Γιώργος Καββαδίας, Δύο ποιήματα

bg1

ΣΤΗΝ ΚΥΤΗ

Μερικές μνήμες είναι χειρότερες κι από τις πιο κακές σμέρνες…
Και σαν μικρός τιτανικός στην κύτη του μυαλού,
σαν πρόβατα κοιμούνται…
Μέχρι που η μέρα τις ξυπνά…
Μια νύχτα σαν ετούτη,
σαν κουμπουριά να έπεφταν τα άστρα κι ο ουρανός να έσβηνε…
Κι εσύ στο πάτωμα ριγμένος απ’ το χτύπημα,
τη μελωδία ψάχνεις…
Αυτή που σε μεγάλωσε…
Αυτή που στο σώμα σου να κολυμπάει έμαθε…
Με ραντάρ θα εντοπίσουν τις σκέψεις σου ξανά
και απ’ το κοσμοδρόμιο θα τις στείλουν στο φεγγάρι,
το μόνο που σαν κουμπουριά δεν ήρθε στο κεφάλι,
και να φωτίζει έμεινε την άδεια σου αγκάλη…
Σ’ ένα πλoίο άνοιξες και μπήκες…
Ήξερες που πήγαινε μα δε σ’ ένοιαζε…
Γνώριζες καλά τι ήθελες πια,
ήξερες πολλά εφήμερα κλουβιά,
μα ελεύθερος έμεινες στην κύτη…
(3/5/2008, 0:03, για την Ντίνα)

***

ΗΦΑΙΣΤΕΙΟΓΕΝΕΙΣ

Τέλεια, όλα ακούγονται σαν να ‘ταν χθες…
Και σήμερα απλά ησυχία, κανείς δε μιλάει,
μονάχα ο θάνατος βρυχάται…
Σε λίγο θα ορμήξει στην προκυμαία, θα αρπάξει την Ευρώπη
και θα την οδηγήσει στα πιο σκοτεινά καταγώγια του κάτω κόσμου.
Θα φωνάξει τρεις φορές το όνομα του…
Τρεις φορές θα φέρει γύρο τον εαυτό του…
Τρεις φορές θα ορκιστεί…
Και τελικά θα καταλάβει πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα όνειρο,
μια ιστορία του μυαλού και της φαντασίας,
μια ιστορία του υποσυνείδητου…
Κάτω από τον μανδύα της ταπεινοφροσύνης και το πέπλο τις ανυπακοής,
θα συλλέξει όλα τα απομεινάρια του πολιτισμού του
λίγο πριν τα καταστρέψει κι αυτά η λάβα…
Η λάβα από την ηφαιστειογενή του έκρηξη.
Έκρηξη που σκόρπισε παντού κομμάτια της αγνοιας του…
Κομμάτια που πέφτοντας κατέστρεψαν την ασπίδα της ζωής…
Βάλθηκες απόψε να μας πάρεις το μυαλό με ιστορίες παράξενες, αλλόκοτες…
Κι όμως έτσι έγινε, το είδα με τα μάτια του,
το άκουσα με το ακουστικό του, το γεύτηκα με τον ορό του…
Ήταν αυτό που περίμενα να είναι,
μια άνοστη παρενέργεια τον ψυχοφαρμάκων που ο καθηγητής μου παρέδωσε χθες…
∆ε τα ήπια σήμερα, ναι δε τα ήπια, αλλα μη το πεις…
Θα είναι το μυστικό μας … Κανείς δε θα ξέρει…
Μονο εσύ κι εγώ μικρό μου μαξιλάρι…
Με εσένα θα την πνίξω… Με εσένα θα την κάνω να με ονειρεύεται.
Ναι, για πάντα νεκρή…
Στο προσκεφάλι σου μοναχα τριαντάφυλλα…
Λιωμένα…
Να στάζουν κόκκινο βαθύ, σαν το αίμα σου που ποτέ δεν είδα…
Είσαι εκεί…
Ζωντανή όπως πάντα… Κλείσε τα μάτια σου…
Τα πήρα απόψε τα ψυχοφάρμακα…
(8/5/2009, 0:19)

*Από τη συλλογή “…από τις Ερινύες στις Κήρες…”, ηλεκτρονικη έκδοση.

