Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

114_1

Δαιδαλική αυγή

Μια σειρά στιγμών είχε ενώσει
το μαύρο των ματιών με τα πλευρά της γης,
εκείνα που βρισκόταν καθισμένα γυμνά
έξω από το άγγιγμα του ήλιου
έξω από τα όρια.
Στο εύρος τους λέγεται ότι στέκει ο έρωτας,
ιδίως όταν πρόκειται για όρια-κη ανάσα
όρια-κο βήμα και τελικά όρια-κο αίμα και βλέμμα

Το ίχνος και η σκιά των ορίων
τοποθετούσαν εμπόδια στην κυκλοφορία
τόσο μεγάλα που μεγαλώνουν
καθώς αυξάνονται οι αποστάσεις
απομακρύνονται στην τύχη, οι μέρες ή οι ώρες
κυλιόμενες διαμέσου κρεβατιού
ώστε να κρίνονται περασμένες

δευτερόλεπτο ένα
τα σώματα μοιάζουν από έλξη
δευτερόλεπτο 138.001
αυτός να έχει τοποθετήσει τα χέρια στο στήθος του
αναζητώντας την ανάσα – πρέπει να έχανε την ζωή,
έφτιαξε μια φυλλωσιά με χάδια για να την βάλει μέσα
μάζεψε τις σκιές για να φαίνεται σημαντικότερος
και ένωσε τα ίχνη για να την βρει μέσα σε μια ευθεία

προχωρώντας χάθηκε μέσα στην πληθυντική διαδήλωση
ενώ τα ίχνη τον οδήγησαν σε δαιδαλική αυγή
το μόνο όριο που έβλεπε ήταν εκείνο της στεριάς
και εκείνο της θάλασσας

τοποθέτησε με προσοχή την θαλασσινή αύρα
στους πνεύμονές του
και σκόρπισε το σώμα του στη θάλασσα

***

Γράμμα στους μνηστήρες

Στο ισόγειο των αρωμάτων

αδειάζουν αντλίες σπαραγμούς και αρρώστιες

κόβουν τις πτώσεις από τα βάθρα

τα αγάλματα από τα βλέμματά τους

υφαίνονται τα δέρματα που κλωτσάνε το Θησέα
στα νέφη κρύβουν δόρατα

και εκεί πάνω φτιάχνουν κάστρα

καθώς οι πόλεις ξεμακραίνουν προς τον ουρανό

κι όμως

οι πρωινοί τοίχοι απλώθηκαν στα καλντερίμια
τα δολάρια ανθούσαν στέρεα στις μετώπες τους
και έμοιαζαν να κολυμπούν

έκαναν το πλήθος των μνηστήρων να μεθάει
τραβώντας τις από τα μαλλιά

***

Αγρύπνια

Έφτασε στην θάλασσα

της αφαίρεσε το περίβλημα
την γέμισε αστέρια και σκοτάδι
βγήκε στη νύχτα

τον είχε βιδώσει μέσα στη γη της

τη γη που εκείνη έλεγχε και μπορούσε να διαβαίνει
μονάχα εξείχε το πρόσωπό του, με τη μορφή ασφόδελου
του είχε κρεμάσει ένα κουδούνι

τον άκουγε να δροσίζεται

και εμπόδιζε το ομαλό βήμα του καλοκαιριού

η φωνή του έσμιγε με των ορνέων
εμποδίζοντας τις αλεξιπτωτήστριες

ήταν κόμβος κραυγών

και θερινής αλληλογραφίας

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, Εκδόσεις “Κουκούτσι”.

Τάσος Πορφύρης, Πέντε ποιήματα

ΤΑΞΗ

Εδώ τα βήματα ήταν βαριά και σίγουρα μετρημένα
Οι ανάσες χωρούσαν μέσα τους τον ορίζοντα τα σπίτια
Τα όνειρά τους τίποτα δεν περίσσευε αν αφαιρούσες
Μια πέτρα γκρεμιζόταν το σπίτι μια λέξη έπεφτε
Ο ουρανός.

