ανθρώπινο τσόφλι μου και χύθηκα προς τα έξω.
Κάνω εκδρομές σε ίσιους τόπους, επίπεδους, Κυριακές,
που οι μέρες ψηλώνουν και μακραίνουν πολύ
και οι νύχτες βγάζουν τα μαχαιροπίρουνα,
εκεί όπου ανθρώπινο κρέας τούς μυρίζει.
Δεν περιγράφονται οι ίσιοι τόποι κι οι ίσιοι άνθρωποι,
θύματα της ίδιας τους της ακαμψίας.
Δεν τους χάρισα ούτε ένα βλέμμα,
δεν μου χάρισαν μια ωραία εντύπωση.
Στους ίσιους τόπους γίνεσαι στόχος, σε βρίσκει πιο εύκολα
ο άνεμος κι ο θάνατος
και σε ξυπνούν τρυφερά με μητρικό γάλα, άπαχο, από τους
πρωινούς σου εφιάλτες.

***

Ο νους μου μετακόμισε στα πέλματα
και η καρδιά μου άλλαξε θέση.
Τσάμπα πυροβολάτε.
Εδώ δεν κατοικεί κανείς.
Μόνο ένας άνθρωπος φτιαγμένος από πολλά
μικρά ανθρωπάκια
έρχεται και ποτίζει μια λύπη, φτιαγμένη από πολλές
μικρές λύπες.
Μα τίποτα δεν μεγαλώνει σωστά.

***

Δεν αγαπώ πια.
Ο τελευταίος που αγάπησα πνίγηκε σε κατακλυσμούς
αγάπης.
Ήταν κι αυτή η άστεγη μέρα,
που δεν έλεγε να φύγει με τίποτα.
θαρρώ δεν είχε πού να πάει, ανάμεσα σε δυο Κυριακές
στενό το πέρασμα,
σπρώχνονται οι μέρες για να πιουν στο συντριβάνι
του χρόνου.

Πίνουν νερό, μα δεν κοιτάνε το Θεό.
Μπουχτίσανε φιλανθρωπία.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις “Μελάνι”, Φεβρουάριος 2014.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

theoxaris032

ΦΥΛΑΚΗ

Σήμερα νυστάζεις πιότερο από χθες
κι ο πικρός καφές δεν σε ωφέλησε.
Η ζωή σου μπλεγμένη στα καλώδια,
τα δάχτυλα καμπουριασμένα στα πληκτρολόγια,
το νυσταγμένο βλέμμα σου σκοντάφτει στις οθόνες.
Ονειρεύεσαι:
να ‘σπαγαν οι οθόνες,
να δραπέτευες
κι ας ήσουν μια ζωή κυνηγημένος.

***

ΑΝΙΑ

Κοιτάς το σύννεφο αφηρημένος
μήπως και σπάσει η ανία του γραφείου,
στο δρόμο τους περαστικούς παρατηρείς.
Δε μπορεί,
κάποια στιγμή η ώρα θα περάσει…
Κάποιες φορές το μάτι ξεκουράζεται
πάνω σε κοντές φούστες κοριτσιών.
Κι όταν περάσει η ώρα,
όταν θα έρθει η πολυπόθητη στιγμή,
που σπίτι σου θα φτάσεις,
πιότερο από χθες,
θα νιώσεις άδειος.

***

Η ΜΑΧΗ

Σφυρίζει ο άνεμος,
η θάλασσα αγριεύει,
τυφλά τα κύματα
χτυπούν με μανία τα βράχια.
Το πλοίο βολοδέρνει,
παλεύει με τα κύματα,
σ’ αγώνα άνισο.
Κι όταν η ελπίδα θα χαθεί
κι οι ναύτες ένας ένας θα πνιγούνε,
ποιος τάχα θα μπορέσει να σωθεί
να πει το πόσο ψυχωμένα πολέμησαν;

*Από τη συλλογή “Ερείπια”, Εκδόσεις “Ρέω”, Αθήνα 2010.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Οι Μούσες