Dorothy Porter (1954-2008), Gorgeous Breasts

dorothy_porter

After our first time
we went to a Chinese restaurant
and counted on our
charged fingers

the relatives
the friends
who’d never be the same

we were breathless
in the high wind
of our secret

that first kiss
like a dancer
in the bullring
flying
over the bull’s horns
on a quick breath

what a flirt
before the gorgeous breasts
of the crowd!

(from her book ‘Crete’)

*Dynamic, award-winning Australian poet Dorothy Porter died too young, from cancer, at 54, but left a fine body of unique poetry. The blurb from the posthumous Penguin volume, The Best 100 Poems of Dorothy Porter, says: ‘Dorothy Porter was one of Australia’s true originals, renowned for her passionate, punchy poetry and verse novels.’

The verse novels were very readable as stories. One of the first, the detective story The Monkey’s Mask, was made into a film. She also wrote the libretto of an opera, Eternity Man, by composer Jonathan Mills, which was staged at the Sydney Opera House and later adapted into a 64-minute film. In addition, Porter wrote young adult fiction, libretti for chamber operas, and at the time of her death was collaborating on a rock opera with musician Tim Finn.

Her Wikipedia entry notes: ‘Porter was an open lesbian and in 1993 moved to Melbourne [from Sydney] to be with her partner, fellow writer Andrea Goldsmith. The couple were coincidentally both shortlisted in the 2003 Miles Franklin Award for literature. In 2009, Porter was posthumously recognised by the website Samesame.com.au as one of the most influential gay and lesbian Australians.’

A fascinating interview from early in her career, republished at the time of her death, is largely about her poetic influences. It’s well worth a read. (The rather startling photo featured is the cover illustration of her exciting first book, Little Hoodlum, published when she was 21.)

Google seems to be the best place to shop for her books. And you can read an extensive collection of her poems at Australian Poetry Library, along with a good, concise article about her life and work.

All her poems are wonderful, but with so many of them being part of full-length narratives, and others being rich with specifically Australian allusions, I looked for a piece that could stand alone and be accessible to all readers. I love its delicious joy and slight cheekiness, both qualities characteristic of her poetry.

