Matsuo Basho, Ποιήματα

haiku_01_c

Έβρεξε σήμερα. Η μαϊμού είχε ένα βλέμμα! Σαν να
’λεγε: δώστε μου κάποιος ένα πανωφόρι.
􏰀
Ο αγρότης μουρμουρίζει φυτεύοντας το ρύζι. Εδώ
ριζώνουν τα τραγούδια.
􏰀
Το άλογό μου καλπάζει στα χωράφια. Είμαι κι εγώ μεσ’
στην εικόνα! Ακούτε;
􏰀
Κάποτε, σ’ ένα ταξίδι, ξαπλωμένος κάτω από μιαν
ανθισμένη κερασιά, ένιωσα μέρος μιας θεατρικής
παράστασης.
􏰀
Ανήκω στους ανθρώπους που τρώνε πρωινό,
απολαμβάνοντας το μεγαλείο της αυγής.
􏰀
Την διακρίνω καθαρά. Μια γερόντισσα άγνωστη,
χαμένη. Μοναδικός αυτόπτης μάρτυς το φεγγάρι.
􏰀
Στο φως της μέρας, η πυγολαμπίδα είναι ένα έντομο
όπως όλα.
􏰀
Μεσ’ στο σκοτάδι, ένα ολόκληρο κοπάδι γηρατειά
κρύβονται στην αγκαλιά μου.
􏰀
Βγες έξω να δεις πώς ανθίζουν τα λουλούδια στη
φτώχεια.
􏰀
Όταν φυτεύουν ρύζι, τραγουδούν. Γι’ αυτό τα τραγούδια
του χωριού είναι πάντα καλύτερα απ’ τα τραγούδια της
πόλης.
􏰀
Αρρώστησα . Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν το ταξίδι
σ’ αυτή την ερημιά.

*Από το βιβλίο “Μόνο τα όνειρά μου συνεχίζουν”. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπλάνας.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Επείγει

“η κηδεία του αναρχικού Γκαλί”, Carlo Carra

πριν ενθρονιστεί η παρακμή
και μαυρίσουν τα σεντόνια

προτού ο ντελάλης ανακοινώσει κράτηση
στους ονειροβάτες
και ο μπαλτάς αποκεφαλίσει τα αγάλματα

προτού τα κοχύλια περπατήσουν
στις λεωφόρους
και τα παιδικά κλάματα στειρώσουν
τα χαμόγελα

προτού τα άρματα πατήσουν το πεζικό

(η φυγή από οποιαδήποτε ματαιότητα)

προτού η εντολή φιμώσει τη φυλλάδα
και η φυλλάδα βεβηλώσει τη Θέμιδα

προτού κυκλοφορήσουν τη σημαία
να τη βγάλουν από τη βιτρίνα

επείγει
πριν και αφότου
να μη γονατίσουν
και
οι ποιητές

Νέττα

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες ΧΙ

AAAA GROTHIA

Σύννεφα παντού.
Αλαφιασμένος κόσμος.
Θάρρος, αδέλφια.
       —–
Άδικος κόσμος.
Σφίγγεις γροθιές στις τσέπες.
Βγάλτες και δείχτες.
       —–
Ο καιρός περνά,
αφήνοντας πίσω του
στάσιμους πόθους.
       —–
Πυγολαμπίδες
είναι και στη θάλασσα:
Τα πυροφάνια.
       —–
Η αγκαλιά σου
της θάλασσας αγκαλιά:
Κίνδυνος ίδιος.

Σταύρος Καμπάδαης, Ποιήματα

cover11

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΠΟΥ ΖΕΙ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ
ΑΥΤΕΣ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ ΕΠΙΘΕΤΑ
ΚΑΙ ΚΥΡΙΟ ΟΝΟΜΑ ΞΕΝΙΚΟ

-Είσαι ποιητής;
Πώς είναι να είσαι ποιητής;
-Σαν να ζεις
μέσα στον εγκέφαλο σου
Μέσα στο μυαλό σου
Εκεί περνάς όλες τις ώρες σου
δωμάτιο-πολυθρόνα-βιβλιοθήκη
-Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο;
-Υπάρχει μια συλλογή
πίσω δεξιά στον εγκέφαλο
Εκεί που είναι η βιβλιοθήκη
απλά δεν θυμάμαι
σε ποιο ράφι
την έβαλα
Μόλις
την βρω
θα βγει

***

ΝΑ ΦΟΒΑΣΑΙ ΟΧΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ
ΑΛΛΑ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ ΤΟΥΣ

