Ένα πιάνο ανοιχτό. Καρότσι που άστεγος έχει συλλέξει
Αντικείμενα, σκουπίδια, ήχοι. Παραμορφωμένες νότες.
Τα τοποθετεί χειρουργικά στα σημεία. Απόχρωση. Εξακρίβωση.
Μια δόση παράνοιας.Παιχνίδι που ξέχασε σε ηλικία που δεν θα μπορούσε να θυμηθεί.
Σ’ ένα λινό πουγκί βάζει τα πιο μικρά. Αυτά που κανείς δεν βλέπει
Ένα ρεσώ τσαλακωμένο, κουτί από τροφή βρεφική, το όργανο για επίκληση βροχής.
Το τενεκεδένιο ταμπούρλο, ένα μεταλλόφωνο, δύο πιρούνια μαγειρικής
Μια μικρή αγωνία για ύπνο κι ελάχιστη φαντασίωση
Η μουσική έρχεται από μια σπηλιά. Έχει επίστρωση. Ξύλο κι ελεφαντόδοντο.
Χάσκει. Ανοιγοκλείνει σαν αιδοίο σε οργασμό. Φτάνει σε μια τονικότητα
Χωρίς προηγούμενο. Βάζει μονωτική ταινία στα πλήκτρα.
Δεν ξεχνάει ποτέ από πού ξεκίνησε. Πόσο διένυσε δρόμο ανυπόφορο και σχεδόν παγωμένο.
Μελωδία σε συχνότητα κατεδάφισης. Σταδιακά. Έτσι δομήθηκε
Η δεξιοτεχνία του Parmeggiani κάποτε του φάνηκε ασυνεχής. Δεν είχε καμιά διαφωνία με την διαφωνία και τις ιδιότροπες κλίμακες. Συχνά οι συχνότητες σχημάτιζαν έννοια. Έπειτα χανόταν. Κατηφορίζει εδώ και δεκαετίες νερού με το πιάνο και όλα τα συμπράγκαλα.
Κοιμάται μέσα σε αυτά, τα τραβολογά με σκοινί ορειβάτη τη μέρα. Το βράδυ όλα τα κλειδιά τα πετάει στις γάτες.
Είναι άστεγος κάμποσα λεπτά, γλιστράει μέσα στους δρόμους και τα στενά μιας πόλης που γδέρνει όσους μένουν άγρυπνοι. Τους αλλάζει το δέρμα, το πέλμα, το βλέμμα.
Τίποτα δεν έχει να εφεύρει παρά μόνο μια επιπλέον νότα χωρίς κλειδί.
Ξεκινάει με μονωτική φιλοδοξία και χωρίς αντίστιξη.
Θα ακολουθήσει διαδρομή και μελωδία μέχρι να ξημερώσει.
Το λινό πουγκί έχει ραμμένο στα έσω πλευρά δύο αναμνήσεις, Αυτές κουβαλάει. Αυτές παραμένουν ακέραιες, συμπαγείς και χωρίς αλλοιώσεις. Όμως κάθε οχτώμιση μέρες αδειάζει τα παιχνίδια, τα κύμβαλα , τα σκουπίδια και συλλέγει άλλα. Μερικά είναι διαβρωμένα από τα σάλια και τα χέρια όσων προηγήθηκαν.
Η χρησιμότητα και η ανάγκη βαδίζουν παράλληλα, λέει. Η μουσική το ίδιο.
Όλα τα σκουπίδια σχεδόν τρελαμένα από τον ήχο που έβγαλαν όταν πετάχτηκαν και κανείς άστεγος δεν ήταν εκεί να τα συλλέξει. Και τώρα απαιτούν μελωδία , ξεδίπλωμα
Είχαν γίνει ήδη είδη πολυτελείας σε μια εποχή που το μόνο που πρέπει να κουβαλά ο κανένας είναι το δέρμα του.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Η τεθλασμένη συνθήκη της ύπαρξης
Γράφει ο Σταύρος Ζαφειρίου
Κώστας Ρεούσης
Ένα τσεκούρι κάθεται (στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας),
Φαρφουλάς 2015,
σελ. 112.
Κύπριος στην καταγωγή και την ιδεολογία, κάτοικος Λευκωσίας, ιδρυτής και μοναδικό μέλος της Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκωσίας, ο Κώστας Ρεούσης έρχεται να επιβεβαιώσει με την τελευταία του ποιητική συλλογή Ένα τσεκούρι κάθεται (στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας) την προσήλωσή του στην υπερρεαλιστική γραφή και αντίληψη της ποίησης.
Ως «ανάδελφο» μεταξύ των ομηλίκων του ποιητών τον έχει χαρακτηρίσει η σύγχρονη κριτική, και ενδεχομένως ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνει τον λόγο του συνηγορεί σε αυτό τον χαρακτηρισμό.
Αν ρίξουμε μια ματιά στη σύγχρονη κυπριακή ποίηση, και ειδικότερα από το 1974 και μετά, εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι, ή τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι ηλικιακά, ποιητές είναι ταγμένοι στο γεγονός της τουρκικής εισβολής και κατοχής, το οποίο τους καθορίζει, άλλοτε ως συλλογικό, απτό τραύμα στο σώμα της Κύπρου και άλλοτε ως ατομική συνείδηση που υπερασπίζεται την ταυτότητά της. Οι έννοιες του Κύπριου, του Ελληνοκύπριου και του Έλληνα αποτελούν αντικείμενο διαρκούς αναστοχασμού, ενώ η ιστορική μνήμη ενίοτε μυθολογείται, ως μέσον με το οποίο επιτείνεται το ποιητικό αποτέλεσμα.
Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες μετά, φαίνεται πως η ζωή συνεχίζεται, και οι νεότεροι ποιητές, αν και κουβαλούν, ο καθένας με τον τρόπο του μέσα του, την ιστορία και τα απόνερά της, σιγά σιγά αποστασιοποιούνται από αυτή τη θεματική. Τη θέση της παίρνουν και άλλες αναγκαιότητες, όπως ο έρωτας στην περιδίνηση ή την απώλειά του, η υπαρξιακή αναζήτηση, η ειρωνεία, το όνειρο και η φαντασίωση, και ―μέσω αυτών― η διαφυγή από μια πραγματικότητα, όπου κυριαρχεί η κατάρρευση των ανθρώπινων αξιών.
Πιθανόν να γενικεύω, το κάνω όμως ακριβώς για να υπογραμμίσω το «ανάδελφον» του Κώστα Ρεούση. Η επιλογή του να ξεκινήσει και να επιμείνει στην υπερρεαλιστική γραφή, με μια γλώσσα που ενδεχομένως εσκεμμένα δεν διαθέτει την πολυμορφία ή την εκζήτηση ενός Εμπειρίκου ή ενός Εγγονόπουλου, αλλά βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, πιο κοντά στη βιαιότερη γλώσσα των πρώτων, κινηματικών υπερρεαλιστών, τον τοποθετεί μάλλον ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούν την ποίηση άφρισμα αίματος από μια κομμένη αρτηρία, παρά ελεγχόμενη αιμορραγία μιας ανοιχτής πληγής.
