Αλέξης Αντωνόπουλος, Οδηγίες για Κτήνη

8719003_orig

Μέθυσε, κλάψε στο τρένο,
ρίξε τα κόκκαλα σου σε τοίχους.
Μόνο μην πεθάνεις με τεντωμένα δάχτυλα.

Ούρλιαξε, χτύπα τα μαξιλάρια,
αγκάλιασε τα μαξιλάρια για να σε βρει ο ύπνος.
Μόνο μην πεθάνεις με τεντωμένα δάχτυλα.

Μίσησε τον Θεό, προστάτευσε τον Θεό·
και τα δύο ταυτόχρονα αν θες.
Μόνο μην πεθάνεις με τεντωμένα δάχτυλα.

Μην πεθάνεις με τεντωμένα δάχτυλα.
Μην πεθάνεις προσπαθώντας να φτάσεις ένα χέρι
που κάποτε ήταν εκεί.

*Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το https://s-media-cache-ak0.pinimg.com/736x/0f/4d/d3/0f4dd355488cae0994ce5ac6efec9b44.jpg
**Το ποίημα και η εικόνα αναδημοσιεύονται από την ιστοσελίδα του ποιητή στο http://www.alexantonopoulos.com/omicrondeltaetagammaiotaepsilonsigma-gammaiotaalpha-kappatauetanueta.html

PiO’s portrait of Fitzroy and its people in poetry

Greek-Australian poet PiO has written a 700-page poetic biography of Fitzroy and himself. Photo: Meredith O'Shea

Greek-Australian poet PiO has written a 700-page poetic biography of Fitzroy and himself. Photo: Meredith O’Shea

REVIEW BY GIG RYAN
February 19, 2016

Fitzroy: The Biography by PiO.
COLLECTED EFFORT PRESS, $55

PiO’s epic-sized Fitzroy, his 11th book of poetry, yields a history of the suburb through portraits, dramatic monologues and pithy tales. 

Fitzroy stretches from Robert Hoddle’s road-plan grid over the Wurundjeri people’s habitation to a boisterous crowded suburb of struggling labourers, shopkeepers, and dodgy characters such as Squizzy Taylor: “Squizzy’s first recorded conviction, was when he was 14/  – Back orf!, he said, and pulled out a gun / Stupid!/ The Boot Trade wasn’t going to be one of his options./ During an arrest, he fought so hard he had to be handcuffed./ From soup to nuts, he was the whole shooting-match. / He was King of the Push, all right … /People who come from nothing, are nothin’.” (Fitzroy Vendetta 1918)
Among this vast assembly, PiO mingles his own biography, and his parents’ lives as new migrants in the 1950s. Facts, wise proverbs, advice, chequer each page of this vivid chronicle: “A poor man’s capital, is his labour”, “A whistle, tears the air apart / with applause”, “Pride, is a mask, patched up by bandages”, “The place of slang, is in real life”. These bombarding statements juxtaposed through each narrative often provide humour as well as widening perspective. 

Characters are often defined by their deaths, such as the champion footballer lost to war: “he done what he was told./ There’s no record of a card game in Chaucer, or of/ a pool hall in Beowulf …/ only a whiff, he said (of the Kaiser’s/ gas) nothing to worry about. They fixed him up, and/ sent him back. He got killed, in Belgium. His remains have/ never been recovered; he done what he was told./ Fitzroy’s a working-class suburb, and/ a gum tree is, no shade; Lest We Forget on/ St George’s Rd, an exploding football/ in the clouds. (“Jack” Cooper 1889-1917)

Fitzroy: The Biography by PiO. Photo: Supplied

Fitzroy: The Biography by PiO. Photo: Supplied

An Ancient Greek view that the past is in front of us, because we see it, whereas the future is behind, recurs throughout, and thus many of the often violent deaths are emblematic of the life: “He said ‘I’ll shoot you’. She said ‘You couldn’t/ shoot a maggot’, and as she opened up her mouth (for him to  shoot ), said ‘Shoot –that!”… He told the Cops, he/ didn’t think, it was loaded.” 
PiO celebrates the suburb’s now extinguished areas such as “the Narrows” of his childhood: “Kids from the Narrows, know how to fight … Gratitude doesn’t always translate, into a jar of sweets.” By the time of the counter-cultural 1970s, the local poet is offended at not being invited to read at the T.F. Much Ballroom, once Cathedral Hall, that had previously hosted Italian films and dances. Fitzroy’s rapid gentrification soon prices him out of his territory.

