Denise Levertov, Ο πόνος του γάμου

il_430xN.66111560

Ο πόνος του γάμου:

μηρός και γλώσσα, αγαπημένα,
είναι βαριά με αυτό,
που πάλλεται ανάμεσα στα δόντια

Περιμένουμε μια επικοινωνία
και φεύγουμε μακριά, αγαπημένα,
ο καθένας για τον καθένα

Είναι ένα Λεβιάθαν και εμείς
στην κοιλιά του
ψάχνωντας για χαρά, κάποια χαρά
να μην είναι γνωστή έξω από αυτό

ανά δύο στην κιβωτό
του πόνου γι’ αυτό.

*Από το βιβλίο “Poems 1960-1967”, New Directions Publishing. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Carl Sandburg, Σπιτίσιες σκέψεις

url

Τα βράχια στη θάλασσα έχουν πράσινα βρύα.
Οι βράχοι στα πεύκα έχουν κόκκινα μούρα.
Έχω αναμνήσεις από σένα.

Μίλα μου για τον τρόπο που μου λείπεις.
Πες μου για τις ώρες που φεύγουν μακριά και αργά.

Μίλα μου για το αργοσκίρτημα της καρδιάς σου.
Για το μεταλλικό σούρσιμο των μεγάλων ημερών.

Ξέρω είναι ώρες άδειο,
σαν το μπρούτζινο κύπελλο ενός ζητιάνου
σε μια βροχερή μέρα,
άδειο σαν το μανίκι ενός στρατιώτη
που έχει χάσει το μπράτσο του.

Μίλα μου …

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ανασκαφή

550_334_113876

Το χώμα που περιμένει την ανακάλυψη
έχει κλεισμένες μέσα του 
εποχές παγετώνων
λάμψεις από σμάλτο 
παράξενων κρανίων-μετεωριτών
ποταμούς στραγγισμένους
σε ατέρμονες στρώσεις χαλικιών
μάρτυρες αδιάψευστους και οδηγούς
για τη θάλασσα.

Arthur Rimbaud, Ξεπούλημα

1533352

Για πούλημα αυτό που οι Εβραίοι δεν έχουν πουλήσει, αυτό που ούτε η αρετή ούτε
το έγκλημα το έχουν δοκιμάσει, αυτό που το αγνοούν ο καταραμένος έρωτας και
η σατανική αγαθότητα των μαζών, αυτό που ούτε ο χρόνος ούτε η επιστήμη το έχουν αναγνωρίσει.

Οι φωνές που ξαναϊδρύονται, η αδελφική έγερση όλων των ενεργειών χορικών και ορχηστρικών και οι ακαριαίες τους εφαρμογές, η ευκαιρία, μοναδική, να ελευθερώσουμε τις αισθήσεις μας!

Για πούλημα τα κορμιά χωρίς τιμή, απ’ όλες τι ράτσες, απ’ όλο τον κόσμο, από κάθε φύλο, από κάθε καταγωγή ! Τα πλούτη αναβλύζουν σε κάθε βάδισμα ! Ξεπούλημα των διαμαντιών χωρίς εξέταση!

Για πούλημα η αναρχία για τις μάζες, η ακατάβλητη ευχαρίστηση για τους ανώτερους ερασιτέχνες, ο αποτρόπαιος θάνατος για τους πιστούς και για τους εραστές!

Για πούλημα οι κατοικίες και οι μεταναστεύσεις, σπορ, μαγείες και άριστες ανέσεις, και ο θόρυβος, η κίνηση και το μέλλον που φτιάχνουν!

Για πούλημα οι εφαρμογές των υπολογισμών και τα πρωτοφανή άλματα της αρμονίας. Τα ευρήματα και οι φιλύποπτες εκφράσει, άμεση παράδοση.

Εξόρμηση παράλογη κι απέραντη στις αφανείς λαμπρότητες, στις ανεπαίσθητες τέρψεις,- και τα παλαβά της μυστικά για κάθε βίτσιο- και η τρομαχτική της ευθυμία για το πλήθος.

Για πούλημα τα Κορμιά, οι φωνές, ο απέραντος ασυζήτητος πλούτος, αυτό που ποτέ δε θα πουλήσουμε. Οι πωλητές δεν έχουν τελειώσει ακόμα το ξεπούλημα! Οι ταξιδιώτεςι

*Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης.