***

ΡΗΜΑΓΜΑ

Ντουφεκιά στο δάσος διώχνοντας πουλιά
Ντουφεκιά στον ύπνο σκορπίζοντας όνειρα
Ντουφεκιά στη μνήμη σκοτώνοντας συντρόφους.

***

ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΟΣ

Όταν απλώνεις το χέρι κι οι άλλοι
Κρατάνε το δικό τους στην τσέπη
Όταν τους κοιτάζεις στα μάτια κι
Εκείνοι αφοσιώνονται στον πίνακα
Τρία μέτρα δεξιά σου όταν εκλιπαρείς
Για μια λέξη κι ακούς την ηχώ
Την τρομαγμένη ηχώ της δικιάς σου
Φωνής κάποιος τότε ξαναστρώνει το
Μοναχικό σου κρεβάτι με τα κρύα
Σεντόνια της μοναξιάς.

***

ΧΡΟΝΟΙ

Διότι κακά τα ψέματα κανένας
Χρόνος δεν δουλεύει για μάς αντίθετα
Όλοι είναι εναντίον μας ο παρελθών
Με τις ανεπανόρθωτες ζημιές ο παρών
Να μας μαχαιρώνει πισώπλατα κι ο μέλλων
Α! ο μέλλων καμπούρης από το βάρος τόσων
Ελπίδων σέρνεται και μάς καταριέται.

***

ΕΡΩΤΗΜΑ

Πώς θ’ αντιδρούσαμε αν ύστερα από καθυστέρηση
Τόσων χρόνων χαμήλωνε επιτέλους ο Σταυραϊτός
Του Κρυστάλλη; Ποιος θ’ άντεχε το ύψος;

*Από τη συλλογή “Τα λαβωμένα”, Εκδόσεις “Έρασμος”, Αθήνα 1996.

Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα

Του λυπημένου

Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.

Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε
και να το πάτε.
Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε–
πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.

Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει
δέστε τ’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·
κι ανοίξτε στη γριά με τ’ άγρια
δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι
το καρφί της.

*Από τη συλλογή “Με των αλόγων τα φαντάσματα, Τυπογραφείο “Κείμενα’, Αθήνα 1985.

***

Α. Μάνθος

Όπου, στα 1923 ο επικυρηγμένος Θωμάς Γκαντάρας
ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί…

Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος
έπαιρνε νύχτα τα στενά γυρνώντας σπίτι του
τους γάμους θα σκεφτότανε αλλά και τους θανάτους
που εκράτησε παντοτινά στο ακριβό χαρτί

Μα πιο πολύ θυμότανε το βράδυ του Αυγούστου
που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε για του δικαίου τον ύπνο
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε όπως κάθε φορά

Μήτε που άκουσε σκυλί, θυρόφυλο να τρίζει
και απ’ το φεγγίτη της σκεπής τον είδε να γλυστρά
από την άκρη Άγγελος, στα δόντια το μαχαίρι
Άγγελος, Εξάγγελος, μας ήρθε από μακριά

*Από το δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου (διασκευή-μελοποίηση), “Βραχνός προφήτης’, Lyra, 2000.

**Τα ποιήματα είναι από το Ποιείν http://www.poiein.gr σε επιλογή ΣπύρουΑραβανή και επίμετρο Θανάση Μαρκόπουλου.

Ομάδα από Ποίηση, Τρία ποιήματα

1453361_250386818461428_1520731160_n

ΟΙΚΟΣΙΤΟ

Είναι κακό σκυλί η ελευθερία
Απ’ όταν ήρθε, δεν κουνάει βήμα
Φταίω. Την τάισα. Και τώρα
δεν λέει να μάθει τρόπους
Ούτε την μπάλα πιάνει
ούτε γαβγίζει τους εχθρούς
Ο οίστρος της δεν ελέγχεται
Ακολουθεί όποιον την χαϊδέψει όμως
βρίσκει τον δρόμο πάντα για το σπίτι
Και κάθε μέρα με δαγκώνει
για να με πείσει
ότι μακριά της θα πεθάνω
Αυτή;
Ψόφο δεν έχει