12718143_1577017535949862_1491549905535364700_n

Αν κατέβεις
στα έγκατα της λέξης Ποίηση
θα βρεις μια φωτεινή ταμπέλα
που γράφει:
Καλωσορίσατε στο αδιέξοδο
Ορισμένοι
ζαλισμένοι από τα φώτα
των λαμπτήρων
βλέπουν ό,τι τους βολεύει
και γίνονται Ποιητές
Ταχυδακτυλουργοί
των αυθεντικών συναισθημάτων
βγάζουν από το καπέλο
των λέξεων
υπέρτατο πόνο, απόγνωση κι ελπίδα
και εξοφλούν
το ακατάληπτο ηθικό χρέος
της ανθρωπότητας
βγάζοντας και οι ίδιοι
τα προς το ζην
Κάποιοι άλλοι
περνάνε προσεκτικά
τις λέξεις από κόσκινο
καταφέρνουν να διαβάσουν
από μακριά
την επιγραφή στο σκοτάδι
και τρίβουν υπομονετικά
τα σχοινιά της καταρρίχησης
στις γωνιές των βράχων
Λίγο πριν κοπούν
και οι τελευταίες τριχιές
κάνουν ένα κουβάρι
όλα τα ποιήματά τους
τα πετούν απάνω στην επιφάνεια
και κρατώντας γερά
τη μιαν άκρη του νήματος
βουτούν στο κενό
να ελευθερωθούν
Το κουβάρι
κυλά στην επιφάνεια
ξετυλίγεται
και μπλέκεται στα πόδια μας
όταν είναι ήδη αργά
Τότε ξεκινούν
και οι εικασίες των πλανόδιων
για τα πρέποντα
και τα δέοντα της Ποίησης
Γύρω από τα παραμορφωμένα σώματα
που κάθε τόσο
ανασύρονται από τα βάθη της

*Φώτο: Vania Liapi

Χωρίς Κίγκο – Λίγα λόγια για το κοινωνικό χαϊκού

haiku

Τον τελευταίο καιρό, όλο και περισσότεροι Έλληνες ποιητές εκδίδουν ποιητικές συλλογές, που αποτελούνται εξολοκλήρου από χαϊκού[1] και έχουν γίνει αρκετές συζητήσεις για το κατά πόσο τα έργα τους είναι αυθεντικά χαϊκού ή απλά τρίστιχα.

Το χαϊκού είναι παραδοσιακό ποιητικό είδος, που προέρχεται από την Ιαπωνία. «Παραδοσιακά αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Το χαϊκού είναι με συνολικά 17 συλλαβές η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο. Περιγράφει μια εικόνα της φύσης και δίνει στοιχεία για την εποχή του χρόνου μέσα από εποχιακές λέξεις (Κίγκο)»[2].

Ο παραπάνω αρκετά αυστηρός ορισμός ισχύει για το κλασικό χαϊκού και έρχεται σε αντιπαράθεση με το κοινωνικό χαϊκού, που θα αναλύσουμε παρακάτω. Όμως, ας δούμε πρώτα γιατί το κλασικό χαϊκού κινείται στα όρια των εποχιακών λέξεων και των φυσιολατρικών περιγραφών: «Αυτό που σήμερα ονομάζεται κλασικό χαϊκού δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα. Οι ιδιαιτερότητες της περιόδου αυτής δημιούργησαν την αίσθηση ενός κλειστού, αμετάβλητου κόσμου, καθώς η κοινωνία καθοριζόταν από ένα φεουδαρχικό ταξικό σύστημα και η Ιαπωνία έκοψε σχεδόν ολοκληρωτικά την επαφή με τον έξω κόσμο. Αυτό το ακριβώς ορισμένο σύστημα αξιών και συμβόλων έδωσε σε ποιητές και ακροατές ένα κοινό και σαφώς οριοθετημένο πλαίσιο κατανόησης»[3]. Δηλαδή, υπήρχε μια κάστα ευγενών γύρω από τον αυτοκράτορα και το μόνο, που τους απασχολούσε ήταν η περιγραφή της φύσης. Σε αυτή την φυσιολατρική προσκόλληση συνηγορούσε και η θρησκεία του βουδισμού Ζεν.

