Βελιμίρ Χλέμπνικοφ, Ποίημα

Words_Trapped_Inside_by_SherokuTakari

Aπόβραδο. Σκιές
Χαγιάτι. Τεμπελιές.
Καθόμασταν, πίνοντας σούρουπο
Σε κάθε μάτι – τρέξιμο ελαφιού 
Σε κάθε βλέμμα – πτήση δόρατος.
Και όταν προς το ηλιοβασίλεμα κόχλαζε μάνιασμα συμπαντικό,
Απ’ το μπακάλικο πετάχτηκε πιτσιρικάς 
Με κατευόδιο φωναχτό: “Βιάσου!”
Και πιο γοργά δεξιά απ’ ό,τι δεξιός.
Υπήρξα λέξη πιο πολύ, παρά αριστερά.

*Μετάφραση: Βασίλης Ραϊκόφτσαλης. Από το http://logocafe.blogspot.com.au/2012/08/blog-post_6731.html

Γεωργία Τρούλη, Παλίνδρομος διάλογος

Όταν κάποια στιγμή άντεξαν τις αντιφάσεις της φύσης

Κατάλαβαν

Μια πεταλούδα έχει πολλούς τρόπους να πετάει

Μια θάλασσα πολλά νερά να βυθίζεται

Και άπλωσαν τα χαρτιά με τσιμπίδες 

Πάνω σε συρματόσκοινο 

Και αναίρεσαν ιστορία 

Και είπαν θέλετε βαρύτητα σβάστικας

Και ρώτησαν θέλετε να διασχίσουμε γλώσσα; 

Και είπαν θέλετε σύνορα

Και ρώτησαν ακούτε την χαραυγή;

Και απάντησαν λειψή αυγή

Από στέρνο σε στέρνο 

Από λίπος σε λίπος 

Από λαιμό σε λαιμό

Και απαίτησαν δρόμο σε κάθε λωρίδα

Και είπαν θέλουμε δέρμα σε κάθε στοιβάδα

Και φώναξαν βλέπουμε λευκό σε κάθε δέρμα 

Και πρότειναν όραμα 

Και προτίμησαν στρατηγό

Και είπαν θέλουμε ερωτευμένο 

Και είπαν αφήνουμε κενό 

Και είπαν ζητάμε ουσιαστικό: άνθρωπος

Και λένε ζητάμε επίθετο: ελάχιστος /κανονικός

Και είπαν υπάρχει μια μουσική που δεν προσδιορίζει

Και μούγκρισαν με τα λάθη και ψιθύρισαν- 
Απουσία τεράτων

Όμως κανείς δεν γλιτώνει από την τέλεια παραμόρφωση

Ατελώς διήθείται το σύμπαν

Και σώπασαν
Και ήπιαν από το ίδιο στόμα 

Και έφτυσαν και οι δύο το χώμα 

Και πολλοί είπαν εγώ αγάπησα 

Και κάποιοι είπαν εγώ σκότωσα
Και πολλοί είπαν εγώ περπάτησα 

Και κάποιοι είπαν εγώ έγδαρα 

Δέρμα με κολλαγόνο λειψής ακοής

Φόβοι σε κουτάκια περιοπής- τελευταίας κοπής

Βγάζουν βόλτα το κύτος κάθε βράδυ 

Και χαράσσουν με κιμωλία τα όρια

Και απόρησαν εδώ βρέχει; 

Και είπαν εδώ θα εξατμιστεί 

Και βγήκαν από λουτρά αερίων 

Και μπήκαν σε σειρές αίματος 

Και έγραψαν μια συγχώνευση-Τίποτα

Όμως 

Κάθε βράδυ ένα παιδί μετρά δωμάτια

Στην μεμβράνη της πεταλούδας Και ξέρει-

Ένα έντομο πεθαίνει πάνω σε ένα λουλούδι

Με χρώμα 

Άλλοτε κίτρινο ερυθρό βαθυκύανο

Και ποτέ

Μια σταγόνα ποτέ δεν μοιάζει με την άλλη 

Κι έτσι ισορροπεί το νερό

Κυβικό εκατοστό και με ένταση 

Όμως κάθε βράδυ ένα άλλο παιδί ξεχνάει να πάει για ύπνο

Και γερνάει απότομα Και νομίζει-

Και ποτέ δεν θυμάται πως όταν λίγο υπήρξε

Θαύμαζε τα πολλά χρώματα σε μια σταγόνα 

Μόλις μετά την βροχή

Κάποια αυγή 

Ή κάποιο απόγευμα
Και ρώτησαν θέλετε από την αρχή; 