Διαβάζοντας τα ολιγόστιχα ποιήματα του βιβλίου, επιχειρώ να κάνω τις εξής διαπιστώσεις:
α) Η συνειρμική ακολουθία, ή ανακολουθία, μια αποδρομή, κατά κάποια έννοια, της γλώσσας, δημιουργεί μεν την αίσθηση της αποδιάρθρωσής της, διαθέτει ωστόσο την ικανότητα να αναδιαρθρώνεται σε νοήματα που υπονομεύουν, όχι τη λογική αλλά τον παραλογισμό μέσα στον οποίο είναι αναγκασμένη να ψάχνει τον χώρο της και τον λόγο της η ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτόν ακριβώς τον παραλογισμό βιώνει ο Ρεούσης, ως μια εσωτερική πολλαπλότητα προκλήσεων και αταξίας, και τον εξωτερικεύει αυτούσιο, όχι μόνο στα ποιήματά του αλλά και στον τρόπο που ζει, προσφέροντας στην κοινή θέα έναν θρυμματισμένο και αδιήθητο εαυτό, μέσα σε ένα περιβάλλον που αντιπαλεύει ακόμη τις εκκρεμότητές του.
β) Η «οδός Τεθλασμένης» (υπαρκτή οδός της παλιάς Λευκωσίας), η οποία έρχεται και επανέρχεται, φαινομενικά ως συμβολικό μοτίβο χαρτογράφησης του βιβλίου, μου δημιουργεί την εντύπωση πως παραπέμπει στην αναζήτηση της κατεύθυνσης ενός δρόμου, όχι για να ξεφύγει κανείς αλλά για να του αποκαλυφθεί η διάσταση μιας ασταθούς και χαίνουσας γλώσσας, η δυνατότητά της να επενεργεί, εν είδει ουράνιου τόξου, ως καταλλαγή με τη βαθύτερη έννοια του όντος. Γράφει ο Ρεούσης:
Πώς!
Να μεταφράσεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης.
Και σε επόμενο ποίημα:
Πώς!
Να μεταλάβεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης.
Και σε ένα τρίτο:
Πώς!
Να μεταφέρεις
το ουράνιο τόξο.
Πώς!
Την οδό Τεθλασμένης.
Μετάφραση – μετάληψη – μεταφορά! Τρεις λέξεις, σε τρία ποιήματα, που νοηματοδοτούν τη μετουσίωση της ποίησης και που, μαζί με την «οδό Τεθλασμένης», μένει σ’ εμάς να ανακαλύψουμε αν αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος συνδέεται με την ουσία του κόσμου ή αν αποτελούν την τεθλασμένη συνθήκη της ύπαρξής του.
γ) Υπάρχει ένας στίχος: «Συντρίβοντας στις Πλάτρες αηδόνια», σαν απευθείας διάλογος με εκείνον του Γιώργου Σεφέρη «Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες». Στίχος που, κατά κάποιον τρόπο, αποκαλύπτει την αμφίθυμη σχέση του Κώστα Ρεούση με το νησί του. Το οποίο νησί του διατρέχει, άμεσα ή έμμεσα, όλο του το βιβλίο, σαν όριο γης και σαν όριο σώματος, σαν τόπος όπου συντελούνται εξίσου το θαύμα και το τραύμα και όπου συνυπάρχουν τα κοχύλια της Πάφου και το σάβανο της Λάρνακας, ο αέρας που σήκωσε τον ιδρώτα του μιναρέκαι τ’ αλώνια την εποχή του θέρους. Και τούτη η συνύπαρξη, ανάγκη ταυτόχρονα και καταναγκασμός, τούτη η ευαίσθητη αντίφαση είναι ένας από τους λόγους και τους τρόπους ανάγνωσης αυτού του βιβλίου.
Έχοντας κατά νου αυτές τις τρεις διαπιστώσεις, και μέσα σε αυτό το τοπίο, σχηματίζω την άποψη πως η ποίηση του Κώστα Ρεούση, ορθόδοξα υπερρεαλιστική, αντιμάχεται, ή «τσεκουρώνει», όχι μονάχα ό,τι ο ίδιος θεωρεί συμβατικό αλλά και τον ίδιο, αλλά και τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ ως ποιητής, και εν ονόματι της ποίησης που δεν γνωρίζει ή δεν αναγνωρίζει σύνορα, προσεγγίζει την «άλλη μεριά», ως καταγωγικά Ελληνοκύπριος αντιλαμβάνεται την πράσινη γραμμή σαν ένα όριο που τον χωρίζει και τον διαφοροποιεί από αυτούς. Γράφει:
Αφουγκραστείτε
τους αντικρύ
στήστε
αυτί
μυρίστε.
Όμως αλλού:
Ομίχλη ώχρινη έγκλημα του
ήλιου φοίνικες και τ’ αντικρύ
η οροσειρά με τα στίγματα.
Κλείνοντας, παραθέτω ένα ποίημα, που θεωρώ πως είναι το κέντρο ολόκληρου του βιβλίου. Έχει τίτλο «Το γυάλινο σπίτι» και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Αντρέ Μπρετόν:
Και όχι μόνο έζησα
Αλλά
Φρόντισα να είμαι
Το γυαλί.
Να σπάσω.
Να είμαι κοφτερός.
*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/05/blog-post_25.html
Thessaloniki through poetry 2015
Direction/ scenario: George Keramidiotis
KIND REGARDS
FOR POEMS TRANSLATION
TO IVI KAZANTZI with FIONA CORNES from American College of Thessaloniki for EPITAFIOS
VASILIKI RAPTI with PAT SNIDVONGS and her group from Harvard Univercity for
“ THE WAR ” – ” THE POEM OF ESTHER BESHALEL “ and “ BECHTCHINAR ”
KONSTANTINA GEORGANTA, EVANGELOS KALOTYCHOS and PHILIP RAMP
ALSO FOR TEXTS TRANSLATION
ANNA KOSTOULA
CHRISANTHI MOSCHONAKI
EVDOKIA VALTA NITSOPOULOU
Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα
Tα τείχη της ντροπής
Στην Ν.Κ., για άλλη μια φορά
ενός λεπτού σιγή
ενός λεπτού σφαγή
τα τείχη γκρεμίζονται απόψε
τα τείχη της ντροπής
ήρθαν οι βάρβαροι
ήρθαν οι σωτήρες
οι πολιτικοί αναμορφωτές
οι πολιτικοί έμποροι
κι εσύ αναρωτιέσαι
γιατί αυτός ο τόπος
μελαγχόλησε
κι εγώ να επιμένω
πως αυτός ο τόπος
δεν παραδόθηκε
την οργή του ακονίζει
στην ουρά της εφορίας
και στις φτωχογειτονιές.
