Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα σύντομα ποιήματα

Jackson Pollock, The Flame (1938)

Jackson Pollock, The Flame (1938)

Τιμή

Μου ζήτησε να την συγχωρήσω.
Είναι μεγάλη τιμή γι’ αυτήν
να την αγαπήσω περισσότερο.

Φύση

Είναι η μητέρα όλων των πλασμάτων.
Όμως μονάχα εμείς οι άνθρωποι
την πικραίνουμε τόσο.

Αλίμονο

Αλίμονο σε εκείνον που
δεν αγάπησε ποτέ. Είναι ο
θάνατος καθημερινός φίλος του.

Βράδυ

Ήταν βράδυ όταν ενώσαμε τις
ψυχές μας. Το φεγγάρι και εγώ
αγαπάμε την όμορφη κόρη.

*Από τη συλλογή “Μέχρι τη λύτρωση”, Θεσσαλονίκη, Ιούλης 2015

Χλόη Κουτσουμπέλη, Έξι ποιήματα σε δυο γλώσσες

Leonid Afremov, Oil painting

Leonid Afremov, Oil painting

ΑΝΤΙΓΟΝΗ



Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη, όταν φεύγει.

Ένα δαντελένιο γάντι στα μεταξωτά σεντόνια,

μιαν αχνιστή σταγόνα από λεμόνι

στο μάγουλο του φίλου,

ένα φευγαλέο άγγιγμα στο μπράτσο του εραστή,

ένα αποτύπωμα χειλιών στο πορσελάνινο φλιτζάνι

του τσαγιού που μισοπίνει βιαστικά.

Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,

το αραχνοΰφαντο μαντήλι μουσκεμένο

απ’ τα ξαφνικά δάκρυα της στιγμής

το ομπρελίνο της βαμμένο στα χρώματα

της εύθραυστης βροχής.

Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,

το φόρεμά της θροΐζει καθώς τρέχει,

η βεντάλια της αλλάζει εποχές.

Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη.

Γι’ αυτό και πάντα φεύγει.

Μόνο κάποιες νύχτες, αρχίζει κάτι να θυμάται,

φοράει την νεκρική της μάσκα,

ρίχνει στάχτη στα μαλλιά της,

θαμμένη στη σπηλιά της,

θρηνεί τους άταφους νεκρούς της.

ANTIGONE

Antigone always forgets something, when she leaves.
A lacy glove on the satin bed sheet,
a fresh lemon drop
on a friend’s cheek,
an elusive touch on a lover’s arm,
a lip-mark on a porcelain teacup
she hastily drinks.
It’s Antigone who forgets,
the delicate handkerchief moistened
with the sudden momentary tears,
her little umbrella dyed in the colours
of the fragile rain.
It’s Antigone who forgets,
her dress rustles as she walks,
her fan changes seasons.
There is always something Antigone forgets.
That is why she always leaves.
Yet certain nights, her memory returns;
she puts on her death-mask ,
sprinkles ashes on her hair,
and there, buried in her cave,
she mourns for all her dead people,
unburied.

***

ΧΡΟΝΟΣ



Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι

που αφήνει πίσω του

μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά

πριν βουτήξει για πάντα στο κενό. 

TIME

And the moment, a swift-footed deer
that leaves a tearful, velvet glance
before leaping into the void forever.

***

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ



Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο

και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,

αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,

κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων

τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα

ή του ανοιχτού παράθυρου

στη μέση μιας ερήμου.

Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.

Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα.

με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.

Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,

κρυστάλλινος και διάφανος,

σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος

και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,

που πάντα έμπαινα στον πειρασμό

να τον ρίξω κάτω για να σπάσει.

Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,

στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,

έτρωγα κέικ από μοναξιά,

σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.

Υστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,

ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,

ο αδελφός μου παντρεύτηκε την Νύχτα

και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στην θάλασσα.

Κι από όλη την οικογένειά μου

απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές

να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.


MY FAMILY

My father always wore a raincoat
and hold a grey umbrella for the sun,
he was fond of women and always left,
he liked to play in spy films
pretending to be a lock
or an open window in the middle of the desert.
He always liked hats.
My mother wore beautiful hats,
with headless peacocks fighting.
My brother was a swan,
crystal and transparent
cracked in a thousand pieces
and so defenseless
that I was tempted
to knock him down only to see him break.
And I was adorable
always dressed in white,
eating cake out of loneliness,
sitting on a rickety balcony.
Then, mother disappeared in a mirror,
father fell in love with a bird and flew away,
my brother took Night as his wife
and my balcony collapsed into the sea.
And what remains of my family
is a photo album with shadows
who chase each other endlessly
all through the night.

***

ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ

Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά του σίδερο και χώμα.

