Έφη Καλογεροπούλου, Δύο ποιήματα

Ανταλλακτήριο 3

έχει καιρό απόψε

κρατήσου γερά φώναξα
ρίχνω σκοινιά απόψε
άγκυρες κατεβάζω στα βαθιά
τη ζωή να δέσω

στρίβω τιμόνι στο κενό

τεχνάσματα αρνούμαι
κράτα γερά
στα ύφαλα χυμάω
τους βυθούς σαρκάζω
στο τίποτα γελάω
κράτα γερά
η νύχτα είναι στα ανοιχτά

παγωμένος ο αέρας
λογχίζει
μέχρι να ξημερώσει
μέχρι να ξημερώσει

καθρέφτες ρίχνω στο νερό
σκοτάδι έχασα να βρω
ψάχνω

κι αυτό πού όνομα δεν έχει
τρομαγμένο σπαρταρά
στην άκρη του καιρού

***

γερνάνε πιο γρήγορα

γερνάνε πιο γρήγορα
τις νύχτες οι άνθρωποι
τα χέρια τους μακραίνουν
σ’ αυτές τις ατέλειωτες χειραψίες
πόσους νεκρούς ξεπροβοδίζουν;

κάποτε
η νύχτα μού δάνεισε
βιβλία σελίδες από δέρμα
ράκη ανθρώπινα
έτσι ξεφύλλιζα απελπισία
σταγόνες αίμα στα δάχτυλα
πόδια, χέρια, μάτια στο χώμα
γύριζα στο χρόνο
με λάμπα θυέλλης
κρύφτηκα, πλύθηκα, έφτυσα

η μνήμη κυλάει
ακόμη δεν έχει σταματήσει
πέτρες ξεκολλάνε
γκρεμίζονται
μέσα στη λύπη διπλώνω
τη γλώσσα μου
τρώω σάρκα σιωπής
στη μέρα που κουτσαίνει
κλείνω το μάτι

*Τα ποιήματα περιέχονται στη συλλογή “Σκεύη ταξιδίου” (Ενδυμίων, 2007), αλλά εδώ τα πήραμε από την ηλεκτρονική συλλογή “Ίχνη” (Ενδυμίων”, 2014), η οποία αποτελείται από 10 ποιήματα της πρώτης.

Guillaume Apollinaire, Τέσσερα ποιήματα

ap004

ΚΡΟΚΟΙ

Τό λιβάδι είναι φαρμακερό όμως ωραίο τό φθινόπωρο
Οί γελάδες βόσκουν έκεΐ Άργά-άργά δηλητηριάζονται
‘Ο κρόκος έρυθρόγλαυκος καί δαχτυλιδωτός άνθεί έκεί
Τα μάτια σου είναι σαν έκεϊνο τ’ άνθος βιολέτικα
Σαν τις δαχτυλιδώσεις του καί σαν αύτό τό φθινόπωρο
Κι ή ζωή μου γιά τα μάτια σου αργά δηλητηριάζεται

Τα παιδιά του σχολείου φτάνουν φουριόζικα
Φορούν ζακέτες καί παίζουν φυσαρμόνικα
Συλλέγουν άνθόκροκους πού είναι σάν μητέρες
Θυγατέρες των θυγατέρων τους κι έχουν τό χρώμα
Των βλεφάρων σου
Καθώς
Πάλλονται σάν λουλούδια σ’ εναν απονενοημένο άνεμο

Ό βοσκός τραγουδά σιγανά
Καί φεύγουν οί γελάδες άργές καί μουκανίζοντας
Πάντα τό φαρδύ τοΰτο λιβάδι πονηρά άνθίζει τό φθινόπωρο

