Πέτρος Σκυθιώτης, Ποιήματα

li-2_3

5.

Η γραφή είναι όπλο
γι’ αυτούς που ξέρουν να διαβάζουν
η αυτόματη είναι πυρηνικό
κάθε που σκάει ο αντιδραστήρας
οι φίλοι φεύγουν ακαριαία
κι οι κανούργιοι βγαίνουν ακόμα πιο
ελαττωματικοί
ενώ οι ηλίθιοι βάζουν τα γέλια.

9.

Ήταν μια εποχή που ολόγυμνοι
ανάμεσα σε χιλιάδες πράσινα δέντρα
και ηλίθια πουλιά
σηκώναμε τα χέρια και ταξιδεύαμε
προς εκείνες τις κόκκινες θάλασσες
του μέσα τοπίου
κι όσο ματώναμε τόσο περισσότερο
έλαμπε
ο μπάσταρδος ο ήλιος

10.

Ναι, δεν εξηγείται αλλιώς
πρέπει να ήταν κάποιος
απ’ το πολύ κοντινό
περιβάλλον
δεν υπάρχουν σημεία διάρρηξης
της πόρτας
σίγουρα είχε κλειδί του σπιτιού
έμπαινε κι έβγαινε
αθόρυβα
όποτε ήθελε
και σήκωνε τα πάντα…

***

11.

Στις τρύπες που σχηματίζουν
τα σπίτια
με τα σπίτια
και τα φεγγάρια
με τα παράθυρα
μπαινοβγαίνουν σαν βελόνες
οι δρόμοι
κάτι νύχτες που φυσάει μπορείς
να τους ακούσεις
σαν αεράκι νυχτερινό
που σεργιανάει
τους ανθρώπους
ανθρώπινη παρέα για να βρει

τόσοι δρόμοι
-φαντάσου-
πόσα όνειρα

μας κεντούν

*Από τη συλλογή “Συνθήκη ισορροπίας”, Εκδόσεις Θράκα 2014.

sinthiki-isoropias

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

Karen Divine, Nude

Karen Divine, Nude

Εκείνο το καλοκαίρι

Εκείνο το καλοκαίρι βρήκαν το όλον φως
να βαδίζει μέσα από τις χαραμάδες των δέντρων
να φτερουγίζει μέσα στις φοβισμένες ανάσες
να διασχίζει τους χάρτες στα στόματα των πουλιών
και των μελλονύμφων
να τέμνει τις ριπές του αέρα με νοήματα
να διαθλάται στις πορείες ψαριών και ψαράδων
να ζυγίζει την μανία των σωμάτων
να σκίζει πίδακες νερού και κύμματα
δείχνοντας τα χρώματα της ηδονής
να κρύβει την ηχώ των αναμνήσεων

χωρίς να αφήνει κενά

και έτσι ίσως να σχημάτιζε τα έπη του θέρους
που ορίζουν μονάδες μέτρησης της γης
να οικοδομούσε τόπους λατρείας
τόπους ιερούς, τόπους που φαντάζονταν μόνο μέρα,
τόπους γεωμετρίας ονείρων
τόπους σκαρίφημα του βιωμένου κόσμου
με το σφυρί της κάθε έντασης
τόπους ανθρώπων σχηματισμένων σε ρίγη,
ρίγη χαράς, ρίγη άμμου
ρίγη ενσταλαγμένου κόσμου
ρίγη πυξίδες
ρίγη ροής, ρίγη περισυλλογής
που μάζευαν οι ίδιοι
σε δίχτυα των σπιτιών απλωμένα
από πέρα ώς πέρα
κινούμενα στην πορεία
από ανατολάς προς δυσμάς
διαρκώς
αναζητώντας
το κουκούτσι του κόσμου

***

Ένας κόσμος ανάποδα

Στους λάκκους φτερούγιζαν τα περιστέρια
και οι λίμνες με δυσκολία κρατούσαν το νερό
ενώ τα βαπόρια άπλωναν τα σχοινιά