Αυτός είχε τα μαύρα.

Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του 

επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου

ξεντυνόταν στο σκοτάδι.

Ήταν καλός αντίπαλος,

προέβλεπε κάθε μου κίνηση

πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ

κι εγώ παρόλα αυτά την έκανα,

με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού

που βαδίζει στον χαμό του.

Στο τέλος τέλος ίσως με γοήτευε

το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες

τους αξιωματικούς, τους πύργους, τα οχυρά,

τις γέφυρες, τον βασιλιά τον ίδιο

πόσο εύκολα διαπέρασε, εισχώρησε και άλωσε
βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής

και πως αιχμαλώτισε εκείνη την βασίλισσα από νεραιδοκλωστή

που τόσο της άρεσε να διαφεύγει

με πειρατικά καράβια

στις χώρες του ποτέ.

Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.

Άλλωστε γι’ αυτό έπαιξα μαζί του.



Γιατί, έστω και μία φορά, μες στη ζωή

αξίζει κανείς να παίζει για να χάσει.

A GAME OF CHESS

We took our places.
My pawns were clouds.
His were iron and soil.
He had the black ones.
His castles, tough and shiny,
attacked me fiercely
while my queen
was undressing in the dark.
He was a good opponent,
foresaw every move of mine
before I even thought of it
and yet I made my move,
with the serene abandonment
of someone who is about to die.
After all, what did attract me
was how quickly he eliminated the soldiers,
the knights, the castles, the pawns,
the bridges, the king himself
how easily he penetrated, entered and besieged
all the kingdoms of ancient silence
and how he captured that queen made of fairy-thread,
who so enjoyed escaping
on pirate ships to the Nevererland.
Yes, I admit it, I knew beforehand he was going to win.
That was the reason I played with him.
Because, even once in a lifetime,
it’s worth playing in order to lose.

***

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ


Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα 

κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι,

αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες

αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα,

αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι

και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντήλια

αγοράστε ένα λαχείο,

δεν έχετε πια τίποτε να χάσετε.

Έτσι κι αλλιώς 

τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο

ο αποστολέας είναι άγνωστος
κι ο παραλήπτης λάθος.

Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο

σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι

ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα

ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει.

Κρύψτε το άφοβα κάτω απ’ το κρεβάτι.

Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα
για μας.

A KEY TO DREAMS

If you smell cinnamon in your dream
someone will kiss you in the dark,
if you see a lizard basking on the stones
avoid strangers with tall hats,
if you dream of a black and white boat
and people beckoning you with handkerchiefs
buy a lottery,
you have nothing to lose.
One way or other
dreams have no stamps
the sender is unknown
and the receiver false.
If you see my dream one night
it merely means that you walk on thyme
or that you are chasing little flying fish
or that you are a loony who still hopes.
Bury it under your bed without fear.
Other peoples’ poems are rarely dangerous for us.

***

ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΗΜΑ (ΜΟΥΣΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ)

Δυο μέλισσες
ηλιοστάλακτες
ενωμένες,
ακατάλυτα,
τελεσίδικα,
διαχρονικά,
προαιώνια ιεροτελεστία
να μεταφέρουν μία σταγόνα μέλι στην κυψέλη.

Και κάθε άλλο ποίημα για αγάπη
ξεθωριάζει

ANCIENT JEWEL (HERACLION MUSEUM)

Two bees
Dripping sunshine

(Combined
In a
fierce
irreversible
perennial way,
a timeless ritual)

carry a honey drop to the hive

and every other poem about love
fades away.

*English translations Toula Papapanou.

Γιώργος Γιαννόπουλος, Νείκος

11754535_1138388039520916_1382838875347744734_o

Με αίμα, κόπρο και στάχτη
τα λόγια μου φτιάχνω
το πινάκιο του πατρός
συνθλίβω στη λάρνακα
του νόμου
λόγου λόγον εξοχετεύων
και τα κοτυλήδονα της μέθης
βυθίζουν την πόλη
στο λείψανο ασήμι
του νείκους

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2015.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Πέντε ποιήματα

8330331867_5751c09f62_z

Νηπενθές

Στου ύπνου το μαύρο πηγάδι
ρίχνω αγκίστρι
τραβάω κουπί σε θάλασσες άγνωστες.
Πριν η αυλαία να πέσει
ανακαλύπτω τη ζωή απ’ την αρχή.

***

Η ιστορία είναι κατάσταση δυναμική

Ο καθρέπτης
αντανακλά μια θάλασσα
που φλεγόμενη σαπίζει
απορροφά το πτώμα της εικόνας
και επιστρέφει
την οπτασία παγωμένη.

***

Άτιτλο 1

Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί
και τρία χάπια οι αγάπες μου.