Και είπαν θέλουμε πάλη

Denise Jallais, Ποιήματα

black-.-dimond-black-and-white-cool-quote-Favim.com-741501

Το σώμα μου μέσα στα μάτια σου
ανάβει πράσινα μικρά στιλέτα
Αγαπάς τα μαλλιά και τις γάμπες μου
την καρδιά και το στόμα μου
Όμως εγώ δε θέλω πια να μ’ αγαπάς

*************************************************

Σ’ αγαπώ για όλες τις συμφορές που μου πετάς
Για τις μέρες που είναι σκληρές και γκρίζες σα χωριάτικο ψωμί
Και πλέκω μαζί τους το σπίτι, την καρδιά και το κορμί μου

*************************************************

Σαν ένα μικρό γινωμένο ροδάκινο
θα πέσεις μέσα στη ζωή μου
Και θα σε μαζέψω με φροντίδα

**************************************************

Όταν την καρδιά μου πελεκάς
πονώ τόσο πολύ
που θα μπορούσα χωρίς να το καταλάβω
μέχρι τη θάλασσα να τρέξω
Κι εκεί με ησυχία να πεθάνω
όπως ένα κοχύλι

*Η Denise Jallais, είναι νεώτερη Γαλλίδα ποιήτρια από τη Βρετάνη. Κινήθηκε στους αντίποδες τον υπερρεαλισμού και έγραψε ποιήματα χαμηλόφωνα για τον έρωτα και την καθημερινή ζωή.
**Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης.
***Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το μπλογκ του περιοδικού ‘Θράκα” http://thraka-magazine.blogspot.gr
*Από το περιοδικό “Θράκα”, τεύχος 1, Φθινόπωρο 2013.

σάρωση0059

Grant Caldwell, Τέσσερα ποιήματα

χειμώνας

σε μια λίμνη στο κενό
σε ένα ακύμαντο φως
η άκρη ενός ονείρου
ουρανός διαμέσου των δέντρων
μια άδεια βάρκα

***

οι λέξεις είναι φως

η αλήθεια είναι ότι
όλα είναι ένα ψέμα
η ελευθερία είναι μια λέξη
με λουκέτα
και δεν υπάρχει κλειδί
για μια προσεκτική εγκατάλειψη
οι ινουίτ έχουν πέντε λέξεις για το χιόνι
οι αζτέκοι έχουν μια για τη βροχή, το χαλάζι και το χιόνι
ο φλοιός των δέντρων
είναι κατουρημένος απ’ τα σκυλιά
διάβασα κάπου ότι
τα φώτα σε ένα πριονιστήρι
κάνουν τη λεπίδα να φαίνεται ακίνητη

***

το αφηρημένο είναι ρήμα

ο ορίζοντας τρέχει μακριά
καθώς η σκιά ακολουθεί

το αποτέλεσμα απ’ οτιδήποτε άλλο
είσαι σκιά και ορίζοντας

η νύχτα και το φεγγάρι
φωτίζει στις τριανταφυλλιές

***

πέντε

όταν κοιτάς στον καθρέφτη το βλέπεις

δεν υπάρχει πλαίσιο γύρω από αληθινές ιδέες

οποιοσδήποτε νομίζεις ότι είσαι είναι ο χειρότερος εχθρός σου

το φεγγάρι περνά απαρατήρητο αλλά για τα σύννεφα

αυτό που είναι στο νερό είν’ ένα αστέρι

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Από το βιβλίο “Reflections of a temporary self – New and selected poems 1979-2015”, collective effort press, Melbourne 2016.
***Ο Grant Caldwell είναι ένας από τους πιο γνωστούς και πολυδημοσιευμένους ποιητές της Αυστραλίας. Ζει και εργάζεται στη Μελβούρνη.

12832586_1713165655588199_7088515205964642327_n

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Δύο ποιήματα

Χειρόγραφα του Βασίλη Ραικόφτσαλη

Χειρόγραφα του Βασίλη Ραικόφτσαλη

12115696_1636778556572833_9104967008678980990_n

ΑΔΜΗΤΗ ΡΗΣΗ

Κάθε φορά
που ξεσπά
η μοναξιά
των ολιγοσυλλάβων

Τίποτα πια
μη φοβηθείς
υπεράγαν

Σύναζε μόνο τις λέξεις
ύπουλα
όσο γίνεται πιο τρυφερά
και σκλάβωνέ τες εκεί

μέσα στην άρρητη
για πάντα
Αγρυπνία

(1992)

***

ΠΟΙΗΣΗ

Δια─
Ρηγνύει τη
Σιωπή

Να παραμονεύεις
τη στιγμή της
Ρωγμής

Μόνος
ωραιότερος
με

όσα
εκεί μέσα
μονά ζουν

(1993)

*Από τη συλλογή «Μέθυμος λόγος», Εκδόσεις «Δρομεύς», Αθήνα 1995.