έπλεαν κινούμενα αστέρια

η αναποδιά δεν έστεκε

ξεχασμένη στις ρίζες των δέντρων

ίσως οι ρίζες βαστούσαν

το χειροκίνητο πλήθος

που έσκαβε τα βάθη

όλα πήγαιναν αξίνα

και οι αγαπημένοι κρεμόντουσαν τσαμπιά
από τα κλαδιά και τα φουγάρα

ο καπνός σουλάτσαρε στα πόδια τους

και οι άνθρωποι φαντάσου

είχαν σβήσει τις σκιές τους

ενώ κοιτούσαν μόνο

από κάτω τους
η πτώση ήταν αποχαιρετισμός

αν ο κόσμος αλλάζει
φαντάσου να ριζώσει

***

Επιτάφιος

Την έκλαιγε τρεις μέρες και τρεις νύχτες

είχε ξαποστείλει τα όνειρα σε κάθε γεωμετρικό αν
σε κάθε νοητή αμφιβολία της ύπαρξής της,

και σε κάθε δυνατή προσδοκία

Πόσοι άνθρωποι χωράνε σε ένα όνειρο
να τους απλώσεις σε γενετήσια στάση
να τους αρθρώσεις σε στοίβες

να τους δώσεις χώρο
να ξεστρατίζουν

από την τροχήλατη πραγματικότητα

των περασμένων

παίρνοντας μαζί το φως το πραγματικό

και να γίνονται πλανήτες

που πλησιάζοντας παράγουν μετεωρίτες και χλόη
και ευδαιμονούν

καθώς τα αστέρια ποδηλατούν στην σκεπή

και τα όνειρα παγιδεύονται

και δεν συναντιούνται

περιφέρονται σαν σε λιτανεία

απολεσθέντος κόσμου

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, Εκδόσεις “Κουκούτσι”.

Φάνης

Αιμόφιλος Ινφλουέντζας-Σερατία Μαρκένσες, Σονέτα

aim1023

εσύ εκδόσεις θεμέλιο
εγώ εκδόσεις μεταίχμιο

εσύ εκδόσεις τεκμήριο
εγώ εκδόσεις futura

εσύ εκδόσεις εστία
εγώ εκδόσεις νεφέλη

εσύ κεράσεις εμένα παγωτό κεράσι
εγώ θέλει;

aim2024

“την πιο τρελή γραμμή πορείας
χωρίς μια ζώνη ασφαλείας
χωρίς να σκέφτεσαι που πας”

Μ. Κριεζή

πλευρικές μπάρες
η μαμά μου μ’ αγαπάει
στις ζώνες προεντατήρες
η αδελφή μου μ’ αγαπάει
αερόσακοι οροφής
ο καλός μου μ’ αγαπάει
και ασφάλεια ζωής
τρία χρόνια
κι όσο πάει

ε, λοιπόν, είμαι γεννημένη για περιπέτεια

aim3025

ΘΕΡΙΝΗ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΡΟ
ΣΤΑ ΤΡΙΑ-ΠΕΝΤΕ ΠΗΓΑΔΙΑ

κραδαίνω καδρόνι
στην έδρα της κρίσης
αρδεύω τα κέδρα
με δάκρυα της βρύσης

για όλα φταίει το σύστημα

έπρεπε να τους παίζαμε τρεις-δυο

aim4026

εντάξει, ομολογώ
ναι, είμαι εγώ

ο σχιζοφρενής δολοφόνος
που εκείνο το απόγευμα
σκότωνε την ώρα του
όπως απεδείχθη
στο σταθμό του Αμβούργου
ιδιαζόντως ειδεχθώς

(στο μεταξύ, είδα ένα γερμανό να πετάει το χαρτάκι κάτω
– μούφα η ιστορία με την καθαριότητα)

aim5027

*Από τη συλλογή “ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΟΝΕΤΑ για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα), Θεσσαλονίκη 2006.