***

QUEEN OF HEARTS

Ανεβοκατεβαίνω έξαλλη του παλατιού τις σκάλες
με τα φουστάνια μου στο χέρι
και πάω από τα νεύρα μου να σκάσω!
Κι ανάβω το ’να τσιγάρο πίσω από τ’ άλλο
χαστουκίζω υπηρέτριες και σπάω βάζα…

Δεν είμαι άκαρδη
αλλά δαιμονίζομαι
που βασιλεύω σε καρδιές χάρτινες
αίμα στις φλέβες τους δεν τρέχει
Σκορπίζονται με το παραμικρό
σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα
και τρέχουν στα συρτάρια τους να μπουν

Όχι, πείτε μου
αν ήσασταν βασίλισσα
δεν θα τους παίρνατε τα κεφάλια;

***

ΑΝΑΜΟΝΗ

Τους περιμένει
«Να ’ρθουν για να πλυθούν»

Έπλεξε όλο το μπαλκόνι περιμένοντας
Έγερνε ο ήλιος σκοτεινός
Κρέμονται, στάζουν του ήλιου οι μπιμπίλες
«Έκανα λάθος» λέει «δεν βλέπω»
και παρατάει τις βελόνες, το κουβάρι
και πιάνει πλέκει η σκοτεινιά φύλλωμα στο πρόσωπό μου
«Μη νοιάζεσαι» μαντεύει «θα το διορθώσω»

«Αύριο»

Άναψε το κερί
Ψέματα, εμένα λέει:

«Άναψε το κεράκι» «Για να βλέπεις» «Άναψέ το»

Τ’ άναψα και τους είδα

Εκείνη μπήκε μέσα πια, στην τηλεόραση

*Από το βιβλίο “Ομάδα Από Ποίηση, Υπέρ Ονειρίας ΙΙ”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2012. Δεν ξέρω ποιοι έγραψαν τα ποιήματα που (ανα)δημοσιεύονται εδώ, αλλά στο εν λόγω βιβλίο πήραν μέρος με ποιήματά τους οι Αντιόπη Αθανασιάδου, Αγγέλα Γαβρίλη, Λένα Καλλέργη, Μαρία Κατσοπούλου, Λία Μέξα, Πέννη Μηλιά και Ηλίας Σεφερλής.

