Ιβάν Καμπρέρα Καρτάγια, Τρία ποιήματα

Φώτο: A city on a rock του Evgenio Lucas Villamil

Φώτο: A city on a rock του Evgenio Lucas Villamil

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Γνωρίζω πως είναι από φωτιά το πεπρωμένο μου,
όπως οι αζαλέες ξέρουν
να αποβάλλουν αυτή την ποσότητα του φωτός
που πια δεν θα χρησιμοποιήσουν,
το φως
που πια δεν χρειάζονται
και αγνοούν, στ’ αλήθεια,
για ποιο λόγο τόσο.

Ξέρω πως ακολουθώ μια γραμμή φωτιάς,
όπως τα πουλιά στον αέρα ιχνογραφούν
ένα τρίγωνο αόρατο
υπαγορευμένο από το ένστικτό τους,
και στην προσπάθειά τους παράγουν
το φως που θα τους λείψει,
όταν δεν αρκεί η πτήση
για να δουν το τέλος.

*Από το ανέκδοτο βιβλίο “Πίστεις του θέρους”.

***

ΛΟΓΙΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΒΑΡΚΑΡΗ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΩΠΗΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Εγώ δεν ξέρω αν ακριβώς
κινείς ανάποδα τα κουπιά
γιατί υποχωρούν τα κύματα.

Στων νεκρών τα φαράγγια
ωριμάζουν τα κρασιά
τα πιο όξινα του κόσμου.

Σ’ αυτή τη γη
μεγαλώνουν τα ερείπια
όμοια με το φίδι
της Γένεσης.

Βγαίνεις τη νύχτα
για να δέσεις ένα μπουκέτο παραληρήματος
με γεντιανές γαλάζιες
και μαύρες παπαρούνες.

Το πρόσωπό σου διαγράφεται
πίσω από δάχτυλα πλεχτά.

Υπάρχουν χαμόγελα που πονούν,
και κόβεις δάχτυλα αγγέλων
για να κλείνουν,
για να συνεχίζουν να κλείνουν,
τα βλέφαρα του Θεού.

*Από το ανέκδοτο βιβλίο “Εργασία απόκρυψης”.

***

ΠΕΣ, ΠΕΣ ΤΩΡΑ

Πες μου εσύ αν φύλαξες
αρκετή σιωπή
για να κοιμηθείς
με ένα λουλούδι λασπωμένο ανάμεσα στα χέρια.

Πες μου εσύ αν σου μένουν
στον άβακα λογαριασμοί για να εξοφλήσεις
με το στόμα σαχιδικό
όπου ενώνονται όλα
τα ιδιώματα του κόσμου.

Πες μου εσύ, το μάθημά σου τι προστάζει,
τι φασιανό σε έναν νεκρό θα αγοράσεις
όταν ανθίζουν οι ζώνες
στην ταραχώδη οργή του θέρους.

Δεν θα ήξερες τι να απαντήσεις.
Δεν ξέρεις τι φέρουν οι υδρίες
μιας οποιασδήποτε τελετουργίας
ή ποια ζυγαριά κακότυχη σου ψιθυρίζει:
«υπερβολικά ελαφρύ».

Μόνο θέλησες να ατενίσεις
τους λαμπερούς καρπούς της πορτοκαλιάς.
Εκτός από τον φευγαλέο αέρα,
είσαι ίδιος με την άκρη της αύρας
πιο ανάλαφρος.

*Από το ανέκδοτο βιβλίο “Εργασία απόκρυψης”.