Θανάσης Τζούλης, Τρία ποιήματα

page-03

Η γλώσσα του Αδάμ

Άνοιξε το κλουβί –το ποίημα

να ιδείς που οι λέξεις μένουν με ριζώματα

και αρμούς και ιδίως με εντελέχεια που τις ωθεί

κι όπως χύνονται από μέσα τους γλυκά νερά της γέννας

με τον πλακούντα να παραμερίζει μ’ άλλα τρύπια νέφη

γύρισε αθέατα το διακόπτη της Εκάτης

να αναδυθεί

το ποίημα φεγγαροπρόσωπο

και κάτω ο νερονόμος ποιητής ανάμεσα σε πουλολόγους

ή ο ποταμός Νείλος που με το φύσημα των νερών του

χάνουν οι αγρότες τους όχτους

γιατί η γεωμετρία του ποιήματος

έχει από μέσα της όρια

και με πέντε λέξεις και δυο ιχθείς του δάσους του

χορταίνουν οι ακτήμονες

Μόνο μην κλείνεις το κλουβί· ακούμπησε

τις χυμένες αισθήσεις σου στο άνοιγμα

κι άκουσε τι συμβαίνει στο στάβλο του το χάραμα

που η φύση ορίζεται από το φύλο της πρωτόγονα

κι η γλώσσα είναι του Αδάμ

***

Πως γέμισαν τα λόγια μας λίπος και κιρσούς
                          
στα τελευταία παιδιά
Να σας πω πως γέμισαν τα λόγια μας λίπος και κιρσούς

Εμείς παιχνίδια δεν είχαμε κι όμως όλη τη μέρα

το παιγνίδι έτρεχε απ’ όλες τις μεριές του κορμιού μας

ως τις πιο ορεινές άκρες του που ήταν

τα απαγορευμένα δέντρα με τα μεγάλα ζώα

στις κουφάλες τους
Εκεί παίζαμε το παραμύθι

με τον κόκορα στις φλέβες μας και τις φωνές του

χυμένες μέσα και το σκύλο να ορίζει το υπογάστριο

που αλυχτούσαν αλεπούδες με προβιές θηλυκές

Ύστερα κάποιος ξενοχωρίτης γέμισε τις φωνές του

με παιγνίδια μαλαματένια κι από λάστιχα και δέρματα θάμνων

βουτηγμένα σε λάδια και μπογιές

Γελάσαμε ως τ’ ακούσαμε που έβγαιναν κοπάδια

τα μαλαματένια παιγνίδια βουτηγμένα ως το λαιμό

στα λάδια για όλα τα νούμερα των χεριών

γιατί τέτοια δεν ξέραμε

κι όμως το παιγνίδι

δεν έλειπε από το αίμα μας

με τη μαγιά του ανοιχτή στις γειτονιές

χωρίς υπνοφύλακα
Όπως σφενδόνιζε τις φωνές μας βλέπαμε και μέλη του
κορμιού μας

που ακολουθούσαν και τις γύριζαν στα ριζώματά τους

τίποτε να μην είναι χαλασμένο

κι όλα να έχουν την αρτιμέλειά τους

με τις φωνές μας χυμένες στις παραφυάδες τους

κι όλα ήταν στο τώρα με το μετά στα ορεινά μας

που το ακούαμε να μυρίζεται τις φλέβες μας

Το απόγευμα που ακούσαμε το σφύριγμα

και ο κόκορας χωνόταν στα ορεινά

κι έπαιρνε τη θέση του μέσα στις φλέβες μας

με το σκυλί διπλωμένο στο υπογάστριο
για το παραμύθι

μετρηθήκαμε

λιγότεροι
κι άρχισε η μαγιά που ήταν ανοιχτή χωρίς υπνοφύλακα

να μπαγιατίζει

Έκλειναν οι κουφάλες στα δέντρα

κι ακούαμε τα σκυλιά που έσκουζαν παραχωμένα

κι όλα αυτά στο αίμα μας που έχανε τα ορεινά του

και κατέβαινε
κουρεμένο

κι αχαμνό
στο

στάβλο

Τότε τα αετόπουλα έγιναν κοτόπουλα

με τις κοιλιές τους αφημένες στα υγρά

και την έδρα τους στις δαχτυλιές

Θημωνιάζονταν τα παιγνίδια στα σπίτια

φρέσκα από τα άντερα των εργοστασίων

με προσχώσεις που γύριζαν όλους τους χυμούς μας

κι έπεφταν τα ορεινά

Παχαίναμε μαζί τους

με τις προσχώσεις στο υπογάστριο που μας έκλειναν

κι ανάμεσα ήταν σωρός από χέρια παχιά και ανάπηρα

που χόντραιναν
κάτω από γλίνες

Βλέπαμε που χάνονταν τα ορεινά μας

ανάμεσα σε ειδώλια βουτηγμένα σε λάδια

και μηχανικά πελώρια πλάσματα που κοίμιζαν το αίμα μας

ναρκωμένο στο υπνόχορτο

και γέμιζαν τα λόγια μας λίπος και κιρσούς

***

Ο Αισχύλος με το βράδυ γύρω του σαν περικάρπιο

                                         Της Τατιάνας Γκρίτση Μιλλιέξ

Λένε που ο Αισχύλος ήταν πάντα του υγρός

τόσο που οι λέξεις φύτρωναν

από μέσα του κι ήταν κλεισμένος στη γη του

με παχιά ζέστη σιτηρών μέσα του

που όπου άγγιζε ήταν σύλληψη

Το απόγευμα των μύρων έπεφτε στα οργωμένα

και μυρίζονταν μ’ άλλα ζωντανά