***

Ηχώ

Τα μάτια στον καθρέπτη
ανήκουν σε ένα τοπίο κενό

– διαφανο το κόκκινο στη μορφή του ξένου –

ο ήχος δεν γνωρίζει το τέλος του.

***

Ενύπνιο

Παραδίδομαι σε έναν ύπνο βαθύ, χωρίς όνειρα.
Στα δωμάτια μουχλιασμένα αισθήματα
και έργα τέχνης να στάζον τα χρώματα.

Η αφύπνιση υπόθεση επώδυνη.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, Εκδόσεις Άγκυρα, 2015.

Γιώργος Δάγλας, Αιρετικές «Καντάδες για έναν δαίμονα»

ΚΑΝΤΑΔΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΑΙΜΟΝΑ

«Αυτός ο άνθρωπος/ που περπατάει σκυφτός/ στην άλλη άκρη του δρόμου,/ φαίνεται πως κρυώνει./ Κι όμως/δεν κοιτάζει ψηλά./ Ξέρει./ Κανείς δεν θα τραβήξει την κουρτίνα του/ να τον σκεπάσει».

Δωρικός, βαθύτατα υπαρξιακός, ανυπάκουος, αποσυνάγωγος και γενναίος, ήδη ένας μύθος, ο ποιητής Γιώργος Δάγλας υπογράφει και παρουσιάζει τον καινούργιο ποιητικό κύκλο δουλειάς του.
«Καντάδες για έναν δαίμονα» ο τίτλος, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Φίλντισι, με εικαστική φροντίδα του ποιητή και ζωγράφου Ακάνθου.

Οι «Καντάδες για έναν δαίμονα» παρουσιάστηκαν πριν λίγο καιρό στο βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια). Για το βιβλίο μίλησαν ο συνθέτης και δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης, ο δημοσιογράφος Γιώργος Σταματόπουλος και απάγγειλαν ποιήματα ο Πέτρος Μαντζουράνης και η νέα ποιήτρια Νάντια Δανιήλ.

Ο ποιητής γεννήθηκε το 1958 στην Ιθάκη, όπου και τελείωσε το Ναυτικό Λύκειο χωρίς να μπαρκάρει ποτέ. Το 1977 θα έρθει στην Αθήνα για να προλάβει ζωντανούς τους τελευταίους ρεμπέτες. Ακούει τον Ρούκουνα και πίνει ούζο με τον Γιάννη Κυριαζή. Το 1980, άγριες διαδηλώσεις-καταλήψεις. Δουλεύει κομπάρσος με τη μεσολάβηση της Κατερίνας Γώγου και με τον Ασιμο στο υπόγειο της Αραχώβης. Γράφει στο «Ιδεοδρόμιο» του Λεωνίδα Χρηστάκη. Παράλληλα βιοπορίζεται ως βιομηχανικός εργάτης, ταβερνιάρης και υπάλληλος γραφείου τελετών. Η ποίηση εξάλλου εκτός από θυσίες απαιτεί ανυπερθέτως και ποιητική ζωή. Μια άλλη θέαση ζωής, δηλαδή, που έχει σαν αποτέλεσμα το βιβλίο, η «Μέρα των φωταγωγών» (κυκλοφορεί το 1982 από τις εκδόσεις «Ελεύθερο Τύπο»). Το 1985 ο Γιώργος Δάγλας αποσύρεται στην Ιθάκη, εκδίδει την τοπική εφημερίδα «Αγονη Γραμμή», διορίζεται στο νοσοκομείο και παντρεύεται. Το 1992, παραιτείται από τον δημόσιο και τον συζυγικό βίο και φεύγει στη Θεσσαλονίκη. «Γράφει, πίνει, χάνεται». Το 1999 θα εκδοθεί το «Μαύρο Χιόνι» του από τις εκδόσεις «Ελλέβορος» (Άργος). Και το 2004 θα επιστρέψει ως «άσωτος Οδυσσέας» στην Ιθάκη του.

«Οι άσωτοι εραστές/ των κούφιων χρόνων/ πνιγμένοι στο κρασί και την αμαρτία/ κρυμμένοι στα μάτια των τυφλών/ τη μάταιη εξέγερση περιμένουν./ Ηττημένοι και περήφανοι/ ψάχνουν για/ να ξεράσουν συμβιβασμούς και συμβόλαια…» Μικρό αντίδωρο από την καινούργια ποιητική Καντάδα του. Στον «δαίμονά» του. Στον «δαίμονά» μας.