**Από το περιοδικό “Θράκα”, τεύχος 1, Φθινόπωρο 2013.

Θωμάς Γκόρπας, Ιστορίες

Millen Anja I found

Millen Anja I found

Είσαι μέσα σ’ ένα κλουβί. Αλλά δεν είσαι πουλί. Εγώ πότε πουλάω κλουβιά πότε πουλιά πότε καναβούρι πότε δίσκους 78 στροφών ρεμπέτικα και δημοτικά – πρώτες εκτελέσεις.
Ξαφνικά μου ήρθε η φράση: γαλάζιες καναβουριές
ξαφνικά μου ήρθε
ξαφνικά
η βροχή δεν σταματά
βρισκόμαστε στο Μεσολόγγι
έχω γνωρίσει εφτακόσιες ποιήσεις που σάπισαν μέσα σε μια βροχή που δε σταματά
εγώ ξέρω το κόλπο.
Όταν ήμουν μικρός κάποιος μεγάλος φίλος μου που αργότερα τον έσφαξαν εκ λάθους μου είπε:
Θωμά
το πέος και το δέος ποτέ δεν πουλιούνται μαζί… Γκέκε;

Γαλάζιες καναβουριές λοιπόν
γαλάζια πέλαγα γαλάζια μάτια λεφτά γαλάζια…
Η ευκολία της ποιήσεως έγινε ανταγωνιστική της δυσκολίας της πέψεως πάσης σαβούρας πάσης καλής κουβέντας πάσης μίξεως μοναξιάς και πάσης μαλακίας
το γαλάζιο εκ πρώτης όψεως είναι ελαφρύ
χρώμα
στο βάθος πλαστογραφεί το γκρι
το γκρι ανεπιτυχής απομίμησις του μαύρου
το μαύρο είναι τα καμένα σπλάχνα του άσπρου
το άσπρο είναι μια μικρή Μάγδα με ερωτηματικά
η Μάγδα είναι κέρατο βερνικωμένο καλαβρυτινό
τα πάντα βερνικωμένα είναι όμως τα κέρατα είναι λίγα
λίγα…

Είσαι κακός! Αρνείσαι τα πάντα. Δεν αφήνεις τίποτε απείραχτο!
Είσαι κομπλεξικός! Πες μου κάτι που είναι καλό! Πες μας έναν που τον παραδέχεσαι!
Τσιτσάνης Καλδάρας Καλδάρας Τσιτσάνης
όταν συμβεί το σοβαρόν
όταν συμβεί στα πέριξ καρδιές να κλαίνε
φωτιές να καίνε
Εσύ
σκοπίμως μένεις μόνη
Εσύ.

Το μαγαζί είχε ατμόσφαιρα πουτανέ
τ’ αρώματα των κοριτσιών έδιναν κ’ έπαιρναν
η ιδέα του χασισιού περιεπλανάτο στον αέρα
το χασίσι περιεπλανάτο από χέρι σε χέρι
στρατηγοί σωφέρ φαντάροι συγγραφείς ηθοποιοί επαγγελματίες φοιτητές υπάλληλοι του ΙΚΑ παίκτες του ΠΡΟΠΟ του ποδοσφαίρου του γάμου και των ιδεών
σαν ένας
έτρωγαν κ’ έπιναν φρούτα φιστίκια φώτα και χαλβά
Με με
τη μου…

Είσαι μέσα σ’ ένα κλουβί.
Είμαι μέσα σ’ ένα πετσί
αλλά καμιά φορά
βγαίνω κ’ έξω
βρε αδερφέ!

Σας φέρνω χαιρετισμούς από το Νικόλαο Σοφιανό τον Πάτερ Κοσμά τον Αλή Πασά το Ρήγα τον Χριστόφορο Περραιβό τον Γιώργη Καραϊσκάκη τον Στρατηγό Μακρυγιάννη τους Υψηλάντηδες…
Είναι καλά και ρωτάν πως τα περνάτε μαθαίνουν νέα σας από την τηλεόραση αλλά δεν τους φτάνει
γράψτε και κανένα γραμματάκι ρε παιδιά…
Να ‘ρθουν κι αυτοί!!!
Από κει πάνω; Από κει πέρα; Με τέτοιο καιρό;
Μεταξύ μας: Σας έχουν χεσμένους…

Ο Τσιτσάνης; Δε λέω πως δεν είναι καλός… στο είδος του βέβαια… αν σκεφτεί μάλιστα κανείς πως δεν ξέρει γράμματα… κι ούτε απ’ έξω πέρασε από ωδείο… και χασίκλα! Χριστέ μου, χασίκλα! Μου έλεγε η Μαίρη ότι όταν πριν δέκα χρόνια είχε πάει με τον μπαμπά της και τη μαμά της στο μαγαζί που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης…