“The solution to the Housing problem, came to Fitzroy, from/ 10,427 miles away; in the shape of an Architect and/ Town planner – Le Corbusier: ‘The site must be made to/ suit the plan’. Or there can be no ‘order’ (which Modern-life/ demands … i.e. throw out all that is outdated onto the scrapheap,/ and make way for Progress. A public nuisance is ‘an offense/ against the publick’. The past must tumble, into the rubble/ i.e. a Modernist tenet. Le Corbusier said, we are to be/ ‘pitied’ for our worthless houses …/ Modernism destroyed my whole life. (Le Corbusier 1887-1965)

Since his first book, Fitzroy Brothel: Poems (1974), PiO has been an experimental yet accessible poet, influenced by the clamorous optimism of the Russian Futurists Mayakovsky and Khlebnikov, and their inheritors, Turkish poet Nazim Hikmet and Greek poet Yiannis Ritsos, as well as the Beat generation poets and the “performance” poetry initiatives of the 1970s. 

His 24 Hours (1996) superbly captured the dialects and slang of migrants and other locals, showing that sound is of similar importance to meaning, indicated by unexpected commas that pause for emphasis; his work has ranged from visual “concrete” poems to poems written entirely in numbers, with which he feels an affinity, evinced by use of his poetic initials. 

Resistant to what he sees as academic or depoliticised schools of poetry, he instead insists on a transformative poetry “of the people”, apparent in the many magazines he has edited: Fitzrot in the 1970s, then later 925, which featured poems about paid work, and more recently Unusual Work. Though oddly perhaps, much of his sound and visual poetry remains obscure to many. 
Fitzroy ignites fact with fiction, hearsay with aphorism: “Some men, are/ so stupid, they’d shut the door on a sunset”, “The Law is far – the fist, is near”. This is a magnificent monument relentlessly stacked with idiosyncratic yet faithful incident, honouring the many brief flickering lives that have composed Fitzroy.

*From The Age at http://www.smh.com.au/entertainment/books/pios-portrait-of-fitzroy-and-its-people-in-poetry-20160216-gmud8w.html#ixzz45zi5kxjW

Σπύρος Μαρούλης, Είμαι ο ήρωας αυτής της ιστορίας

Μετά την απομάκρυνση

Είμαι ο ήρωας αυτής της ιστορίας.

Δεν έχω ανάγκη να σωθώ
Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για αυτήν είναι γραμμένα εδώ,

στην πλάτη της, στις αρθρώσεις της, στην εμφάνισή της. 

τις παρενθέσεις της.

Μεταξύ των γραμμών.

Στα διάκενα.

Είναι όλα εδώ.

Είναι μια μικρή, πάρα πολύ ζωντανή και απείθαρχη,

που μετά το αποκορύφωμα πλένεται, χτενίζεται, 

αρωματίζεται με eau de Cologne, που είναι τοποθετημένη
στο ψηλότερο ράφι.

Έφηβη, που έπεσε, έσπασε

και δεν ήξερε

πώς να συγκεντρώσει εκ νέου τα κομμάτια της.

Κάποιοι άπλωσαν το χέρι τους πάνω της
Αυτή άνοιξε, 

αιμορράγησε με λέξεις πάνω στο χαρτί…

Τώρα ξανακλείνει.

Κοίταξε στον καθρέφτη και ήταν άλλη…

μιλούσε τη γλώσσα της, 

σκεφτόταν με το κεφάλι της, ζούσε τη ζωή της. 

Μόνο το δέρμα της την έχει προδώσει.

Βλέπεις;

Και κάθε γράμμα, κάθε λέξη κρύβει μια αιμορραγία.

Ένα φίδι που δεν μπορεί να αποβάλλει το κοστούμι του,

για να ολοκληρωθεί. 

Η μητέρα της λέει πως έχασε το Θεό, κι έχει το διάβολο
αντ’ Αυτού.

Αλλά δεν είναι ο διάβολος.

Είναι εγώ,

εγώ, 

Που δεν μπορώ να πάω έξω,

γιατί κανείς δεν με βλέπει.