**Ο Ιβάν Καμπρέρα Καρτάγια (Τενερίφη,1980) είναι πτυχιούχος στην Ισπανική Φιλολογία από το Πανεπιστήμιο της Λαγκούνα, όπου επίσης σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Φιλοσοφία και εργάζεται ως καθηγητής Ισπανικών. Έχει βραβευτεί σημαντικά για το έργο του (βραβείο ποίησης Pedro García Cabrera, Luis Feria, Félix Francisco Casanova, Julio Tovar, Emeterio Gutiérrez Albelo, Tomás Morales, Juventud-Cultura Canaria, Juan Ramón Jiménez). Συμμετείχε σε πολιτιστικά προγράμματα με κεντρικό άξονα την ποίηση, έχει παρουσιάσει ποιητικές συλλογές σε συνέδρια ποίησης στα Κανάρια Νησιά και έχει προλογίσει βιβλία. Ο ίδιος έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, διηγημάτων, δοκιμίων, συνεντεύξεων, συνεργάζεται με εφημερίδες και  περιοδικά και έχει συμβάλλει στη σύσταση της Εγκυκλοπαίδειας της Λογοτεχνίας των Κανάριων Νήσων. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά.

***Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Γιώργος Β. Μακρής, Βιαθάνατος ή χρονονός

show_image

Τρελλή ζωή
Σκληρή ζωή
Ζωή με τον πατέρα
Σκατοζωή
Ζωή πεζή
Μεγάλη ζωή
Περιπετειώδης ζωή
Χαμοζωή
Ζωή να΄χεις
Ζωή Καρέλλη
Μοναχική ζωή
Ερωτική ζωή
Στερημένη Ζωή
Ζωή παράξενη
Πολεμική ζωή
Ζωίτσα Κουρούκλη
Κρυφή ζωή
Εμπορική ζωή
Ζωή χαμένη
Κενή ζωή
Ηρωική ζωή
Ανθρώπινη ζωή
Συζυγική ζωή
Νοήμα της ζωής
Βρεφική ζωή
Ζωή χωρίς νόημα
Αστική ζωή
Ζωή στο Μεξικό
Φιλοσοφική ζωή
Φυτική ζωή
Βασιλική ζωή
Ζωή και Τέχνη
Κλεμμένη Ζωή
Ζωή στο διάστημα
Ζωή ονειρώδης
Κοινωνική ζωή
Ζωή θρησκευτική
Καθημερινή ζωή
Ξένος στη ζωή
Κινηματογραφική ζωή
Δημοκρατική ζωή
Εγκληματική ζωή
Ζωή σε εσάς
Εύθυμη ζωή
Πνευματική ζωή
Λαμθασμένη ζωή
Μεθυσμένη ζωή
Ζωή χαώδης
Αθλητική ζωή
Ποιητική ζωή
Ζωή μαλακισμένη
Ζωή ζωέμπορου
Διπλή ζωή
Ψυχική ζωή
Έκλυτος Βίος
Καθιστική ζωή
Ζωή εμποδισμένη
Ζωή Θανάτου
Ζωή Καραβίδα
Ζωή βασανισμένη
Ένοχη ζωή
Σεξουαλική ζωή
Πεθαμένη ζωή
Πολιτική ζωή
Γλυκιά ζωή
Τυχοδιωκτική ζωή
Σκυλίσια ζωή
Στρατιωτική ζωή
Χριστιανική ζωή
Ζωή του αυτόχειρος
Οργιαστική ζωή
Ζωή και επιστήμη
Ζωή και κότα
Ζωή ζωώδης
Επαναστατική ζωή
Θλιβερή ζωή
Ζωή είν΄αυτή;
(Αθήνα, 1964)

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε εδώ: https://itzikas.wordpress.com αλλά και εδώ: http://ornithologicus.blogspot.com/2007/05/blog-post_9101.html απ’ όπου και η εικόνα της ανάρτησης

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 1285 (ποιητική κατανόηση)

μιλιοριδισ

~
έγινα
σιωπή για ν’ ακούσω το όνειρο,
για ν’ αρρωστήσω 
λέξεις
που κρατούν νεκρό με χίλια πόδια το αύριο,