Siobhan Hodge reviews Gina Mercer’s, weaving nests with smoke and stone

mercer

weaving nests with smoke and stone
by Gina Mercer

Walleah Press, 2015


Gina Mercer’s latest collection, weaving nests with smoke and stone, is a delicate assembly of sights and sounds, visually rich and focused on the natural. Mercer’s repetition of the word ‘fossick’ throughout the collection aptly summarises the poetic processes involved. This is a collection of quick, searching movements. Lyrically deft, musical and richly preoccupied with natural elements, the poems construct meeting points for nature and humanity, ceding more and more with each piece along the way.

The domesticity of ‘weaving nests’ as a cumulative, traditionally feminine form of meaning-making and inheritance, is paired with the tangible and more fleeting materials of ‘smoke and stone.’ Historically, weaving has been associated with images of women at the loom, creating creative and more pragmatic artefacts alike. To engage with ‘weaving’ is to work within this system of purposeful creation. The collection is a marrying of natural settings and creatures with human moments and activities. Similarly, the poems alternate between entrenchment in the material and the metaphysical. Mercer’s speakers are attentive and sympathetic, engaging with issues of love and loss, as well as celebrating the natural world.

It is impossible to discuss this text without mentioning the birds. Numerous species of birds make up the focal draw of this text. Mercer’s engagements are as varied as they are frequent: birds range from being totemic, symbolic, purely ornamental, and personas in their own right. Native Australian birds set the boundaries for human interactions with the environment, but also with one another. As the collection progresses, birds become more human and vice versa. Early in the collection, there are gentle linkages specifically between women and birds: a small girl’s reverence for eastern rosellas; a family’s breakfast interrupted by sudden bird arrivals; Emily Dickinson in the mouth of a musk lorikeet; and the musings of Jenny, stricken with cancer, about the absence of birds during her trip to Italy. The delicacy of these voices and their particular connection with birdlife renders the critical tones of the collection more concrete, especially as the links become less subtle in ‘Spoonbill and swan’ and increasingly more personal in ‘The effects of immersion.’ The vulnerability of life, especially of female figures throughout the text, is strongly alluded to in these transient bird images.

The sharply resonating poignancy of the collection’s final piece, ‘After, there are the birds,’ links human experience to the natural world in a sensitive yet ecocritical reminder of the fleeting nature of life. The preciousness of transitory connections gives focus to this longer piece, overcoming divisions traditionally maintained between men/women, birds/humans, humanity/nature through shared domestic images:

He sends me photos
of the singular crimson rosella
who observes him through the kitchen window
as he cooks dinner for one.

He sends me boxes of her best clothes:
designer jackets, silk shirts, tailored trousers.
Asks me to share them among family
even though she was the size of a wren
and we’re all currawongs …

For Mercer here, birds are a recurring link to humanity and memory, for families and communities alike. The poem and the collection in general does not shy away from visceral images of decay and desolation, but these are frequently softened by these ironically humanising interactions with birdlife. The final stanza cushions some of the blow:

He sends me copies of Australian Birdlife,
we speak of the plight of the orange-bellied parrot,
as the wind farms of loss
slice across his sky
as he attempts to migrate
from mated for life
to flying solo.

After my sister dies,
her husband says, Now,
there is the company of birds.

There is solace to be found, but also constant, soft reminders of loss and grief. Mercer’s exploration is as self-conscious as it is selfless, thoughtful and yet stylistically simple, approachable, and direct.
In addition to broader philosophical concerns about life and death, the collection also offers much to consider in terms of environmental and ecological awareness. Mercer’s urban spaces retain a sense of unease and tension, but not complete condemnation, as shown in ‘The geometry of change’:

Heat lounges,
a slumbering cinnamon tabby,
fur sticking to all the city’s crevices.

Pedestrian faces flush cerise
as we toil the glaring pavements.

Cool change sweeps up the river.

The cinnamon tabby arches slowly,
stalks off.