***

ΤΟΜΕΑΡΧΗΣ

Τό στόμα μου θά εϊναι βάραθρο μέ θειάφι καφτό
Θά βρεις τό στόμα μου κόλαση άποπλάνησης κι άπόλαυσης
Οί άγγελοι του στόματός μου θά θρονιαστούν στην καρδιά σου
Οΐ στρατιώτες του στόματός μου θά σου έπιτεθοϋν αιφνιδιαστικά
Οί παπάδες του στόματός μου θά λιβανίζουν την ομορφιά σου
Ή ψυχή σου θά πάλλεται σάν μιά περιοχή σεισμοί)
Τά μάτια σου θά έχουν τότε φορτωθεί όλον τον έρωτα
Τής άνθρωπότητας συσσωρευμένον άπό πρωτόγονα χρόνια
Τό στόμα μου θά είναι μιά στρατιά αντίπαλή σου
Μιά απειθάρχητη στρατιά αλλάζοντας καθώς ένας
Ταχυδακτυλουργός τό σχήμα καί τον αριθμό της
Ή ορχήστρα κι ή χορωδία τοϋ στόματός μου θά ψάλλει
Τήν αγάπη μου θά σου τή μουρμουρίζει άπό μακριά

Κι εγώ όρθιος μέ μάτια καρφωμένα στο χρονόμετρο
Θά όρμήσω γιά έφοδο

***

ΠΑΝΤΑ

Στη Madame Faure-Favier

Πάντα
Τραβούμε έμπρός δίχως ποτέ να προχωρούμε
Κι άπό πλανήτη σέ πλανήτη

’Από νεφέλη σέ νεφέλη
0 Δον Ζουάν μέ χίλιους τρεις κομήτες
Δίχως ποτέ ν’ άνυψώνεται άπό τη γη

Σημαδέψετε δυνάμεις καινούριες
Καί πάρετε τά φαντάσματα στα σοβαρά
Τόσοι στο σόμπαν λησμονούν τούς εαυτούς των
Μεγάλοι έπιλήσμονες
Γνωρίζουν καλά να μάς κάνουν νά λησμονούμε
Αυτή καί αύτή την περιοχή τής ύφηλίου
Που είναι ό Χριστόφορος Κολόμβος
Σ’ αυτόν οφείλεται ή λήθη μιας Ηπείρου
Νά χάσεις
Μά νά χάσεις άμετάκλητα
Καί ν’ άφήσεις χώρο γιά άνακάλυψη νά χάσεις
Τη Ζωή γιά νά κερδίσεις τή Νίκη

***

ΔΕΣΜΟΙ

Σκοινιά καμωμένα από κραυγές
Άπ’ άκρη σ’ άκρη τής Ευρώπης
Ηχοι καμπάνας
Μετέωροι αιώνες

Σιδηροτροχιές
Δένουν τα έθνη
Είμαστε δυο-τρείς άνθρωποι ελεύθεροι άπο δεσμούς
Ας δώσουμε τα χέρια

Βροχή καταιγιστική χτενίζει τούς καπνούς
Σκοινιά
Σκοινιά πλεγμένα
Καλώδια
Υποβρύχια
Πύργοι τής Βαβέλ μεταμορφωμένοι σε γέφυρες
Άράχνες-Ποντήφικες
Ένας δεσμός δένει όλους τούς εραστές
Αλλοι δεσμοί πιο συγκρατημένοι
Λευκές άχτίδες φωτός
Σκοινιά κι ‘Ομόνοια
Γράφω μόνο γιά νά σάς άπαθανατίσω
“Ω αισθήσεις ώ μονάκριβες αισθήσεις
Εχθροί τών άναμνήσεων
Εχθροί τών επιθυμιών
Εχθροί τών τύψεων
Εχθροί τών δακρύων
Εχθροί δλων δσων ακόμη άγαπώ

*Από το βιβλίο “Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Ποιήματα”. Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας. Εκδσείς “Γνώση”, Αθήνα 1982.

Μαρία Ξενουδάκη, Τρία ποιήματα

xen005

I

Μεταμόρφωση, γυάλινες πραμμάτιες, κομμένα πτώματα, ελαττωματικά,
εσείς.
Ζήτημα θανάτου και θανάτου αξιότιμοι τερμίτες,
τελειώσατε,
Τέλειωσε,
Πέτυχε, μεταμόρφωση,
κοκάλινα νέφη
Βροχή από χαλασμένο σπέρμα.
Οι βουβώνες καμένοι,
Στον κώλο χωμένα λεφτά
συκοφάντες
αυθεντικές γκραβούρες.

