Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

poleitai_elisavet

ΟΙ ΙΔΙΕΣ ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Σωροί τα προσωπεία
τα λόγια
και τα μυθεύματα
επί ευρέως μετώπου.
Δεν πρόκειται για θέατρο
για μίμηση
για υποκριτική.
Οι ίδιες οι μάσκες είναι και τα πρόσωπα.

***

ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΜΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΟΥ ΓΙΝΟΜΑΙ

Λογαριάζοντας
πώς χάθηκαν οι παλιοί άσειστοι φίλοι
αλλάζοντας τις μάσκες μία μία
ανάλογα με το βάθος της πολυθρόνας
το ύψος των οικοδομών
τις τιμές των αυτοκινήτων
τις νύχτες δεν μπορώ να κοιμηθώ
κομμάτια με τη μνήμη μου γίνομαι

***

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ΚΑΘΕ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΛΥΣΣΑΝΕ

Δοκιμασμένα τα σκυλιά
κάθε μεσάνυχτα επιστρέφουν.
Φέρνουν μαζί τους κομμάτια φιλιών
πληγές ονείρων
αλαφιασμένα κι ασπαίροντα μηνύματα.
Με την καρδιά σφιγμένη
γεμάτα δέος
ξαναπατούν τα παλιά τους λημέρια.
Σκέφτονται το κόκαλο του κόσμου κι αγριεύουν
τραγούδια αιμόφυρτα θυμούνται κι αλυχτούν
τις σκόνες οσμίζονται και τους καπνούς
της ατέλειωτης μοναξιάς τους.
Παραμονεύουν
στήνουν αυτί
ακούν ψιθύρους ν’ ανεβαίνουν απ’ τα κάτω.
Τρίζοντας αδιάκοπα τα κοφτερά τους δόντια
με λαχτάρα κοιτάζουν τη γριά σελήνη
και λυσσάνε.

*Από τη συλλογή “Απέναντι”, Εκδόσεις 24 Γράμματα, 2015.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Η τρύπα

b balkanikos polemos055

Οληνύχτα σκάβω

Σκάβω μια τρύπα ανοίγω

Βαθειά

Βρίσκω πετρέλαιο

Βρίσκω διαμάντια

Βρίσκω λίρες χρυσές θαμμένες

Μα όλα αυτά μου είναι αδιάφορα εννοείται

Βρίσκω κι εσέ τρελλό κορίτσι

Στον έρωτά σου πέφτω

Τίποτε δεν λογαριάζω

Ούτε τον μαντράχαλο τον αδελφό σου

Ούτε και τις μαύρες του ζώνες στο “βαράτε”
Και σκάβω και σκάβω

Βλέπω φως στο βάθος του τούνελ

Έλα βγαίνουμε
Βγαίνουμε

Στην άλλη μεριά της γης –
Στη Μαλακάσα,

στη συναυλία του Bob Dylan
Για δες! 

Κι η Αργυρώ εδώ!

Κι ο Σταμπάκης εδώ!
“Ooh, I ain’t gonna work on Maggie’s farm no more…”
(τσίου!)

Γρηγόρης Σακαλής, Καθαρτήριο

κατάλογος

Ξεκινούν τα καραβάνια
ατέλειωτοι άνθρωποι
απέραντη φρίκη
διασχίζουν ερήμους
περνάνε ποταμούς
κουβαλούν τον πόνο τους
πρόσωπα αυλακωμένα
από τις σφαίρες
και τη μοναξιά
μια ουτοπία στο μυαλό
τους κινεί μπροτά
εικόνες παραδεισένιες
η κόλαση είναι πίσω
γεμίζουνε καράβια
άλλοι πνίγονται
άλλοι επιβιώνουν
κι αφού συρθούνε στη στεριά
τους περιμένει καθαρτήριο
μια άλλη κόλαση
χωρίς καμιά υπόσχεση
γι’ αυτό που ψάχνουν.

*Από τη συλλογή ”Κυτίο κρυφών ονείρων”, Εκδόσεις “Ενδυμίων”.