Είχα βασανίσει
ένα σκύλο
επειδή με είχε δαγκώσει
Αυτό με βάραινε
+
αποφάσισα
να πάω
να εξομολογηθώ
Θα πάω στη κόλαση
για αυτό πάτερ;
Ξέρεις Πάτερ
αυτό που με βαραίνει
δεν είναι η συγχώρεση
Αυτό που με στοιχειώνει
είναι μήπως
στην κόλαση
συναντήσω το σκύλο

***

Κοιμάσαι με μια αμυχή
με ένα άσχημο σκίσιμο
στο δέρμα
Ξυπνάς το πρωί
έχει θρέψει
έχει κατά πολύ γιατρευτεί
Η νύχτα θεραπεύει
Σάρκες
σώματα
σκέψεις
ιδέες
Πέφτεις με πυρετό
+
ξυπνάς απύρετος

***

Παλιά στα καράβια

κάθε που πιάναμε λιμάνι

έστελνα πορτρέτο

στην καλή μου

+

από άλλον πλανόδιο

να μην ξεχνιόμαστε

Μετά όταν μ’ έπιασαν

+

μπαινόβγαινα

η καλύτερη φωτογραφία μου

ήταν αυτή της σύλληψης

Να φαίνεται πως ήμουν στα άγρια

Να αποτυπώνεται όλη η αλήθεια

όχι κάτι άλλο από αυτό στην εικόνα

Τώρα στο τέλος

η προσωπογραφία

όταν χρειαστεί

κάπου να δοθεί

θα είναι

μια ακτινογραφία

από το κρανίο μου

*Από τη νέα συλλογή του ποιητή με τίτλο “Ε, ψιτ κύριος! ποια είναι η ιστορία σου;”, Εκδόσεις vakxikon.gr

**Ο Σταύρος Καμπάδαης ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Διαπόμπευση” (Εκδόσεις Αλφειός 2004, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Γιατί καθετί που πουλιέται δεν έχει καμία αξία” (Εκδόσεις Ash in Art 2007, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι;” (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια 2010, Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013), “Aνταπόκριση από πλανήτη ψυχή” (Εκδόσεις Vakxikon.gr 2013).

Έρμα Βασιλείου, Σκορπίζουν οι λέξεις

όσπρια
πέρασε η γάτα και αναποδογύρισε το βαθύ πιάτο
όπου τα είχα
όσπρια,
ξεράθηκαν στην όστρια κάτω από το
αντιποδικό χαμόγελο
φρέσκα είναι πράσινα είναι
τρώγονται δεν τρώγονται
είναι μέσα όλα στην απεργία των αισθήσεων
είναι μέσα όλα στη λύπη και την ανόητη παιδική ερασιτεχνία
σαν ζωγραφιά περνάει η ζωή
που στάζει αίμα από τα χείλη
σαν περίστροφο χωρίς κάννη ο ήλιος με βλέπει
σαν κεραυνός που ξέφυγε από ένα ξι
που ξεχάστηκε
και έρω και αίρω κάθε τι
και αγαπώ την αθλιότητα του ψέματος μέσα στο οποίο με έβαλες
μόνο και μόνο επειδή ήταν ψέμα σου

σκορπίζουν τις έχω στα χέρια τις φιλώ
καλωσόρισες πάλι καλή μου
αυτές οι ώρες υπακούν στα πόδια σου κυλώ
δεν είναι εχθρικές
φεύγουν πάντα με χέρια άδεια
άφησαν όσα ήθελαν
να πάρω κάποια άδεια
από τον έρωτα που μ’ έχει δέσει με σιδερένια νήματα
γιατί τα κρίματα ήταν κρίσεις αν θυμάσαι
δεν ήταν αμαρτίες
κι οι κρίσεις ήταν ανθρώπινες κι αμάρτησαν
πάρε με μόνο από το χέρι, δεν σου περισσεύουν πια ώρες

*Από τη συλλογή “Μουσώνες”.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Μετατροπή

σε μια σύγχρονη παρτίδα:
η καρικατούρα που βαπτίστηκε φρουρός
ο γραφιάς που κλείστηκε στον πύργο
το φίδι που έδιωξε το Βουκεφάλα
η πίστη που πουλήθηκε – θέση κενή –
προκήρυξη θέσης (μετατροπή αξίας)
από τον στεμμένο με τη στολή

μπρος στο θρόνο
παιδιά δίχως παιχνίδια και ομπρέλα
(με ανάποδα χαμόγελα)
με ρούχα και εκφράσεις μεγάλων
πηγαίνουν στις πύλες να πολεμήσουν
διαβάζουν λόγια της Πίστης των Μεγάλων
«τους παλιούς τους φίλους καλούν
με φοβέρες και μ’ αίματα»