II

Καρικατούρες
Στέκεσαι, κλαις
εσύ
δεκανίκι όχι,
Ξέχασα λεπτομέρεια
παράπονο, αίμα,
Φως.

***

Καλύτερα να με κοροϊδεύουνε, παρά να τους καταλαβαίνω
Φ.ΝΙΤΣΕ

I

Αναβρύζει αιώνια το ακάθαρτο σόμπαν,
ατέλειωτες όμοιες ώρες
ν’ αφορμίζουν σαν κακά σπυριά,
ο ήλιος να πολλαπλασιάζει την ανία,
ο σπόρος του κακού ν’ απορροφά συνέχεια,
τη φλογερή μου ενέργεια.

II

Στον αφρό των μοναχικών μου ελπίδων
ν’ απογοητεύσω το γητευτή θεό,
ν’ αποζητώ τη λύτρωση
που φέρνει η απάρνηση των ιδεών και των απόψεων,
να θέλω να κοιμηθώ
στ’ αγαπημένα μου κρινάκια,
που βγαίνουν στο νοητό τάφο των στεναγμών μου.

***

Αν και ριζικά μηδενιστής, δεν απελπίζομαι πως
θα βρω την πόρτα της εξόδου την τρύπα που
οδηγεί σε κάτι.

Φ. ΝΙΤΣΕ

I

Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού
να παλεύω να συντρίψω τα σημάδια του παρελθόντος,
φθαρμένες, ερειπωμένες, έννοιες και πράξεις.

II

Όλα τ’ αποτσίγαρα έσβησαν
στο πιο φωτεινό σημάδι της αντίστασης
κι όλα τα εξαίσια πρέπει
μπήχτηκαν μαχαίρια κοφτερά
στα πηγμένα αρχίδια του κατεστημένου.

*Από τη συλλογή “Αλτρουΐτα”, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 1991.

Άμαρτζιτ Τσάνταν, Δύο ποιήματα

images-duckduckgo-com

ΠΟΙΟΣ ΠΑΙΖΕΙ
(για τη Ρενάτα Φοντένλα)

ποιος παίζει
τη συμφωνία των τρεμάμενων ίσκιων;

το νερό στάζει σταγόνα-σταγόνα
αφήνει αποτυπώματα στις πέτρες

ο ήλιος ανατέλλει
και μικρά κομμάτια απ’ το σκοτάδι είναι
απλωμένα στον άσπρο τοίχο του σπιτιού σου
οι ίσκιοι
της ελιάς
του φανοστάτη
και
του πουλιού που κουρνιάζει πάνω του

ο άσπρος τοίχος
υγραίνει τους ίσκιους
σταγόνα-σταγόνα
φύλλο-φύλλο

απ’ τις ρωγμές του τοίχου
μικρά φυτά
μικροί ίσκιοι ξεπετάγονται

για να φθάσουν στις ρίζες του δέντρου
στον φανοστάτη στο πουλί
ο ήλιος έχει μπει στο σπίτι σου

η πόρτα είναι ανοικτή
αλλά
το σπίτι άδειο
ο ήλιος στέκεται στο κατώφλι σου σιωπηλά

*Αγγλικός τίτλος “Who’s playing”, από τη συλλογή “Being Here”.

***

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

To πηγάδι της ψυχής μου δεν θα ξεραθεί ποτέ
Μπορείς να σβήνεις τη δίψα σου εκεί, σε κάθε ενσάρκωση.

Η δίψα είναι απέραντη το ίδιο και το νερό.
Άχρονο είναι το φεγγάρι που επιπλέει στην επιφάνειά του.

Το πρόσωπό σου αλλάζει κάθε στιγμή.
Τα μάτια σου προδίδουν τα συναισθήματά σου.