Είμαι ένα τσούρμο συσσωρευμένες κακίες και αρετές,

ένα σύννεφο, ένα φεγγάρι που το καταπίνει ένα πηγάδι

προς τον γυαλιστερό μαύρο πάτο του,

ένας αιχμάλωτος πολέμου μεταξύ των γραμμών του δέρματος.

Είμαι εξόριστη μέσα μου.

Διαβάστε με, αν δεν με πιστεύετε.

Είναι όλα γραμμένα εδώ.

Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για μένα είναι γραμμένα εδώ,

στην πλάτη μου.

Στους κόμπους μου.

Στις παρενθέσεις μου.

Ανάμεσα στις γραμμές μου.

Εδώ υπάρχουν τα πάντα.

Jehan Mayoux, Ερώτηση και απάντηση

jehanmayoux01

Όταν είμαι στην πόρτα της φυλακής
παραβαίνω με δυναμίτη

Όταν είμαι κουνέλι
γράφω με μελάνι καλαμαριού

Όταν είμαι αμόνι
πλένω τα ρούχα μου στο ποτάμι

Ή αυτή η σειρά εικόνων που απεικονίζουν την αγαπημένη:
πιο πνευματιστική από την παλίρροια
πιο σοφή από μια βιαστική αυτοκτονία
πιο γυμνή από τον αφρό
πιο διακριτική από το φλοιό της βροντής
πιο ήσυχη από το Παρίσι
πιο γκέι από έναν κόκκο αλατιού
πιο ελαφρύ από ένα μαχαίρι.

*Η πρωτότυπη γαλλική και η αγγλική εκδοχή του ποιήματος εμφανίστηκαν εδώ: http://teifidancer-teifidancer.blogspot.com/2013_11_01_archive.html Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Ο Jehan Mayoux ήταν Γάλλος υπερρεαλιστής ποιητής, δάσκαλος, ειρηνιστής, αντιμιλιταριστής και ελευθεριακός. Γεννήθηκε το 1904. Γιος αναρχικών, συμμετείχε αρχικά στους σουρεαλιστές στο τέλος της δεκαετίας του 1920, και ήρθε σε επαφή με τον Andre Breton και τον Paul Eluard το 1933, στέλνοντάς τους ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι, που δημοσιεύθηκε στο Le Surrealisme au Service de la Revolution (Σουρεαλισμός στην υπηρεσία της επανάστασης). Έγινε δάσκαλος και αργότερα επιθεωρητής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Συνδικαλιστής, ο ίδιος ασχολήθηκε με τις δραστηριότητες του Λαϊκού Μετώπου, και ήταν γραμματέας της Επιτροπής του Λαϊκού Μετώπου το 1935. Όταν με την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κλήθηκε στο στρατό, συνελήφθη ως αρνούμενος να υπηρετησει. Κατά κάποιο τρόπο κατάφερε να αποδράσει, αλλά συνελήφθη και πάλι από τους Γερμανούς και στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ουκρανία όπου παρέμεινε 5 χρόνια. Μετά την απελευθέρωσή του το 1945, επέστρεψε στη διδασκαλία, ενώ συνέχισε την ελευθεριακή δράση, και ασχολήθηκε με το περιοδικό Le Libertaire. Μετά την υπογραφή του Μανιφέστου των 121, με το οποίο καλείτο η γαλλική κυβέρνηση να αναγνωρίσει τον πόλεμο της Αλγερίας ως νόμιμο αγώνα για την ανεξαρτησία, την καταγγελία της χρήσης βασανιστηρίων από τον γαλλικό στρατό και την ενεργό συμπαράσταση στους αντιρρησίες συνείδησης , πάφθηκε από τη θέση του επιθεωρητή εκπαίδευσης από το 1960 μέχρι το 1965. Τελικά αποσύρθηκε το 1967. Συμμετείχε στο κίνημα του Μάη του 1968 αλλά απογοητεύτηκε από τη στάση των συνδικάτων. Επρόκειτο να γίνει φίλος με τον υπερρεαλιστή ποιητή Benjamin Peret. Πέθανε το 1975, αφήνοντας πίσω του πολλά όμορφα ποιητικά έργα.