Wild and angled
hair lifts
from heat-bloated heads.

Birds and leaves zoom
random trajectories
across the crazy air.

The town shrugs, brushes itself off,
revels in the anarchy of wind.

Mercer’s treatment of the introduced predator is far less unfavourable than may have been expected from a collection so given over to birdlife, but still fraught with concern. The introduced species, like the urban space, is not as overtly mobile within the broad notion of the environment as the birds and tree leaves, yet still imbued with an overarching sense of potential for development and positive change. The ‘cinnamon tabby’ is in a state of flux, but clearly allied with the rigidity of the urban setting. However, as an introduced animal as opposed to strictly human element, it is not treated with the same kind of suspicion as that which is shown, in other poems, towards other introduced presences. Workers are uncomfortable presences, while the speaker alone enjoys some form of connection with the environment in ‘Cool velvet underfoot’:

Monday morning, the park is active.
Lean executives jog relentless,
cyclists commute, flashing diligence,
middle-agers circumnavigate in comfort-plump shoes.

Arid and tired,
I step feckless,
my feet tasting
the cool velvet of grass.

Too exhausted to muster a goal,
my hungry arms angle round my ribs.

Ambling aimless – I am the park’s only epicure.

Even the sky is in peak-hour frenzy:
six ibis speed an invisible path
like girls cycling late to school,
an arrow of magpie geese creaks off to work.

Only that kestrel looks weary as it flap flap glides
home from hunting the night.

Apart from me and a worm-supping, dew-sipping peewee,
no one enters the park’s centre.
All so purposeful, oblivious,
so busy, skirting,

this simple,
grass-gorgeous park.

Structurally and tonally the speaker is removed from other human presences, linked more firmly with the birds and plants managing to thrive in this inner-city space. Here, birds are totemic, but also humanised – indeed, far more than the ‘human’ figures that appear in the first stanza. While the birds are still clearly linked with human experiences, the close attention to detail they receive clearly articulates Mercer’s ecocritical sympathies, as well as her rich understandings of human relationships and emotions. This is a space that deserves greater appreciation, and these are figures are require closer attention. Mercer treads a careful line between respect and conscription, and is successful in presenting a piece that is equal parts criticism and celebration.

A delicate investigation of what is not essentially human, weaving nests with smoke and stone is a neatly lyrical collection that carefully explores love and loss, with an eye to the natural world for support, but also level-headed awareness of human responsibility.
This entry was posted in BOOK REVIEWS and tagged Gina Mercer, Siobhan Hodge. Bookmark the permalink.

*Siobhan Hodge is a doctoral candidate at the University of Western Australia from the discipline of English, studying Sappho’s poetry and its translation. Born in the UK, she divides her time between Australia and Hong Kong, and nurtures a passion for training horses. She recently published a chapbook, Picking Up the Pieces, and has had poetry published in several places, including Peril, Yellow Field and Page Seventeen.

**From Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Μαρία Σερβάκη, από τον “Οδοιπόρο”

Δεν είναι εδώ κανείς. Δε ζει εδώ κανείς, Ή μήπως είναι
υπάρχουν σαν και μένα, όμοια μου, γύρω μου, που αναπνέουν,
κινούνται, κυκλοφορούν, με βλέπουν, με αισθάνονται, μ’ αγγί-
ζουν, με παρακολουθούν… και δεν το ξέρω…

Βρίσκομαι στο κέντρο μιας χρονικής στιγμής… και δεν το ξέρω

Στη χώρα αυτή που δεν είναι πια η πατρίδα μας
Μην ξεχαστείς άλλαξε δρόμο

Άνθρωποι θάβουν ανθρώπους
Στροβιλίζονται στροβιλίζονται οι δερβίσηδες λυγμοί

Χα! ποιος γελάει μέσα στο πιθάρι;
Το πιθάρι το πιθάρι
Ποιος γελάει;
Το κακόμοιρο το γέλιο
Σκάζοντας μέσα σε τόσους ενταφιασμούς
Μια καυκαλήθρα

Γη μου ω γη μου γη μου
Στη χώρα αυτή
Ωτακουστώ… ωτακουστώ τι; ποιος;
Και πάλι ω, γη μου
Διασχίζοντας ουράνιες ερημιές
Ο υποχθόνιος ο πέρα από τις στάχτες
Ωτακουστώ

Καθώς που τρίζει μεταξένια ανασαιμιά στις παρυφές του ύπνου
υπονομεύοντας

Στη χώρα αυτή που δεν είναι πια η πατρίδα μας. Αιώνες αιώνες

Πριν; Μετά;