Μάης 2016
***
Το πρακτορείο
Στον Νίκο Γκάτσο
Μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν
τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή
το καπέλο να κρύβει το θολωμένο βλέμμα σου
ένας καθρέφτης και το πρόσωπο μισό
αέρας να μπαίνει απ΄το τρύπιο παράθυρο
αργεί το τρένο και κουράζει η βάρδια
σ΄ένα έρημο πρακτορείο
έξω βροχή, κρύο, παγωνιά
σκυλιά να αλυχτούν τους μοναχικούς διαβάτες
και πρόσφυγες με τη ζωή τους στην πλάτη
με μικρά παιδιά γυμνά, ματωμένα και άρρωστα
να ζητιανεύουν λίγο ψωμί και γάλα
μπροστά από σιδερόφραχτες πόρτες
από σπίτια ασβεστωμένα και βιοτεχνίες
αφού η αξιοπρέπειά τους πουλήθηκε μισοτιμής
στα παζάρια και σε ύποπτες συναλλαγές
ενώ ένας παπάς, πιο νεκρός κι απ΄τους νεκρούς
δοξάζει έναν άγνωστο Θεό, προσμένοντας σωτηρία
ενώ οι κάτοικοι της μικρής πολιτείας
με προτροπή του δικού τους παπά
οργανώνουν φονική έξοδο
απέναντι στους μαύρους και τους λερούς
προστατεύοντας τα χωράφια τους
και την ανυπόταχτη πίστη τους
μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν
τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή
γράφεις, σβήνεις, ξαναγράφεις
πάνω σε ένα παλιό χασαπόχαρτο
νότες και τραγούδια της λησμονιάς
και οι φλόγες σβήνουν τις αναμνήσεις της πόλης,
στη θάλασσα, που ανήκει πια σε εμπόρους διεθνείς
τα πτώματα αναδύονται σαν άλλη γοργόνα
και ρωτούν: ζει η ανθρωπότητα; ζει;
κι ύστερα, δίχως να πάρουν απάντηση
επιστρέφουν στα υγρά σκοτάδια τους
κι ο Παναγής σκότωσε τη γυναίκα του
στα μάτια μπροστά της μικρής κόρης
αλλά κανείς δεν μίλησε, δεν διαμαρτυρήθηκε,
ήταν γείτονας καλός, τίμιος
με το μέτωπο καθαρό, δήλωναν,
την ίδια στιγμή μια ομάδα ξυρισμένων
με παντελόνια στα χακί και τρύπιες αρβύλες
συγκέντρωνε γυναικόπαιδα στην πλατεία
μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν
τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή
και δεν έχουν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου
φωνάζει η γρια-Ιστορία, γελώντας στραβά
και ράβοντας φανέλες για μια ανύπαρκτη γενιά
δώρα θανάτου υφαίνοντας με τρεμάμενο χέρι
ξεχνώντας, η άθλια, ότι ακόμα και στο σκοτάδι
το φως θα ανθίσει
μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν
τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή
το βλέμμα μισό και δακρυσμένο
θυμάσαι, σαββατόβραδο στην Καισαριανή
ο δρόμος κόκκινος απ΄το αίμα
να ποτίζει τη γη, λουλούδια να φυτρώσουν
αόρατα χέρια συνθήματα να γράψουν στους τοίχους
για την ελπίδα, τον έρωτα, τον αγώνα
μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο, ακορντεόν
τσιγάρο να καίει τα δάχτυλα, βραχνή φωνή
βρέχει στη φτωχογειτονιά
και οι γυναίκες στήνουν χορό σε ανήλιαγα στενά
σε σπίτια χαμηλά
κι εσύ περιμένεις
αργεί το τρένο και κουράζει η βάρδια
σ΄ένα έρημο πρακτορείο
η μουσική μόνη παρηγοριά σου
στις μέρες που φεύγουν βαριές
και στις νύχτες που στάζουν φαρμάκι
περιμένοντας την αλλαγή που το τρένο θα φέρει
και το τρένο θα είναι κόκκινο
ζωή να δώσει στο έρημο πρακτορείο.
Απρίλιος 2014
Αργύρης Μαρνέρος, Ποιήματα
ΜΑΘΗΜΑ ΦΥΤΟΛΟΓΙΑΣ
Ο δάσκαλος ανέβηκε
Με στόμφο
Στην έδρα
Το φυτό κύριοι
Πρώτα βγάζει
Τα άνθη
Μετά τα φύλλα
Ύστερα τα κλαδιά
Ακολουθεί ο κορμός
Και προχωρούμε στις ρίζες
Μερικοί χειροκρότησαν
Πολλοί τα έχασαν
Τόλμησα να φωνάξω
Οι εξελίξεις αρχίζουν
Από κάτω
Προς τα πάνω
Δίπλα μου συζητούσαν ακόμα
Μάλλον πρόκειται
Γιά βιολογικό παράδοξο
Ίσως θαύμα ανατομικό
Ένας τρίτος μας έλυσε την απορία
Ο δάσκαλος κρατούσε
Εσκεμμένα το βιβλίο ανάποδα.
ΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ
Ας κουβαλάμε μαζί μας
Όπου κι αν πάμε
Τα απαραίτητα εργαλεία
Ο θάνατος μπορεί να μας βρει
Παντού
Ποιός θα μυρίσει
Την πτωμαϊνη μας ;
Όλες οι μύτες κρυολογημένες
Ας κουβαλάμε μαζί μας
Τα απαραίτητα
Ένα κασμά ένα φτυάρι
Τα ατομικά μας στοιχεία
Το τελευταίο φόρεμα
Του θανάτου
Δεν είναι το σάβανο
Είναι η ανθρώπινη
Φροντίδα
Ο πεθαμένος δεν κρυώνει
Αν το αφήσεις έξω απ’ το λάκο
Ο πεθαμένος κρυώνει
Αν το αφήσεις
Έξω α’ τη θύμηση.
*Επιλογές από το “Σκοτεινός Θάλαμος”
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Δώστε μου μερικά μέτρα
Πολύχρωμες κορδέλες
Δυό τρία τενεκεδένια
Μετάλλια
Χαλκομανίες πρωτότυπες
Αυτοκόλλητα άστρα
Ένα χάρτινο καπέλλο
Και μιά σπάθα πλαστική
Ωραίο καρναβάλι
Θα γίνει ο γυιός σας
Όχι καλέ
Ο άντρας μου γυρίζει
Απ’ τον πόλεμο.
ΔΑΣΚΑΛΕ
Ρίξε λίγο παραπάνω
Κανέλλα στο μάθημα
Δάσκαλε
Έτσι κι αλλιώς
Περιεχόμενο
Δεν υπάρχει.
Ο ΗΡΩΑΣ ΡΕΜΑΛΙ
Τον είπαν ήρωα
Γιατί σπατάλησε τη ζωή του
Στη μάχη τη δική τους
Τον είπαν ρεμάλι
Γιατί σπατάλησε τη ζωή του
Στο γλέντι το δικό του.
ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
Τώρα που θα πας σχολείο
Νά ‘σαι καλός και φρόνιμος
Για να προκόψεις
Τώρα που έπιασες δουλειά
Νά ‘σαι καλός και φρόνιμος
Για να σε εκτιμήσουν
Τώρα που πέθανες
Χοροπήδα όσο θέλεις.