Γεωργία Τρούλη, Laurence anyways

μνβ

Xειμαρρώδης ομορφιά
Μεγαλοπρεπές σπέρμα
Εν οίνω αλήθεια
Νοσηρή σχέση με την παιδική ηλικία
H ψυχανάλυση οικοδομείται στα μικρά μας εγκλήματα
Το κίτρινο είναι υπέρμετρος εγωισμός
Οι συνδετήρες στα δάχτυλα προέκταση αφής
Η προέκταση της τρίχας ένα βάψιμο σε κόγχη ματιού
Πέταξα όλο τον χρόνο στα σκουπίδια
Να μείνουμε στο νερό μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο
Όλα πρέπει να ερμηνευτούν από την αρχή
Επαφή με το αρχέτυπο- Η μαμά
Ένα μπλε πουλόβερ στο κόκκινο δωμάτιο
Κάποιος πρέπει να ανεβάσει την τηλεόραση
Νοέμβριος 1989
Το όριο μας είναι ο ουρανός
Στα γενέθλια της μαμάς γίνεται η αλλαγή
Το μαύρο νησί
Ένα άλογο σπασμένο / μια στήλη άλατος
Γεννηθήτω φως
Ίδε ο άνθρωπος
Θες να τηλεφωνήσεις, αγάπη;
Μέσα στο χιόνι αίμα στο πρόσωπο
Ίσως οι ερμαφρόδιτοι περιθάλπουν πιο βαθιά τον εαυτό
Και τους άλλους
Έπεσα από ένα πλατύσκαλο
Δεν πειράζει Δεν πειράζει
Σύσσωμη άνοιξα τον πομπώδη οίκο των έκφυλων
Τα πέντε ρόδα-Ο Ροβεσπιέρος έχασε ένα κομμάτι πορσελάνη
Η εποχή της disco στο τέλος της
Η οργή και το πάθος καρφιτσωμένη σε κόκκινες ρίγες
Στην γυναίκα Α Ω
Δεν είναι σειριακός αριθμός
Πού είσαι; Τι φοράς; Τι κάνεις;
Πέφτω για ύπνο με γαιώδεις ερωτήσεις
Ένα αλαβάστρινο αντρικό πόδι – τα χρυσά υφάσματα από φθηνό παρελθόν
Η τεντωμένη συμφιλίωση με την ταυτότητα
Το σπίτι με τα άσπρα τούβλα
Μόνο το μωβ και το μπλε εξημερώνουν το ροζ
(Όταν σαν πλίνθος ήρθε και χώθηκε σε μια σειρά από ποιήματα
Τότε. Τότε έκανε όλο το ταβάνι να πλημμυρίζει ονείρωξη και μισή φαντασία)
Έλειπες και καταχώνιαζα ψέματα
Βγήκα δύο φορές μις νάιλον
Έχεις ακόμη προεξοχή; Θα πηδηχτούμε;
Αυτή την ζωή που διαρκεί σαν γυναίκα γραμμική
Άνδρας όλος εξουδετέρωση-Αυτήν αγαπώ και από αυτήν πρέπει να λείψω
Έχω στην μήτρα μου προέλευση αντρική και εσύ μια μήτρα στο
Μυαλό που γεννάει εγκέφαλο

Ποια ιδιότητα μπαίνει στα απαγορευμένα και απεχθή;
Θα αλλάξω το δέρμα και τον τρόπο που κάθομαι
Θα υποψιάζομαι πως ολοκληρώνω τον κύκλο
Πως ενοχλώ τον περίγυρο
Η μαύρη σοκολάτα βρήκε χρόνο να αναδείξει την γεύση

Το μαύρο νησί βρήκε τόπο να γίνει διάσταση
Αρχίζουν τα γυρίσματα της ταινίας

Ποιήματα για μετανάστες και πρόσφυγες

The scream web

The scream web

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών
αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου

*Από τη συλλογή “Η λάμψη” (1983)

***

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ, ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Πολλοί απ’ αυτούς που σταμάτησαν
δεν ήξεραν πού έβγαζε ο δρόμος,
άλλοι ψάχναν για το λιμάνι,

άλλοι ρωτούσαν για το σταθμό,
ένας σκυφτός κούρδιζε το ρολόι
του σταματημένο εδώ και μέρες,

άραγε τι τον ένοιαζε η ώρα;
ήταν πρωί, ο ήλιος σηκωνόταν
κι όλα μυρίζαν άλλη μια σκάρτη μέρα.