Πάνος Ιωαννίδης, Τρία ποιήματα

Dark_Forest

Καμουφλάζ


Σημασία δεν έχει να κάνεις εικόνες με νόημα

αλλά να δίνεις νόημα στις εικόνες είπε ο δάσκαλος

Άρα δηλώνω εγώ ο μαθητής

το ζήτημα είναι να προσφέρεις νόημα στις λέξεις


Αν είσαι ποιητής

Δεν θα στο πούνε τα αστέρια ή οι θάλασσες

Δεν θα το μάθεις από την τσούπρα που σε έριξε ψάχνοντας

κάτι διαφορετικό με συνηθισμένο τρόπο

Δεν θα το κρίνει ο πνευματικός σου νταβατζής



Θα σε νοιώσει μια νοικοκυρά

ανακατεύοντας τη βραδινή μακαρονάδα ψάχνοντας

να ρίξει στην σάλτσα όσα δεν έζησε

Θα σου κάνει χειραψία με το βλέμμα της ήττας

ο οδηγός του πρωινού απορριμματοφόρου που

έμαθε να συλλέγει τα πιο άχρηστα διαμάντια

Ίσως σε αγκαλιάσει ο σκίουρος

με ειδικότητα στο ροκάνισμα του ξυπνητηριού

Ή σε φιλήσει η δεκαοχτούρα που ενστικτωδώς

είθισται στο να κυκλώνει τον πόνο με το τραγούδι της


Αν έχεις παρόμοιες ψευδαισθήσεις

φρόντισε να μάθεις να κρύβεσαι καλά καθώς


η ποίηση μαγνητίζει όσο τίποτε άλλο τα κενά




***

Βιολοντσέλο


τα μεσημέρια της Κυριακής είναι άβατα δάση

σπαρμένα από πυκνό βαμβάκι του κλεμμένου χρόνου

μόνον τότε μπορούν να σμίξουν

μακριά από διακριτικά βλέμματα

ο Μάνος Σιμωνίδης και η Έμμα Μποβαρύ

σε κάποιο ξεχασμένο από τα δόντια της αντιπαροχής

αρχοντικό της ανεπανάληπτης οδού Ρήγα Φεραίου

που κλείνει

τις ρωγμές των Επτά Πύργων με τα δάκρυα της Καυκάσου



όλα είναι ήρεμα εκείνη την ώρα



οι απόγονοι της εσωτερικής μετανάστευσης

κοιμούνται ήσυχοι μέσα σε καλοδιατηρημένα κλουβιά

τα τροχοφόρα αφήνουν καρδιές στα σοκάκια της Άνω Πόλης

και οι ποιητές καταπίνουν στίχους

νοιώθοντας τα ρίγη της ολότητας


αφού αγαπηθούν οι δυο μοναχικοί εραστές

συζητάνε βροχή στην πόλη ήλιο στις σπηλιές

την ώρα που η Ρήγα Φεραίου τραβάει πάνω της

τα όνειρα της επόμενης βδομάδας

αυταπάτες  ύστερων καιρών που σύντομα

θα μεταμορφώσουν ατελείς πράξεις σε επιλεκτικές θύμησες


τα πρώτα φώτα του απογέματος τους

θυμίζουν τον τρόμο του κενού


***


σταυροβελονιά


κάθε καρδιά κρύβει μέσα της βελόνες

κάποιες τις έμπηξαν στα σπλάχνα της

άλλες καρδιές

κάποιες τις φυλάει για όταν έρθει η σειρά της



πέρα από τα τσιμπήματα

οι βελόνες κάνουν άλλα πολλά

φωτίζουν σκοτάδια ενώνουν μορφές

προκαλούν την έρευνα



τα χνάρια τους στα πονεμένα δάκτυλα

κοινωνούν οδύνη μοιράζουν ηδονή



δεν είναι άλλωστε τυχαίο που

οι μοδίστρες πλάσματα μυστηριακά μα μοναδικά

απλώνουν πάνω στα αφράτα κορμιά τους

ολόκληρες διαδρομές από βελόνες

καθότι νοιώθουν πως οι καρδιές

χτυπούν ομορφότερα όταν γνωρίζουν



πως πρόκειται σύντομα να τσιμπηθούν

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Πάνου Ιωαννίδη “Noir Λογοτεχνία (Το Μελάνι στο Νερό)” στο http://negraliteratura.blogspot.gr

Γεωργία Τρούλη, Εκ ταμιεύσεις φυγόκεντρης θέσης

Πεταλούδα ART Viktor

Εκ νέου να παίρνεις όλα τα νεκρά κύτταρα
Να τα τρίβεις καλά. Να φτιάχνεις πούδρα
Και πάλι με αυτά να καλύπτεις τις όποιες ατέλειες
Να πιστεύεις πως δείχνεις
Εκ νέου

Εκ φύσεως
Ν’ αφήνεις το μικρό ευλύγιστο τρεμούλιασμα
Φωνής και πλησιάσματος. Να δίνεις αέρα και αναμονή
Να καιροφυλακτείς για το ζώο και ν’ ανάβεις φωτιά
Από τις τρίχες σου
Εκ φύσεως μετά,
Έρχεται η θέση

Εκ θέσεως
Αγωνιστική προκαταβολή – γλοιώδης παρατήρηση της
Πραγματικότητας ή πραγματική παρομοίωση της γλοιότητας
Όλοι κυνισμό και τα γουρούνια στη φωτιά
Φτιάχνουν arte povera – εγκατάσταση εαυτού
Εκθέτεις και παρανομαστής – από κάτω
Κενότητα