Μόλις τώρα έσφιξες τα χείλη σου
Μόλις τώρα μια γραμμή αυλάκωσε το μέτωπό σου
Μόλις τώρα μια σκέψη έκανε τα μάτια σου να λάμψουν.

Γέρνεις το κεφάλι στα δεξιά
και με κοιτάζεις.
Ακούω έναν ψίθυρο -Ο Θεός δεν είναι εικόνα
αλλά φωνή.

*Αγγλικός τίτλος “The well”, από την ανέκδοτη συλλογή “Suchness”.

#Από το βιβλίο με τίτλο “Φόρεσέ με”, που περιέχει μεταφρασμένα στα ελληνικά ποιήματα του Άμαρτζιτ Τσάνταν από διάφορες συλλογές του, σε επιλογή και μετάφραση (από τα αγγλικά) Χριστίνας Λιναρδάκη και Ανδρέα Πιτσιλλίδη. Εισαγωγή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2014.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Αθήνα

teo

Στον Γιάννη Πατίλη

Τώρα, το χειμώνα
η Αθήνα
σάμπως ρούσικη πολιτεία
δεν έχουν άδικο που τη λεν μικρό Λένινγκραντ
που τη λεν πόλη των ποιητών
κ’ εδώ
όπως στο Λένινγκραντ
(κ’ ίσως καμιά-δυό πόλεις ακόμα στον κόσμο)
ακόμα
οι
άνθρωποι (πολλοί)
ζουν με τη ποίηση
γράφουνε
στίχους
διαβάζουνε
στίχους
κυκλοφορούνε
(από χέρι σέ χέρι) πλακέτες
λογοτεχνικά μαγκαζίνα
χειρόγραφα
στίχους
απαγγέλουνε
εκ περιτροπής
συχνά στις βεγγέρες τους
σε σπίτια και στα καφέ-μπάρ
σε κάθε ευκαιρία
στα μικρά και μεγάλα τους γλέντια
στους γάμους
στα χαμάμ
στα πατσατζίδικα της παλιάς αγοράς
και κάθε λογής καταγώγιο οπού μαζευονται
μεθοκοπάνε
γύρω στη φωτιά
τους στίχους τους καίνε
κλαίνε
γελάνε
γελάνε καί κλαίνε
και καυγαδίζουνε κ’ είσαι
στίς συντροφιές τους πάντα ευπρόσδεκτος φτάνει
(εννοείται)
να ξέρεις να πίνεις
και να εχτιμάς το ωραίο

τις νύχτες, μες στη σιγαλιά
ακόμα
ακούς εδώ πέρα τις
νοσταλγικές
μελωδίες κάποιου
(που παίζει)
γ ρ α φ ο ν τ ε ό ν…

*Από τη συλλογή “μαύρα μάτια – τραγούδια για γραφομηχανή και τσιγγάνικη ορχήστρα”, εκδ. Πλανόδιον 2006.

Έρμα Βασιλείου, Έξι ποιήματα

Hogret, The lady Clare

Hogret, The lady Clare

Dérobée

Τώρα που τα έδωσα όλα
γυμνώθηκα χωρίς να πρέπει ίσως
δεν έμεινε
ούτε θάμνος να κρυφτώ
έρχεται χωρίς λάθος
η άλλη που δε γνώρισα
με ντύνει λάφυρα απόλεμα που δεν έριζα
ειρήνη αυτή που με ντύνει ξεγύμνωμα

***

Πόνημα

Το είδες πόσο πήρε η αιωνιότητα που πελεκάς να βρεις
σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο που σκάβεις;
ιδρώματα τόσα στο σκαμνί που ο πελαργός σου αδειάζει
σχήματα τόσα στο κουτί σφικτά κλειδαριασμένα
είναι ένα δώρημα το πόνημα

***

Εργάζομαι

Εργάζομαι στο έργο
οργάζομαι επί του έργου
οργίζομαι με το έργο
μη προθέσεις και μη φωνήματα
η μοιραία παρεξήγηση!