***Από τη συλλογή “Δεν γνωρίζω δεν απαντώ” (2004)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ, ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Από την άλλη πλευρά
της φωτογραφίας γράφω για να θυμάμαι
όχι το πού και πότε αλλά ποιος

Δεν είμαι εγώ στη φωτογραφία

Τίποτε δεν μας άφησαν
να πάρουμε μαζί μας
Μόνον αυτή την φωτογραφία

Αν τη γυρίσετε από την άλλη θα με δείτε

Εσύ είσαι στη φωτογραφία, με ρωτούν
Δεν ξέρω τι να σας πω

*Από τη συλλογή “Δρόμοι της μελάνης” (2005)

***

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ, Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Μην τον γυρεύετε στη γη του, έφυγε για αλλού,
πήγε να περπατήσει σε άλλους τόπους,
να συναντήσει άλλους ανθρώπους,
να δει τη δύση και την ανατολή ενός άλλου ήλιου,
το φως ενός άλλου φεγγαριού
να πέφτει πάνω στην ταφόπλακά του

*Από τη συλλογή “Το ημιτελές ποίημα” (2014)

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

Μέσα στο πούσι
έρχεται από πολύ μακριά
δίχως στέγη,
με τα περιστέρια στο γείσο –

είναι το ξυπόλυτο παιδί
με τη σπασμένη φυσαρμόνικα
που περνάει στον δρόμο’

είναι το πέτρινο σπίτι με τ’ άδεια
δωμάτια κι οι παράξενες αγελάδες
που έχουν μετακινηθεί
μέσα στην ομίχλη

είναι τα παράθυρα χωρίς
πλαίσιο στο πέτρινο σπίτι
με τα περιστέρια στο γείσο’

είναι το παιδί που δεν βλέπει
με τη φυσαρμόνικα
χωρίς ήχο –

απαγορεύεται η μουσική
και το εμβατήριο της θλίψης
έτσι καθώς διασχίζει τον δρόμο
με το πέτρινο σπίτι
ο μικρός Ζαχαρίας
μόλις δύο ετών’

ενθάδε κείται
στο κοιμητήριο Ριζοκαρπάσου*

6/12/2004

* Στη κατεχόμενη Κύπρο
**Από τη συλλογή “Η θλίψη του απογεύματος” (2007)

***

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ, ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Στην αποβάθρα του Κάστρου
τις Κυριακές συνωστίζονται
ακίνητοι με το βλέμμα καρφωμένο
στη γραμμή του ορίζοντα
εκείνη την απατηλή γραμμή
την πύλη ενός παράδεισου
δίχως σταθμούς και τρένα
με βάρκες ξεβρασμένες
σε παραλίες κατεχόμενες
Αύριο ο κύριος και η κυρία
θα τους πληρώσουν
για την απελπισία τους

*Από τη συλλογή “Εκ του σύνεγγυς” (2014)

***

ΒΑΣΙΛΚΑ ΠΕΤΡΟΒΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ, ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Έρχονται κάποτε στιγμές –
αγωνίες, ταλαντεύσεις
βαθιές, σουβλερές
αποκαλύψεις.
Στο πάτωμα κάτω
κομματάκια αμέτρητα συντριμμένος
ο καθρέφτης
του εαυτού σου.
Εσύ από πάνω του
κομματάκι κομματάκι
μαζεύεις
μα είναι η εικόνα στρεβλωμένη.

Με ματωμένα δάκτυλα
μαζεύεις ξανά
τη μορφή σου.

*Από τη συλλογή “Η μοναδική λέξη” (2010)

ΖΑΦΕΙΡΗΣ ΝΙΚΗΤΑΣ, ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ

Κάθε μέρα η Φάτου
ξεκινά το φιλόδοξο ταξίδι:

από την πατρίδα της (τη Λιβερία)
φτάνει στα σύνορα με τη Σιέρα Λεόνε,

δεύτερη πατρίδα της, γιατί εκεί ζει η οικογένειά της

Όταν η μια πλευρά ανοίγει τα σύνορα
η άλλη, όχι σπάνια, τα κρατά κλειστά

Όμως η Φάτου δεν πτοείται –

στο δρόμο της επιστροφής εφοδιάζεται με καθαρό νερό

*Από τη συλλογή “Τα νερά του μετανάστη” (2015)

***

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Τον άνεμο μην εμπιστεύεσαι
Είναι η θάλλασα χωρίς τα ανεμόφυλλα
Είναι το νερό της απώλειας
Με τη γραφή του γυρισμένη
Προς τα μέσα
Κάτω από λεπτό φίλμ αφρού
Άνθρωποι κρύφτηκαν
Σχεδόν τυφλό
Ένα μελτέμι ελλοχεύει την απόγνωση
Τον ορίζοντα πνίγει ο θάνατος
Παιδικά στόματα δίχως πνοή
Τυλίγουν το νερό
Αναλώσιμα όνειρα και άνθρωποι
Επιπλέουν
Φτερά έχουν τα φύκια
Δες πάλλονται
Πέλαγο πεινασμένο
Δάκρυ κρυστάλλωσε
Αυξάνεται ο χαμός
Σαν να είναι τέρας που ξαναγενιέται
Όταν ξεφεύγουν από τον θάνατο
Και πάνε σε άλλο θάνατο
Με το πρώτο φεγγάρι της άνοιξης
Μολυσμένες χειρονομίες
Αντανακλούν στα τζάμια της νύχτας