μπερδεύω στο ποτήρι που κολυμπά ο δρόμος του χρόνου, 

το σάλιο

της αντοχής 

με το δάκρυ που θαμπώνει τη μύγα της απουσίας

και κινδυνεύω

να παρασυρθώ στη διχάλα της στάσης, 

που αναμένει τη νύχτα για να με εκτινάξει στη Μέση Ανατολή 

του φόβου,

των ορνέων

μου 

~

γι’ αυτό,
με μολύβια πάχους ενός Pixel βραδιάζομαι στην ανεμώνη 

των ματιών της, 

κατεβάζω τη δίψα των φιλιών 

στο χαρτί 
μιας νεκρής αφίσας, 

και γράφω γι’ αυτούς με τα τυπικά

προσόντα της λήθης,

και τους άλλους με τα ομόκεντρα πρόσωπα, 

και τους λαιμούς ελατήρια,

~

στίχοι,

κακές 

επιρροές, 

διαθήκη ηττημένων 
~

Βασίλης Βασιλειάδης, Δύο ποιήματα

lion-670x400

————————————-

Η Κλαίρη μου είχε πει
με διανόηση μπαταρισμένη στη τάξη της λογικής
ριψοκινδυνεύεις ευνουχισμό έως παράλυση μυαλού
ελλοχεύουν κακοήθεις νεοπλασίες της ύπαρξης
και άλλες εξωμήτριες τερατογενέσεις του είναι
που σημαίνει
καταλήγεις πριν το καταλάβεις
έμπυος ή ανατιναγμένος
κι από τότε αποφάσισα
να αφοσιωθώ στην αταξία της αιρεσιουργίας
αναμάρτητος
χωρίς να φυλάγομαι
ιερουργώ ως καυλουργός
και εξολκέας οργασμών
ζωής.

…………….

αθροισμένοι σέ πείσματα παρατεταμένα
χίλια κομμάτια από τά μερεμέτια της επιβίωσης
και από επείγουσες διεκπεραιώσεις προτεραιοτήτων,
τώρα το μυαλό χάσκει αστοχαστο και άφωνο
τον χρόνο να έχει γίνει άφαντος
φευγάτα και τα μελλούμενα
αυτοί
που δεν άφησαν τίποτε απολέμητο
ούτε ένα δισταγμό δεν άφησε λάσκα η φούρια του υπερόπτη ιδρώτα τους,
δεν είχαν ούτε μία στιγμή να αναστοχαστούν τις σαρκοβόρες αιτιότητες
συνέχεια έπεφτε η λογική κατεπάνω τους και τους ακύρωνε τα όνειρα,
τώρα μόνο κατάλαβαν οι ροζοι της ορθοστασίας τους
πως η ζωή τους κάρφωσε πισώπλατα
χωρίς τον παραμικρό δισταγμό.
………..

*Από τό FUCK OFF long poem (σε εξέλιξη δημιουργίας)

Κώστας Σοφιανός, Ποιήματα

big-G20_blood_on_road

ΗΡΩΔΕΙΟ

Ηρώδειο:

Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων

ελαύνεται εις πάθος˙

φταίνε οι τόνοι της ηρωικής

(για ό,τι γράφω- γράψε λάθος

αν λάβει γνώση ο ανακριτής…)

Φθηνές αισθήτες, λιλιά, λοφία,

χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη

στολές-γαλόνι.

Πρώτες σειρές-

συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.

Αν είχα θάρρος κ’ ένα μπετόνι…

«Μα τι σας φταίει η κοινωνία;!»

Τα σπίρτα κρύβω-

πρέπει να στρίβω

με υποπτεύονται για αναρχία.

***

Ο DANTON ΑΠΕΡΧΟΜΕΝΟΣ
ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ

Είδος τμήματος μεταγωγών αυτός ο κόσμος — είδος φυλακής υποδίκων του
είδους. Στο μέγα Πραιτώριο ρόλοι κριτών και κρινομένων, στρατιωτών και
αιχμαλώτων, φυλάκων και φυλακισμένων συγχέονται καθώς παίζονται απ’ όλους
προς όλους ακατάπαυστα. Θεάται ο θάνατος τη ζωή και είναι πλήρες το βλέμμα του ανεστραμμένων ειδώλων.