Λίνα Φι, ερωτευμένα φύλα

Ioannou, Στην άκρη του κόσμου

Ioannou, Στην άκρη του κόσμου

τα κορίτσια τους χλωμά
γιατί είναι τόσο;
τα κορίτσια τους όμορφα
ξέρω γιατί.
οι αγωνιστές
κάναν τα πάντα για να ικανοποιήσουν
όχι αυτές
μα την Ιδέα.
και πράγματι υπήρξαν πολύ καλοί εραστές.
μα Αυτή
σε κάθε χτύπημά τους
φτάνει όλο και πιο κοντά
αλλά ποτέ της δεν τελειώνει.
τα κορίτσια τους με υπόκωφη ομορφιά
απαλλοτριωμένη
χλωμές αλλά όμορφες
αφού η φωτιά πέρασε πια στα κύτταρά τους
ποτέ δε ζήλεψαν την Άλλη.
πάντα σεβόντουσαν τον πρώτο έρωτά τους
γιατί την ίδια Ιδέα ερωτεύτηκαν και αυτές.
κι αν κάποιοι τις υποτίμησαν
αυτές εκεί
ποτέ δεν άφησαν ανδροκρατούμενη την αίθουσα
και μάθανε καλά να δένουν το μπουκάλι.
κι έτσι για άλλη μια φορά
δίνουν το σήμα με την ανέκφραστη ματιά
να γίνουνε
μαζί με αυτούς
κύμα μαύρο
άφυλο
μόνο σε δύναμη
μετριέται αυτό το κύμα.
γιατί μονάχα έτσι
μπορεί αυτή η ιδέα
να οργιάσει.
και το πάθος;
ποτέ κανείς μας δεν κατάλαβε
αν είναι από έρωτα ανθρώπινο
ή έρωτα
γι’ Αυτήν.

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”.

Γεωργία Τρούλη, Από λαιμό σε λαιμό

Ενδιάμεσο δέρμα

Μια υποτιτλισμένη συνήθεια
Κάθε που βγαίνεις έξω
Τα αγριόχορτα της εγκατάλειψης
Όλο να φτιάχνουν αυλή
Ολο να περισσεύει πεζούλι
Κληματαριά με αφυδατωμένους καρπούς
Τα μαλλιά πλεγμένα πλεξούδες από καιρό
Να τυλίγουν από λαιμό σε λαιμό
Την φωνή να την πνίγουν
Είναι νύχτα με σκιές και σου λέω
‘φέρε πίσω τα τρία τέταρτα του προσώπου μου’
λείπει το φως και δεν φτάνει
η πορτοκαλόσωμη χάρη από φεγγάρι
που παριστάνει σε ουρανό σκουλαρίκι
και το αυτί μιας γης που δεν ακούει τη μέρα
να έρχεται κομμένο από τη φαβορίτα και πέρα
και σταλμένο σε γράμμα δώρο
σε αυτόν που δεν μπορεί να ακούσει μουσική
μόνο να νιώσει το νήμα της νύχτας μέσα
στα δόντια μου τώρα που σφίγγουν
πάνω στα σημάδια τις λέξεις

εκεί που έβλεπα τετράγωνα παραλληλόγραμμα
και τη μικρή εκκλησία- όλο το πράσινο
να αυθαδιάζει από ομορφιά και κοινότοπο
και συ να σχεδιάζεις την πρώτη παράσταση
του προσώπου μου
στα 2/4 ή
στο 1/3 ή
στο προφίλ γεμάτο ανφάνς μυρωδιές
να σου γνέφω στοργικά το πινέλο
σε παράλληλη ακοή
και ταύτιση με την εικόνα της ουσίας μας
εκεί σε είδα μονόφθαλμο από νύχτα
να προσπαθώ να δω το περίγραμμα
μιας σκέψης σε αιγυπτιακό βλέμμα
το μέτωπο τεράστιο και ταξιδεμένο
σε μοτοσυκλέτα εξηνταδύο καλοκαιριών
εκεί στους-
στην υποσημείωση των ερώτων σου
να με ξεχωρίζει το μενταγιόν από το λαιμό
και από τα γύρω σου να αφήνουν σημάδι
να μην θέλω να ακούσω την κραυγή της πιο
τέλειας σχεδιασμένης μοναξιάς
που είναι μονόπρακτο με ελάχιστες παραλλαγές
και με θηλυκό παραλήπτη
εκεί άκουσα να σέρνεται το χαμόγελο της λιβελούλας
πάνω σε βάθρα νερού
και εσύ να είσαι σχεδόν αγαλμάτινος και ένα με το τοπίο
θεός του νερού και του φθινοπώρου