σιωπή
βροχή
κι ύστερα καταρροή
ακίνητοι μέσα στην πλημμύρα

Νέττα, 2/4/2016

Γεωργία Τρούλη, Ένας χορός αποσύνδεσης

PORG Broken

Δεν δεινοπαθήσαμε ποτέ
Βλέπαμε σταγόνα βροχής
Τη νομίζαμε μίσχο και ανεβαίναμε πάνω κάτω
Σαν χορεύτριες σε κολώνες σε κωλόμπαρα.
Τώρα το υγρό δεν αστειεύεται-Ξερνάει προεκτάσεις
Παλίρροια-αναχώρηση. Δεν ησυχάζει. Αχανές δοχείο μελάνης
Αποτυπώνει σχήματα, χρώματα πασμίνας. Ποιος είπε ότι το νερό δεν
δημιουργεί χαράξεις; Ποιος πίστεψε ότι δεν έχει κορμό συμπαγή;
Ότι δεν είναι στέρεο;
Υπάρχουν μύθοι σε λαούς. Λένε πως το νερό κάθε βράδυ μια ώρα κοιμάται.
Μένει ακίνητο.
Είναι εκείνη η ώρα που μέσα στο υγρό συμβαίνουν αυτονόητα θαύματα.
Αγγίζονται πλάσματα. Φουσκώνουν από ροή. Παραμένουν ακούνητα. Γεννούν πλαγκτόν.
Κατεβάζουν την τελευταία ακτίνα ήλιου που τρυπώνει σε εκείνο το βάθος.
Με την άκρη της γράφουν από δεξιά στα αριστερά. Κι αντίθετα. Διπλώνουν το νερό στα τέσσερα και φτιάχνουν τον αλγόριθμο μιας ηπείρου.
Πλέκουν το φράγμα με σώματα. Το διαπερνούν με βλέμμα που ακτινοβολεί.
Καταπίνουμε αριθμούς, δελτία αφίξεων, σήματα λιμένα. Το νερό αναβλύζει μήτρα, μνήμη, τελετή.
Στο επάνω του στρώμα βαθιά ουλή χαραγμένη από διαδρομή που συνέβη.
Μια ουλή σε νερό τόσο βαθιά.
Δεν θα πιστεύεις στα μάτια σου. Σαν δέρμα τρυφερό που ανέχτηκε τριβή και παλινδρόμηση από κλαδί δέντρου. Λίγο πριν ξεριζωθεί, έψαχνε σταγόνα υγρασίας σε σώμα παιδιού.

Έπειτα βλέπαμε την βροχή. Τη νομίσαμε κουρτίνα πραγματικότητας που αφήνεται μόνο από πάνω προς τα κάτω. Είχαμε πλεξιγκλάς όραση.
Μια σταγόνα νερού κάνει τον κύκλο της. Αποσυνδέεται. Χορεύει.

Κύτταρα να πέφτουν πάνω στο κεφάλι μας-Νομίζουμε βρέχει.

Γιώργος Γέργος, Τρία ποιήματα

XD8

.με ποια ταχύτητα διαλέγω ποιητές

τώρα που είμαι πιο στέρεος απ’ τον ύπνο και έχω τάφο και έχω
ελάχιστο σώμα και μια καινούρια τύχη
ήρθε ο ξένος που ρώτησε για της καρδιάς μας το
αντίστροφο
και μας έσωσε

τώρα δεν είμαι πια παιδί/ μονάχα περιμένω
ν’ αλλάξει η βροχή το σινιάλο της

σε ένα άγνωστο ρήμα ή σε γυναίκα βαθιά

αποτέλεσα την αμφίεσή μου μα να με γδύνομαι
προτιμούσα ανέκαθεν

μεγάλο ψέμα η μεγάλη λήθη ̇ με αστραπάρπαξε

τώρα αφήνει ο άνεμος τα πένθη του
κι επικινδύνως σκέφτεται

που τον αισθάνομαι
χορτάτο απ’ τις φωνές και τα λυγίσματα
-σκεύος κλειστό,
ομιλών της φρίκης-

και ιδού τα χάχανα και ιδού απόψε πως κατέβηκε η
νύχτα…

τώρα σε ανασαίνω και τα μέλη σου διασκορπίζω
συνεργάζομαι με το αίμα σου
και έχω έρωτα στο θώρακα
ένα ένα να μου ξεβιδώνει τ’ άστρα

λοιπόν το κέρδος:

εχθές με μέτρησα λιγότερο.