Η ΜΙΜΗΣΗ
Τη φωνή της πόρνης
Προσπάθησε να μιμηθείς
Την ώρα που πουλάει
Το κορμί της
Τη φωνή του πολιτικού
Την ώρα που υπόσχεται
Τη φωνή του Πάπα
Τη ώρα που συγχωρεί
Τη φωνή του έμπορα
Την ώρα που παζαρεύει
Τη φωνή του δάσκαλου
Την ώρα που συμβουλεύει
Τώρα που τις μιμήθηκες όλες
Προσπάθησε να μιμηθείς
Και τη δική σου φωνή.
Η ΜΕΤΑΘΕΣΗ
Η ζυγαριά που κρατούσε
Η δικαοσύνη
Έγερνε πάντα εξιά
Η αγορανομία σφράγιζε
Κάθε χρόνο
Τα σταθμά κανονικά
Ένας καινούριος
τη υπηρεσία
Έκανε αναφορά
Ελλιποβαρή σταθμά
Πήρα μετάθεση
Μετά μιά βδομάδα.
ΕΚΑΝΕ…
Μπροστά μου
Βάδιζε ένας παπάς
Έκανε
Τέτοιο σκοτάδι
Ούτε καν μπορούσα
να τον ξεχωρίσω.
ΔΕΙΚΤΗΣ
Σε κάθε λαιμό κρέμεται
Ένας χρυσός σταυρός
Και στο χρηματιστήριο
Ο δείκτης της αξίας του.
ΓΚΛΟΠΣ (Γενικά χαρακτηριστικά)
Κατασκευάζεται με μεράκι
Στον τόρνο από ξύλο σκληρό
Μπορείς να το φορέσεις
Με φαρδιά μαύρη ζώνη
Εξωτερικά
Ή
Τυλιγμένο σε εφημερίδα
Βαθιά στην κολότσεπη
Εσωτερικά
χρησιμοποιείται
Σε έκτακτες περιπτώσεις
Με λελογισμένη δύναμη
Αν γίνει όμως κακή εκτίμηση
Το χτύπημα ανοίγει
Κεφάλια ή μύτες
μερικές νοικοκυρές το χρησιμοποιούν
Στην κουζίνα
Ανοίγουν φύλλα
για πίτα.
ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Πατρίδα μου οι ρίζες σου
Στον ήλιο απλωμένες
Επάνω κρέμεται η τιμή
“Ενθύμιον”
Για το περαστικό τουρίστα
Πατρίδα μου μας στήνουνε
Στον τοίχο
Και μας πυροβολούν
Μέσ’ από φωτογραφικό
Φακό
Για μια φωτογραφία.
ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙ
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Οι εργάτες θα κουβαλούν τα σκηνικά
Το πλήθος θα μπογιατίζεται
Το θέατρο θα φωταγωγείται
Περάστε κόσμε λαϊκή απογευματινή
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Η οργή των σκοτωμένων θα δυναμώνει
Η δικιά μας η φωνή θα χαμηλώνει
Η πόρτα θα σκουριάζει
Και οι θεατρίνοι θα μασούν τα λόγια τους
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Θα στήνουν πάγκους με γλυφιτζούρια
Και θά ‘ρχονται παπάδες
Με νόμιμες ταρίφες
Οι θεατρίνοι θα ξεχάσουν του ρόλους
Ο κόσμος θα περνάει από συνήθεια
Στις 17 κάθε ΝοέμβρηΧτυπάτε νεκροί τα ταμπούρλα
Ο χρόνος χοντραίνει τ’ αυτιά.
ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1979
Είναι ωραίοι οι ανώνυμοι
Καθώς στο πανηγύρι έρχονται
Μ’ ένα γαρύφαλλο στο χέρι
Για να τιμήσουν τους νεκρούς
Μα πιο ωραίοι είναι όταν φεύγουν
Κρατώντας στο ίδιο χέρι
Ένα σουβλάκι της ώρας
Πραγματικά ξελιγωμένοι
Από την υπερένταση της συγκίνησης.
*Επιλογές από το “Ο Υπόνομος”
Αντώνης Στασινόπουλος, Δεκατρία ποιήματα
Απώλεια
ΕΚΕΙ ΜΙΑ ΕΛΙΑ.
Ο ήλιος επάνω.
Σκιά από κάτω.
Στέκει ο στρατιώτης με μάγια βουρκωμένα.
Κοιτά την ελιά, κοιτά τον ήλιο, κοιτά το χώμα.
Εκεί μια ελιά,
Εκεί ο ήλιος.
Εκεί το χώμα που έγινε ένα με το στρατιώτη.
Εκεί κάτι που γυαλίζει
Εκεί κάπου χάνεται εκείνο που δε γνώρισε.
Εκεί η ελιά.
Εκεί ο άνθρωπος εξευτελίστηκε.
και αρνήθηκε ν’ ανασαίνει.
***
Χωρίς Όνομα
ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ φανάρια ανάβουν,
σίδερα ξεκινούν.
Φανάρια ανάβουν,
άνθρωποι προχωρούν.
Είναι η διασταύρωση λογικού παράλογου.
Στρατιώτες βαδίζουν πολλοί,
σημασία κανείς.
Μια φωνή ακούγεται.
Εφιαλτική σκηνή.
Εν, δύο, τρία… Αλτ!
Κλίνετε επ’ αριστερά και δεξιά.
Προσοχή!
Ο εχθρός… Πυρ.
Αίμα.
Αίμα γέμισε η φανέλα του στρατιώτη.
Ήταν ο 173/6852/13 τόσο.
***
Δειλινό
Η ΚΟΠΕΛΑ ΦΙΛΑΕΙ το αγόρι.
Το αγόρι φιλάει την κοπέλα.
Ο ήλιος δύει.
Δυο πουλιά πετούν.
Τα πρόσωπα των παιδιών από αγάπη φωτίζουν.
***
Καραβάνι
ΚΟΡΑΚΙΑ ορμούν.
Το σώμα με το ράμφος τρυπούν.
Αίμα απομυζούν.
Η δουλειά σίγασε σαν την πρωινή βροχή.
Η ζωή πέρασε ξαφνικά σαν αστραπή
μέσα στο καραβάνι που βρίσκεται στο δρόμο δίχως τέλος
και αρχή.
***
Διαμελισμός
ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ στους εξώστες
κραυγάζουν το διαμελισμό της γης.
Άγνωστες πατρίδες κομμάτια
στα πυροβόλα του αλόγιστου κέρδους.
Πιες μια κόκα-κόλα.
Ζήσε και συ περήφανα.
Ο απόηχος κάποιας τουφεκιάς.
Σκέφτεσαι.
Φαινόταν ύποπτος, είπαν.
***
Ξεχασμένος
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑΧΥΤΟΣ στα κουφάρια των σκιωδών δρόμων.
Σύριγγες σπασμένες στο διαμέρισμα της φωνής του ανέμου.