να βρει από ποιες ζυμώσεις έρχονται οι μυρουδιές

Οι κήποι είναι για αδύναμες οσφρήσεις έλεγε

κι έβγαινε με χωματόδερμα κλεισμένος στη γη του

και με παχιά ζέστη σιτηρών μέσα του

Αλλάζω το δωμάτιο με τον πρώτο στάβλο

να βαφτίσω τις μυρουδιές τα όργανα

και τις πράξεις τους

Και μάζευαν γύρω του τα παιδιά κομμάτια από αγρούς

που έπεφταν από μέσα του με φυσική αποδέσμευση
και καινούργιους γενέθλιους ήχους

Αφήστε το νέο μελίσσι

να κατοικήσει μέσα σας τον άκουαν

Κάποτε ακούμπησε την ασπίδα του

στα ριζώματα της μέρας κι ΕΓΡΑΦΕ

καλοτυχίζοντας τις χελώνες κι άλλα ποταμοπούλια

που χώνευαν τα αυγά τους σε εδαφοσχισμές

για να καρπίσουν σε παχιά ζέστη

Είναι τα φυτοπούλια που εμπιστεύομαι έλεγε

και πίσω από την όρθια ασπίδα του

που έπιανε τα ριζώματα της μέρας

κι έκλεινε τον ορίζοντα με φως που ΕΓΡΑΦΕ

περίμενε η νύχτα
να
τελειώσει

τη
γραφή
του

και ν’ αποσύρει την ασπίδα του με τον ορίζοντα

για να ‘ρθει γύρω του το βράδυ σαν περικάρπιο

*Το σχέδιο της ανάρτησης του ή της Hope Epoch είναι από το ιστολόγιο του περιοδικού Τεφλόν σε ανθολόγηση ποιημάτων του Θανάση Τζούλη στο τεύχος 4 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2010-2011) και σε επιμέλεια Γιώργου Πέππα και Αλέξανδρου Κορδά.

Thanasis Tzoulis-1

Kamaroudine Abdallah Paune, Θάνατος στους μετανάστες

maxresdefault

Εγώ έφτασα χτες.
Κι εσύ; Χτες; Προχτές;
Μετανάστη, από ποια χώρα είσαι;

Εγώ έρχομαι από την Αφρική
Λίκνο του ανθρώπινου γένους
Εποίκισα αυτόν τον πλανήτη
Στο έλεος των καταιγίδων.
Σαν τους ωκεανούς
Ακολούθησα την παλίρροια
Κατά μήκος της ήσυχης ακτής.

Μετανάστη, αυτή η γη δεν είναι δική σου,
Αυτή η χώρα είναι δική μου και των πατέρων μου,
Αυτή η χώρα ανήκει στους –

Ξένε, έξω από την χώρα μου,
Αλλοδαπέ, χωρίς χαρτιά, σχιστομάτη, αράπη!
Εγώ είμαι πραγματικά χοντροκέφαλος…
Γάλλος από την Πολωνία, από τη Ρωσία, την Ισπανία
Αμερικάνοι από την Ιταλία, την Ιρλανδία ή τη Σενεγάλη
Αυτή η γη, είναι παλαιστινιακή;
Είναι εβραϊκή, αραβική ή βερβερίνικη;

Εσύ που είσαι του σήμερα και καταδιώκεις αυτούς του χτες
Δεν καταδιώκεσαι κάπου αλλού;
Είμαστε όλοι μετανάστες στον έναν ή στον άλλον τόπο.
Έτσι λοιπόν, μετανάστευσε. Στον θάνατο.

*Μετάφραση: Jazra Khaleed.

**Ο Kamaroudine Abdallah Paune ζει στα νησιά Mayotte και γράφει ποίηση στα γαλλικά.

***Αναδημοσίευση από: http://teflon.wordpress.com/2010/01/25/kamaroudine-abdallah-paune-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%82/

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

roidis-cover

ΕΙΔΗ

Λοιπόν
είμαστε η εποχή μας που ζούμε
Ή η μύξα της Σουηδίας
Αδιόρθωτο μολύβι αντιγράφει
Ό,τι συμβαίνει
Μέσα στην Μπάμπουσκα ο Σαμουράι
Διαπρέπει
Γιαπωνέζικο στέμμα
Καμικάζι που ξεχνάνε τα λόγια
Όλα τα δέντρα μιας τεράστιας χώρας
Δεμένη Σειρήνα στο κρεβάτι
Απόκρυφη αηδία, στεναχώρια
Καιρός σαν σάρκα παλιού
Ναυαγού από ένα στειρωμένο μάτι κοιτάζει
Ο ένας ρήτορας τον άλλον
Γελωτοποιοί, ζώνες ασφαλείας
Ολόκληρα μέρη παίζονται
Με τα γέλια κανείς δεν αλλάζει
Φωτιά, υποθετικά χαμόγελα, μόνο κυρίες για τα αγόρια
Βασιλιάδες παραμονεύουνε σαν σκλάβοι
Οι θεατρίνοι ανατινάζονται πάνω στο βαμβάκι
Η μάνα του Άμλετ
Καταβρέχει τις μπουγάδες του Σαίξπηρ
Στα στενά σοκάκια
Τα κομψά πόδια της αγωνίας
Ανασκευάζουν μια παλιά θεωρία
βουή του Μπόρχες εισβάλει στα Χριστούγεννα
Σοφό κοτσύφι αφημένο στην κορυφή Δείγμα δωρεά δέος δάση
Η φαντασίωση της Πηνελόπης στάθηκε ως ύψιστη αρετή
Εμένα κοντοστάθηκε
Πούλα γρήγορα
Εξωτική αλήθεια
Ζούγκλες για τα κουνούπια
Υπάρχουν τίγρεις στις πόλεις
Το επιβραβευμένο σου άλλο
Η διαφήμιση νίκησε το προϊόν
Νίκησα
Ποτέ- δεν- το- είπε-