Κι από την «Μέρα των Φωταγωγών»: «Κάθε πρωί βγαίνω/ ήρεμα στο δρόμο/ και κολλάω τ’ αυτί μου στις εξατμίσεις./ Αγοράζω ό,τι πιο άχρηστο βρω/ και μπαίνω σ’ όλα τα καφενεία./ Δεν βρίσκεται κανείς να μ’ ακούσει./ Ανάμεσα στους κόσμους των αμαρτωλών/ και των πανηγυριών/ μπαίνω και βγαίνω χτυπώντας τυφλά/ το σφυράκι του ψυχιάτρου./ Δεν είναι ζωή ετούτη». Κι όλα αυτά, χρόνια πριν από την κρίση. Διότι η ποίηση ή είναι χρησμική ή δεν είναι και κάποιοι ευλογημένα καταραμένοι και ευτυχισμένα ασυμβίβαστοι την αφουγκράζονται προκαταβολικά ότι ήταν υπαρξιακή κρίση.

*Της Ελένης Γκίκα από εδώ: http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22808&subid=2&pubid=64162592

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Geert Goiris3

Geert Goiris3

Απώλεια

ΕΚΕΙ ΜΙΑ ΕΛΙΑ.
Ο ήλιος επάνω.
Σκιά από κάτω.
Στέκει ο στρατιώτης με μάγια βουρκωμένα.
Κοιτά την ελιά, κοιτά τον ήλιο, κοιτά το χώμα.
Εκεί μια ελιά,
Εκεί ο ήλιος.
Εκεί το χώμα που έγινε ένα με το στρατιώτη.
Εκεί κάτι που γυαλίζει
Εκεί κάπου χάνεται εκείνο που δε γνώρισε.
Εκεί η ελιά.
Εκεί ο άνθρωπος εξευτελίστηκε.
και αρνήθηκε ν’ ανασαίνει.

***

Χωρίς Όνομα

ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ φανάρια ανάβουν,
σίδερα ξεκινούν.
Φανάρια ανάβουν,
άνθρωποι προχωρούν.
Είναι η διασταύρωση λογικού παράλογου.
Στρατιώτες βαδίζουν πολλοί,
σημασία κανείς.
Μια φωνή ακούγεται.
Εφιαλτική σκηνή.
Εν, δύο, τρία… Αλτ!
Κλίνετε επ’ αριστερά και δεξιά.
Προσοχή!
Ο εχθρός… Πυρ.
Αίμα.
Αίμα γέμισε η φανέλα του στρατιώτη.
Ήταν ο 173/6852/13 τόσο.

***

Δειλινό

Η ΚΟΠΕΛΑ ΦΙΛΑΕΙ το αγόρι.
Το αγόρι φιλάει την κοπέλα.
Ο ήλιος δύει.
Δυο πουλιά πετούν.
Τα πρόσωπα των παιδιών από αγάπη φωτίζουν.

***

Καραβάνι

ΚΟΡΑΚΙΑ ορμούν.
Το σώμα με το ράμφος τρυπούν.
Αίμα απομυζούν.
Η δουλειά σίγασε σαν την πρωινή βροχή.
Η ζωή πέρασε ξαφνικά σαν αστραπή
μέσα στο καραβάνι που βρίσκεται στο δρόμο δίχως τέλος
και αρχή.

***

Διαμελισμός

ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ στους εξώστες
κραυγάζουν το διαμελισμό της γης.
Άγνωστες πατρίδες κομμάτια
στα πυροβόλα του αλόγιστου κέρδους.
Πιες μια κόκα-κόλα.
Ζήσε και συ περήφανα.
Ο απόηχος κάποιας τουφεκιάς.
Σκέφτεσαι.
Φαινόταν ύποπτος, είπαν.

*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2004.

“Εκτός εαυτού” του Γιώργου Γκανέλη

gkanelis

Της Κρις Λιβανίου

Μεγάλα λόγια σαν σπάσιμο γυαλιού ξεθύμαναν στις πλατείες

Αυτός είναι ο πρώτος στίχος του πρώτου ποιήματος της συλλογής Εκτός εαυτού, που αποτελείται από άλλα 50. Εκτενή στην πλειοψηφία τους, είναι η απόδειξη ότι ο Γιώργος Γκανέλης δεν φοβάται να αναπτύξει την σκέψη του, ούτε ανησυχεί ότι θα υποπέσει σε.. ατοπήματα που σε σύντομα κείμενα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί: έχει το θάρρος του λόγου.