Ξεχασμένοι επαναστάτες στην Καταλονία.
στέκουν σε πολεμίστρες αραβικών κάστρων.
Χάθηκε η πορεία στις κατοχυρωμένες σελίδες της ιστορίας.
***
Καθημερινές Στιγμές
ΤΟ ΜΠΡΙΚΙ ψήνει τον καφέ.
Το άχνισμά του διαλύεται στον αέρα
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας.
Δύο επί τρία,
κάθε πρωί φαίνεται όλο και πιο μικρή.
Σαν τα μπρίκια των πειρατών σε θάλασσες αφρισμένες
να κουρσεύουν φρεγάτες πριγκίπων.
Ο κλοιός μικραίνει.
Τα λάφυρα αποδεικνύονται λίγα μπρος στη φαντασία του πριν.
Στο γιαπί της γωνίας τσιμεντοσακούλες
ζεσταίνουν τα ξυλιασμένα ρούχα των εργατών.
Κρύο δυνατό τούτο το Γενάρη.
Φιγούρες βιαστικές.
Περπατήγματα στις πλάκες του πεζοδρομίου
και ο θόρυβος των φρένων του λεωφορείου.
Καθημερινές στιγμές.
Στέκομαι μπρος στον καθρέφτη με το νερό να μου παγώνει τα χέρια.
Φραπ… Φρουπ… Φραπ.
Οι τσίμπλες έχουν φύγει.
Βλώπω καθαρά τη διαδρομή της ζωής και του θανάτου.
Καθημερινές στιγμές ζωγραφίζουν
τον άπειρο πίνακα του γίγνεσαι.
***
Ο Τρελός
ΜΙΑ ΠΟΛΗ, θα μου πείτε, είναι μια πόλη.
Σε αυτήν όμως το βουνό ανατολικά
φαντάζει σαν εκείνους τους ασιατικούς δράκους,
έτοιμο να την καταβροχθίσει,
και η θάλασσα πρησμένη στα δυτικά της
να πλέουν τράτες και θαλασσοπούλια.
Οι παλαιότεροι στους καφενέδες διηγούνται ιστορίες,
περασμένα γεγονότα
για κρεμασμένους και Ινχδούς με τεράστια σπαθιά.
Υπάρχει και ένας μύθος για ένα γερο-τρελό.
Μπορεί και να μην ήταν, λέγανε.
Όταν σουρούπωνε,
έβγαινε με δυο κουβάδες σκουριασμένους στην επάνω πόλη
και έψαχνε μανιωδώς στα σοκάκια.
Κατηφορίζοντας σιγά σιγά στους δρόμους της κάτω πόλης
που έμοιαζαν δέρμα κατεργασμένο,
μονολογούσε για κάτι μυαλά δυστυχισμένα,
σκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Αυτά μαζεύει στους κουβάδες του
για να μην τα πάρουν οι τοκογλύφοι.
Οι κουβάδες πάντα αδειανοί.
Καμιά ακρίδα στριφογυρνούσε μέσα.
Μα ο τρελός έλεγε ότι τα μυαλά ξεχείλιζαν στους κουβάδες του.
Κοχλάζανε βγάζοντας αφρους.
Φώναζε κοιτάζοντας γυρω του.
τα μάτια του σπίθες, άστρα παράξενα.
Φώναζε για τα καλύτερα μυαλά της εποχής του.
Οι περαστικοί χαμογέλαγαν πλάγια στον κεντρικό δρόμο.
Η καρδιά του σε συνεχή αιμορραγία
από του κόσμου το παράλογο.
Δεν άντεξε πολύ.
Βρέθηκε παγωμένος ένα πρωί κοντά στο άγαλμα της πλατείας.
Κράταγε σφιχτά τους κουβάδες του.
Με μια ακρίδα στον έναν να χοροπηδάει,
στον άλλον, τον δίχως πάτο, το χάος του είναι.
***
Λευκό Ποίημα
ΟΤΑΝ Η ΒΡΟΧΗ ΧΤΥΠΑΕΙ το πρόσωπο με μανία
και ο ουρανός είναι μολυβένιος,
λες και έχει φάει γροθιά στο στομάχι,
ακούγεται το ανεξήγητο μουρμουρητό
στους παγωμένους διαδρόμους των ανθρωπίνων σχέσεων.
Το τρίξιμο των πάγων στο λευκό ποίημα της άγνοιας.
Τα μάτια σπίθες σμυριγλιού ακονίζουν το μαχαίρι της τρέλας
βλέποντας τα πουλιά να λγοστεύουν στυς δύσκολους
καιρούς της σιωπής.
***
Φυγή
ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΝΑΧΗ στης νύχτας το χορό,
τραβάς φωτογραφία με φόντο το κόκκινο.
Ταμπούρλο σε γύφτικο ρυθμό.
Δάκρυα χαράζουν τη μορφή σου στου έρωτα το δρόμο.
Ανυψώνεσαι,
θανατώνεσαι,
πουλί σπάνιας μοναξιάς.
Γυναίκα μοναχή
στην τραγωδία του ζην
επικίνδυνα τεντώνεις τη φαντασία σου με μεταξένιες κλωστές.
Πολύχρωμα σχέδια ξεδιπλώνεις,
ώσπου να σε βρει το ξεμέρωμα στου δωματίου σου τη φυγή.
***
Σιγή
ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ σιωπηλοί
γύρω από τη φωτιά καμένων ονείρων
καιι είναι η σιγή
δάκρυα εσπερινής βροχής στα θαμπωμένα τζάμια.
***
Στους Αγαπημένους Συντρόφους
ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ άλλων πλανητών,
όνειρα – προσδοκίες – στόχοι,
δίκτυα της φαντασίας,
δραπέτευση απο την πεζή πραγματικότητα.
Ναι! Άγγελοι-αστράνθρωποι,
κομίσατε μηνύματα για την αλλαγή της μοίρας του κόσμου.
“Φύγατε νωρίς και ο θερισμός αργεί να ‘ρθει”.
Πριν το κλείσιμο της αυλαίας ήσασταν εκει.
Φτωχύναμε.
Μια θέση στην καρδιά αμς έχετε.
Παρόντες,
όταν ένα ποτήρι κρασί έρχεται να κατεβάσει τον κόμπο στο λαιμό.
Καλή αντάμωση στο αρχιπέλαγος των ψυχών.
***
Αεικίνητο
ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ φεύγουν στο χωροχρόνο.
Οι καημοί των ανθρώπων το διάβα τους μαρτυρούν.
Ποιος, αλήθεια, νιώθει
το αεικίνητο της ιστορικότητάς μας στις καθημερινές στιγμές;
Ράισμα αγέρα
στα πρόσωπα πορευόμενων σ’ ένα ταξίδι στο άπειρο.
Για το γνώθι σεαυτόν;
*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2004.