Ακούστηκε

Κανένας ενδιαφερόμενος δεν κατάλαβε πως.

***

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΟ

Κάπου εκεί μέσα είδα τα μάτια του
Καιρό πριν τα ξαναδώ κλαμένα
Είδα κάθε είδους και φυλής ιστορία
Να προσωποποιείται παραποιημένη να υπονομεύεται
Και εγώ να περιμένω εκείνη να με επισκεφτεί
Μύρισα την συμφωνία που της πρότεινα και έτσι κατρακύλησα
Νόμιζα ότι έχανα την μυρωδιά μου, συγκρίθηκα
Τα κλειδιά μου είχανε πάρει φόρα
Αποτιμούσα απλά όσα θα ακολουθούσανε απλά
Ξανάρχισα το διάβασμα
Σε άλλη βάση
Σε μια παράξενη εποχή τόσο άλλη
Της φίλησα το στόμα ξέροντας καλά
Το κακό που είχε κάνει
Γι’ αυτό την φίλησα άλλωστε
Άφησα το αστείο να ακουστεί από τους μυθικούς παλιάτσους
Ήταν φίλοι που ήρθαν διψασμένοι για έρωτα κι αυτοί
Τους πήρα μαζί στο παραμύθι
Και το βράδυ τους έδιωξα όλους
Ήταν όμορφη η νύχτα,
Η ζέστη με είχε κάνει να νοιώθω καλά
Και αφού η ζωή νόμιζε ότι πίσω από την αυλαία
Η αυλαία ποτέ δεν τολμάει να πέσει
Έπαιξα με την αθωότητά της
Και άφησα την αθωότητα να παίξει μαζί μου
Υπολόγιζα βέβαια ότι αυτό δεν γίνεται
Μετά υπολόγιζα το πως είχε γίνει
Γινόμουν τίποτα καθώς
Τέτοιος άνθρωπος ήμουν
Όπως νομίζω όλοι Μετά, χάθηκα
Την εποχή που έγινα παλιάτσος
Ακόμα έψαχνα φιλιά
Νομίζω γύρευα ένα βότσαλο που της είχα δώσει
Πριν παρασυρθώ στην θέση του
Από το κύμα
Και ένα παρόμοιο ξενοδοχείο
Που να του λείπουνε άνθρωποι σαν και εμένα.

*Από τη συλλογή “Η σοκολάτα και το κερί”, Εκδόσεις Straw Dogs, Λευκωσία 2016.

Γρηγόρης Σακαλής, Κατιούσα

1jpg-6

Ποιοί είναι αυτοί
που μας κρύβουν τον ήλιο
ποιοί είναι αυτοί
που σφίγγουν τις αλυσίδες
κάθε χαραυγή
το ανθρώπινο ποτάμι
βάζουν σε κανάλια
την τύχη μας καθορίζουν
κοιτάμε εμείς
αδύναμοι κι αμέτοχοι
λες και πρόκειται
για τη ζωή των άλλων
μα είναι η δική μας ζωή
που ξεψυχάει κάθε μέρα
μα είναι το δικό μας σώμα
συνέχεια μουδιασμένο
είναι το δικό μας στόμα
που μένει βουβό
και πικραμένο.