Εκ προοιμίου
Λέγεσαι γλυκά τεμαχισμένη στο όριο
Μιας άλλης υπό/σχεσης. Διαβάζεις ανάποδα τους εμπαιγμούς
Και δείχνεις τα νύχια που κρύβεις στις διχάλες του αγριμιού
Εκ προοιμίου ρομαντική και ανυποψίαστη – λες

Εκ παραβολής
Γνέφεις στις παρεκκλίσεις να πάνε λίγο πιο νόημα διαζευτικό
Και να βάλουν τρικλοποδιά στον άσωτο
Εγώ πάντα εκ παραβολής αγρόν ηγόραζον και πανάκριβα
Πλήρωσα το αδράχτι – κι άρα η τιάρα ποιος νοιάζει;
Εκ παραβολής καταθέτω οβολό και φυγόπονο

Εκ προμελέτης
Εκτέλεση Εαυτού, του Άλλου, του Εγώ,
Του υπερ/εκείνου, του υπερκείμενου φελλού της άνωσης
Εκ προμελέτης βουλιάζεις και μιλάς για πνιγμό – λάθος
Στο σπίτι του ^κρεμασμένου

Εκ παραδρομής
Όλα σκουντουφλάνε στις παρισινές ταινίες
Και στις φυγόκεντρες εκκαθαρίσεις του συναισθήματος
Παράτολμος παράδρομος έρωτας
Παραδώσου

Εκ περιτροπής
Σιγοτραγουδάς δύο τρία ονομαστικά άτομα
Με την παρωνύμια τους
Και πάντα απαντά στο κάλεσμα ο ακόλουθος
Που προηγούνταν στο ψιτ
Λάθος τροπή πήραν τα πράγματα και τι ντροπή

Εκ τροπής
Τηλεφώνημα από ψηλά και ευτυχώς δεν συνομιλείς
Ψυχρά με Θεό ή δεν είσαι ο Ναπολέων με κρυμμένο
το χέρι στο μανίκι
Αλλά με φυλαγμένο τον Άσσο στον πρώτο αριθμό
Φωνής τηλεφώνου

Εκ ταφής
Ανάγνωσμα πένθιμο και υβριδικό για την χαμένη
Παιδική ηλικία της κούκλας που έχεις χρόνια
Στην ντουλάπα αρωματισμένη
Και φρόνιμη

Εκ φυσικού
Λέγεσαι Άλλη από την ίδια
Που γνώρισαν κάποτε
Απ’ την καλή και από την ανάποδη – ποδιά σχολική
που δεν πρόλαβες
Η φωτιά στην σπηλιά σιγοκαίει – φυσικά

Εκ πονηρού
Πάντα σταθερά, αποφασιστικά και επίμονα
Αφήνεσαι στο (((

Μετά έρχεται το σ του σαματά
Και της συγχώνευσης
Και μπαίνει στην κάππα του βασιλιά
Κι έχουμε:

Εξ ορισμού
Κολυμπήθρα με ψυχρούς σαλτιμπάγκους

Εξ αποστάσεως
Τον ερωτογινομένο καρπό
Του δέντρου που έδινε

Εξ ανάγκης
Τον χωρισμό του χωρισμού

Εξ ωόρρηξης
Την ασύστολη γραμμή του καθισμένου

Εξ ακοής
Και παρ’ ελπίδα παράνοιες

Και
Τότε γίνεται εκ-λογίκευση
Και το παιχνίδι λέγεται σοβαρό

Και επιτέλους
Κύκνειο άσθμα – εξ απαλών ονύχων

Εκ φύσεως
Θέση μηδενική – ένα

Κι εγώ η βασίλισσα της σπηλιάς
Πάλαι ποτέ εξορία
Εκ θρόνιση

*Από τη συλλογή “Ποίηση σε ένα οβάλ περιβάλλον”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 2015.