Κλείτος Κύρου, Κατάσταση ετοιμότητας
ΕΠΕΙΔΗ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ έχουν έναν κοινό παρονομαστή και
γι’ αυτό δέ μιλούν πια τα βράδια
Επειδή προχωρούνε οι κύκλοι προχωρούνε τα χρόνια
φορτώνοντας κάθε λογής απώλειες στο ενεργητικό μας
Δε βρίσκω τό λόγο να μοιράζω τις επιλογές μου το κρεβάτι
μου τους ήλεκτρικούς θορύβους μέσα στ’ άγρια μεσάνυχτα
Ξέροντας καλά πως κάθε μέρα επικοινωνώ όλο και λιγότερο
μάταια προετοιμάζοντας την άμυνά μου
Σήμερα δε βρισκόμαστε σε φίλια εδάφη δεν παίρνουμε όσο θα
‘πρεπε τα προσήκοντα μέτρα προφύλαξης
Περάσαν έρωτες κι επαναστάσεις δημιουργήθηκαν κάποια
κενά που δε γεμίζουν μέ σάκους άμμου με υποτροπές
της μνήμης ή με σχήματα εικαστικά
Κι άλλωστε γύρω μας επίλεκτοι σκοπευτές άγρυπνα
παρακολουθούν τις κινήσεις μας τό μεταβολισμό των ελπίδων
Πυροβολώντας μικρές σταγόνες βροχής ομοιώματα ονείρων
παράτολμους εραστές αγνώστων λοιπών στοιχείων
Πυροβολώντας τήην ίδια την Ποίηση καθώς πλησιάζουμε
αμέριμνοι στο στόχαστρό τους
Καθώς ακόμη περιπλανιόμαστε αάδιόρθωτοι νοσταλγοί στα
έμπεδα κάποιου άλλου παλιού καιρού
*Από τη συλλογή “Τα πουλιά και η αφύπνιση” (1987).
Ο Βασίλης Καραβίτης δεν μένει πια εδώ
Αυτή τη φορά ο ταχυδρόμος δεν θα βρει τον Βασίλη Καραβίτη, ποιητή και μεταφραστή, για να του επιδώσει τον φάκελο με το νέο τεύχος του Εντευκτηρίου. Ο σεμνός αυτός δημιουργός αναχώρησε ήδη εις γην μακάρων, ένθα απέδρα πάσα οδύνη, λύπη και στεναγμός.
Ο Βασίλης Καραβίτης γεννήθηκε τo 1934 στην παραμεθόρια Νέα Ορεστιάδα, μεγάλωσε στον Πειραιά και ανδρώθηκε στην Αθήνα της δεκαετίας του’50, όπου σπούδασε νομικά και δικηγορούσε για αρκετά χρόνια. Eξέδωσε εννέα ποιητικές συλλογές, δύο πεζογραφήματα και μετέφρασε ξένη μεταπολεμική ποίηση και ιδιαιτέρως ορισμένους καινοτόμους και άγνωστους τότε στην Ελλάδα Πολωνούς ποιητές (Χέρμπετ, Μιλότς, Ρουζέβιτς, Σιμπόρσκα κ.ά.). Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων και για πολλά χρόνια από τους τακτικούς συνεργάτες του περιοδικού Διαγώνιος στη Θεσσαλονίκη.
Ο σώζων εαυτόν ποτέ δεν σώθηκε αρκετά
Οι μεν πηγές υπόγειες πάντα κι ακαθόριστες
σε λίγες άγνωστες καρδιές ―φοβάμαι― άφαντες
εξ ου κι όλοι βολεύονται με το αρχαίο νεράκι του Θεού
ελάχιστο, ως γνωστόν, και για τη δίψα του μωρού
ό,τι ονομάζουνε δηλαδή ξανά όσοι ορέγονται ακμή
Ελπίδα ή Άλκηστη της Ανθρωπότητας
(κι εσύ μείνε να κόπτεσαι για άλλες υπερβάσεις).
Τέτοια καμώματα μου φέρνουν ένα είδος σπαραγμού
αφού στο πείσμα το ρηχό κι ακαταπόνητο
μιας άστοχης κι από ανέκαθεν τυφλής αναπαραγωγής
δεν βλέπω πια ούτε για δείγμα να επιπλέουνε
ιδιότητες αγνές κι ορμές πασίχαρες της έκπαλαι ζωής
όσες στηρίζαν δηλαδή εκ παραδόσεως το μέσα μας
όταν σαν όλο κλυδωνίζεται απότομα και καταρρέει.
Παράδειγμα, η φιλία που μας έδενε ως ιστός
κι ως άνθος άπειρο κι αρχέτυπο φροντίζαμε παιδιά:
Με κηπουρούς ανάξιους όπως οι σωρηδόν επίγονοι
καλείται τώρα να υπάρξει αυτοφυές
και μόνο του να επιζήσει.
Γι’ αυτό κι εγώ, συμμέτοχος εξ ορισμού
της τόσης δυστυχίας μας, δεν στέργω πλέον
να συντρέχω τους ανάξιους συντρόφους μου.
Ένα βασίλειο σκιάς στήνω αφιλόξενο και κρύβομαι καλά
όταν τρυπώνει ο ήλιος κι αποσύρεται αμήχανος
χωρίς να βρίσκει τίποτα να ξεσκεπάσει.
Εκεί, με μίσος γόνιμο κι ακούραστη οργή,
μόνος πληθαίνω και διασώζομαι
ίσως σε μια δική μου τρέλα λογική
που σαν μανόμετρο ανθρώπινης υφής
αυτό το «ποίημα» προσπαθεί
αδέξια να καταγράψει.
[από τη συλλογή Λυπομανία (1989)]
***
Wislawa Szymborska | Βισουάβα Σιμπόρσκα
Όνειρα
Απόδοση: Βασίλης Καραβίτης*
[δημοσιεύτηκε στο τεύχος 104 του Εντευκτηρίου]
Σε πείσμα της γνώσης και της τέχνης
των γεωλόγων,
τους παραπλανητικούς μαγνήτες, τα γραφήματα και τους χάρτες ―
σε κλάσμα δευτερολέπτου το όνειρο
στοιβάζει μπρος μας πετρώδη βουνά,
όπως στην πραγματική ζωή.
Και μετά τα βουνά, κοιλάδες και πεδιάδες
με τέλεια υποδομή.
Χωρίς μηχανικούς, εργολάβους ή εργάτες,
εκσκαφείς, σκαπανείς ή εφόδια ―
βρυχώμενους αυτοκινητόδρομους, στημένες
αυτομάτως γέφυρες,
πυκνοκατοικημένες σφύζουσες πολιτείες.
Χωρίς σκηνοθέτες, μεγάφωνα, εικονολήπτες ―
στίφη ανθρώπων που ξέρουν πότε να μας
τρομάξουν
και πότε να εξαφανιστούν.
Χωρίς επιδέξιους αρχιτέκτονες,
χωρίς ξυλουργούς, πλινθοκτίστες, μπετατζήδες ―
ένα σπίτι προβάλλει απροσδόκητα στο
μονοπάτι, όμοιο ακριβώς με παιχνίδι,
με απέραντες αίθουσες που αντηχούν απ’ τα
βήματά μας
και τοίχους καμωμένους από συμπαγή αέρα.