Κάποτε στο Πραιτώριο θα τους ξαναδείς όλους. Θα σε βρίζουν και θα σε χτυπούν
και θα σε φτύνουν και δε θα μπορείς και δε θα θέλεις να τους φτύσεις καν.

Ολους θα τους ξαναδείς εκεί: και τους στρατιώτες κσι τους γραμματείς και τους
φαρισαίους και τους εχθρούς και τους φίλους. Κι ανάμεσά τους το φίλο των
εχθρών — το βιρτουόζο των εσκεμμένων φιλημάτων: Ραβί – Ραβί…

Και βέβαια τον ενδιαφερότερο ανάμεσά τους — τον ίδιο τον προπραίτωρα της Ιουδαίας. Αψογοι οι τρόποι του Πιλάτου — τρόποι κυρίου πάντα. Ψύχραιμος και
λογικός θα γυρέψει λεκάνη κι όπως θ’ απλώνει το βρεμένο χέρι στην πετσέτα — το
βλέμμα του φωτισμένο από την ένταση της ειρωνείας — θα σου αναγνωρίσει,
ασφαλώς, τη βασιλεία των ουρανών, ψέγοντάς σου όμως την άκομψη αυτή εμμονή
στην αλήθεια: τι έστιν η αλήθεια;

Αλήθεια, ποιά είναι η αλήθεια;

Μεγάλη πίκρα

μεγάλη προσβολή

για τίμιον άντρα –

να ‘χει ανέντιμους εχθρούς,

μεγαλύτερη ακόμα

– κι η πίκρα και η προσβολή –

όταν

εχθρούς έχει τους φίλους:

αυτούς που μοιράστηκαν την καρδιά του

αυτούς που λεηλάτησαν τη σκέψη του

κρατώντας

ράκη ασύνδετα
κάλυκες που τους φάνταξαν πιο όμορφοι

δίχως τη γόμωση των επιθετικών του νοημάτων –

κενές σμπαριασμένες λέξεις

σαν τις οβίδες που κουβαλάνε άδειες οι άκαπνοι

απ’ τα πεδία των μαχών
όταν ο θάνατος έχει σηκώσει ό,τι δικαιούται

όταν έχει καθίσει ο κουρνιαχτός

κι οι νικημένοι

και οι νικητές

δένουνε

καθένας

τις πληγές του.

Μ’ αυτές τις άδειες λέξεις

μ’ αυτούς τους άδειους κάλυκες

φτιάχνουνε τώρα ασήμαντες μορφές

κομμάτια φτηνής αισθητικής

γελοία υποστηλώματα

των ταπεινών εγωισμών των.

Με τέτοια “επιτεύγματα’

– τέτοιος που είναι ο καιρός –

με τέτοια “επιτεύγματα’

γινήκαν πάλι “κάποιοι’ στο παζάρι,

αισθάνονται — επιτέλους — αυτοδύναμοι

έμποροι με δικό τους μαγαζί

ίσοι προς ίσους με τους εαυτούς των…

Ω, βεβαιότατα:

έγιναν επιτέλους αυτό που ήσαν.

***

ΜΠΕΝΑΚΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Είναι ωραία και όμως ερευνά

ή, μάλλον, μολονότι ωραία και διόλου θεούσα — κάθε άλλο,

(το αποκλείει το ελάχιστο που φορά μπλουζάκι,

καθώς αφήνει έκθετη τη σφριγώσα μέση, σαφώς υπαινισσόμενο ότι ο αφαλός,

αθέατος προς το παρόν αλλά πάντως ακάλυπτος,

πιό κι απ’ τη μέση ερεθιστικός θα είναι)

εντούτοις, έχει καθήσει μπροστά στην οθόνη και ερευνά.