***

.η θέα

ζω της ευγνωμοσύνης σημαίνει:
επενδύω στην υπεραιμία μου
και κατέχω

την τέχνη της ευγενούς παραπλάνησης
όπου καθίζουν οι αγαπημένοι μου τις τύχες τους

κάθε λίγο ανάμεσά μας αστράφτει κι ένα κάλλος
κάθε λίγο ο εκλεκτός του νοήματος λανθάνει
και κλείνει

σημείο σημαίνον:

όσο κι αν τον πετροβολείς θα ξανάρθει

***

.μία μεγάλη πληγή από νέφη

αστραφτερά πουκάμισα-γιατί άλλο δέν αντέχω-
φορέσατε!
έτσι λοιπόν κι έτσι μας δόθηκε κι απότομα συνέβη
ωραιότεροι κι απ’ τους αθώους λιγότερο ένοχοι να γεωμετρούμε
χρόνια τόσα κοντά στη σφαγή και
χρόνια σφαγιάζοντας κι ύστερα

λέγοντας φωναχτά:

πώς πέρασε από στόμα σε στόμα ετούτη η γεύση;

κι εκείνος

ο ουρανός που μας υπέστη

ο χρόνος όλος κι ολάξαφνος ενώπιον μας
ημέρες με μόνη ανάγκη την ωραιότητα των άστρων
ημέρες ταράσσοντας την άσφαλτο
ημέρες μην ημπορώντας μέσα στη δίψα
να υπάρξουμε ολόκληροι
ανάστατοι που έχουμε μία υδρία στο στήθος
για να λούζεται το τέρας μας

και να πληθαίνει ολόσωμο
καθώς θα ντύνεται τα ρούχα μας με μάτια ορθάνοιχτα
όπως οι πόρτες των σπιτιών που κάποτε θα ζήσουμε
χειροκροτώντας την άριστή του αποχώρηση.

*Από τη συλλογή “.ο εαυτός ήχος”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Νοέμβριος 2013.

Νικόλας Νιαμονητός, Όσα σκόνταψαν στον χρόνο

1001121_10205750530385479_166278822718804130_n

Όσα σκόνταψαν στον χρόνο
βιώνουν τη σιωπή

Όσα βιαστικά θέλεις να κάνεις
θα πεθάνουν στη στιγμή

Κούρδισε το μυαλό σου
ξεσκόνισε την ψυχή

Ρύθμισε το χαλασμένο ρολόι της σκέψης σου
να χτυπά αδιάκοπα δυνατά
και ας ενοχλεί τους φύλακες της Άνεσης

Νιώσε την καρδιά σου

να διαστέλλεται παιχνιδιάρικα επαναστατικά
οπλισμένη με ανοσία να δολοφονεί τον φόβο μας

Ζήσε σαν πλοίο που μόλις σάλπαρε
για την κακοκαιρία της ενηλικίωσης

Και όταν πια σε λιμάνια θα ρίχνεις
την άγκυρα της ύπαρξής σου

Θα φιλάς τον έρωτα και τη ζωή
στα χείλη του πόνου

Την εύθραυστη σημασία των λέξεων θα κυνηγάς όταν τεχνητές σημασίες
στα πάντα θα χαρίζονται

Η φτωχική συνείδηση του κόσμου μας
απελευθερωτικά συναισθήματα
θα χρωματίζει με αγώνες

Και μια μέρα στις εφημερίδες και στα καφενέ
θα συζητιέται έντονα:

«Μας πρόδωσε η ζωή
και ζήτησε βοήθεια για να πεθάνει
από τον θάνατο»

Αλλά εμείς
χαρούμενα τηλεπαθητικά
με μια φωνή θα ξέρουμε
πως τελικά

«Φοβήθηκε ο θάνατος

και ζήτησε βοήθεια για να πεθάνει
από τη ζωή»

*Από τη συλλογή “Κυνήγα τη νύχτα μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2014.

Georg Trakl, Ποιήματα [Gedichte, 1913]. Επιλεγόμενα

DIGITAL CAMERA

Η ΝΕΑΡΗ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

3

Κάθε βράδυ στο γυμνό λιβάδι
σε όνειρα τρεκλίζει εκείνη πυρετού.
Δύστροπος ο άνεμος κλαίει στο λιβάδι
κι από τα δέντρα κρυφακούει η μορφή του φεγγαριού.

Σε λίγο ένα γύρο τ’ αστέρια χλομιάζουν.
Από τα βάσανα έχει πια εξαντληθεί˙
τα κέρινά της μάγουλα χλομιάζουν.
Κάτι σάπιο ανεβαίνει απ’ τη γη.

Θλιμμένα καλάμια θροΐζουν στον βάλτο.
Κρυώνει εκείνη· γονατιστή.
Μακριά ένας πετεινός λαλεί. Πάνω απ’ τον βάλτο
γκρίζο, σκληρό το χάραμα ριγεί.