Αφιέρωσα τα κύτταρα της κοιλιάς μου σε μια διάθεση
Να σε αγαπήσω από μέσα προς παντού
Να ξεχάσω την φωτογραφία που σε λήψεις
Το ψέμμα φανερώνει πολύ
Και σου είπα ένα πρωί επομένης
‘Θες να νιώσεις τα μαλλιά μου να σε ακουμπάνε;’
Όμως η απάντηση σφηνώθηκε στα χείλη σαν κουκούτσι
Που σκέφτεται είτε να βγει είτε να εξαφανιστεί
Στο στομάχι και πέρα..
Σου έπιασα τις σκληρές τριχωτές συνήθειες σκέψης
Και έκανα ελαφρές ελαφρύνσεις από το βάρος
Της μία κουβέντας

Τώρα –ενώ δεν ξύπνησα ερωτευμένα αργά-
Σε θυμάμαι να οδηγεις στον εαυτό σου το φως
Που σε κυνηγάει και κυνηγάς
Ενώ στέκεις σκουρόχρωμος κάπου στην μέση
Φορώντας το βάθος από ουρανό σε ουρανό
Σου διαβάζω το κατακάθι της μοίρας στο κάτω κάτω
Του καφέ μου –Δεν πιστεύεις σε θνησιγενείς προφητείες
Ούτε κι εγώ, να ξέρεις, αλήθεια
Όμως όσο μιλάω τυλίγεται πιο δυνατά η πλεξούδα της λέξης
Γύρω από το λαιμό
Όλο και πιο ανυπόφορα βγάζω το χρώμα σε αυτά
Που λέγονται στα τοιχώματα και έξω στον αέρα

Πόσο μου έλειψε η κίνηση της ενθρόνισης
Πάνω στη διαφάνεια του αλμυρού νερού
Και εκείνο το βλέμμα όλο παιδικότητα
Τώρα που σου λέω ¨Ελα
Δυο φορές ¨Ελα
Μια συνήθεια δεν αργεί ποτέ να μάθει
Να συνηθίζει
Όμως μια απώλεια
Δεν συνηθίζει ποτέ την απώλεια
Τη στιγμή που συμβαίνει
Ούτε και
Την επόμενη
Την επομένη
Την άλλη
Την πάντα

Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, από το “Σύννεφο με παντελόνια”

12963615_10208570134626539_2574673451151512844_n

καθώς θ’ ανασκαλεύετε τα πετρωμένα πια,

σημερινά κουράδια,
τα σκοτάδια των δικών μας ημερών αναξετάζοντας, ίσως
σας έρθει και για μένα να ρωτήσετε. Και ίσως
ο σοφός της εποχής, της φιλομάθειάς σας αντικρούοντας το χείμαρρο,
με την πολλή του γνώση, σας πει πως ναι, υπήρξε κι ένας τέτοιος βάρδος του
βραστού νερού και τ’αβραστου εχθρός αμείλικτος.
Προφέσσορα, βγάλε το ποδηλατάκι των γυαλιών σου! Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω για
τον καιρό μου και για μένα.
Είμαι λοιπόν ένας βοθροκαθαριστής και νερουλάς, εκεί
η επανάσταση με έταξε και η συνείδησή μου
στο μέτωπο επήγα να καταταχτώ – την υψηλή αφήνοντας ανθοκομία
της ποίησης,
κυράς στριμμένης,
άλλο δεν ξέρει παρά τον κήπο της να χαίρεται, και την κορούλα της και τη
βιλίτσα και τη λιμνίτσα
και τις πρασιές: “Μόνη μου τα φύτεψα, μόνη τα ποτίζω” […]
——————————–
Και μένα θα μου άρεσε – θά’ βγαινε και το παραδάκι – ρομάντζες να καθόμουν
να γράφω
για την αφεντιά σας.
Όμως εγώ κάθε φορά τον εαυτό μου τον εδάμαζα, των τραγουδιών μου
σφίγγοντας το λαρύγγι.
Εμέ, τον αγκιτάτορα και αρχηγό των φωνακλάδων ακούστε με απόγονοι
σύντροφοι.
Τα ρέματα των στίχων μου βουβά κρατώντας
όλες θα δρασκελήσω τις λυρικές πλακέτες
σαν ζωντανός μιλώντας με τους ζωντανούς
Στο κομμουνιστικό μας αύριο θα’ρθώ το μακρινό
μα όχι σαν κανένας μενεστρέλος α λα Εσένιν,
Θα φτάσει ο στίχος μου σκίζοντας στα δυο τα καταράχια των αιώνων
πάνω από τα κεφάλια ποιητών και κυβερνήσεων.
Θα φτάσει ο στίχος μου – μα όχι σαϊτούλα
σε κυνήγια μ’ερωτιδείς και άρπες
ούτε σαν φαγωμένο τάλιρο στα χέρια του σαράφη
κι ούτε ακόμα σαν το φως των πεθαμένων αστεριών.
Θα φτάσει ο στίχος μου με τον ιδρώτα του προσώπου του,
των χρόνων αναμερίζοντας τους σωρούς
και θα προβάλει ολόσωμος, τραχύς και ολοφάνερος
όπως έφτασαν ως τις μέρες μας της Ρώμης τα υδραγωγεία, δουλειές
των δούλων.
————————————-
Τη σκέψη σας που νείρεται

πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας

σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές

σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω

επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου

φαρμακερός κι αγροίκος πάντα

ως να χορτάσω χλευασμό.

(…)

Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι

πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου

Τι να γίνει;
Και σ’ ένα σπίτι καμένο

ζούνε καμιά φορά άστεγοι αλήτες.

(…)

Δοξάστε με
Δεν είμαι τέρι εγώ των ισχυρών

Εγώ επάνω σ’ όλα που έχουν γίνει

βάζω “μηδέν”

(…)

Και πίσω από τους ποιητές

τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:

Φοιτητές,

πόρνες,
εργολάβοι.

(…)


Νίκος Καρούζος, Ὅλα κοστίζουν ἕνα παίξιμο

10338267_10202511995102801_1731870229748130600_n

Ὅλα κοστίζουν ἕνα παίξιμο.

Πάρε μαζί σου τὸν ἔρωτα κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὄνειρα

ἔλα στὴν κάτω γειτονιὰ καὶ πές: Κορόνα γράμματα

ἐκεῖ ποὺ χάνεται ἡ ψυχὴ νὰ βυθιστεῖς.

Θέλω ν᾿ ἀκούσεις τὸ μεγάλο μυστικὸ

γιὰ πάντα πέφτει ὁ καρπὸς ἀπ᾿ τὸ δέντρο.

Ἐντούτοις ἐκεῖ ποὺ χάνεται ὁ δρόμος

νὰ τραβήξεις.

Ὅ,τι νὰ σὲ καλέσει

δὲν εἶναι γιὰ ἐπιστροφὴ

τὰ δάκρυα κι ὁ πόνος κοφτερὸς

εἶναι μέσ᾿ στὸ παιχνίδι.

Ὅποιες φωνὲς ἀκούσεις μὴ σὲ παρασύρουν

σφάξε τὴ μιὰ ὀμορφιὰ νὰ πιεῖ τὸ αἷμα ἡ ἄλλη.

Κορόνα γράμματα νὰ παίξεις

τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια

μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο.

Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα

Felix Nussbaum, Hall of Classical Antiques, 1930

Felix Nussbaum, Hall of Classical Antiques, 1930

ΦΥΛΛΑ

Πόσα μηνύματα λάβατε πόσα στείλατε;
Περπατούνε τα φύλλα με φως και σκιά τάματα του αέρα

μάταια και προδομένα. Δεν τα σώζουν όλες οι αγαθοεργίες

του κόσμου ας πούμε ένα ποτήρι κρύο νερό ένας χορός

ένας γάμος μια συνέλευση αυστηρή στα περίεργα χρόνια

χτες — οι κρεμασμένοι αιωρούνται συχνά αλλά αυτούς
λησμόνησε τους, θάψτε τους επιτέλους. Τί λέγαμε λοιπόν

για τʼ άνθη τους καρπούς τα φύλλα στα κατάρτια των δέντρων

μια ψυχούλα σβήνει ένα φύσημα λαμπερό και πάνε και πάνε

ταξίδια χωρίς προορισμό ας όψεται ο Βοριάς και ο χτικιάρης

Νότος πού κιτρινίζει την προδοσία (πρώιμη και φαρμακερή).
Φύλλα πλημμύρες, στρουθία στάλες στον ουρανό, ελάχιστες σάρκες