Όμως, η ποίηση εξελίσσεται. Οι φόρμες διαφοροποιούνται. Έτσι και το χαικού περνώντας τα σύνορα της Ιαπωνίας και φτάνοντας στην Ευρώπη απόκτησε έναν πιο κοινωνικό χαρακτήρα. Οι εποχιακές λέξεις (Κίγκο) δεν είναι πλέον απαραίτητες, ενώ τη θέση των εικόνων της φύσης πήρε ένας έντονος κοινωνικός προβληματισμός. Ο πρώτος Έλληνας ποιητής, που έγραψε κοινωνικό χαϊκού στην Ελλάδα ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Ποιος δεν συγκινείται διαβάζοντας το περίφημο:

«Που να μαζεύεις
τα χίλια κομματάκια
του κάθε ανθρώπου»
[4].

Όπως παρατηρούμε το παραπάνω χαϊκού του Σεφέρη δεν έχει Κίγκο, ούτε εικόνες της φύσης. Αν μάλιστα του ρίξουμε μια πιο σχολαστική ματιά, θα προσέξουμε πως δεν είναι αυστηρά μετρημένο, καθώς ο τελευταίος στίχος αποτελείται από έξι συλλαβές!

Από τότε, έχουν κυκλοφορήσει πάρα πολλές ποιητικές συλλογές με κοινωνικά χαϊκού. Εδώ, θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι έχουν γραφτεί και αρκετά σύγχρονα χαϊκού, που στερούνται νοήματος και το τι θέλει να πει ο ποιητής, το γνωρίζει μόνο ο ίδιος, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μιλάμε για κοινωνικά χαϊκού. Όσον αφορά το μέτρημα των στίχων, υπάρχουν οι ποιητές, που προσπαθούν να το τηρήσουν, αλλά τους ξεφεύγουν συλλαβές και αυτό φαίνεται και ποιητές, που πειραματίζονται με λιγότερες ή περισσότερες συλλαβές. Όμως, θα πρέπει να είμαστε λιγότερο σχολαστικοί, αν λάβουμε υπόψη μας την τεράστια διαφορά, που υπάρχει ανάμεσα στις ιαπωνικές και τις ελληνικές συλλαβές και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας, που περιλαμβάνει πλήθος πολυσύλλαβων λέξεων. Αν τηρηθεί το μέτρημα του στίχου στο ελληνικό χαϊκού, λέξεις, που αποτελούνται από έξι συλλαβές και πάνω αποκλείονται από τον πρώτο και τον τρίτο στίχο.

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι το χαϊκού έχει εξελιχθεί τόσο στο νόημά του, όσο και στην ποιητική φόρμα και έχει λάβει δίκαια μια περίοπτη θέση στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Ακολουθούν μερικά δείγματα κοινωνικού χαϊκού:

Κόκκινη κλωστή
Ράβω στο νου μου
μια φορεσιά του κόσμου.
Να τον αλλάξω.

Ζητούνται υπάλληλοι
Ρακοσυλλέκτες
πλήρους απασχόλησης.
Σίγουρο μέλλον.

Ενθύμημα
Το νόημα του
βίου του καθενός, στις
λεπτομέρειες.

Τραγικώς υπάρχειν
Τραγικοί όσοι
άλλον κόσμο μέσα τους
ζουν στη ζωή τους.
[5]

1) Χαϊκού ή χάικου. Το συναντάμε και με τη γραφή χάι-κου. Παλιότερα το συναντούσαμε ως χάι κάι. Επέλεξα τον πρώτο τρόπο γραφής, που χρησιμοποιεί και η Wikipedia.
2) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
3) Wikipedia λήμμα χαϊκού.
4) Γιώργος Σεφέρης: «Ποιήματα», εκδόσεις «Ίκαρος».
5) Τα χαϊκού «Κόκκινη κλωστή» και «Ζητούνται υπάλληλοι» είναι του Χάρη Μελιτά από την ποιητική συλλογή «Μαύρη Σοκολάτα», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 57. Τα χαϊκού «Ενθύμημα» και «Τραγικώς υπάρχειν» είναι του Σπύρου Α. Γεωργίου από την ποιητική συλλογή «Στην άκρη της γλώσσας», εκδόσεις Μανδραγόρας, σελ. 28, 31.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/03/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)