*Από το “Θάνατος στην Μεσόγειο”. Υπό έκδοση

*Από εδώ: http://journeyinpoetry.blogspot.com.au/search/label/%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%9C%CE%91%CE%A4%CE%91%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%A3%CE%A6%CE%A5%CE%93%CE%95%CE%A3%20%CE%9A%CE%91%CE%99%20%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9D%CE%91%CE%A3%CE%A4%CE%95%CE%A3

ena-poiima-gia-tous-prosfuges_7.w_l

Για την “Ιερουργία της Άνοιξης” του Σωτήρη Λυκουργιώτη

3b860c531d2dbd3177baca2b36f9b0a7b2261ca4ddb6553ca52e168d52c5f95e

Από μια καλή μου φίλη ήρθε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή με τίτλο Ιερουργία της Άνοιξης του ποιητή Σωτήρη Λυκουργιώτη. Από την πρώτη στιγμή με κέντρισε το πολύ ιδιαίτερο εξώφυλλο το οποία με μια πρώτη εντύπωση θεωρείς ότι απεικονίζει μια πολεμική σκηνή ή μια διαδήλωση αλλά αν το προσέξεις καλύτερα αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται μάλλον για σκηνή από κάποια καρναβαλική γιορτή. Εξ ού λοιπόν και ο τίτλος, που παραπέμπει στο μουσικό δράμα του Ιγκόρ Στραβίνσκι.

Μετά την πρώτη εντύπωση, τα ίδια τα ποιήματα. Τα περισσότερα μικρά και εύστοχα, με λιτές διατυπώσεις χωρίς βερμπαλισμούς, ενώ δεν λείπουν και λίγες εκτενέστερες, λυρικές απόπειρες. Η ποίηση του Λυκουργιώτη μοιάζει να πετάει πάνω από τον αφρό των ημερών θέλοντας να ψαρέψει με την απόχη της τα ίδια τα πράγματα. Ποίηση γειωμένη και ταυτόχρονα ονειρική. Σε ορισμένα σημεία σταματά για να πας πει μια δύσκολη αλήθεια:

Στην πόλη μου
οι πρόσφυγες
περπατούν πάνω στις ράγες
του παλαιού τρένου,
τρώνε από τα σκουπίδια,
κοιμούνται στα ερειπωμένα βαγόνια,
πιασμένοι κάτω από τις νταλίκες
παζαρεύουν τη ζωή τους

Κατά τα λοιπά
όλα κυλούν ομαλά

ενώ σε άλλα γίνεται ορμητικός χείμαρρος:

χωρίς ανάσα
δηλητηριάζω τα πνευμόνια μου
με αναθυμιάσεις
επίδοξων στιγμών
μιας ακόλαστης
και αέναης ιερουργίας
της επανάληψης
με την καρδιά μου να συντονίζεται
στο θηριώδες ποδοβολητό του προαυλίου

χωρίς ούτε ο ίδιος να μπορεί, πολλές φορές, να σταματήσει. Ο ποιητής δείχνει να αδιαφορεί για την επιμέλεια, το φτιασίδωμα των στοίχων του. Το ωμό υλικό της φαντασίας του μας πετάγεται στον αναγνώστη σαν ξάφνιασμα. Δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται να μας καμουφλάρει τις επιρροές του. Κάπου γίνεται απροκάλυπτα καβαφικός:

Αλλά ο ρόλος του —βλέπετε—
η θέση του
δεν του επέτρεπαν και πολλά

Φτιαγμένος από τσιμέντο
το εύπλαστο υλικό της εξουσίας
δεν ήταν και για τίποτε άλλο

Δε νομίζετε;

και αλλού ταυτίζεται με το μαγικό ρεαλισμό της λατινοαμερικάνικης ποίησης:

αυτό το σώμα,
που κοχλάζει μέσα στο ανυπόμονο μάγμα της οδύνης
αγκομαχώντας να αναδυθεί μαζί με το θειάφι στα ουράνια
απέραντο στο λυκαυγές
στιγματισμένο με δαντέλες γαλανές
και μαργαριταρένια βότσαλα

Έτσι, η πρώτη ανάγνωση μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν αυτή η ποίηση έχει τελικά κάποια πρωτοτυπία, αν χαρακτηρίζεται από κάποιο δικό της ύφος. Αν όμως ο αναγνώστης αφεθεί στο να παρασυρθεί από τους στίχους θα διαπιστώσει πως παρά τις φαινομενικές τους διαφορές τα ποιήματα αυτά δημιουργούν ένα μικρό σύμπαν, με εσωτερική συνοχή.

Ο Λυκουργιώτης συνθέτει έναν ύμνο υπέρ του (δικού του) υπαρξιακού νοήματος. Κατά τη γνώμη του αυτό είναι που χάνεται μέσα στις σύγχρονες θεωρίες της γλώσσας, με τις οποίες δείχνει εξοικειωμένος.
Χαρακτηριστική είναι η απόπειρα συνομιλίας του με τον γνωστό στοίχο του Αναγνωστάκη “σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις / να μην τις παίρνει ο άνεμος”, ο ποιητής αναρωτιέται:

Πώς να καρφώσεις τις λέξεις ποιητά
τώρα που τα νοήματα εκπέσανε
κι οι λέξεις γίναν έρμαια
στο στόμα κάθε τσαρλατάνου;

πώς να καρφώσεις τις λέξεις
τώρα που μας πήραν φαλάγγι
οι μεταμοντέρνοι
—γαμώ τον Ντεριντά σας,
μέσα— σκατιάρηδες

μόνο σιωπή τώρα ποιητά,
βία και ακαμψία,
μπας και πετάξουν
ξανά οι φύτρες
πάνω απ’ τα γράμματα

Η ποίησή του είναι βίαιη αλλά η βία της δεν είναι πόζα. Εκφράζει μια κραυγή μπροστά στην αγωνία νοημάτων και υπάρξεων που χάνονται. Το σύμπαν αυτών των ποιημάτων συγκροτείται από θραύσματα μια μεγάλης έκρηξης που δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια προσδοκία:

έφυγες
και εγώ δεν έκανα να σου πω ούτε μια λέξη
μήπως αυτό που αγαπώ είναι μονάχα η προσδοκία;

Θα ήθελα, τέλος, να κάνω μια ειδική αναφορά στα 12 ποιήματα της συλλογής (ο αριθμός είναι δική μου εκτίμηση), διασκορπισμένα μέσα σε όλα τα άλλα, δείγμα ίσως μιας αταξινόμητης ενότητας, που θα μπορούσαν να έχουν τίτλο Ερωτικές επιστολές. Μερικές από αυτές προκαλούν ρίγος όταν τις διαβάζεις. Είναι σαν να γράφονται για σένα. Στα ποιήματα αυτά αναδεικνύεται μια αφάνταστα ευαίσθητη πένα. Ο ποιητής μοιάζει να στέκεται με δέος μπροστά στις γυναίκες, να παραλύει κάθε φορά που έρχονται μπροστά του, να αδυνατεί να τις προσεγγίσει. Παρά τις τόσες λέξεις που αφιερώνει σε αυτές δεν υπάρχει ούτε ένα ψήγμα κριτικής, ούτε μια “βλασφημία”. Η λατρεία για το σώμα τους αγγίζει τα όρια της θρησκευτικής προσήλωσης.

Έχω την αίσθηση πως αυτή η θρησκευτική λατρεία προς το γυναικείο σώμα και προς την τελετουργία της ερωτικής πράξης, που περιγράφεται τόσο εύστοχα στο ποίημα Άσμα Ασμάτων, είναι που χαρίζει και τον τίτλο στη συλλογή. Ιερουργία της Άνοιξης είναι η τελετουργία του έρωτα και της γονιμότητας, η λατρεία της γυναικείας θεότητας.