Μεταπτυχιακή φοιτήτρια προφανώς,

θα σπουδάζει, υποθέτω, ιστορία,

(ή μήπως κοινωνιολογία της παιδείας — στις μέρες τους τίποτα δεν αποκλείεται)

περνάει την ταινία μικροφίλμ των παλαιών εφημερίδων

και

όλο κάτι αποσπά
και καταγράφει

στο γόνατο ακουμπώντας

(σίγουρο γόνατο τορνευτό)

το σημειωματάριό της με φίνο σκουρόχρωμο δέρμα δεμένο,

σαν το δέρμα που συγκρατεί στα όρια του τέλειου σχήματός της

τους όμοιους με ελάσματα μυώνες.

Θαυμάζω και επικροτώ την επιμέλεια της κόρης,

την εμβρίθεια του ύφους της, των βλεμμάτων της την προσήλωση

στο είδωλο του κειμένου,

που πότε ακινητεί και πότε φεύγει,

καθώς το χέρι της — χέρι Αρτέμιδος εν ώρα κυνηγίου — κομψά και έμπειρα

περιστρέφει τη μικρή λαβή δεξιά της.

Σημειωτέον

– και τούτο επιτείνει τον θαυμασμό μου, όχι μόνο για την εμβρίθεια κλπ.,

αλλά και για την ασκητική, σχεδόν, αυτοπειθαρχία της κόρης –

είναι ΄Ανοιξη.

Ο ήλιος έξω λάμπει χωρίς να δυναστεύει.

Προπετή κελαηδήματα αναμειγνύονται με κορναρίσματα ποικίλλων οχημάτων,

κι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο εισβάλλει άρωμα νερατζιάς –

συνεγείροντας ως και τον γέροντα ερευνητή, που τώρα δα σηκώθηκε

και
βγήκε,

λέει,

ν’ ανασάνει

“ολίγον αέραν εαρινόν, αγαπητέ μου’.

Είναι ΄Ανοιξη, λοιπόν,

οι φλέβες των ορυκτών διαστέλλονται

από τη ζείδωρη ένταση του φωτός που αεροβατεί αχνίζοντας

στις φρεσκοπλυμένες μαρμαρόπλακες του παλιού Βουλευτηρίου,

κι εκείνη

δοσμένη στην αποδελτίωση παρωχημένων περιστατικών και λόγων

κάθεται ανύποπτη
με την πλάτη γυρισμένη στο παρόν

(όπως κάθονταν άλλοτε τ’ απόβραδο στις γειτονιές οι γυναίκες,

έξω από τα χαμηλά τους σπίτια,

για να ξεδώσουν χαζεύοντας τους περαστικούς,

ενώ μέσα οι μοίρες, αγέλαστες και ακαλλώπιστες,

ετοίμαζαν συμφορές).

Θαυμάζω και επικροτώ,

μα αν κρίνω από το ύφος της,

ύφος βέβαιο “οργανικής διανοουμένης’

(ως επί πολύ και αδιαμαρτύρητα — αλλοίμονο — ακροασθείσης των μαθημάτων

της πολυτόμου κυρίας Π., λόγου χάρη,

ή, έτι χείρον,

της

πολυπράγμονος κυρίας Φ.)

αν κρίνω, λέω, από το ύφος της,

και όχι βέβαια από το φύλο ή την ομορφιά της

– ξου, ξου κακόγλωσσες φεμινίστριες –

συμπτώσεις που διόλου δεν εμπόδισαν

την Κόρι
να να υποσκελίσει τον Πίνδαρο

και την Υπατία να υπηρετήσει, έως θανάτου ένδοξη και με τον ίδιο ζήλο,

της Αθηνάς και της Αφροδίτης τα έργα

(γι’ αυτό, λέγεται, την διαμέλισαν οπαδοί του Κυρίλλου Αλεξανδρείας,

γιατί δεν άντεχαν οι φθονεροί καλόγεροι να ζουν ανέραστοι

δίπλα σε τέτοια ομορφιά)

φοβούμαι

– πολύ φοβούμαι, ομολογώ –

ότι το όλο εγχείρημα θα καταλήξει,

μετά πολλών επαίνων, ασφαλώς,

σε μιαν ακόμη περισπούδαστη “προοδευτική’ πατάτα.