4

Κρότος μεταλλικός στο σιδεράδικο: σφυρί·
κι εκείνη περνάει την πύλη βιαστική.
Κατακόκκινο δουλεύει ο υπηρέτης το σφυρί
κι εκείνη, όπως νεκρή, κοιτάζει κατά κει.

Σαν σε όνειρο συναντάει ένα γέλιο·
ταράζεται στο σιδεράδικο·
έντρομη χαμηλώνει μπρος σ’ εκείνου το γέλιο,
όπως σφυρί σκληρό και άγριο.

Ακτινοβολούν στον χώρο σπινθήρες·
και καθώς με άτσαλες κινήσεις
κυνηγάει τους άγριους σπινθήρες,
ζαλισμένη, πέφτει κάτω η μορφή της.

5

Αδύνατη τεντώνεται στο κρεβάτι,
ξυπνάει μ’ έναν φόβο γλυκό
και κοιτάζει το λερωμένο κρεβάτι
καλυμμένο ολόκληρο από φως χρυσό·

οι ρεζεντά[1] στο παράθυρο
κι ο φωτεινός γαλάζιος ουρανός.
Καμιά φορά άνεμος φτάνει στο παράθυρο
κι ήχος καμπάνας διστακτικός.

Ίσκιοι γλιστρούν πάνω απ’ το μαξιλάρι·
αργά η καμπάνα δώδεκα ηχεί
κι εκείνη ανασαίνει βαριά στο μαξιλάρι
και μοιάζει το στόμα της πληγή.

6

Το βράδυ αιωρούνται ματωμένα λινά·
σύννεφα πάνω από σιωπηλά δάση
τυλιγμένα σε μαύρα λινά.
Σπουργίτια θορυβούν στο χωράφι.

Κι εκείνη: κάτασπρη στο σκοτάδι.
Γουργούρισμα κάτω απ’ τη στέγη ανασαίνει.
Όπως ψοφίμι σε θάμνο και σκοτάδι·
σμήνος πετά γύρω απ’ το στόμα της και δίνες υφαίνει.

Σαν όνειρο ηχεί στο σκούρο χωριό
γλέντι: χοροί και βιολιά·
αιωρείται η όψη της στο χωριό,
φυσούν τα μαλλιά της σε γυμνά κλαδιά.

***

ΤΡΟΜΠΕΤΕΣ

Κάτω από ιτιές κλαδεμένες, εκεί που σκούρα παιδάκια παίζουν
και φύλλα σαλεύουν, τρομπέτες ηχούν.
Ρίγος νεκροταφείου. Μέσα απ’ την θλίψη του σφενταμιού άλικες
πέφτουν
σημαίες· ιππείς μέσα απ’ αγρούς με σίκαλη κι άδειους μύλους
περνούν.

Ή, τη νύχτα, βοσκοί τραγουδούν και μες τον κύκλο της φωτιάς
τους
μπαίνουν ελάφια, θλίψη πανάρχαια του άλσους·
χορεύοντας σηκώνονται από έναν τοίχο μαύρο· άλικες σημαίες,
γέλια, παράνοια, τρομπέτες.

***

ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ

Στο κτήμα λάμπει λευκή η φθινοπωρινή σελήνη.
Από της στέγης την άκρη πέφτουν ίσκιοι φανταστικοί.
Μία σιωπή κατοικεί σε παράθυρα άδεια·
σαν κατά πάνω, ήσυχα, βουτούν οι ποντικοί.

Και γρήγορα, σφυρίζοντας, εδώ κι εκεί γλιστρούν
κι άχνα υπονόμου ζέχνει
γκριζωπή, που τους ακολουθεί·
φάσμα το σεληνόφως τρέμει.

Και σαν τρελοί στριγκλίζουν από λαιμαργία:
άνεμοι παγεροί που κλαίνε στο σκοτάδι·
σπίτια στοιχειώνουν κι αχυρώνες
όλο καρπούς και στάχυ.

***

ΨΑΛΜΟΣ

(Δεύτερο σχεδίασμα)

αφιερωμένο στον Καρλ Κράους

Είναι ένα φως που το ’σβησε ο άνεμος.
Είναι μία κανάτα που αφήνει τ’ απόγευμα ένας μεθυσμένος.
Είναι ένα αμπέλι καμένο και μαύρο με τρύπες γεμάτες αράχνες.
Είναι ένα χώρος που τον ασβέστωσαν με γάλα.
Ο παράφρονας πέθανε. Είναι ένα νησί στις θάλασσες του Νότου
που υποδέχεται τον Ήλιο. Τύμπανα χτυπούν.
Οι άντρες εκτελούν πολεμικούς χορούς.
Οι γυναίκες κουνούν τους γοφούς μέσα στις κληματσίδες και
τ’ άνθη της φωτιάς,
όταν η θάλασσα τραγουδά. Ω, ο χαμένος Παράδεισός μας!

Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσά δάση.
Κάποιος θάβει τον ξένο. Αρχίζει τότε μια εκτυφλωτική βροχή.
Προβάλλει ο γιος του Πάνα με τη μορφή σκαφτιά
που, μεσημέρι, σε άσφαλτο πυρωμένη, κοιμάται ακόμη.
Είναι κοριτσάκια σε μιαν αυλή με ρουχαλάκια όλο φτώχεια
σπαρακτική!
Είναι δωμάτια που γεμίζουν ακόρντα και σονάτες.
Είναι σκιές που αγκαλιάζονται μπροστά σε τυφλωμένο
καθρέφτη.
Στα παράθυρα του νοσοκομείου ζεσταίνονται αυτοί που
αναρρώνουν.
Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι ανεβάζει αιματηρές επιδημίες.

Η άγνωστη αδελφή εμφανίζεται πάλι στ’ άσχημα όνειρα κάποιου.
Ξαπλωμένη στις αγριοφουντουκιές παίζει με τ’ άστρα του.
Ο φοιτητής, ίσως ένας σωσίας, ώρα πολλή απ’ το παράθυρο την
κοιτάζει.
Πίσω του ο νεκρός του αδελφός στέκεται ή κατεβαίνει την παλιά
κυκλική σκάλα.
Στο σκοτάδι της σκούρας καστανιάς η μορφή του νεαρού
δόκιμου μοναχού χλωμιάζει.
Ο κήπος μες στο βράδυ. Οι νυχτερίδες πετούν στο περιστύλιο.
Τα παιδιά του θυρωρού σταματούν το παιχνίδι και ψάχνουν για
το χρυσάφι τ’ ουρανού.
Τελευταία ακόρντα κουαρτέτου. Τρέμοντας η μικρή τυφλή
τρέχει μέσα απ’ τις δεντροστοιχίες,
κι ύστερα η σκιά της, τριγυρισμένη από θρύλους ιερούς και
παραμύθια,
τα παγωμένα τείχη ψηλαφίζει.

Είναι μια άδεια βάρκα, το βράδυ, που κατεβαίνει το μαύρο
κανάλι.
Στη σκοτεινιά του παλαιού ασύλου άνθρωποι-ερείπια
μαραζώνουν.
Τα νεκρά ορφανά κείτονται στον τοίχο του κήπου.
Άγγελοι ξεπροβάλλουν, από γκρίζα δωμάτια, με λασπωμένες τις
φτερούγες.
Σκουλήκια στάζουν απ’ τα κιτρινισμένα βλέφαρά τους.
Σκοτεινή και σιωπηλή η πλατεία μπρος στην εκκλησία όπως τις
ημέρες της παιδικής ηλικίας.
Περασμένες ζωές γλιστρούν με πέλματα ασημένια
και των καταραμένων οι σκιές βυθίζονται σε νερά που
στενάζουν.
Στον τάφο του μέσα ο λευκός μάγος παίζει με τα φίδια του.

Σιωπηλά πάνω απ’ τον τόπο του κρανίου ανοίγουν τα χρυσά
μάτια του Θεού.

***

ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ [3]

Στην αδελφή

Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και βράδυ·
γαλάζιο αγρίμι που κάτω από δέντρα ηχεί,
λιμνούλα έρημη το βράδυ.

Ήσυχο πέταγμα πουλιών,
μελαγχολία πάνω απ’ τα τόξα των ματιών σου.
Το στενό ηχεί χαμόγελό σου.

Λύγισε ο Θεός τα βλέφαρά σου.
Άστρα τη νύχτα ψάχνουν, παιδάκι επιτάφιο,
για του μετώπου σου το τόξο.

***

Η εγγύτητα του θανάτου

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Ω το βράδυ που φτάνει ως στα σκοτεινά χωριά των παιδικών
μας χρόνων.
Η λιμνούλα κάτω απ’ τις βελανιδιές
γεμάτη μολυσμένους στεναγμούς μελαγχολίας.

Ω το δάσος, που γέρνει αργά τα σκούρα μάτια του,
όταν των εκστατικών ημερών του η πορφύρα
πέφτει απ’ τα σκελετωμένα χέρια του έρημου άντρα.

Ω, η εγγύτητα του θανάτου! Ας προσευχηθούμε.
Τη νύχτα αυτή λύνονται σε ζεστά, κιτρινισμένα απ’ το λιβάνι,
μαξιλάρια, των ερωτευμένων τ’ αδύναμα άκρα.