*Από το http://kritikosparatiritis.blogspot.com.au/2016/04/blog-post.html

Θανάσης Χατζόπουλος, Οι μετανάστες της θλίψης

dsc_0482

Η θλίψη ακατοίκητη ψάχνει τους μετανάστες της
Όπως έφυγαν για ν’ αστράφτει

Απ’ το κενό, το άδειο της σπίτι
Με τις ίδιες κινήσεις της ψυχής
Σαν ν’ άλλαξαν δρόμο και να ’στριψαν σ’ ενός μικρού
Παράδρομου την ιστορία για ν’ αγοράσουν

Της μέρας το ψωμί, ένα καρβέλι στα δύο

Μίλια θολά μετακινήθηκαν με τα ίδια μάτια

Ακίνητα, αμετακίνητα να κοιτούν τον κόσμο
Έναν κόσμο ίδιο στοιχισμένο σε άλλη σειρά
Έναν ίδιο κόσμο στη φωτεινή του μεριά
Σκοτεινότερο κι από την αυγή
Μη αντέχοντας να πουν το ίδιο παράπονο
Μία δεύτερη φορά, με τον ίδιο λόγο που τους ξερίζωσε
Από κει, μυριάδες ριπές αέρα πιο πέρα ασάλευτοι

Και πάλι στο ίδιο παράπονο πνιγμένοι ζωντανοί
Εδώ περισσότερο απ’ ό,τι εκεί

Η θλίψη ακατοίκητη φέρνει τους μετανάστες της
Στον άλλο τόπο, να ηχεί από απόσταση τόσο
Σώμα σαν κέλυφος κενό.

*Από τη συλλογή “Πρόσωπο με τη γη” (2012).

Philip Lamantia, Δύο ποιήματα

αγαλμα

ΕΡΜΗΤΙΚΟ ΠΟΥΛΙ

Αυτός ο ουρανός υπάρχει για να ανοιχθεί
αυτό το λεηλατημένο σώμα για να αγαπηθεί
αυτό το φανάρι για να δεθεί
γύρω από τους κυνόδοντες της καρδιάς σου

Χαμένος πάνω σε μια γέφυρα
διασχίζοντας ωκεανούς τραγωδίας
διαμέσου νήσων εύφλεκτων παρθένων
στέκομαι

με τα φτερά μου μπλεγμένα στον αφαλό σου
με τις φτερούγες μου να ιριδίζουν μέσα στην νύχτα
και φωνάζω δυνατά λέξεις που ακούστηκαν αύριο
σε ένα μικρό αγροτικό κάρο
του δεκάτου εβδόμου αιώνα

Ανάσα με την ανάσα
το ανθοδοχείο στον τάφο
σπάζει για να γεννήσει μια περιπλανώμενη Σφίγγα
Τρέμε, γλυκό πουλί, γλυκό λιοντάρι
δίψα για σένα
δίψα για την μητέρα σου

Τα παιδιά μέσα στις λάμπες
παίζουν με τα μαλλιά μας
αιωρούμενα πάνω από το κενό

Εδώ είναι ένα τοπίο που καίγεται
Εδώ βρίσκονται άλογα μουσκεμένα απ’ τα ξινά υγρά των γυναικών

Πάνω στους κίονες της νικοτίνης
η λέξη ηδονή σβήστηκε από την γλώσσα ενός σκύλου
Πάνω στους κίονες τα σώματα άνοιξαν με κλειδιά
τα κλειδιά είναι καρφωμένα στο κρεβάτι μου
για να αγγιχτούν την αυγή
για να χρησιμοποιηθούν σε κάποιο όνειρο

Εάν ακουστεί ακόμη ένας ήχος
τα παιδιά θα βγουν έξω για να δολοφονήσουν
στον βυθό της λίμνης
στον βυθό της λίμνης

Εάν τα παιδιά δολοφονήσουν
οι κουκουβάγιες θα αφαιμάξουν
τους ασελγείς ανθρώπους
που παρελαύνουν στα υπόγεια του ήλιου

Όταν οι κολόνες πέσουν μέσα στην θάλασσα
με έναν πάταγο εμπλέκοντας προφητείες και παράφρονες
μαζί σε μια μικρή κούνια
υψωμένες μες στους χιτώνες της επιθυμίας
και με τα στόματά μας ανοιγμένα για τα αστέρια
ουρλιάζοντας για να λειώσουν τα κάστρα στα πόδια μας