24 Απριλίου 2000

***

Τα δόντια σου

– άσπρα και γυμνά

σα γεναριάτικη σελήνη

άσπρα και λαμπρά

καθώς μιλάς

καθώς γελάς

κι αποκαλύπτονται –

μιά αίσθηση μου προκαλούν παρωχημένη,

ένα ρίγος

μνήμη καθιζημένη

ανακαλούν

ηδονής αφάτου…

Σα νάζησα ποτέ

στο ξέφωτο δρυμού αδιεξόδου

έρωτες επικούς

σπαραγμούς μεγάλους!

Η λευκή τους διάταξη

τέλεια αρχιτεκτονιμένη

η στίλβουσα σειρά τους

υποψία γεννούν

υπάρξεώς μου άλλης

και την επιθυμία

ζώο μου υγιές

στη δικαιοδοσία

της οδοντοστοιχίας σου

νάμουν άωρη οπώρα!…

***

σα σκύλος πίσω από τις αλήθειες σου

κι’ οι φωνές τους πέτρες

*Τα ποιήματα του Κώστα Σοφιανού είναι απο την “Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας: Η Ποιηση” Των Ηρακλή & Ρένου, Ήρκου & Στάντη Αποστολίδη. Η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται από το ιστολόγιο http://sofianoskostas.blogspot.com

Ο Κώστας Σοφιανός

Ο Κώστας Σοφιανός

Γιώργος Καρτέρης, Το μετέωρο βήμα του τόνου

Mithy-2

Ι

Όπως καμπύλωναν
Τα βουνά γύρω σου
Καμπύλωνες το βλέμμα
Ακολουθώντας
Τις σπαρμένες λιθάρια
Ξερές πλαγιές
Αγέρωχη
Γεμάτη
Ζωή
Στοργή
Αλλά κυρίως κατανόηση.

Θα με χαρακτήριζε
Τυχερό κανείς
Βρήκα άνθρωπο
Να με καταλαβαίνει
Αξιόλογο, ομιλητικό
Με ενδιαφέροντα και αξίες.

Τιμώρησέ τους
Δείξε εμπιστοσύνη, είπες
Ψήφισε τώρα ΚΚΕ.

ΙΙ

Γυρίζω ευτυχής και υπερήφανος
στο Μάαστριχτ πετύχαμε
ακριβώς αυτά που θέλαμε
Μητσοτάκης

Καχύποπτοι και ίσως αμφιρρεπείς
Ποτέ δε νιώσαμε περήφανοι
Συνήθως νιώθουμε περίεργα
Έχουμε την αίσθηση
Ότι κάποιοι προσπαθούν
Να μας παγιδεύσουν
Να μας πλανέψουν
Με πλάνα λόγια
Μπροστά στο χάος
Και τη συμφορά
Διαρρηγνύουν
Τα ιμάτιά τους.

Μην εμπιστεύεσαι τους εγκάρδιους
Αισιόδοξους ζεστούς κηφήνες
Τιμώρησε τους ιδιοτελείς
Αυτούς που εύκολα
Θα μπορούσες να πεις προδότες
Ρίξε στα μούτρα τους
Ένα γιαούρτι με λίγα λιπαρά
Και πολλά οκτάνια, είπες
Αποκαρδιωμένη
Απ’ τις ματαιόδοξες κραυγές
Την ιδιοτέλεια
Τον παραλογισμό.