τ ς
ρ η
α ν
γ ά
ο σ
υ τ
δ ι
ο σ
ύ τ
σ
ε
ο

(η Νταίζη Πασχάκη αφού τελειοποιήθηκε εις το Εθνικόν Ωδείον εγνώρισε σε ένα πάρτυ τον Μιχαήλ Ψαρέλη τον αγάπησε την αγάπησε του έκανε ένα χρόνο την παρθένα της έκανε ένα χρόνο το καλό παιδί που αγωνίζεται να αποκατασταθεί επαγγελματικώς αρραβωνιαστήκαν κράτησαν τους πιο καλούς απ’ τους παλιούς τους φίλους παντρεύτηκαν δεν έκαναν αμέσως παιδί για να χαρούν λιγάκι τη ζωή τους τη χάρηκαν αυτή με τον γαλακτοπώλη της γειτονιάς «ανόητος αλλά έχει σεξ» αυτός στα μπορντέλα των παρόδων της Αχαρνών γκαστρώθηκε η Νταίζη άγνωστον πως ακατανόητον γιατί χώρισαν πριν γεννηθεί το παιδί αυτός παρέμεινε στη δουλειά του αυτή έγινε (καμάρωνε) κατήντησε (έλεγε αυτός που ζήλευε) τραγουδίστρια σε μπουάτ στα 32 της (φλεβίτις κλπ) και έπιασε χάρις εις το πλούσιον ρεπερτόριο της – είχε και ρεμπέτικο…)

ο Τσιτσάνης τραγουδούσε ακόμα

(κάποτε μια κυρία με λεφτά συνέστησε στην Νταίζη να δει τον Τσιτσάνη μπορούσε να του τηλεφωνήσει είναι θαυμάστρια του 20 χρόνια έγινε το ραντεβού στην κουζίνα του μαγαζιού όπου τραγουδούσε ο Βασίλης της μέτρησε τη φωνή μέσα σ’ ένα ντορεμιφασόλ… δεν κάνεις παιδί μου της είπε είναι δύσκολο το επάγγελμα βρες κανέναν νοικοκύρη να φτιάσεις τη ζωή σου δε βλέπεις τα δικά μας χάλια…

Η Νταίζη λίγους μήνες μετά άρχισε να παραδίδει μαθήματα μουσικής σε παιδιά έβγαζε καλό μεροκάματο πήρε και το παιδάκι της μαζί της…
Απ’ τον πρώτο σοβαρό γκόμενο που έπιασε ζήτησε να την πάει εκεί που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης… έχουμε γνωριστεί…)
Ο Τσιτσάνης τραγουδούσε ακόμα
εγώ τραγουδάω ακόμα
δύσκολο πράγμα το τραγούδι

πολλοί τραγουδάνε
λίγοι έχουνε φωνή…

Άννα Γρίβα, Στον καθρέφτη

IMG_7538

Βαθιά κοιτάζω
το σημείο μου
μια τρύπα άδεια
πέφτω μέσα
χαράζω λίγο
τα τοιχώματα
βρίσκω τη λάσπη
τη μαζεύω
ένας σωρός
μπροστά μου πάντα
πατώ
βουλιάζω
ο όγκος δε μετρά
τι έντομο
τι βούβαλος
στο βούρκο.

‘*Από τη συλλογη “Οι μέρες που ήμασταν άγριοι’, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.

Νίκη Χαλκιαδάκη, Αυτοβιογραφία

Την ώρα που ένας πληρωμένος δολοφόνος
μου ξεριζώνει την καρδιά
οι βελανιδιές αιμορραγούν
οι σκίουροι γεννούν μελάτα αυγά
τα τρώνε με τρυφερότητα
τα παραμύθια κλείνονται στο ψυχιατρείο
Ξυπνώ σαν ελάφι
Σαν ελάφι σταρ
Πρωταγωνιστώ σε αμερικάνικα κινούμενα σχέδια
Δώδεκα
Ώρα να γίνω πάλι κολοκύθα
ΕΓΩ πρόδωσα τη Χιονάτη
ΕΓΩ τη σταχτοπούτα
την Bambi
EΓΩ
Δεν κράτησα ποτέ το στόμα μου κλειστό

*Από τη συλλογή «Ανάσκελη με πυρετό», Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2012.