Tristan Tzara, Τραγούδι Dada

dada

Ι

To τραγούδι ενός ντανταϊστή

που είχε το νταντά μες στην καρδιά

κούραζε πολύ το μοτέρ του

που είχε νταντά μες στην καρδιά
το ασανσέρ κουβαλούσε ένα βασιλιά

βαρύ εύθραυστο φθινόπωρο

έκοψε το μεγάλο του δεξί μπράτσο

και τό ’στειλε στον πάπα στη Ρώμη
γι’ αυτό το λόγο

το ασανσέρ

δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά
να φάτε σοκολάτα

πλύνετε τον εγκέφαλό σας

νταντά

νταντά

πιείτε και νεράκι

ΙΙ

Το τραγούδι ενός ντανταϊστή

που ήταν όχι χαρούμενος

όχι και λυπημένος

και αγαπούσε μια ποδηλάτισσα

όχι χαρούμενη και όχι λυπημένη
μα την Πρωτοχρονιά ο σύζυγος
που όλα τα ήξερε μέσα σε μια κρίση
έστειλε στο Βατικανό

τα δυο κορμιά τους μέσα σε τρεις βαλίτσες
ούτε ο εραστής

ούτε η ποδηλάτισσα

δεν ήταν πια χαρούμενοι

ούτε και λυπημένοι
φάτε ωραία κεφαλάκια

πλύνετε το στρατιώτη σας

νταντά

νταντά

πιείτε και νεράκι

III

το τραγούδι ενός ποδηλάτη

που ήταν από καρδιάς νταντά

κι ήταν λοιπόν ντανταϊστής

όπως όλοι οι νταντά από καρδιάς
ένα φίδι φόραγε γάντια

έκλεισε γρήγορα την δικλείδα

έβαλε τα γάντια με το φιδίσια δέρμα

και πήγε τον πάπα ν’ αγκαλιάσει
είναι συγκινητικό

κοιλιά λουλουδιασμένη

δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά
να πιείτε γάλα των πουλιών

να πλύνετε τις σοκολάτες σας

νταντά

νταντά

φάτε και μοσχαράκι

*Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Το ύψος των περιστάσεων

Το ύψος των περιστάσηων
επιβάλλει σύνεση
Και όμως
είναι βράδυ
κι εγώ σχεδιάζω
τις ηδονικές εκδρομές του αύριο
αδιαφορώντας παντελώς
για τις συνέπειες
μιας ακόμα λιποταξίας

Ψηλαφώντας τα όρια ανοχής του κράτους
νιώθω για στιγμές πως αγγίζω την ελευθερία

Και είναι αυτή
η ευγενής και ταπεινή ψευδαίσθηση
που με κάνει ακόμα
να δραπετεύω

*Από τη συλλογή “Η ιερουργία της ποίησης”, Εκδόσεις “Κουρσάλ”, Θεσσαλονίκη 2016.

Ειρήνη Γαβριλάκη, Από το “Οι νύχτες πριν”

images

17
Εδώ να παίξεις. Σ’ αυτόν τον χώρο.
Στο χώμα που μπορεί να γίνει λάσπη και σκόνη.
Μ’ ένα ξύλο, με μια πέτρα, να παίξεις.
Φτιάχνοντας ένα παιχνίδι ή μια διάθεση για παιχνίδι
κι ένα όνομα παιχνιδιού κι έναν φίλο.
Όχι πιο πέρα, εδώ. Εδώ είναι ο τόπος του παιχνιδιού.
Κι ο χρόνος, τώρα: αυτήν τη νύχτα
που εσωκλείει όλα τα παιχνίδια
κι όλες τις σκέψεις για παιχνίδια
κι όλους τους συντρόφους και τους κανόνες.
Παίζε. Συνέχισε να παίζεις.
Ύστερα θα ξημερώσει κι όλα θα είναι σοβαρά πάλι.
Καθόλου παιγνιώδη. Ανιαρά.

*”Οι νύχτες πριν”, Εκδόσεις “Ναυτίλος”, Θεσσαλονίκη, 2015.

Dimitris Tsaloumas (1921 -2016), Driving North

9780702221132-us

Against the level sun and the screech of brakes
through porous sheets of blindness I gripped
the wheel and stopped above the great plain
till I saw him kindle the reefs of cloud
over the western ridge. Then, wire-strung,
set in the rim of the embankment down
the tumbling hill, I saw the dragon’s teeth
flash past against the fired sky.
Fence-posts, I thought: in dreamy lands
the reading of signs is unprofitable.
Yet in the nursery the monster sleeps.
He sighs and heaves oozing a greenness past
this green, where magic sword and holy spear
glint still unread in the flight of birds,
in the prophetic guts of oxen.

                                              Children,
please don’t retreat behind this sunset
yet. I carry the pterodactyl in the van,
the flying spider, bats big as babies.
Tyrannosaurus himself wanders about
bigger than old whales grazing across
the frozen seas, than tanks on the doorstep
of Nicaragua. Saw him through misty glass
this morning stalking the towns in the hills
when shivering just out of frosty night
I prayed until the sun who flickered in the woods
crept up the flanking conifers and hit the top
with a crash of cymbals.