Ashraf Fayadh: ο Παλαιστίνιος πρόσφυγας ποιητής που καταδικάστηκε σε θάνατο λόγω “αθεΐας”

1

Ο Ashraf Fayadh είναι ένας Παλαιστίνιος ποιητής, πρόσφυγας στη Σαουδική Αραβία (“Γη είναι η κόλαση που ετοιμάστηκε για τους πρόσφυγες”, όπως ο ίδιος γράφει) που καταδικάστηκε σε θάνατο δια αποκεφαλισμού από την κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας, ως αποτέλεσμα μιας σειράς διώξεων που του ασκήθηκαν επειδή “προωθούσε την αθεΐα” μέσα από την ποίηση και το έργο του.

“Οι προφήτες έχουν συνταξιοδοτηθεί. Οπότε μην περιμένεις κανέναν προφήτη να σταλεί για χάρη σου.” έγραψε ο Ashraf και στις 17 Νοεμβρίου 2015 καταδικάστηκε στην εσχάτη των ποινών…

Πρόσφατα, η ποινή του -μετά από το διεθνές κίνημα αλληλεγγύης που αναπτύχθηκε- κατέπεσε σε 8 χρόνια κάθειρξης και 800 μαστιγώματα αλλά απαιτείται και να αποκηρύξει την ποίησή του δημοσίως στα κρατικά Σαουδικά Μ.Μ.Ε.. 

Ο ποιητής σίγησε καλλιτεχνικά στη φυλακή -κατά κάποιους πνευματικά πλέον διαταραγμένος- περιμένοντας τον αποκεφαλισμό του. Ο πατέρας του, στο άκουσμα της καταδίκης του Ashraf σε θάνατο, πέθανε από εγκεφαλικό. Και ο Ashraf, ξαναέπιασε την πένα του…

Εμείς, αν μη τι άλλο, έχουμε χρέος να φροντίσουμε ώστε η ποίησή του ν’ ακουστεί σε κάθε γωνιά της Γης:

Τεταμένες στιγμές*

Τεταμένες οι στιγμές μου,
κι ο ύπνος σαν πρώτη φορά ερωτοχτυπημένος έφηβος.
Ας παραβλέψω την καρδιά 
και την αναστάτωση του νου σαν νερό που κοχλάζει
πέρα από το σημείο βρασμού.

Είμαι ένα κομμάτι σύμπαντος με το οποίο το σύμπαν οργίζεται,
ένα κομμάτι γης για το οποίο η γη αισχύνεται,
ένας άνθρωπος καταρρακωμένος απέναντι στον οποίο
οι άλλοι δεν τηρούν ουδετερότητα.

Ουδετερότητα: μια αυταπάτη
όπως όλες οι χάριτες για τις οποίες μιλούν οι άνθρωποι, τόσο ξεδιάντροπα θεωρητικά.
Η αλήθεια ένας όρος ανεπαρκής, όπως ο Άνθρωπος,
και η αγάπη χτυπιέται ‘δω και ‘κει,
μια δύστυχη μύγα
παγιδευμένη σε κουτί γυάλινο.
H ελευθερία κάτι το πολύ σχετικό:
ό,τι κι αν ειπωθεί ό,τι κι αν γίνει ζούμε σε μια φυλακή σε σχήμα μπάλας
με κάγκελα από όζον.
Απελευθερωθείτε, η μοίρα μας
ο βέβαιος θάνατος.

Ανίκανος να γελάσω.
Παντελώς ανίκανος ακόμη και να χαμογελάσω.
Ανίκανος, την ίδια στιγμή, να κλάψω.
Ανίκανος να λειτουργήσω ως άνθρωπος,
και δεν με αναστατώνει ούτε τόσο δα
κι όμως πονάει τόσο
να έχεις ένα κορμί σκεπασμένο με αδιόρατο χνούδι,
να περπατάς στα δυο,
να εξαρτάσαι πλήρως από τον νου σου,
να παρασύρεσαι από τις επιθυμίες σου ως τα άκρα,
να είναι η λευτεριά σου παγιδευμένη,
να αποφασίζουν άλλοι να σε σκοτώσουν,
να χάνονται οι δικοί σου
δίχως μιαν ευκαιρία να πεις Αντίο.