Δέκα χρόνια χωρίς τον Μίλτο Σαχτούρη – Τέσσερα ποιήματα

Αστεροσκοπείο

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός
Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες τών δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως
Να πεθάνουν
Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

***

Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

***

Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μέσ’ στο φεγγάρι
Κι η κοπέλα απ’ τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη
Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια
Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

***

Ορυχείο

Σου γράψω γεμάτη τρόμο μέσα από μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα
μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σα στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα
Να με θυμάσαι

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Δύο ποιήματα

12717898_10208005496111819_5532152292839618015_n

περιμένοντας τον ουρανό

Στο κέντρο της μαύρης τούτης τρύπας
βλέπεις το σκοτάδι γύρω σου να μεγαλώνει.
Το σκοτάδι, ένα σαρκοβόρο κτήνος
που πνίγει σβέρκους στο πέρασμά του.
Εσύ τρέμεις απ’ το κρύο
και περιμένεις μοναχά τον ουρανό,
νιώθεις σαν τον στρατιώτη τον ξεγυμνωμένο
που δεν πρόλαβε ν’ αφήσει το βυζί της μάνας
και τόνε ρίξανε στη μάχη σαν τσουβάλι.
Οι σφαίρες τρυπούν τα κούφια κόκαλά σου,
οι λόγχες γυρνούν μες στις πληγές
που είχες από γεννησιμιού.
Πόλεμος! κραυγάζεις
αλλά κανείς δεν σ΄ ακούει,
όχι γιατί ‘ναι όλοι πεθαμένοι
μα γιατί απ’ το σκοτάδι δεν τη γλυτώνει
ούτε κι εκείνο το θαύμα ο ήχος.

Και τώρα που γίναν όλα νύχτα,
πάει, λες, το χάσαμε το παιχνίδι.
Και φοβάσαι,
φοβάσαι τον φόβο περισσότερο,
Δεν φοβάσαι τον ουρανό,
αυτός παρηγοριά μεγάλη.
Άντε να πέσει, να τελειώνουμε.

***

ο ξεχασμένος

Οι νεκροί τριγύριζαν στους δρόμους
και μάζευαν ζωντανούς μέσα στις τσέπες τους.
Αμέτρητοι,
κρέμονταν και στα φανάρια,
τόσους αιώνες είχαν βαρεθεί τους ίδιους
και τους ίδιους.

Ένα παιδί με ανοιχτό κεφάλι
-θα πέθανε από τρίτου βαθμού ονειροβασία-
μ’ έδειξε στη μητέρα του με το δάχτυλο,
ένα μαύρο φαγωμένο νύχι όλο.
Εγώ τίποτα,
τη χολή μου έπινα ήσυχος
στο φαρμακοπωλείο της οδού Χ
και τίναζα τ΄ αποκαΐδια της ζωής απ’ τον γιακά.

Αυτή τον φόρτωσε στην πλάτη της,
Παιδί μου, λάθος κάνεις, του είπε
και μπήκαν στο πλήθος των νεκρών
που κλαίγοντας πλημμύριζαν τη Σταδίου.
Αυτός από χρόνια είναι δικός μας.

*Από τη συλλογή ‘Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2012. Η φωτοραφία της ανάρτησης είναι το εξώφυλλο της δεύτερης έκδοσης της συλλογής από τις Εκδόσεις “Μελάνι”.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ιστος αραχνης

Η ΑΡΑΧΝΗ

Συχνά με επισκέπτεται μια αράχνη
Που υφαίνει όλες μου τις πληγές.
Πλέκει πουλόβερ από λέξεις
Για να το φορώ κατάσαρκα
Τις ώρες της απογύμνωσης
Κι ένα κασκόλ με χρώματα
Για να τυλίγω τα απoθέματα σκέψης.
Μετά ανεβαίνει στα ποιήματα
Και πιάνει κουβέντα με τους στίχους
Περιποιείται τελείες, χτενίζει κόμματα
Διαγράφει ανεπιθύμητους συνειρμούς.
Τα βράδια σκαρφαλώνει στον ουρανό
Και πετροβολεί μ’ αστέρια το δωμάτιο.
Βρίσκω ένα σημείωμα στο κομοδίνο
Διαμαρτύρεται ότι την παραμελώ.