                                         Night is falling
forever now over the roads in the North
of New South Wales. The blue-bright waters
of an undying day are seeping through
into perplexing memory. Scouting beams
sculpt shapes ahead from shifting shadows,
furbish up idols out of secret time
that rush surprised along the edge of light
back into populous darkness. This trip
is endless, the compass irrelevant. My riches
are now fetched by maps beyond the truth
of geography and the attraction of the poles.

*From the book “Falcon Drinking”.

tsaloumas-dimitris-ip-uqp-150w_original

Νικόλας Κάλας, Δύο ποιήματα

Felix Nussbaum, Gallows, 1930

Felix Nussbaum, Gallows, 1930

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΔΙΧΩΣ ΑΣΤΕΡΙΑ

Καθώς ή ανάμνηση τό νερό κάτω από τό καράβι καί ή ώρα
των πιό μεγάλων μυστικών
Τό όνομά σου είναι μπλε ένα μπλέ της φωτιάς καί της έλπίδας
Θά ’θελα νά τό αφανίσω
Νά κηλιδώσω τό ζεστό σου αίμα καί νά πνίξω την τόλμη μου
Τό αίμα χάθηκε στά μοιρολόγια
Έχασα τό κλειδί των όνειροπολήσεών σου
Σέ έχασα σά μιά πεντάρα ανάμεσα σέ εκατομμύρια άλλες
Ζήλευα τόν ίδιο μου τόν εαυτό
Καί την απεραντοσύνη των θαλασσών

’Αλλά είναι εσένα πού λυπάμαι
Τά ταξίδια σου χωρίς όνειρα
Τίς άγονές σου νύχτες
Τά μαλλιά σου πού παίζουν μόνα τους
Τά όνειρά σου χωρίς καθρέφτες παγωμένα όπως ή έπιθυμία ένός άλλου
Ίχνη αίματος καταυγάζουν τό πρόσωπο

Είμαι άπείρως περισσότερος από τό πλούσιο καί ηδυπαθές χρώμα
ένός εγκλήματος
Πέρα από ένας καθρέφτης γιά τά μάτια σου
Πέρα από τήν αναχώρησή σου
Πέρα από ένα αβέβαιο μέλλον
Περπατάω χωρίς ηχώ
Ή επιστροφή σου δέ θά προσέθετε τίποτα
Μαζί είμαστε πάρα πολλοί γιά μάς τούς ίδιους
Πάρα πολλοί σάν ένας στρατός σέ άτακτη υποχώρηση ή μιά κακή σοδειά
“Ολα μυρίζουν προδοσία ένα όνειρο πού διακόπτεται μιά σκέψη
πού ξεφεύγει απ’ τόν αέρα
Ή αναμονή έκ γενετής τυφλή
Πριν σέ γνωρίσω ή φωτιά ήτανε ιερή
Τώρα είναι ή γη πού καταρρέει
Θά επινοήσουμε κάτι άλλο
Μιά καρδιά πού νά λειτουργεί σά δαιμόνια μηχανή
Μιά ήμιτονοειδή ή έναν καινούργιο χαρταετό
‘Έναν καινούργιο χώρο ένα καινούργιο επίχρισμα γιά την αύγή
Δεν τά ’κλεψαν δλα ούτε τά καταβρόχθισαν
Ό ουρανός είναι απέραντος καί πέφτοντας τό πιό μικρό αστέρι
θά τρόμαζε τά μάτια σου

(Παρίσι 1939)

***

0 ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΔΙΑΣΩΘΕΝΤΩΝ

’Άς δημιουργήσουμε τό πεπρωμένο
“Ας θυμήσουμε στό άπειρο τό ρυθμό τοΰ θράσους
“Ας ξαναδώσουμε έρεισμα στό ένστικτο καί ζωή στή ζωή
Τό ρολόι δίχως δείκτες σ’ έναν φάρο σβηστό
Τό πλοίο πλέει σέ αργές σελίδες
Ή σκέψη έπεσε
‘Όλα γίνονται ιώδη καί τελετουργικά
Τό πεπρωμένο είναι έλεύθερο ταχύ βίαιο
Όλα αποκτούν τεράστιες διαστάσεις
Ό τοίχος σχίζεται αργά έπειτα βουλιάζει
Τό πεπρωμένο είναι φτιαγμένο άπό απειροελάχιστα στοιχεία
φρικτά διεσπαρμένα ‘
Όλα γίνονται τεράστια τεράστια ένας τεράστιος σβώλος ψωμιού
Καί κατευθύνεται πρός τό παράθυρο μέ θέα τήν τρέλα
Καί μιά πολύ μικρή αυλή όπου σαλεύει τό σαράκι
Κάθε χορός σταματά μετά ξαναρχίζει
Γύρω άπό τό παράθυρο πού τραγουδάει τό σαράκι

(’Αθήνα 1937 – Παρίσι 1938)

*Από το βιβλίο “Νικόλαος Κάλας – Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, Εκδόσεις “Ύψιλον”, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Σπήλιος Αργυρόπουλος, Βασιλική Κολοκοτρώνη.