Όχι μόνο η κλίμακα, αλλ’ επίσης και η ευκρίνεια ―
ένα ιδιαίτερου τύπου ρολόι, μια ατόφια μύγα,
ένα σκέπασμα στο τραπέζι με λουλούδια από
σταυροβελονιές,
ένα δαγκωμένο μήλο με σημάδια από δόντια.
Κι εμείς ―σε αντίθεση προς τους ακροβάτες
του τσίρκου,
τους ταχυδακτυλουργούς, τους μάγους και
τους υπνωτιστές―
μπορούμε να πετάμε χωρίς φτερά τώρα
να φωταγωγούμε υπόγειες στοές με τα
μάτια μας,
να μιλάμε με ευφράδεια σε άγνωστες
γλώσσες,
να συζητάμε, όχι μόνο με τον καθένα,
αλλ’ ακόμα και με αυτούς τους νεκρούς.
Και σαν πρόσθετη αμοιβή, παρά την ελευθερία μας,
τις επιλογές της καρδιάς μας, τις προτιμήσεις μας,
φλεγόμαστε
από λαχτάρες ερωτικές ―
και το ξυπνητήρι χτυπάει.
Τι μπορούν να μας πουν, λοιπόν, οι διάφοροι
ονειροκρίτες
οι μελετητές των ονειρικών ενδείξεων και
των οιωνών,
οι γιατροί με τα ντιβάνια της ψυχανάλυσης ―
Εάν κάτι βγαίνει αληθινό
είναι συμπτωματικό,
για έναν και μόνο λόγο :
ότι μέσα από αυτά τα όνειρα,
τις φωτοσκιάσεις και τις αναλαμπές τους,
τις αναπαραγωγές και τις ασυναρτησίες τους,
τις τυχαιότητες και το σκόρπισμά τους,
είναι δυνατόν, παρά ταύτα,
ένα ολοκάθαρο νόημα, κάπου κάπου,
να ξεγλιστρήσει.
*Από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/05/blog-post_2.html
Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), Ποιήματα
Ποιητική συνταγή
Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα·
δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα·
τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι·
μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι,
δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες·
ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες·
πέντ’ έξι σήμαντρα· γλαν γλαν καμπόσα·
χιλιάδες κύματα· Όλυμπο και Όσσα·
κρεβάτια· γαίματα· σάπια κουφάρια·
αστροπελέκια· σκύλους και ψάρια.
Ένα ξεφτέρι· δυο πήχες ράμμα·
καμπόσα δάκρυα μέσα σε γράμμα·
λαψάνες· λάπατα και καυκαλίδες·
περικοκλάδι και τσουτσουμίδες.
Δυο δράμια άγρια, σκληρά σκουλήκια·
βροντές· βοριάδες· ρόδα και φύκια·
αϊτό κλωσούρα, δέκα φλοκάτες·
δυο ραμπαούνια· μάτια πινιάτες·
μία νυχτερίδα, μία χελώνα·
νιόνυφη άνοιξη· προεστό χειμώνα·
βλαστήμιες άπειρες· σάρκα καμπόση
και νεκρολούλουδα χορτάτη δόση.
Αχτίδες, σάβανα και έρμα πλάγια·
ένα βρικόλακα· μια κουκουβάγια·
έναν Αλήπασα· καντάρι τρέλα…
Σε μια θεόχτιστη ρίξ’ τα παδέλα·
ύστερα κρούσταλλο ρίξε νεράκι,
βρυσούλας γέννημα… ή και απ’ αυλάκι.
Πέσε τ’ ανάσκελα και πίθωσέ τα
στα έρμα στήθια σου και βάσταέ τα.
Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου,
καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου.
Άσ’ την παδέλα να πάρη βράση,
μονάχα πρόσεχε να μη σου σπάση.
Ας πάρη μπούρμπουλα μονάχα τρία,
και είναι έτοιμο μ’ επιτυχία
γιαχνί αθάνατο, ποιητικό…
Κένωσ’ το, κένωσ’ το ζεστό ζεστό
σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο…
και πες του κόσμου: Κόπιασε, φά το.
[πηγή: Λίνος Πολίτης, Ποιητική ανθολογία, Δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, τ. Ε΄, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1988, σ. 154-155]
Του γκιόνη όποιος λέει πως η φωνή
στης φύσης τη μεγάλη αρμονία
δεν είναι αναγκαία, ―με συγχωρεί―
μα λέει μια μεγάλη ανοησία…
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
εάν δεν ήταν κι η φωνή του γκιόνη.
«Πρόλογος», 1-6. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154.
http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=248
Έλαμπε την νύκτα ταύτην ήλιος ακτινοβόλος
και εχύνετο το μαύρον πέριξ φως των κεραυνών.
Εν σιγή βρονταί εβόων. Ήστραπτε της γης ο θόλος,
και το έδαφος εν λύπη έχαιρε των ουρανών.
Όρθιος εν εγρηγόρσει εκοιμώμην εν τη κλίνη,
ότε αίφνης έμπροσθέν μου έστη γέρων νεαρός,
κι εν ευγλώττω σιγή λέγει: τι ανήσυχος γαλήνη,
τι ακτινοβόλον σκότος, τι τερψίλυπος καιρός!
«Νεοελληνική ποίησις: Ρωμαντική σχολή», 1-8. Έργα αργίας, 1883. Κ.Θ. Δημαράς (επιμ.), Ποιηταί του ΙΘ΄ αιώνα. Βασική Βιβλιοθήκη, 12. «Αετός» Α.Ε., 1954. λζ΄.