ΙΙΙ

Κοιτάζαμε τις φωτιές
Στη λεηλατημένη πόλη
Πνιγμένοι στα δάκρυα
Και τον καπνό.
Ο Καραϊσκάκης δεν ήτανε
Που προσφέρθηκε να δώσει
Μολύβι στους Τούρκους
Για να προστατέψει τον Παρθενώνα;

Κάποιος αναρωτήθηκε
Τι θα μπορούσαμε να είχαμε δώσει
Στους εμπρηστές
Πέρα απ’ την ολική διασπάθιση
Το μεγάλο οδοστρωτήρα
Που έκανε κόντρα πλακέ
Τη μνήμη μας—
Τίποτα δεν έχει γλιτώσει.
Ανάμεοα στα αποκαΐδια
Ξεδιαλέγοντας λέξεις όπως
Δικαιοσύνη, δημοκρατία
Πατρίδα
Έπεσε το μάτι μου
Σ’ ένα σπασμένο μπουκάλι
Πολυεθνικής μπίρας
Και σκέφτηκα πως πάντα
Κάτι έχουμε να δώσουμε
Σ’ αυτούς που μας πολεμάνε
Ή μολύβι ή χρήμα.

IV

Νύκτα δουλείας σ’ εακέηαοεν
νύκτα αιώνων

Α. Κάλβος

Πατρίδα είναι οι κάμποι
Η θάλασσα, τα βουνά
Η κοινωνική πρόνοια
Η αξιοπρέπεια
Η δικαιοσύνη
Η δουλειά
Σημείωση: δουλειά είναι λέξη συνώνυμη με την εργασία. Τελευταία επιχειρείται
μεταφορά του τόνου στην παραλήγουσα.Παρακολουθούμε με σκεπτικισμό και οργή το μετέωρο βήμα του τόνου.

V

Περισσότερο από τα πλάνα λόγια
Μας πληγώνει η απέραντη
Πικρή και γαλάζια
Σε πρώτο πλάνο
Πλάνα θάλασσα.

Δεν υπάρχουν αξίες

Μόνο αυτή η ζεστή κέρινη θλίψη
Η πληγή που αφήνει στα μάτια μου
Το σβησμένο γέλιο του απομεσήμερου.
Εσύ που με καταλαβαίνεις τόσο
Δείξε λίγη συμπόνια
Γι’ αυτήν την καταραμένη
Αμηχανία μου.

Φεβρουάριος 2012

*Από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Γενάρη-Μάρτη 2012.