Ευτυχία Παναγιώτου, Οι υφάντρες

5677689979654354476898iljtr454578908765435787

Παγιδεύτηκαν σ’ ένα κακόφημο ποίημα.
Τα μαλλιά τους αλωνίζουν κυνηγοί κεφαλών.
Και στο στόμα λεπίδι, η ποινή στον αγρότη,
πνιγαλίων κι ο φόβος, χρηματίζει σαν φίλος.
Την ηχώ τους φιμώνει ο Φωνομέτρης χαφιές.
Ήχοι είναι, θα πούνε• δεν ακούγονται όλοι.
Τα παράθυρα κλείνουν και οι πόρτες κλειδώνουν
και ο τάφος πλευρίζει τον τυχαίο διαβάτη.
Μόνο η τραγωδός η σοπράνο
τον κουρέα αγγέλλει εφιάλτη.
Το χέρι υφάντρας θα υψώνει,
που το νέο της σώμα διασχίζει
ο ροζ σατράπης σταυρός.
Στου Μεχίκο τ’ αφιόνι, ερημιά και αλάνες.
Είναι βρόχι ο σπόρος, το λαρύγγι τους σφίγγει.
Λαναρίζονται νύφες και στο μάτι μπαμπάκι.
Στη φωνή σου η άμετρη θλίψη. Κι ο Μπαχ.

*Από τη συλλογή «Χορευτές», Εκδόσεις “Κέδρος”, 2014.

Βέλη σε δέκα χιλιάδες τόξα τεντωμένα (μικρή ανθολογία κινεζικής ποίησης)

chinese

Η Κίνα αποτέλεσε μια από τις αρχαιότερες αυτοκρατορίες με ιστορία πολυκύμαντη χιλιάδων ετών. Ο κινέζικος πολιτισμός θεωρείται από τους αρχαιότερους στον κόσμο και τα επιτεύγματα του, ανάμεσα τους και τα ποιήματα, εξακολουθούν να συγκλονίζουν και να γοητεύουν. Ο αρχιστράτηγος Τσάο- Τσάο (155-220 μ. Χ.) που έζησε στα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας των Χαν έγραψε εικοσιτέσσερα ποιήματα – σ’ ένα απ’ αυτά, το “Τσουχτερό κρύο”, θυμάται προφανώς κάποια απ’ τις εκστρατείες του:

Το βορεινό Ταϊχάνγκ βουνό ανεβαίνουμε
κι είναι απόκρημνο και τι ψηλό!
Τραχύλαιμη και φιδωτή βουνοπλαγιά,
πριονίζει του αμαξιού τις ρόδες.
Τι θλιβερά, γυμνόφυλλα τα δέντρα.
Και ο βοριάς κλαψιάρικα σφυρίζει.
Μπρος μας κουμιάζουν οι αρκούδες,
πλευρίζουνε το μονοπάτι ουρλιάζοντας οι τίγρεις.
Αριοί αυτοί που κατοικούνε στις κλεισούρες.
Πέφτει πυκνό εκεί πυκνό το χιόνι …
Πώς θα ‘θελα ανατολικά να πορευόμουν!
Μα τα νερά είν’ άβυθα κι οι γέφυρες κομμένες…
Η νύχτα πέφτει μα κανένα αραξοβόλι …
Οι άνθρωποι, τ’ άλογα πεινάν το ίδιο,
με τα σακιά στον ώμο οι άντρες ξεκινάνε,
στο δάσος κούτσουρα να κόψουν
και πελεκάν τον πάγο για να βράσουν το χυλό μας.
Των Ανατολικών Βουνών λυπητερό τραγούδι
η θλίψη σου βαριά για πάντα στην ψυχή μου.

Όπως ήταν φυσικό, η ιστορία αυτής της απέραντης χώρας που γνώρισε την ακμή και την παρακμή στο πέρασμα των αιώνων δε γινόταν να μην εμπνεύσει τους ποιητές της. Στα τέλη του ένατου αιώνα ο Τσανγκ Πιν, ιθαγενής του Χοπέι, ο οποίος κέρδισε τέτοια φήμη ώστε να περιληφθεί στους “Δέκα σοφούς του ευωδιαστού Άλσους”, συνέθεσε τον “Θρήνο για τους τάφους δέκα χιλιάδων ανδρών”:

Τέλειωσε ο πόλεμος στα σύνορα του Χουάι, κι είναι
Ανοιχτοί οι δρόμοι του εμπορίου πάλι·
Κρώζοντας πάνε κι έρχονται στο χειμωνιάτικο ουρανό κοράκια παραστρατημένα.
Αλίμονο για τ΄ άσπρα κόκκαλα τα σωριασμένα σ’ έρμους τάφους·
όλα στρατιωτικές τιμές γυρέψαν για τον αρχηγό τους.