*Από το http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=248
David Lerner (1951-1997), Ποιήματα
MEIN KAMPF
«Ο Γκάρυ Σνάιντερ ζει στην ύπαιθρο. Ξυπνά το πρωί και ακούει τα πουλιά. Εμείς ζούμε στην πόλη», Kathleen Wood
αυτό που θέλω να κάνω είναι να κάνω την ποίηση πασίγνωστη
αυτό που θέλω να κάνω είναι να κάψω
τα αρχικά μου στον ήλιο
αυτό που θέλω να κάνω είναι να
διαβάζω ποίηση από το μέσο ενός
φλεγόμενου κτηρίου,
στεκόμενος στη γρήγορη λωρίδα μιας λεωφόρου,
πέφτοντας από την κορυφή του Empire State Building
ο λογοτεχνικός κόσμος γλύφει τ’ αρχίδια πεθαμένων σκυλιών
θα προτιμούσα να είμαι ο Ρίτσαρντ Σπεκ (1) παρά ο Γκάρυ
Σνάιντερ, θα προτιμούσα να βρίσκομαι σ’ έναν πύραυλο προς την κόλαση
παρά σε ένα Βόλβο για την Μπολίνας (2)
θα προτιμούσα να πουλώ όπλα σε αρειανούς
παρά να περιμένω σιωπηρά ένα γράμμα
από κάποιον άρρωστο κλόουν μ’ ένα
μυαλό χωρισμένο στα τρία
που να μου λέει ότι έχω κερδίσει ένα
αλεξίσφαιρο ζευγάρι ροζ γυαλιά
για το ποίημά μου «Φθινόπωρο μέσα στην Άνοιξη»
θέλω να με μισήσουν όλοι όσοι
διδάσκουν για να ζήσουν
θέλω οι άνθρωποι ν’ ακούν την ποίησή μου και να έχουν
πονοκεφάλους
θέλω οι άνθρωποι ν’ ακούν την ποίησή μου και να ξερνάνε
θέλω οι άνθρωποι ν’ ακούν την ποίησή μου και να
κλαίνε, να ουρλιάζουν, να εμφανίζονται, ν’ αρχίζουν να
αιμορραγούν, να τρώνε τις τηλεοράσεις τους, να ξιφομαχούν
μέχρι θανάτου και
να βγαίνουν έξω και να μεθούν οργιαστικά με
κάποιου άλλου το χρήμα
αυτό δεν είναι πάρτυ, δεν είναι ντίσκο
δεν είναι μια ανόητη
λοταρία από έξυπνα λογοπαίγνια και ευαίσθητες σκέψεις και
ευχάριστες θεωρίες για το
πόσες πολλές αμφιβολίες μπορούν να χορέψουν στο κεφάλι
ενός πολυβόλου,
αυτό δεν είναι ένα ψευτοαριστοκρατικό απόγευμα με
καπουτσίνο και σκατά
δεν είναι επιβεβαίωση της ζωής για το ότι
οι μέρες μας έχουν νόημα
καθώς παρατηρούμε τα λουλούδια ν’ αναπνέουν μέσα από τις
ψυχές μας κι ερωτευόμαστε απελπισμένα
δεν είναι σύγχρονες εκτυπώσεις, δευτεροκλασάτο
λαπαδιασμένο φεστιβάλ μπήτνικ που γκρινιάζουν για το
σπασμένο ουράνιο τόξο
είναι ένα καρναβάλι του τρόμου
είναι ένα πρωτόγονο θέαμα για το
πώς να κινείσαι στην κεντρική αρένα
είναι φρίκη και άγρια ομορφιά
που βαδίζουν χέρι χέρι σ’ έναν βομβαρδισμένο δρόμο
καθώς τα βλήματα ουρλιάζουν, ενώ ένας ουρανός
στο χρώμα του αρτηριακού αίματος
αναβοσβήνει
όπως τα φώτα του Μπρόντγουεη
μετά το θάνατο από AIDS του τελευταίου τζάνκι
δεν έρχομαι να παραχώσω την ποίηση
αλλά να την ανατινάξω
ούτε να την κανακέψω στα γόνατά μου
σαν ένα καθυστερημένο παιδί με όμορφα μάτια αλλά να την
πετάξω από έναν γκρεμό σε παγωμένες θάλασσες και
να δω αν η γαμιόλα μπορεί να
κολυμπήσει για τη ζωή της
σίγουρα η αγάπη είναι ένα υπέροχο πράγμα
που στ’ αλήθεια χρειαζόμαστε
μα, φίλοι μου…
υπάρχουν τόσα πολλά να μισείς Αυτές τις Μέρες
εγώ έχω το δικό μου
μιας και το μίσος απλά είναι αγάπη με μια αγκίδα μέσα της
μια αγκίδα μεγάλη όπως το Ριτζ
και πιο βαρύ απ’ όλους τους λογαριασμούς που ποτέ θα πληρώσω
μιας και μας καταδιώκουν,
μας πουλούν ραδιενεργά γοητευτικά βραχιόλια
και δημητριακά για πρωινό που
μειώνουν το IQ σου πενήντα βαθμούς ανά μπουκιά,
έχουμε πολιτικούς που νομίζουν ότι το να ξεκινήσουν τον τρίτο
παγκόσμιο πόλεμο θα ήταν μια καλή κίνηση καριέρας
έχουμε όμορφες γυναίκες με μάτια σα βρεγμένες πέτρες
που μας κρυφοκοιτάζουν απ’ τις σελίδες
άψυχων περιοδικών
υποσχόμενες ότι θα μας
γαμάνε μέχρι να χύσουμε αίμα
ας μπορούσαμε μόνο ν’ αγοράσουμε κάποιους απ’ αυτούς
τους όμορφους σουγιάδες
εγώ έχω το δικό μου
1) Ο Richard Franklin Speck (1941-1991) ήταν κατά συρροή δολοφόνος.
2) Η παράκτια περιοχή Bolinas στην Καλιφόρνια είναι μια αυτόνομη κοινότητα γνωστή για τους ερημίτες κατοίκους της.
***
ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΑ ΝΙΑΤΑ
καταραμένα νιάτα στα μαύρα
καταραμένα νιάτα που δείχνουν όμορφα στα μαύρα
καυτά μαύρα
καταραμένα νιάτα που δεν νοιάζονται μ’ αυτόν
τον ιδιαίτερο τρόπο που γοητεύει εσένα,
διαβάζουν μόνο τις αναγγελίες θανάτων και τις
διαφημίσεις
καταραμένα νιάτα παγωμένα στα αισθήματα
καταραμένα νιάτα σέξι,
με άνεμο ντυμένος θάνατος και
έτοιμα να πάνε οπουδήποτε
καταραμένα νιάτα που δεν καταλαβαίνουν από ινδάλματα
όταν γεννήθηκαν, εκείνα ήταν ήδη καρτούν.
καταραμένα νιάτα που πιστεύουν στον
παράδεισο του κάθε δευτερολέπτου,
της ατέλειωτης νύχτας γεμάτη σάρκα,
της τρομερής πείνας για έκσταση
καταραμένα νιάτα άγρια με εύθραυστο σκοπό
είναι ο τρόπος που κινούνται με χάρη μέσα απ’ το
δηλητηριασμένο νερό
μη ξεχνώντας τίποτα
καταραμένα νιάτα που θα πεθάνουν δοκιμάζοντας,
και υπάρχουν
χειρότερα πράγματα να πεθάνεις σ’ αυτές τις μέρες
*0 David Lerner γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Αιρετικός ποιητής, έζησε μια μποέμικη ζωή και συνδέθηκε με τις δραστηριότητες των «Barbarians» στο γνωστό Cafe Barbar του Σαν Φρανσίσκο. Μαζί με τον Μπρους Ίσακσον δημιούργησαν τον εκδοτικό οίκο «Zeitgeist Press» και οι δυο τους αναφέρονται ως οι «Ezra Pound και T.S. Eliot του περιθωρίου». Ο Lerner πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης το 1997 και το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του παραμένει αδημοσίευτο.
Γράφει ο Μπάκυ Σίνιστερ: «Ήήταν ένας εύγλωπος φωνακλάς, ένας καλομίλητος μανιασμένος, ένας τρελός με σπουδαία πένα. Η ποίησή του θα μας θυμίζει μια περίοδο που η ποίηση ήταν οξυδερκής, μαγική και κάτι παραπάνω από απλά επικίνδυνη».
**Από την ανθολογία του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013.