Tι το καλό κάνει ένα Αντίο
εκτός από το να αφήνει μια θλιβερή εντύπωση;
Τι το καλό έχει μια συνάντηση;
Τι το καλό έχει η αγάπη;
Τι το καλό έχει το να είσαι έτσι ζωντανός
όταν οι άλλοι πεθαίνουν από θλίψη
για σένα;

Τον πατέρα μου τον είδα για τελευταία φορά πίσω από ένα χοντρό τζάμι
κι ύστερα έφυγε, για πάντα.
Εξαιτίας μου, ας πούμε.
Ας πούμε επειδή δεν μπόρεσε να αντέξει στη σκέψη
πως θα πέθαινα πριν απ’ αυτόν.
Ο πατέρας μου πέθανε κι έμεινε ο θάνατος να με πολιορκεί
δίχως αρκετά να με τρομάζει.
Γιατί ο θάνατος μας φοβίζει έως θανάτου;
Ο πατέρας μου αναχώρησε αφού ξόδεψε
πολύ καιρό στην επιφάνεια αυτού του πλανήτη.
Δεν του είπα αντίο όπως έπρεπε
ούτε τον θρήνησα όπως έπρεπε
κι ήμουν ανίκανος για δάκρυα,
μια συνήθειά μου, που χειροτερεύει με τα χρόνια.

Αυτοί οι στρατιώτες με πολιορκούν σ’ όλα τα μέτωπα
με τις ξεθωριασμένες τους στολές.
Νόμοι και καθεστώτα και θεσμοί με πολιορκούν.
Η κυριαρχία με πολιορκεί,
ένα ένστικτο τόσο βαθύ που τα ζωντανά πλάσματα δεν μπορούν να διαταράξουν.
Η μοναξιά μου με πολιορκεί.
Η μοναξιά μου με πνίγει.
Στραγγαλίζομαι από κατάθλιψη, νευρικότητα, ανησυχία.
Η τύψη, να ανήκω στην ανθρώπινη φυλή, με σκοτώνει.
Στάθηκα ανήμπορος να πω αντίο σε όσους αγαπώ
και έχουν πια φύγει, ακόμη και προσωρινά.
Στάθηκα ανήμπορος να αφήσω μια καλή εντύπωση μιας τελευταίας συνάντησης.
Κι ύστερα ενέδωσα στα τουφέκια της νοσταλγίας
που ισοπέδωσαν τον δρόμο μου.
Αρνήθηκα να υψώσω τη γροθιά μου
κι έγινα ανίκανος.
Κι ύστερα δεσμεύτηκα από τη θλίψη
που απέτυχε να με εξαναγκάσει να δακρύσω.
Η Γνώση μου κατατρώει τα σωθικά,
σκοτώνοντας κάθε μου ευκαιρία επιβίωσης.

Η Γνώση με σκοτώνει αργά
και παραείναι πια αργά για θεραπεία.

Ashraf Fayadh

*Μετάφραση του ποιήματος από τα Αγγλικά: Louise.
**Αναδημοσλιευση από Provo στο http://www.provo.gr/ashraf-fayadh/

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εβδομηκοστό Όγδοο

43



Άστα να παν στο Διάβολο, Αλκαίε! Τι καράβι

στων ανέμων τη μανία, η ταραγμένη πολιτεία,

μου λες εσύ· ετούτοι εδώ είναι ικανοί

να βυθίσουν ολόκληρη πατρίδα 

μες στο λιμάνι: οι ναυαγοί

ν’ ακούνε με πνιγμένη την ανάσα 

τον Καρούζο στους Παλιάτσους

του Λεονκαβάλο: Il teatro e la vita 

non son la stessa cosa!: Η σκηνή

και η ζωή δεν είναι το ίδιο πράγμα!

Όχι δα!
Ένα κορίτσι προδομένο απ’ τη ζωή 

ανάμεσα στα πόδια, θα μπορούσε να σταθεί

μια χαρά σε οποιαδήποτε σκηνή της Ευρώπης,

ουρλιάζοντας μεσάνυχτα, σε μια γλώσσα

παλιά σαν χορταριασμένος φράχτης

ανάμεσα στο χάος και την αιωνιότητα.

Όσο για τις μάνες,

θα μπορούσαν να κρατήσουν τα νεκρά 

μωρά τους αγκαλιά μέχρι και δέκα παραστάσεις,

να χτυπούν την πόρτα της απόγνωσης,
ξυπόλητες, γυμνές, κουρελιασμένες 

πρησμένες, νηστικές και ν’ ανοίγει 

μια ακρίδα με κεφάλι φιλοσόφου:

στόμα γεμάτο σάπια επιχειρήματα, ερπετό

κατάφορο η γλώσσα: «Αυτές οι μύγες!