Κώστας Ρεούσης, Δύο ποιήματα

songofsolomonch1

ΑΝΤΙΜΙΚΡΟΜΑΝΙΦΕΣΤΟ 2

διασχίζοντας το ακαριαίο καλοκαίρι της εσχατιάς
ταραχοποιοί πολλαπλασιάζουν την επικινδυνότη-
τα του εδάφους ασχημάτιστες ομάδες οπισθοφυ-
λάκων σπέρνουν ασύνειδα εύοσμες αρμπαρόριζες
στη χέρσα γη των συνταξιοδοτικών συντεταγμένων
μια πρώην Σοβιετική και νυν Ρωσίδα μεταναστεύει
διεκδικώντας την αναλογία των κοινωνικών ασφαλίσεων
στη λαμπρή συμμετοχή της στην ανοικοδόμηση της
πουτανιάς ανειδίκευτοι κερασφόροι γιαρμάδες
εμφανίζονται στις λαϊκές αγορές εδωδίμων
τα αποικιακά ομολογούν το ρόλο του μαυραγορίτη
στους ατζέντηδες της νεοϊδρυθείσας τιμωρίας
ανακρίνοντας εκ νέου το ζύγι το κιτάπι τον άβακα
το γνώμονα και το μοιρογνωμόνιο διαβήτη στοιχειοθετούν
δικογραφία οι αστρόκοσμοι χαράζουν με διαμάντι
τα δαιμονικά στην καρωτίδα
Παντελή

***

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ

τη στιγμή που μία γυναίκα αντικρίζει τη στύση
ενός ποιητή που κοιμάται ο θάνατος παρατηρεί
τις κινήσεις της περιττός αριθμός υπερπραγματικό
μεσημέρι στο κέντρο της Λευκωσίας τα τζιτζίκια
χλιμιντρίζουν καλώντας τις ανεράδες ενός αγγελικά
κολασμένου καλπασμού την ύλη που αφαίρεσα
πνοή ανέμου και νερό το νου που γέννησα γλώσσα
αφτί και μάτι η σάρκα που ενώθηκε τη θάλασσα
στη μύτη το χέρι να στραβώνει το πόδι που ως λύγισε
ο σκύλος σκύλο να δαγκώνει

*Από το βιβλίο “Ο κρατήρας του γέλιου μου”, Εκδόσεις ‘Φαρφουλάς”, Αθήνα 2009.

Γεωργία Τρούλη, Σαν άμωμος σύλληψη

7350_474011099476136_3291498188694650042_n

Έτσι αρπάχτηκε
Έτσι φυλακίστηκε ο κόσμος
Ολόκληρος μέσα στην σκέψη
Ενός αέρα
Που είχε φαρδύνει τις ράγες από ένα κλουβί
Ενώ κανείς δεν κατάλαβε πως δημιουργεί χώρο
Ή και διάθεση
Και κανένας άνθρωπος ποτέ δεν διέφυγε
Ποτέ δεν δραπέτευσε
Ή δεν θέλησε να δει
Πώς μπορεί να ζήσει έξω από το όριο
Και από την εικόνα σημασία των λέξεων
Να λιώσει το αλουμίνιο χρώμα
Να αποκτήσει την ελαφρότητα
Της πλήρους ακύρωσης
Να συλλάβει την ιδέα ενός κόσμου
Από την αρχή
Με όλα τα ύγρα των σωμάτων
Και των ματιών
Μια σύλληψη όχι άμωμος άμωρος
Και ασυνεχής
Αλλά όλο και πιο πολλαπλασιασμένη
Πολλαπλή και με σχάση
Με δύο ολόκληρα οροπέδια
Στην άκρη των Πυρηναίων
Να ζητάνε την ανακάλυψη από την αρχή
Από την αρχή των λέξεων
Που δεν ειπώθηκαν
Στις εσοχές των βουνών
Τότε που οι άνθρωποι θέλησαν να δουν
Πώς είναι να ζουν έξω από την εικόνα
Έξω από το όριο περίγραμμα μιας ηπείρου
Που δεν
Που δεν
Έλαβε όνομα
Οπότε έγινε Ανώνυμος Εταιρεία
Εισαγωγής ποίησης
Και εξαγωγής του κενού
Μεσόκαινος περίοδος