***

Jets d’ eau, jeux d’ eau

Λίγο είναι μήπως τρεις αιθέρες να θερίζεις;
νερά αγάπης αναβλύζουν
πίδακες σαν ελπίδες
στο σιντριβάνι παιχνιδίζουν σαν όσα δόθηκαν
λαμπρές ανοίξαν με πιστώνουν όσες μ’ αγαπήσαν μέρες
γυμνές οι ώρες είδες με τυλίξαν
γλυκιές ανταύγειες και καρποί
με φυγαδεύουν σύνορα σαν γλώσσες
μ’ αγαπήσαν υγρές ακάλυπτες λεπίδες
σαν γιόματα

***

Ξενία

Στων άλλων τα σώματα κοιμούνται οι αργίες
έκανα λίγα σήμερα
δυο φεγγάρια μάζεψα
στέκαν άκακα
πάνω από μια αυλή με σπάταλα χέρια
χάρισμα όλα
εδώ είναι απροσπέλαστη η γοητεία
σκέτη τρέλα πάνω σε άλλη
άωρες νύχτες σαν τόλμη
ανεξήγητη με αρώματα η Μεσόγειος
με σολωμικές στιγμές με μεθούν οι στίχοι
σαν ξενία από τους τοίχους της Πομπηίας!

***

Δημιουργία

Τι κάνεις όταν έχεις το φλογερό χειρόγραφο
μόλις τώρα σε τυφλώσαν
οι κακοποιοί της ελεημοσύνης της δόξας
δεν έχει γραφτεί κι ακόμα ρίχνεις στο παλαιοπωλείο
σε πάγκους βιβλία να μεταλάβει ο περατικός
η ψηλάφηση μόλις γραφτεί
σε ακρωτηριάζει…τι κάνεις;
να διαβάσεις πώς αν όχι να γράψεις
με φωνή με φωτιά από στόμα θεριού
που ξεγύμνωσες, το ίδιο φλογερό χειρόγραφο
από φύλλα που καιν πριν τ’ αγγίξεις
φωνήματα λιώνουν τα κάρβουνα
τι κάνεις να ζήσεις τους άλλους;

*Από τη συλλογή “Νομάς μιας νύχτας – Το μανιφέστο μου”, Ποιητική επιστολογραφία – Poésie épistolaire. Aphrodite Editions.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Clifford Still, 1949-A-No.1

Clifford Still, 1949-A-No.1

ΛΕΚΕΔΕΣ

Αγόρασα πλυντήριο νέας τεχνολογίας
Κι έριξα μέσα τα βρόμικα ρούχα της ψυχής:
Κάτι μεταξωτούς έρωτες
Τελειωμένους εδώ και μια δεκαετία
Πολυεστερικά φιλιά
Από δυο σκουριασμένα χείλη
Συνθετικές ανάσες
Κατασκευασμένες στα εργαστήρια
Χρωματιστά όνειρα
Που ξεθώριασαν απ’ την πολυχρησία
Πολλά μάλλινα χάδια
Για τις κρύες νύχτες του χειμώνα
Βαμβακερά χαμόγελα
Κλεισμένα για χρόνια στο ντουλάπι.

Αγόρασα απορρυπαντικό με ενεργά συστατικά
Τον ήλιο, τον αέρα και τη θάλασσα
Και μαλακτικό από λουλούδια του δάσους.
Έπλυνα όλα μαζί τα ρούχα
(Διακρίσεις θα κάνουμε τώρα;)
Σ’ ένα γρήγορο και οικονομικό πρόγραμμα
Τα στέγνωσα και τα άπλωσα στον ουρανό
Μια νύχτα γλυκιά με ξαστεριά.
Την άλλη μέρα η πόλη είχε γεμίσει λεκέδες.

Καμιά τεχνολογία δεν μπορεί να καθαρίσει
Tη σκοτεινιά της ψυχής.