Οι ανθρώπινες ζωές μετρούσαν λες προνύμφες βρικολάκων
Σπέρνοντας ασχήμια αλγεινή
-Υβρίδια βρικολάκων Είπε τότε ο Οδοιπόρος κι ήταν
Σα νά’ χε πέσει ξάφνου απάνω τους η μουγγαμάρα του θανάτου
-Ζω σ’ένα τρύπιο σώμα; κάποιος φώναξε
Κι Ο άλλος με τους νεκρούς σεντουκιασμένους στα ηχηρά
μαυσωλεία
Με τους αεικίνητους νεκρούς χορευτές και ξανά χορευτές
Απελευθερώνοντας τις ιαχές των τάφων και τα κοφτερά συντρίμμια
Των αποθαμένων

Αιώνες αιώνες πριν; μετά;
Τί στραφταλίζει στα σκοτάδια;

Και ιδού οι εκατόμβες των αθώων – τα φτερωτά τα ερπετά
τα δίποδα
Οι λαμπερές αιμόφυρτες προβιές των θηρευτών των θηραμάτων
παχύδερμα και τρωκτικά
Ιδού το έργο σου Άρχοντα των σφαγιασμένων
Θηρευτή αχόρταγων συνδυασμών
Ω εσύ Παγκόσμιε Φονιά Νυμφίε του Θανάτου

Κάπου κάποια παιδιά παιδόπουλα τρέχουν τρέχουν προς τις φλόγες
Και τότε ο Οδοιπόρος: πώς έτσι ξαφνικά ήρθε ειρήνη στην ψυχή μου
Ειρήνη και κλάμα μαζί… Και όπως τότε άνοιξε η πόρτα -κείνη
η πορτίτσα η στενή-
κι είδε μπροστά του όλεθρο

Είχαν κι όλας σαλπάρει οι σύντροφοι μέσα στις στάχτες
και τους οιωνούς

*”Ο οδοιπόρος”, Εκδόσεις “Εκάτη”, Αθήνα 2013.

Langston Hughes, Δύο ποιήματα

Παραλλαγές ονείρου

Να εκτοξεύω τα μπράτσα μου πλατιά
Σε κάποιο μέρος του ήλιου
Να στροβιλίζομαι και να χορεύω
Ώσπου η λευκή μέρα να περάσει.
Να ξεκουράζομαι έπειτα το δροσερό βράδυ
Κάτω από ένα ψηλό δέντρο
Ενώ η νύχτα πλησιάζει απαλά
Σκοτεινή σαν εμένα -Τούτο είναι τ’ όνειρό μου!

Να εκτοξεύω τα μπράτσα μου πλατιά
Προς του ήλιου το πρόσωπο
Χορός! Στρόβιλος! Στρόβιλος!
Ώσπου η γοργή μέρα να περάσει
Ξεκούραση στο χλωμό βράδυ…
Ένα ψηλό, λεπτό δέντρο…
Η νύχτα να πλησιάζει στοργικά Μαύρη σαν εμένα.

***

Θεοί

Οι φιλντισένιοι θεοί,
Και οι εβένινοι θεοί,
Και οι θεοί από διαμάντι και νεφρίτη,
Κάθονται σιωπηλά στα ράφια των ναών τους
Ενόσω οι άνθρωποι τους φοβούνται.
Ωστόσο, οι φιλντισένιοι θεοί,
Και οι εβένινοι θεοί,
Και οι θεοί από διαμάντι και νεφρίτη,
Είναι απλά χαζές μαριονέτες θεών
Που οι ίδιοι οι άνθρωποι
Έχουν δημιουργήσει

*Μετάφραση: Μαρία Κατσοπούλου. Τα ποιήματα τα πήραμε από το τεύχος 1 (Φθινόπωρο 2013) του περιοδικού “Θράκα” http://thraka-magazine.blogspot.gr

Philip Lamantia (1927-2005), Στιγμές εξορίας

Αυτός είναι ο αέρας που δεν θα μας επιτρέψει να
αναπνεύσουμε.
Αυτή είναι η θάλασσα που δεν θα μας επιτρέψει να
κολυμπήσουμε.

Όμως θα περιστραφούμε τρελά στον αέρα
θα πάμε μακριά πέρα στην θάλασσα.