Κάθε ένα από τα ποιήματα της συλλογής αυτής έχει ξεκάθαρη δομή και είναι στημένο σε ακριβή ισορροπία, είναι φανερό ότι ο δημιουργός έχει σαφή εικόνα του τι θέλει να επιτύχει: αυτό δεν είναι κάτι που βλέπουμε κάθε μέρα, για να χρησιμοποιήσω έναν ευφημισμό. Προσωπικά την ευχαριστήθηκα αυτή τη συλλογή κατά κύριο λόγο επειδή όσο και να κοίταξα, δεν βρήκα τεχνικά ψεγάδια. Μπορεί το περιεχόμενο να προσφέρεται για συζήτηση όπως άλλωστε και οποιοδήποτε άλλο, δομικά όμως τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και ακριβή από τον πρώτο στίχο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μου άρεσαν όλα τα ποιήματα εξίσου αλλά ότι το διάβασμα κύλισε απρόσκοπτα και το μήνυμα του ποιητή πέρασε χωρίς τα εμπόδια της ασάφειας.

Πέραν αυτού, συμβαίνουν διάφορα παράδοξα και ασυνήθιστα πράγματα σ’αυτή τη συλλογή, με πρώτο το γεγονός ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη και ορισμένη θεματολογία. Ο Γκανέλης γράφει με αφορμές από τα γύρω του τεκταινόμενα χωρίς να κλείνεται σε καλούπια περιεχομένου, είναι ανοιχτός σε ερεθίσματα και αυτό τελικά καθρεφτίζεται στα κείμενα σε μια απρόσμενη μορφή ελευθερίας:

Μεσογειακό φως Ιουλίου
Εφαπτόμενο με αλμυρή σάρκα[1]

Ένα δεύτερο στοιχείο που τραβάει την προσοχή είναι το ότι υπάρχουν ήρωες στην ποίησή του, πρωταγωνιστές, διάφορα πρόσωπα που περιδιαβαίνουν τα κείμενα. Αυτό που εννοώ είναι ότι ο ποιητής, δεν περιορίζεται στην ατομικότητα του εγώ του αλλά δίνει βήμα και συντάσσει περιγραφές άλλων ανθρώπων που για κάποιο λόγο θεωρεί σημαντικούς. Υπάρχει ο γελωτοποιός («Θεατρικοί ρόλοι», σελ. 11), ο στρατιώτης (σελ. 12), ο κηπουρός (σελ. 31), καθώς και διάφοροι άλλοι τύποι ανθρώπων που κυκλοφορούν ανάμεσα στους στίχους για να οικειοποιηθούν τις λέξεις που τους αφορούν, καταλήγοντας έτσι να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον σουρεαλιστικό και σχεδόν μαγικό, στα όρια του παραμυθιού.

Παραδόξως, σ’αυτή τη συλλογή υπάρχει το στοιχείο της αφήγησης με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει: έτσι, έχουμε ενεργητικά ρήματα, παρατατικούς και αόριστους για να στηρίξουν το χρονικό πλαίσιο, επιρρήματα που οριοθετούν τα συμβαίνοντα, και τελικά την επιθυμία να διαβάσουμε παρακάτω για… να δούμε τι θα γίνει! Υπάρχει λοιπόν η φωνή που διηγείται μια ιστορία, κάποιες φορές ρεαλιστική και κάποιες άλλες καθόλου, που βάζει τους ήρωες στη σκηνή και τους δίνει ήχο και λέξεις, περιγράφει τις πράξεις και τις σκέψεις τους, τους αφήνει να διαγράψουν αυτόνομες πορείες και τους ακολουθεί με το βλέμμα. Στο ποίημα «Ο Άνθρωπος» έχουμε για παράδειγμα πέντε παρουσίες: κάθε μια κινείται σε ένα τρίστιχο που της είναι αφιερωμένο, και το ποίημα μοιάζει με ένα παράδοξο ξενοδοχείο φευγαλέων μορφών.

Τα πρόσωπα που έλεγα πριν, αυτοί δηλαδή που πρωταγωνιστούν σε ό,τι γράφεται στους στίχους, είναι χτισμένα αποκλειστικά σχεδόν πάνω σε αντιθέσεις. Κάθε είδους αντίθετα συναντιούνται για να δημιουργήσουν χαρακτήρες που βρίσκονται με το ένα πόδι στην πραγματικότητα και με το άλλο στην φαντασία αλλά που τελικά καταφέρνουν να ισορροπήσουν, κάποιες φορές μάλιστα και να χορέψουν, χάρη στην ακρίβεια των λέξεων, των σκέψεων και των συγκινήσεων που αποτυπώνονται. Σε όλη αυτή τη διαδικασία, ο ποιητής αλλάζει συνεχώς οπτική γωνία για να παρατηρεί καλύτερα αυτά που συμβαίνουν δεξιά κι αριστερά, εν αγνοία του σχεδόν, ή μήπως για να κρυφτεί από τους αναγνώστες, δύσκολο να συμπεράνει κανείς. Δημιουργεί όμως ένα μαγικό κόσμο για να χάνεται μέσα του, κάπως σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (για παράδειγμα στην «Συνάντηση», σελ. 17), όπου ξαφνικά οι κανόνες που διέπουν τα όνειρα παίρνουν τα ηνία της πραγματικότητας και έτσι ξεκινάει ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό και αβέβαιη έκβαση. Ποιήματα που μοιάζουν με παραμύθια λοιπόν, διαστρεβλωμένα όμως και ελαφρώς αγωνιώδη, σαν παραμύθια για μεγάλους, κάποιες φορές γεμάτα από απρόσμενους συνειρμούς και κάποιες άλλες αστεία, περιπαιχτικά:

Κάποιες φορές έξω απ’ το σπίτι
Με περιμένει μια γάτα
Με δυο κεφάλια και φτερά.
Στην αρχή νόμιζα πως απέδρασε
Από πίνακα ζωγραφικής
Ή ότι έπεσε απ’ τον ουρανό
Κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας.
Όμως δεν ήταν πραγματική γάτα
Αφού να φανταστείτε
Άρχισε να κυνηγάει τους κλέφτες
Και να γαυγίζει στ’ αυτοκίνητα
Ξέθαβε κόκαλα απ’ το χώμα
Και με κοιτούσε στα μάτια με συμπόνια
Όταν έβγαζα απ’ την τσέπη τα κλειδιά.

(…)[2]

Στο Εκτός εαυτού είμαστε θεατές μιας παρέλασης ετερόκλητων πραγμάτων και ανθρώπων αρμονικά ζυγισμένης, ή ακόμα και μιας πραγματικότητας που στέκεται απέναντι από το παραμορφωτικό της είδωλο, με τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες και τα αγωνιώδη όνειρα που αυτό φέρνει μαζί του. Ανάμεσα στις άλλες ψευδαισθήσεις λοιπόν, τις λοξές πραγματικότητες άλλων ανθρώπων που μπαινοβγαίνουν στα ποιήματα σαν να είναι σπίτι τους, έχουμε και την ψευδαίσθηση του εγώ του ποιητή, που πότε αναμετριέται με τον εαυτό του και πότε παίρνει θέση ανάμεσα στους άλλους πρωταγωνιστές, περαστικός κι αυτός από αυτή ή από κάποια άλλη πραγματικότητα. Ατμόσφαιρες, παρουσίες και αντικείμενα, περιγράφονται αδιακρίτως σε διαδοχικές εικόνες και με όλες τις μεταξύ τους συνιστώσες, και το αποτέλεσμα είναι μια μαγεμένη πραγματικότητα ή ένα ρεαλιστικό όνειρο, ανάλογα με τι θέλει να δει κανείς.
Δύο από τα ποιήματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ [3]

Ο άνθρωπος με τις μπότες
Ήξερε να σκοτώνει τη χαρά:
Την ποδοπατούσε γελώντας.

Ο άνθρωπος με το καπέλο
Πάντα αγαπούσε τις σκιές:
Τις έκρυβε στη φόδρα του ήλιου.

Ο άνθρωπος με το παλτό
Τουρτούριζε μπροστά στο τζάκι:
Είχε ένα πάγο στην καρδιά του.

Ο άνθρωπος με το μακό
Ήταν πάντοτε των άκρων:
Έγραφε ποιήματα χωρίς χέρια.

Ο άνθρωπος με τα μαύρα
Περπατούσε στο δρόμο σφυρίζοντας:
Μάλλον πενθούσε χωρίς να το ξέρει.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ [4]

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το τσιγάρο.
Μα εγώ έχω στην τσέπη μου έναν αναπτήρα
Κι ανάβω φωτιές στη μνήμη
Καπνίζω τις μυρωδιές του καλοκαιριού
Που αναδύονται από ηλιοκαμένα σώματα
Ανοίγω πακέτο με άβγαλτους έρωτες
Αφαιρώ προσεκτικά τη ζελατίνα
Και ρουφάω τον απαγορευμένο χυμό τους
Μετά στρίβω αντί για καπνό ένα χαμόγελο
Που μου αφήνει μια γλυκιά γεύση στα χείλη
Κάνω μια τζούρα απ’ την ανάσα της άνοιξης
Και πέφτω λιπόθυμος στην αγκαλιά της.

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το αλκοόλ.
Μα εγώ έχω μαζί μου ένα ποτήρι
Και κερνάω πονοκέφαλο τη νύχτα
Πίνω τα ποτάμια και τις πηγές
Που αναβλύζουν από καθαρά χώματα
Ανοίγω μπουκάλι με μεθυσμένες Κυριακές
Συμπιέζω βιαστικά τα σύννεφα
Και λούζομαι το οινόπνευμά τους
Μετά ποτίζω τον εαυτό μου με χρώματα
Που λικνίζονται γυμνά στο βάθος της ψυχής
Κατεβάζω άσπρο πάτο το φεγγάρι
Και τρεκλίζω έξω απ’ το σπίτι μου χαράματα.