***

Η ΑΡΑΧΝΗ

Συχνά με επισκέπτεται μια αράχνη
Που υφαίνει όλες μου τις πληγές.
Πλέκει πουλόβερ από λέξεις
Για να το φορώ κατάσαρκα
Τις ώρες της απογύμνωσης
Κι ένα κασκόλ με χρώματα
Για να τυλίγω τα απoθέματα σκέψης.
Μετά ανεβαίνει στα ποιήματα
Και πιάνει κουβέντα με τους στίχους
Περιποιείται τελείες, χτενίζει κόμματα
Διαγράφει ανεπιθύμητους συνειρμούς.
Τα βράδια σκαρφαλώνει στον ουρανό
Και πετροβολεί μ’ αστέρια το δωμάτιο.
Βρίσκω ένα σημείωμα στο κομοδίνο
Διαμαρτύρεται ότι την παραμελώ.

Εγώ όμως ξέρω εδώ και χρόνια
Πως πίσω απ’ το προσωπείο της
Κρύβεται ο αποκηρυγμένος μου εαυτός
Που κάποια στιγμή θα με τσιμπήσει
Με το θανατηφόρο κεντρί του
Και τότε θα είναι πια πολύ αργά
Για σκέψεις, ιδέες και ποιήματα.

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, 2015.

Κλείτος Κύρου, Δύο ποιήματα

ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΣ

ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ συμφύρεται με αριθμούς
Με υπεξαιρέσεις φωτός
Με τροχοφόρα μέ κρότους
Με ανθρώπους που φράζουν άποπνικτικά
Τό χώρο του γραφείου

Τη νύχτα κλειδώνεται μες στο δωμάτιο
Φορεί τις λευκές στιλπνές φτερούγες
Κι άνασηκώνει μεγάλες πέτρες τ’ ουρανού

Έρευνα

Δεν ξέρει πως
τα τυχόν εύρηματα
θ’ ανήκουν στην κυριότητα του Χρόνου

***

Ο ΑΛΕΚΤΩΡ

ΕΡΧΕΣΑΙ αθόρυβα μέσα στον ύπνο με οσμές
Της άνοιξης με κλεισμένες φτερούγες λυσίκομη
Κάτω από φωτοσκιάσεις φρικιούν οι διεσταλμένες
Κόρες παραμονεύοντας κάποιους ύπατους κόσμους
Έρχεσαι με φωνή απαλή σαν την πατημασιά
Στο χαλί προφέρεις διαμάντια που αργο-
Βουλιάζουν σεέ μια λίμνη από λάδι αποτινάξεις
Αναλαμπές κάτω από φεγγαρόδεντρα πληγωμένα
Ελάφια βογκώντας περιτρέχουν το στήθος σου
Μια στιγμή ανυπαρξίας μια μετέωρη χορδή
Τανύζεται ραγίζοντας να βρει τον ουρανό

Κι ωώς πάσχιζες να λυτρωθείς λάλησε οό πετεινός
Σχίστηκε τ’ όνειρο στά δυο και τα διαμάντια
Στάχτες σκόρπισαν γύρω σαν ίσκιος χάθηκες
Σαν οπτασία μεσονυχτιού κι απόμεινες
Με την πικρή της προσδοκίας τή γεύση

*Τα δυο αυτά ποιήματα είναι από τη συλλογή “Κλειδάριθμοι” (1963). Αναδημοσιεύονται εδώ από το βιβλίο “Κλείτος Κύρου, εν όλω – ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ 1943-1997”, Εκδόσεις Άγρα, Δεκέμβρης 2006.

Ρω Νικολάου, Ποιήματα

sunset-on-strange-planet-fantasy-wallpaper-3444
             
Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό.

Σειρά από άδειες λάμπες
με παρατηρούσαν όλη νύχτα.

Ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί
ο ορίζοντας σαρώνει
τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά:

όμορφος φράχτης με τα σάπια φύλλα του
όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά.

***

Μια γυναίκα

Περπατά ανάμεσα από μηχανάκια κι αυτοκίνητα,
παραμιλώντας.