Αμήν

Σαπισμένο γλιστρά μες στο σάπιο δωμάτιο·
ίσκιοι σε κίτρινες ταπετσαρίες· σε σκοτεινούς καθρέφτες
κυρτώνει
η φιλντισένια θλίψη των χεριών μας.

Χάντρες σκουρόχρωμες κυλούν μέσα από δάχτυλα νεκρά.
Μες στη σιωπή ανοίγουν
οι γαλάζιες παπαρούνες των ματιών ενός αγγέλου.

Το βράδυ: γαλάζιο επίσης.
Η ώρα του θανάτου μας· ο ίσκιος του Αζραήλ,[4]
που έναν σκούρο κήπο σκοτεινιάζει.

***

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ανάσα του ακίνητου. Πρόσωπο ζώου
κοκαλωμένο μπρος στην ιερότητα του γαλάζιου.
Μεγάλη η σιωπή στην πέτρα·

η μάσκα ενός νυχτερινού πουλιού. Τρεις ήχοι απαλοί
σβήνουν σ’ έναν. Ηλί![5] Αμίλητη γέρνει η όψη σου
πάνω από γαλάζια νερά.

Ω ήσυχοι εσείς καθρέφτες της αλήθειας.
Στους φιλντισένιους κροτάφους του έρημου άντρα
προβάλλει έκπτωτων αγγέλων η ανταύγεια.

***

ΕΛΙΑΝ [6]

Στις έρημες ώρες του πνεύματος
είναι ωραία να πηγαίνεις μες στον ήλιο
πλάι στα κίτρινα τείχη του καλοκαιριού.
Σιγά ηχούν τα βήματα στο γρασίδι· ωστόσο πάντα
ο γιος του Πάνα στο γκρίζο μάρμαρο κοιμάται.

Με μαύρο κρασί μεθύσαμε το βράδυ στην ταράτσα.
Κοκκινωπό καίει το ροδάκινο στη φυλλωσιά·
Σονάτα απαλή, χαρούμενο γέλιο.

Όμορφη η γαλήνη της νύχτας.
Σε σκοτεινή πεδιάδα
συναντιόμαστε με βοσκούς και λευκά άστρα.

Όταν είναι φθινόπωρο
νηφάλια διαύγεια απλώνεται στο άλσος.
Ήσυχοι βαδίζουμε πλάι σε κόκκινα τείχη
και τα στρογγυλά μάτια ακολουθούν το πέταγμα των πουλιών.
Το βράδυ, πέφτει το λευκό νερό στις υδρίες του τάφου.

Σε γυμνά κλαδιά γιορτάζει ο ουρανός.
Με καθαρά χέρια φέρνει ο γεωργός ψωμί και κρασί
κι ειρηνικά ωριμάζουν οι καρποί στο ηλιόλουστο δωμάτιο.

Ω, τι αυστηρή η όψη των αγαπημένων νεκρών!
Όμως το δίκαιο βλέμμα ευφραίνει την ψυχή.

Μεγάλη η σιωπή του ρημαγμένου κήπου,
όταν ο νεαρός δόκιμος μοναχός με φύλλα σκούρα το μέτωπο στεφανώνει,
η ανάσα του πίνει παγερό χρυσάφι.

Τα χέρια αγγίζουν τα γεράματα γαλαζωπών νερών
ή τα λευκά μάγουλα των αδελφών στην κρύα νύχτα.

Ήρεμος κι αρμονικός βηματισμός σε φιλικά δωμάτια,
εκεί που είναι μοναξιά και θρόισμα του σφενταμιού,
εκεί που ίσως ακόμα η τσίχλα τραγουδάει.

Όμορφος ο άνθρωπος και φαίνεται μες στο σκοτάδι,
όταν τα πόδια και τα χέρια του κινεί με απορία
και ήσυχα σε πορφυρές σπηλιές τα μάτια του κυλούν.

Χάνεται ο ξένος, τον Εσπερινό, στον μαύρο χαλασμό του
Νοεμβρίου,
κάτω από σάπιο πνεύμα, πλάι σε τείχη όλο λέπρα,
εκεί που πήγαινε άλλοτε ο άγιος αδελφός,
βυθισμένος στην απαλή συγχορδία της παραφροσύνης του·

τι έρημος τελειώνει ο άνεμος ο βραδινός!
Ξεψυχώντας το κεφάλι γέρνει στο σκοτάδι της ελιάς.

Ολέθριος ο χαμός του Γένους.
Την ώρα αυτή γεμίζουνε τα μάτια εκείνου που κοιτάζει
με τον χρυσό των άστρων του.

Το βράδυ βυθίζεται ένα χτύπημα καμπάνας, που πλέον δεν ηχεί,
πέφτουν τα μαύρα τείχη στην πλατεία,
ο νεκρός στρατιώτης καλεί σε προσευχή.