Ο γιατρός μου απαγόρευσε το θάνατο
Μα εγώ καπνίζω και πίνω στην υγειά του.

Σημειώσεις
[1] in. «Διαπιστώσεις», σελ. 21.
[2] «μεταλλάξεις», σελ. 37
[3] σελ. 23.
[4] σελ. 32.

*Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις προτάσεις ανάγνωσης Απριλίου του vakxikon.gr Από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com

1η Μάη – Αφιερωμένο στη μνήμη του μπαρμπα-Γιάννη

0
 
Ο Μάης έφυγε μαζί σου
Κι όμως
η άνοιξη έμεινε εκεί
Σε πείσμα των ψυχρών καιρών
Δε σβήνουνε οι μνήμες
Θ’ ανθίσουν τα λουλούδια
Και η Πρωτομαγιά
Θα γίνει η Πρώτη Μέρα
Του Έτους της Απελευθέρωσης
Αφήνεις σπόρο υπονόμευσης
Απέναντι στην Εξουσία
Ο ανθός και οι καρποί
κάποτε θα εμφανιστούν
πίσω από την αχνάδα
στο πρώτο φως της αυγής

*Αφιερωμένο στη μνήμη τυ αγωνιστλη Γιάννης Ταμτάκου (1908-2008). Δεν ξέρουμε τον συγγραφέα του ποιήματος.

Με αφομή την Εργατική Πρωτομαγιά

6

256

Γ. Π. Παν., Ο εργάτης

Σηκώνομαι κάθε πρωί
Δυο ώραις πριν να φέξη
Κι αν είνε έξω παγωνιά
Ή πρόκειται να βρέξη

Εγώ τα εργαλεία μου
Φορτώνουμαι στον ώμο
Κρεμμύδι και ξερό ψωμί
Και δρόμο, δρόμο, δρόμο

Πάω να πιάσω τη δουλειά
Να σκάψω να ποτίσω
Να σπάσω σίδερα βαριά
Πέτρες να κουβαλήσω

Ως να βραδιάση στα γερά
Εις τη δουλειά πεθαίνω
Για ένα μονάχα ψωμί
Αχ! Την ψυχή μου βγαίνω

Στην πείνα θα πεθάνουμε
Εγώ κι’ η φαμελιά μου
Αν αρρωστήσω μια φορά
Και λείψω απ’ τη δουλειά μου

Αχ! Κι’ όσω βλέπω σαν περνώ
Το καθένα παλάτι
Και σκέπτομαι πως κτίσθηκε
Απ’ τα δικά μου πλάτη

Σαν βλέπω μεσ’ τα’ αμάξι αυτά
Ναν ξαπλωμένη μέσα
Του τραπεζίτη του τρανού
Η όμορφη μαιτρέσσα

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Σοσιαλιστής”, Νο 43, Αθήνα 7-11 Νοεμβρίου 1893.

Banksy for Stick Together web page_0

Οι δέκα εντολές της εποχής μας

1

Το χρυσάφι πρώτα αγάπα, λάτρευέ το για Θεό σου,

έπειτα έχε το ασήμι για πλησίον κι αδελφό σου.

2

Τίμα πάντα τους γονείς σου, όταν έχουν να σ’ αφήσουν,

μια καλή κληρονομία, σαν εδώθε ξεπροβίσουν.

3

Βλέπεις άνθρωπο αφεύκτως ότι πνίγεται; Μη δώσεις

χέρι έξω ναν τον βγάλεις, πρώτα κάτι αν δεν σουφρώσεις.

4

Πρόσεξε εις τη ζωή σου να μην ψευδομαρτυρήσεις…

απ’ τον ψεύτικό σου όρκο πρώτα κάτι αν δεν κερδίσεις

5

Φύλαε πάντα της παρθένας την τιμή’ εκτός ανίσως

σ’ εμποδίζει ναν το κάνεις κέρδος, όρεξη ή μίσος.

6

Την πατρίδα σου αγάπα. Πρόσεξε μην την προδώσεις,

την τιμή της προδοσίας πριν στην τσέπη σακουλώσεις

7

Λήστευε τες έξι μέρες, και την έβδομη ν’ αφήνεις

διά να διασκεδάζεις, για να τρως και για να πίνεις.

8

Μην φονεύσεις, παρά όταν να το κάνεις εμπορέσεις

χωρίς φόβο εις τα νύχια της ανάκρισης να πέσεις.