“Ν’ αγαπάς να μην τελειώνει
πολύχρωμα σκιρτήματα να δρασκελούν
τις πλάκες του κενού ο καιρός να ποτίζεται
από τα νεαρά που με διασχίζουν ρείθρα
δάκρια
στάζει
ολοένα 
ποντίκια πληθαίνουν στους αγωγούς.”

Μισή τη βρίσκει στο περβάζι 
ο φανοστάτης κάθε σούρουπο.
Μια τέτοια ώρα εγώ, παιδί της γειτονιάς,
πήγα κοντά της:
“Τι περιμένεις;
Πάρε το σπάγκο που δένει τα παιχνίδια μου
με τους καιρούς που θα ‘ρθουν.
Ξετύλιξέ το, δέσε το με ό,τι εσύ θελήσεις”.

Από άκρη σ’ άκρη στο πρόσωπό μου
το βλέμμα της περπάτησε:

“Πόσο επηρεάζουν οι υποψίες τις μέρες μου.
Άλλος κρατάει τα μαλλιά, άλλος τα όποια
ρούχα μου κι άλλος την τελευταία απόφαση
που αναιρώ με το πρωί.

Τη μοίρα μου δεν τη χωνεύω
μα ό,τι θέλει κάνω.”

Πέρασε από δίπλα μου, δεν μ’ είδε.
Επαναληπτικά τη σημειώνουν οι βιτρίνες να φεύγει.
Μια ξαφνική νεροποντή πέφτει πάνω στις σκέψεις μου.
Ένα σκίρτημα αφήνει να σπαρταρά
κρύες σταγόνες να ραντίζει
έναν ελάχιστο, μικρούλη χρόνο.

*Από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ηλιόδενδρον, στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Γιώργης Παυλόπουλος, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΚΑΙ Ο ΤΕΧΝΙΤΗΣ

Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη


Σαν έκλεινε το μουσείο

αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια

κατέβαινε από το αέτωμα.

Κουρασμένη από τους τουρίστες

έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά

ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη

χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.

Η ομορφιά της ήταν για πάντα

σταματημένη μες στο χρόνο.

Τότε τον έβλεπε πάλι εκεί

σε κάποια σκοτεινή γωνιά να την παραμονεύει.

Ερχόταν πίσω της αθόρυβα

της άρπαζε τη μέση και το στήθος

και μαγκώνοντας τα λαγόνια της

με το ένα του πόδι

έμπηγε τη δυνατή του φτέρνα

στο πλάι του εξαίσιου μηρού της.

Καθόλου δεν την ξάφνιαζε

κάθε φορά που της ριχνόταν.

Άλλωστε το περίμενε το είχε συνηθίσει πια.

Αντιστεκόταν τάχα σπρώχνοντας

με τον αγκώνα το φιλήδονο κεφάλι του

και καθώς χανόταν όλη

μες στην αρπάγη του κορμιού του
τον ένιωθε να μεταμορφώνεται

σιγά-σιγά σε κένταυρο.

Τώρα η αλογίσια οπλή του

την πόναγε κάπου εκεί

γλυκά στο κόκαλο

και τον ονειρευότανε παραδομένη

ανάμεσα στο φόβο της και τη λαγνεία του

να τη λαξεύει ακόμη.

*Από “Τα αντικλείδια”.

***

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι

γέρος πια φοράει μαύρα.

Ποιος είναι και πού πηγαίνει

κανείς δεν ξέρει.

Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα

που ποτέ δεν θα γράψει.

Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.

Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του

υπάρχει ένα φίδι χρυσό.

Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της

σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο

θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη

χλωμός ο άλλος εαυτός του.

Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα

καλπάζοντας τώρα στο πλάι του

και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει

απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.


*Από “Τα αντικλείδια”.

***


ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ


Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν

τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί

κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι

και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.

Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς

δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.

Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη

και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια

γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.

Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.

Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ

για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.

Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν

από τότε που υπάρχει ο κόσμος

είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια

για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

*Από “Τα αντικλείδια”.

Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)