Εγώ όμως ξέρω εδώ και χρόνια
Πως πίσω απ’ το προσωπείο της
Κρύβεται ο αποκηρυγμένος μου εαυτός
Που κάποια στιγμή θα με τσιμπήσει
Με το θανατηφόρο κεντρί του
Και τότε θα είναι πια πολύ αργά
Για σκέψεις, ιδέες και ποιήματα.

***

ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ

Κάποιες φορές έξω απ’ το σπίτι
Με περιμένει μια γάτα
Με δυο κεφάλια και φτερά.
Στην αρχή νόμιζα πως απέδρασε
Από πίνακα ζωγραφικής
Ή ότι έπεσε απ’ τον ουρανό
Κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας.
Όμως δεν ήταν πραγματική γάτα
Αφού να φανταστείτε
Άρχισε να κυνηγάει τους κλέφτες
Και να γαβγίζει στα αυτοκίνητα
Ξέθαβε κόκαλα απ’ το χώμα
Και με κοιτούσε στα μάτια με συμπόνια
Όταν έβγαζα απ’ την τσέπη τα κλειδιά.

Μερικές φορές έξω απ’ το σπίτι
Με περιμένει ένα πουλί.
Βαρέθηκε τον εγκλεισμό του στους ουρανούς
Κι αποφάσισε να πεθάνει με φυσικό τρόπο.
Όμως η γάτα πια δεν υπάρχει
Κι ο σκύλος που της έμοιαζε
Εξαϋλώθηκε στο φεγγάρι
Μονάχα τα φτερά του πετούσαν
Πάνω απ’ τις πολυκατοικίες
Και τα τέσσερα μάτια του
Κρεμασμένα στις κολόνες
Φώτιζαν τη βραδινή μου οδύνη.

Μα τι απέγινε το πουλί;
Διαπίστωσα πως τον τελευταίο καιρό
Μέσα στο σπίτι μου
Ακούγονται φωνές νεκρών ψαριών
Απ’ τους πίνακες ζωγραφικής.

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, Αθήνα 2015.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Έργο: Mari Kogo

Έργο: Mari Kogo

Σπονδή σε ώρα απρόβλεπτη

καθώς το ρόδο στα δύο σχίζεται
ζώντας πολλούς μικρούς θανάτους

η νύχτα γεμίζει θρύψαλα φωνών γυάλινων
που προαναγγέλλουν τον Ικέτη

Εσύ:
κοιμάσαι στη στάση του εμβρύου
και ξετυλίγεις τους επιδέσμους του μελλοντος.

***

Εξ ορισμού

Ποίηση
νόημα ζωής
πνοή ελευθερίας.

Το να σπας τα δεσμά
της αγχόνης του κήπου
κρεμασμένη να μείνει
η ώρα η κακιά
μην κουνήσει το χρόνο.

Λαβωμένη η Σφίγγα (1)
από βέλη σοφών
πριν πεθάνει μιλά
και σου δίνει σκυτάλη
τη ροή της ψυχής
και ασημένιο δοξάρι.

1. Η Σφίγγα είναι φανταστικό πλάσμα της ελληνικής μυθολογίας. Στις ελληνικές αναπαραστάσεις απεικονίζεται ως φτερωτό λιοντάρι με κεφάλι γυναίκας ή ως γυναίκα με πέλματα και στήθη λιονταριού, ουρά ερπετού και φτερά πτηνού.

***

Ο κήπος

Είναι καιρός τώρα, που ακούγονται μέσα στη νύχτα
ποδοβολητά αλόγων που κουβαλούν ακέφαλους ιππείς

και κάποιες νύχτες χωρίς φεγγάρι
ανάβω το κερί
να φωτίσω
το σκοτάδι των ματιών σου

κάποτε, άνθρωποι σοφοί
περνούν έξω απ’ το σπίτι

τότε, τα αγάλματα του κήπου ξυπνούν
και περιμένουν τα χειρότερα.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, εκδόσεις Άγκυρα, 2015.