Η τέχνη της ποίησης παράγει σπουδαία δείγματα και κατά τη διάρκεια του δέκατου έβδομου αιώνα. Ο Χσου Λαν που διακρίνεται για το ιδιαίτερο ύφος του μας άφησε το ‘’Περνώντας τα σύνορα’’:

Φωλιάζεις πάνω στο ψηλό βουνό και κάτω προς τη
θάλασσα κοιτάζεις: η παλιά πόλη στα σύνορα·
ήσκιοι λαβάρων που ταράζονται στην αύρα
δείχνουνε το κάστρο των συνόρων.
Πίσω από τ’ άλογο μου ανθισμένες οι ροδακινιές,
μπροστά στο χιόνι·
Καθώς περνάω τα σύνορα, πώς να βαστάξω το
κεφάλι μου να μη γυρίσω πίσω;

Σημαντική είναι η συμβολή των γυναικών στην κινέζικη ποίηση, η Τσίου Τσινγκ (1874-1907) μας δίνει ένα λαμπρό δείγμα:

Μπρος στο κρασί
Χίλιες ουγγιές χρυσάφι θα ‘δινα για ένα καλό σπαθί
και θ ‘ άλλαζα τη ζιμπελίνα μου ευχαρίστως με κρασί.
Μα πιο πολύ εκτιμάω το φλογερό μου αίμα,
που σαν χυθεί θα ‘χει τη δύναμη των γαλανών κυμάτων.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της κινέζικης ποίησης είναι η προσπάθεια να παγιδευτεί με κάθε τρόπο το όραμα της στιγμής, η φευγαλέα εικόνα που σχηματίζεται ξαφνικά μπροστά στα μάτια, πολλά ποιήματα θυμίζουν πίνακες των ιμπρεσιονιστών ζωγράφων που επηρεάστηκαν βαθιά από την κινέζική και την ιαπωνική τέχνη, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κάποιου ανώνυμου ποιητή αρχαίου:

Ο πάγος στη λιμνούλα έφτασε τα τρία πόδια
και τ’ άσπρο χιόνι χίλια λι σκεπάζει…

Ένα ακόμα από τον Λιου Τσουνγκ Γιουάν (773-819):

Χίλια βουνά, κανένα πέταμα πουλιού,
δέκα χιλιάδες μονοπάτια και κανένα χνάρι ανθρώπου.
Στη βάρκα τη μοναχική ένα γέρος μ’ ένδυμα από
φοινικιά, καπέλο από μπαμπού,
ψαρεύει μόνος κάτω από το χιόνι στο ψυχρό ποτάμι.

Ένα τρίτο από τον Χουανγκ Του Σαν (18ος αι.):

Ψαρεύω στ΄ ανατολικά μιας γέφυρας του δάσους,
βαραίνει στο καπέλο μου από φοινικόφυλλα το χιόνι·
πάγωσε το ποτάμι, μόλις το νερό κυλάει,
τα ψάρια καταπίνουνε τον ίσκιο απ΄ τ΄ άνθη της δαμασκηνιάς.

Κι ένα τελευταίο από τον Λου Kουέι – Μενγκ ( 9ος αι. )

Οι αγριόχηνες
Από το Νότο ως το Βορρά πόσο μακρύ ταξίδι!
Ανάμεσα τους , βέλη σε δέκα χιλιάδες τεντωμένα τόξα.
Μες στην ομίχλη και στην πάχνη ποιος να πει,
πόσες θα φτάσουνε στο Χενγκ – Γιανγκ;

(Οι μεταφράσεις είναι της Μερόπης Οικονόμου και του Σωκράτη Λ. Σκαρτσή)

Απόστολος Σπυράκης

*Αναδημοσιευση από το Στίγμα Λόγου το http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/04/blog-post_5.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Tonia Andollina, Θυμάμαι υπήρξε μια εποχή


11885204

Θυμάμαι υπήρξε μια εποχή

για μίμους,ταχυδακτυλουργούς

και μαριονετίστες.

Τότε απεικονίζαμε το αόρατο.

Τότε καμπυλώναμε την πραγματικότητα
με
μια τράπουλα.

Τότε μεταθέταμε την δυσπιστία

στις χορδές που σας κινούσαν.

Υπήρξε μια εποχή.

Για να ξαναφανταστείτε 
την αλήθεια.

Να πλουτίσετε τις φαντασιώσεις σας.

Να ονειρευτείτε νέα πρότυπα.

Υπήρξε μια εποχή.

Μια φορά κι έναν καιρό.