Αυτές οι μύγες! Ούτε νεκροί

δεν εννοείτε να τις αποχωριστείτε!

Ανατολίτες! Για σας

ο Θουκυδίδης είναι ο μπακάλης της γειτονιάς. 

Τι θέλετε, επιτέλους;

Αν δεν μπορείτε ν’ αντέξετε την Ιστορία

-στο πρωτότυπο-

μην εγείρετε αξιώσεις στη μετάφραση. 

Πάψτε κι αφήστε μας ν’ απολαύσουμε

τη συνέχεια του έθνους». 

Απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα, ένας Ιρλανδός

Οδυσσέας ξύριζε το κεφάλι

ενός πιθήκου με κεφάλι πρωθυπουργού.

Εκείνος δούλευε την γλώσσα του

σαν ξιφολόγχη: «Λεγεώνες των αιώνων!

Η συνείδησή μας είναι απολύτως απλή. 

Αυτοί που δεν μπορούν να καταλάβουν την αλήθεια

του ψέματός μας, αργά

ή γρήγορα θα μας περάσουν στον λαιμό

το ψέμα της αλήθειας τους.

Ας αφανίσουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή, 

αφού ήδη τα έχουμε διευθετήσει αποφασιστικά.

Η διαλεκτική της Ιστορίας

είναι ένα είδος ανατομίας:

μόνον από τα πτώματα μπορεί να καταλάβει

τι δεν πήγε καλά».

«Εγώ τα βράδια

πέφτω νωρίς», ο κουρέας. «Δουλεύω σκληρά

σαν καλός νοικοκύρης από τότε

που επέστρεψα. Έτσι κι αλλιώς 

οι άνθρωποι ξέχασαν πια την τέχνη

της ζωής και του θανάτου,

κατάντησαν την Τροία μια βρωμερή λακκούβα.

Παίρνουν όποιον πιάνουν, τον πηγαίνουν

στην άκρη, του κόβουν το κεφάλι,

το ρίχνουν μέσα κι αφήνουν το κορμί

να σπαρταράει απέξω. Όλα λάθος.

Η Δύση είναι τρελή για θάψιμο…»



Φωτιά από τη μια, θάλασσα από την άλλη.

Τραγούδησα. Τι άλλο θα μπορούσε

να κάνει ένας έντιμος

δαίμονας σε μια κόλαση

αδίστακτων αγγέλων;

8ACE9D0BBE4D5D8351F46E647C454297

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

μικρός πρόσφυγας

Κανονίζουμε ωραίους περιπάτους…
Σε ουδέτερα φωτισμένους διαδρόμους
Όπου ράχες βιβλίων κηπουρικής γεμίζουν ράφια
Δίπλα στη νιοστή χιλιάδα “θρύλων” εγχώριων
[Άδειο καρότσι ο στίχος…]
“Τετράδια για τα παιδιά, θυμήσου εξάπαντος και το σαλάμι!”
Τρίξιμο κλειδιών στη μέσα τσέπη ̇ τα μεγάφωνα δεν σταματούν
Να διαλαλούν τις προσφορές τους.

***

Σήμερα βλέπω δυο παιδιά
(Τα 15 κλείσαν δεν κλείσανε)
Να μουτζουρώνουν την αγάπη τους
Σε τοίχο -κι είχε κρύο- τα καημένα…
“Ευχαριστώ” τους λέω και γυρίσανε
“Ευχαριστώ γιατί μας λέτε;” απορημένα.
Ίδιον καιρό, στον ίδιο τοίχο έγινες ποίημα
-Δεν το ‘μαθες ποτέ- απ’ τα σβησμένα.

***

Έχεις ακόμα δρόμο να διανύσεις…
μες στα πυκνά φυλλώματα, μέσα στ’ αγρίμια
-στο διάβα σου παραμονεύουν!-
ελονοσία και πυρετός, πόδια γυμνά
πρησμένα. Σφίγγεις τα δόντια
για να προχωρήσεις. Παντού αβέβαιο έδαφος ̇
άγνωστος χάρτης.

*Από τη συλλογή ‘Εφημερόπτερα”, Θεσσαλονίκη 2015.