εσύ κι εγώ
θα περάσουμε ιππεύοντας πάνω από τα στήθη της μητέρας μας
που δεν γνωρίζει κανέναν
που έχει γεννηθεί από άγνωστα πουλιά
για πάντα στην σιωπή
για πάντα στα όνειρα
για πάντα στον ιδρώτα της φωτιάς

***

ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ

Πέφτοντας από τα δάκρυα του χρόνου,
το πηγάδι των κρυμμένων ονείρων
μοιάζει σαν σπασμένος πάγος πάνω από τον ήλιο.
Κάτω από τον στολισμένο με φτερά καθρέφτη της
κείτεται η αγάπη, μια πληγωμένη γεύση
που δεν πρόκειται να κλαπεί ξανά,
όταν είναι τραχιά για πλαστικό μέλι,
το παρατεταμένο παγερό φιλί της σελήνης.

Εδώ υπάρχει ένας θερμός άνεμος μαχαιριών
που κόβει την ανάσα μου για αστείο,
και αφήνει πίσω του ένα διάφανο τραγούδι
που ακούστηκε από ένα εκατομμύριο δολοφονημένα αστέρια

Μπάλες εμπρησμού εφορμούν με μια πλημμύρα αρουραίων
που πηγαίνουν κάτω να προσευχηθούν με το οστό της χιονοθύελλας
και ο ήχος καίει διά μέσου ενός πύργου,
το υψηλότερο φως της απαγορευμένης μαγείας.

Timoshenko Aslanides, Two poems

Portrait of the poet, acrylic and watercolour on canvas. Judi Power Thomson (2014)

Portrait of the poet, acrylic and watercolour on canvas. Judi Power Thomson (2014)

was

Misused, abused and made to look foolish,
“was”, as indicative past, first and third singular,
has never relished its irregular role
as a verb describing existence:
if “is” was to be, “was” had to have been,
and so it was, excepting subjunctive.
It’s: “if she were in love,
her eyes would shine love-light on all.”
Not “was”,
since she is, and will still be.
It’s: “If I weren’t in love,
I wouldn’t be writing this.”
Not “wasn’t”,
since I am, and can’t help it.

***

were

More past existence,
and subjunctive singular and plural:
our verb to “be” maintains linguistic life,
holds friends and families in fruitfulness
and, when time and interest differentiate,
discretely divorces incompatibles.
“Her second husband and she were never friends,
so she moved to Melbourne with her only son.”
Our most urbane and love-smart city,
you move there if lorn-born elsewhere.
I have to add “were”
to things I remember of her;
but I use the present tense
for everything I feel.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, 16 χαϊκού

Yoshida Toshi, Cherry Blossoms

Yoshida Toshi, Cherry Blossoms

κρύο πρωινό
ο ήλιος ανατέλλει
πίσω από τα μάτια
*
αιγαίου το φως
ο κόσμος που πνίγεται
για μια ελπίδα
*
φωτιά που ανάβει
σε ψυχρό παγετώνα
είναι η ελπίδα
*
ζωή που γεννά
ολόκληρο το σύμπαν
σε ένα σημείο
*
έρως της νύχτας
ένα κορίτσι γελά
μέσ’ απ’ τα χείλη
*
ζεστή μου πηγή
ποτέ δε θα μπορέσω
να ζήσω μακριά
*
μήτρα που ρέει
το υγρό της ποτάμι
γίνεται φως
*
ναυάγιο φως
στη θάλασσα που πλέει
η ιστορία
     *     
άραγε μπορώ
να χωρέσω τον κόσμο
σε δυο σταγόνες;
*
τρανέ ουρανέ
των βουνών οι κορυφές
δε θα σ’ αγγίξουν
*
δίνη του κόσμου
στο ζεστό σου ταξίδι
πάρε μας όλους
*
πώς να μαζέψω
τον ανθρώπινο πόνο
σε ένα δοχείο;
*
ίχνος στην πέτρα
μουσική της πλημμύρας
είν’ ο λυγμός μου
*
βάρκα στη λίμνη
λυμένη από κάβους
ειν’ η ζωή μου
*
λευκή ομίχλη
η θάλασσα δε μπορεί
να τη σηκώσει
*
καρποί του δένδρου
ο δειλινός ουρανός
πόσο σας μοιάζει

*Αναδημοσίευση από την Αντιστροφή Προοπτικής στο http://stratigos-anemos.blogspot.com.au/2016/03/16.html