Μαχαίρια που διασχίζουν και ξαναδιασχίζουν τα
σώματά μας
κρυμμένες πληγές
λαγνεία προς την αγάπη
ομοίωμα μπροστά μου:
καρδιά από καρδιές
τόσο πλούσια κι όμως βιασμένη από άλογα
στον πύργο της αποξένωσης του αθλητή.

Κοιμόμαστε.

Απόψε θερμαινόμενο από την ομίχλη
μεγαλώνοντας σε λυσσασμένη σάρκα
ένα σύννεφο προς τον άνεμο:
δολοφονημένο στο σκοτάδι
αστράγαλος πάνω σε αστράγαλο
κοιμόμαστε
καθώς σπρώχνουν κάτω από την άμμο
τα λεπτά σου χέρια φωνάζουνε για να κοπούν.

Η αγάπη περιπλανιέται πάνω από τις τρίχες του
στόματός σου,
φιλήδονο παιδί
παιχνίδι που διαγράφει κύκλους στους αστερισμούς
της καρδιάς
εκπλήσσοντας το γρήγορο βλέμμα της σελήνης με
την ιδιοτροπία σου
στρογγυλεύοντας το βελούδινο μάτι
που είναι κρυμμένο από το φως
καθώς το αίμα σου ορμά κάτω προς την θάλασσα
κυλά ήρεμα πάνω από το νερό προς τα ψάρια,
φωτεινό, μπλεγμένα πτερύγια,
τα μάτια τους αναφλεγόμενα, να καίνε βαθιά μες στις
καρδιές μας,
τα κεφάλια τους να διαλύουν την ομίχλη,
οι ουρές τους να αστράφτουν σαν διαμάντια.
Ελευθερωμένα, γυροφέρνουν σιωπηλά
όπως κι εμείς αυτή την στιγμή· αναφλεγόμενοι στον
ύπνο μας
με τα μάτια μας ριγμένα σαν ζάρια πάνω στην άμμο
να κυλούν προς τα βράχια

πάνω από αυτά και μες στον ουρανό,
γυαλίζοντας, περιμένοντας τα σύννεφα να έρθουν να
τα πάρουν:
για να αναπνεύσουν, να αναστενάξουν,
να κολυμπήσουν
μέσα σε κρυμμένα σπήλαια, να αγαπηθούν.

Όμως όσο γρήγορα κι αν ήρθαμε απορροφηθήκαμε.
Δεν κοιμόμαστε τώρα
δεν υπάρχει μαχαίρι για να πληγώνει συνεχώς τις
καρδιές μας
ούτε χτένα για να ξεμπλέξει τα δηλητηριώδη μας
μαλλιά.

Αφυπνισμένοι τώρα, φυλακισμένοι στο βαθύ πηγάδι
της λαχτάρας,
μπορούμε να δούμε μέσα από τα πράσινα βρύα
τον αέρα που δεν θα μας επιτρέψει να αναπνεύσουμε
την θάλασσα που δεν θα μας επιτρέψει να κολυμπήσουμε.

*Το ποίημα είναι από τη συλλογή “Touch of the marvelous” (1966). Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Το πήραμε από το 1ο τεύχος (Σεπτέμβρης 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” τηε Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών (σελ. 32-33).

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ Ή ΤΟΙΧΟΣ

Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί

το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα.
Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη

ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα
Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει

τόσο βαθιά στο αίμα.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για ένα καλοκαίρι”.

***

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΡΩΝΑ

Το ξέρω, δεν αξίζει τόση επιμονή

μέσα στην εκμηδένιση. Και όμως, χρόνια

μετά, ο Μύρωνας θα γίνει μουσική και φώτα

αίμα και γέλιο ενός παιδιού, σπαρμένοι

αγροί και θάλασσες, κι όλα τα μάτια των παιδιών

θα τον θυμίζουν γέρνοντας σα στάχυα

από ψιλή βροχή στα πεζοδρόμια. Εκείνος

ανεπανάληπτη φωνή μέσα μου θα σωπαίνει

ανάβοντας την ομορφιά στο σκοτωμένο νόημα

που η ζωή περιέχει. Γιατί τον είδα πόσο

καρτερικά φυτεύτηκε για πάντα ψιθυρίζοντας

ήμουν πολύ νέος για θάνατο, θα επιστρέφω πάντα

τα καλοκαίρια, όσο υπάρχεις, κι ύστερα 

θα σταματήσουν όλα

Θεέ μου, ετοιμάζεις

κόσμο απατηλό, ατρικύμιστο για το χαμό μου

*Από τη συλλογή “Ο Δύσκολος Θάνατος” (1954).