Άγγελος χλωμός
μπαίνει ο γιος στο άδειο πατρικό του.

Οι αδελφές έφυγαν μακριά σε γέροντες λευκούς.
Νύχτα, στον διάδρομο, κάτω από τις κολώνες, τις βρήκε
ο αποκοιμισμένος
να επιστρέφουν από προσκυνήματα θλιβερά.

Κοκαλωμένα τα μαλλιά τους από σκουλήκια και λάσπη,
όταν εκείνος στέκεται με ασημένια πόδια
κι από γυμνά δωμάτια νεκρές εκείνες ξεπροβάλλουν.

Ω οι ψαλμοί τους, τα μεσάνυχτα, σε πύρινες βροχές,
όταν υπηρέτες με τσουκνίδες τ’ απαλά μάτια χτυπούσαν,
οι παιδικοί καρποί της κουφοξυλιάς
πάνω από τάφο αδειανό γέρνουν με απορία.

Κιτρινισμένα φεγγάρια ήσυχα κυλούν
πάνω απ’ τα λινά, που καίει πυρετός, του νεαρού,
προτού ακολουθήσει η σιωπή του χειμώνα.

Μοίρα υψηλή στοχάζεται, κατεβαίνοντας, τον Κίδρονα[7]
εκεί που πλάσμα τρυφερό, υψώνεται ο κέδρος
κάτω απ’ τα γαλάζια φρύδια του πατέρα·
νύχτα ο βοσκός το κοπάδι του οδηγεί στο λιβάδι.
Ή είναι στον ύπνο κραυγές,
όταν στο άλσος χάλκινος άγγελος τον άνθρωπο πλησιάζει,
σε πυρωμένο παραγώνι λιώνει του Άγιου η σάρκα.

Γύρω σε καλύβες από λάσπη πλέκεται αμπέλι πορφυρό,
δεμάτια στάχυ κίτρινο που ηχούν,
ο βόμβος των μελισσών, το πέταγμα του γερανού.
Το βράδυ, συναντιούνται αυτοί που αναστήθηκαν σε βραχώδη
μονοπάτια.

Σε μαύρα νερά καθρεφτίζονται οι λεπροί·
ή ανοίγουν τα λασπωμένα ρούχα τους
κλαίγοντας στον πραϋντικό άνεμο, που φυσά από τον ρόδινο
λόφο.

Λιγνές υπηρέτριες ψηλαφούν στα δρομάκια της νύχτας
μήπως βρουν τους ερωτευμένους βοσκούς.
Τραγούδι απαλό ηχεί, Σάββατο βράδυ, στις καλύβες.

Θυμηθείτε και το αγόρι στο τραγούδι σας·
την παραφροσύνη του, τα λευκά φρύδια και τον χαμό του,
το σαπισμένο αγόρι, που ανοίγει τα γαλάζια μάτια του.
Τι θλιβερό αντάμωμα!

Τα σκαλοπάτια της παραφροσύνης σε μαύρα δωμάτια,
οι ίσκιοι των γέρων κάτω απ’ την ανοιχτή πόρτα,
όταν η ψυχή του Ελιάν κοιτάζεται στον ρόδινο καθρέφτη
και χιόνι, λέπρα πέφτει από το μέτωπό του.

Στους τοίχους έσβησαν τ’ άστρα
κι οι λευκές μορφές του φωτός.

Κόκαλα τάφων βγαίνουν απ’ το χαλί,
η σιωπή ρημαγμένων σταυρών στον λόφο,
του λιβανιού η γλύκα στον πορφυρό άνεμο της νύχτας.

Ω μάτια εσείς κομματιασμένα σε στόματα μαύρα,
όταν στην ήσυχη τρέλα του ο εγγονός
έρημος συλλογίζεται το σκοτεινότερο τέλος,
πάνω του ο σιωπηλός Θεός τα γαλάζια του βλέφαρα χαμηλώνει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ποώδες φυτό με υπόλευκα ή υποκίτρινα άνθη.
2. Το εκκλησιαστικό όργανο που χρησιμοποιεί η Δυτική Εκκλησία.
3. Αναφορά στην προσευχή των Καθολικών που γίνεται με τη χρήση του ροζαρίου: κάθε χάντρα του ροζαρίου αντιστοιχεί και σε μία παράκληση.
4. Άγγελος του θανάτου στην Παλαιά Διαθήκη.
5. «Θεέ μου!» Προσφώνηση του Ιησού πάνω στον σταυρό.
6. Συμβολική μορφή στην ποίηση του Τρακλ.
7. Ονομασία κοιλάδας και ρυακιού ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και το Όρος των Ελαιών.

*ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
**Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου στο http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html