πετούν χάνοντας το βάρος της ομορφιάς της μοναξιάς ποιος

ξέρει; Στο μονάκριβο πόδι η χαρά τους όσο διαρκεί αεροδρομούν

επί των επάλξεων και σιωπηλά αιωνίως στα στρωσίδια

των τάφων. Θρύμματα μόσκου καθώς αντιστέκεται ή σκόνη. Όμως
φύλλα• χιλιάδες μπαϊράκια τα κρασάτα οι ώχρες τα πορτοκαλιά

να τα μνημονεύσουμε. Ακόμα και τʼ αειθαλή πού ψεύδονται συνεχώς.

Άνεμοι φθινοπωρινοί αγιάζι του πάγου τα μοιρολόγια τους

μα θα ξανάρθουν τα φύλλα, το λένε οι απρόβλεπτοι οιωνοί

της παμπάλαιας τάξης. προπαντός τα φύλλα της πικροδάφνης.

***

ΙΧΝΗ

Την άλλη μέρα χάνονται σιωπηλά τα σημάδια

στιγμές – στιγμές παίρνει σημασία το δρομάκι που στρίβει

αθέατο αθόρυβο χαμένο το νερό μέσα στο χώμα

σκιές πουλιών περαστικών η γλώσσα πάει αλλού το αίσθημα μένει

τέλος η βλέπουσα σιωπή τον νικητήριο επίλογο τον άδικο.
Σκόνη• χάδι του ανέμου γυρίζουν τα μυστήρια στην ερημιά

χορός φαντασμάτων στους ανώνυμους τάφους πηχτό σκοτάδι

μια ζωή ανταμώνουν οι γυναίκες στο ταχυδρομείο της ξενιτιάς

σταυροδρόμι και παντομίμα μουγγή έσχατη παρηγορία

ψυχές περνώντας το γεφύρι της νύφης χάφτουν οι δράκοι
πώς να πιστέψω τίς μεταμορφώσεις ήρθες θα φύγεις

κακήν κακώς ένοχα βράδια χαράματα αλαζονικά

και γλυκύτατα στην αντίφαση κεντημένα ποια νάναι ολάκερη η αλήθεια

τι άλλο άραγε μένει (δεν ζει κι ο παππούς να ρωτήσω

μόνον ή λέξη καρναφίλι ξεμύτιζε ευωδιάζοντας) — τίποτε άλλο.

*Από τη συλλογή “Χαιρετισμοί” (1995).

James Tate (8 Δεκέμβρη 1943 – 8 Ιούλη 2015), Η καμήλα

Έλαβα το πιο περίεργο πράγμα με την αλληλογραφία
σήμερα. Μια φωτογραφία με μένα οδηγώντας μια καμήλα
στην έρημο. Ωστόσο, δεν έχω ποτέ οδηγήσει καμήλα
κι ακόμα δεν έχω πάει ποτέ στην έρημο. Φοράω
μια jellaba* και ένα keffiyeh** και ανεμίζω μια καραμπίνα.
Εξέτασα τη φωτογραφία με έναν μεγενθυτικό
φακό και σίγουρα είμαι εγώ. Δεν μπορώ να σταματήσω
να κοιτώ τη φωτογραφία. Ούτε καν είχα ονειρευτεί
να οδηγήσω μια καμήλα στην έρημο. Η αγριάδα
στα μάτια μου δείχνει ότι μάχομαι σε κάτι σαν
ιερό πόλεμο, και δεν φοβάμαι τον θάνατο. Πρέπει
να κρύψω αυτή τη φωτογραφία απ’ τη γυναίκα μου και τα παιδιά.
Δεν πρέπει να ξέρουν ποιος πραγματικά είμαι. Πρέπει να μην ξέρω.

*Η jellaba είναι είδος μακριάς κελεμπίας που συναντάται κυρίως στο Μαρόκο, σε αρκετά είδη για άνδρες και γυναίκες.
**Το keffiyeh είναι το μαντήλι που φορούν στο κεφάλι άνδρες, αλλά και γυναίκες, σε αρκετές αραβικές χώρες.

##Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.