9

Από την κλοπή προτίμα πάντα την πλαστογραφία,

των βαρβάρων μόνων είναι η κλοπή κληρονομία.

10

Του γειτόνου σου το πράμα ποτέ μην επιθυμήσεις

όταν δεν υπάρχει τρόπος μια φορά ναν τ’ αποχτήσεις.

Αυτά όλα εάν τα κάμνεις θε να ζεις ευτυχισμένος

και ο κόσμος ό,τι λέγεις θαν τ’ ακούει ξεχασμένος.

melbourne_eight_hour_day_march-c1900

Mario Manduca Gomez, Δύο ποιήματα

Τρούλη grammiki 1

ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ
 
Αν μπορούσα μορφή να σου δώσω
όταν μονάχα στα όνειρα εμφανίζεσαι.
αν έστω μόνο μπορούσα να σε πλησιάσω
όταν πολύ μακριά σε νιώθω.
αν μπορούσα, μόνο με το να το επιθυμώ,
να σου μιλήσω όσο διαρκεί ένα σύντομο λεπτό,
αν μπορούσα μέσα σε σένα να εγκλωβιστώ
όταν φτάνει ο χειμώνας ο σκληρός
όλα θα άξιζαν τον κόπο…..

Αν ήξερες πόσο καιρό περιπλανιόμουν
δίχως να συναντώ ένα δρόμο.
αν ήξερες την ένδεια ενός κόσμου
που την ισορροπία του έχει χάσει.
αν μπορούσες να μ’ ακούσεις στη σιωπή
δίχως έναν ήχο να προφέρεις.
θα ήξερες πως να κατανοήσεις αυτό που νιώθω
πως πια το ‘χεις κατανοήσει, ξέρω….

***

ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ;

Σήμερα εξορίζω τα συναισθήματά μου στη λησμονιά,
που είναι το βάλσαμο που τις αμυχές επουλώνει,
και καθώς σπρώχνω απαλά ενός παραπλανητικού προορισμού τα πανιά
που αν και μοιάζει μακρινός, ανάμεσα στους στίχους μου σήμερα επιβιώνει…

Το χρόνο θέλησα να συγκρατήσω με των δαχτύλων μου τις άκρες
μην ξέροντας πως το έσκαγε σιγά σιγά κι ανεπανόρθωτα,
με λέξεις έκανα αναχώματα που σταματούσαν των κυμάτων τις φουρτούνες
αγνοώντας πως ήταν σα στιλέτο η θάλασσα που το μνημονικό μου διατρυπούσε…

Γι’ αυτό ψάχνω ανάμεσα στις τέφρες των αρχαίων κόσμων
τα βλέμματα απορρίπτοντας, κάποια τελετουργία εξορίζοντας
αποκηρύττοντας σαν άλλοτε τις πιο δεσμευτικές επιθυμίες
που σαν τα όνειρα τα παιδικά όπως πάντα πια έχουν φύγει…

Εγώ είμαι αυτός που έμεινε στις υποσχέσεις των αργοπορημένων χαραυγών πιασμένος
είμαι εγώ αυτός που ολίσθαινε στης αδειανής ματιάς σου τη λαχτάρα προστατευμένος,
στη σεμνότητα αυτού που τίποτα ποτέ δεν προσδοκά πλεγμένος
στην απογοήτευση του να δει να φτάνει το πρωινό υποταγμένος…

Εγώ είμαι εκείνος ο ληστής, που ζούσε απ’ την πνοή σου
είμαι εκείνος που περπατούσε στο σύρμα των φιλιών σου
και στα γλυκά πρωινά των καλοκαιριών της ασφυξίας
εγώ ήμουν εκείνος που τρεφόταν με τη λάμψη των ματιών σου…

*Ο Μάριο Μαντούκα Γκόμεθ (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1967), έχει σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λαγκούνα (κατέχοντας τον τίτλο του Κύκλου Ανωτάτων Σπουδών στα Αγγλικά από την «Επίσημη Σχολή των Γλωσσών») και Παιδαγωγικά (με ειδίκευση στην Παιδαγωγική και Διδακτική Μεθοδολογία) στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα στην Ισπανία. Συγγραφέας από την εφηβεία, μέλος της εταιρείας των συγγραφέων της Εξτρεμαδούρα «Cálamus», έχει εκδώσει και δημοσιεύσει αρκετά έργα του σε ανθολογίες και περιοδικά και έχει επίσης δημοσιεύσει άρθρα σχετικά με τους ιθαγενείς βορειοαμερικάνους στο περιοδικό του Πανεπιστημίου της Λαγκούνα «El Barraquito». http://mariomanducagomezelrefugiodelheyoka.blogspot.com/

***Μετάφραση: Άτη Σολέρτη.