Alejandra Pizarnik, Επιλογή ποιημάτων

13100690_708443342631405_5871591184437875708_n
.
Τόση ζωή Κύριε!
Για ποιο λόγο τόση ζωή;
.
════════════
.
❝ To κελί ❞
.
Έξω υπάρχει ήλιος.
Δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν ήλιο
αλλά οι άνθρωποι τον κοιτούν
και ύστερα τραγουδούν.
.
Εγώ δεν ξέρω από ήλιο.
Εγώ ξέρω τη μελωδία του αγγέλου
και το φλογερό κήρυγμα
του τελευταίου ανέμου.
Ξέρω να ουρλιάζω το ξημέρωμα
όταν ο θάνατος υποβάλλεται γυμνός
στη σκιά μου.
.
Εγώ δακρύζω κάτω απ’ τ’ όνομά μου.
Εγώ κουνώ μαντίλια τη νύχτα και βάρκες
θλιμμένες από την αλήθεια
χορεύουν μαζί μου.
Εγώ κρύβω καρφιά
για να σταυρώσω τ’ άρρωστα όνειρά μου.
.
Έξω υπάρχει ήλιος.
Εγώ ντύνομαι με στάχτες.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ Η αφύπνιση ❞
.
Θυμάμαι τα μαύρα πρωινά του ήλιου
όταν ήμουν παιδί
δηλαδή χθες
δηλαδή πριν αιώνες.
.
Κύριε
το κλουβί έγινε πουλί
και καταβρόχθισε τις ελπίδες μου.
.
Κύριε
το κλουβί έγινε πουλί.
Τι θα κάνω με το φόβο.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ Περιμένοντας το σκοτάδι ❞
.
Φύλαξε την τυφλή κόρη της ψυχής,
ρίξε της τα σγουρά από τη φωτιά μαλλιά σου,
αγκάλιασέ τη μικρό άγαλμα του τρόμου.
Φανέρωσέ τη στον κόσμο που σφαδάζεται στα πόδια σου,
στα πόδια σου όπου πεθαίνουν τα χελιδόνια
που τρέμουν απ’ το φόβο στη σκέψη του μέλλοντος.
Πες της ότι οι ψίθυροι της θάλασσας
ραίνουν τις μοναδικές λέξεις
για τις οποίες αξίζει να ζεις.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ O απών ❞
.
Το αίμα θέλει να καταλαγιάσει.
Του στέρησαν το λόγο ν’ αγαπά.
Γυμνή απουσία.
Παραληρώ,χάνω τα φτερά μου.
Τι θα ‘λεγε ο κόσμος αν ο Θεός
τον είχε εγκαταλείψει έτσι;
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ Νύχτα ❞
.
Αλλά υπάρχει κάτι που διαπερνά το δέρμα,
μια τυφλή οργή
που ρέει στις αρτηρίες μου.
Θέλω να φύγω!Κέρβερε της ψυχής μου
άσε,άσε με να διαπεράσω το μειδίαμά σου!
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ Το δέντρο της Αρτέμιδος ( 3 ) ❞
.
Μόνο η δίψα
η σιωπή
καμιά συνάντηση
πρόσεξέ με αγάπη μου
πρόσεξε τη σιωπηλή στην έρημο
την περιπλανώμενη με τ’ αδειανό ποτήρι
και τη σκιά της σκιάς σου.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ H λήθη ❞
.
Στην άλλη όχθη της νύχτας
ο έρωτας είναι πιθανός
— πάρε με —
πάρε με στις γλυκές ουσίες
που πεθαίνουν κάθε μέρα στη θύμησή σου.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
❝ Mόνο ❞
.
Πλέον καταλαβαίνω την αλήθεια
γίνεται αντιληπτή στις επιθυμίες μου
και στις λύπες μου
στις ασυμφωνίες μου
στις διαταραχές μου
στα παραληρήματά μου
πλέον καταλαβαίνω την αλήθεια
τώρα
ας ψάξω τη ζωή.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●▬▬▬▬▬▬▬●
.
*Συρραφή από: Alejandra Pizarnik, Ποιήματα, Επιλογή — Μετάφραση Στάθης Ιντζές, Θράκα, 2η έκδοση 2016
.
**Φωτογρφία: Vladimir Clavijo — Telepnev, ( b. 1962 ), Photoartist of aesthetical neo — romanticism, Moscow — Russia

***Τα ποιήματα και η φωτογρφία αναδημοσιεύονται από τη σελίδα της φίλης Anna Doulia στο facebook.

Andrew Velazian, Drunk on Apathy / Μεθυσμένοι στην Απάθεια

1*rz5nEhYYzdot57vm4VWb-Q

If we are to reap what is sown
from the soil
Fertilised
by the bones of the poor and their toil

Anger should have now ripened
to action
As The Grapes of Wrath
go unanswered
As it’s from our own boots
we get trampled

into the earth, the bitter juice leaks
Resolve is destroyed
as our impotence peaks
But we take all their shit and wallow in silence
Afraid to stand tall
afraid to use violence.

Μεθυσμένοι στην Απάθεια

Αν θέλουμε να αποκομίσουμε ό,τι σπέρνεται
από το έδαφος
γονιμοποιημένο
απ’ τα οστά των φτωχών και του μόχθου τους

Ο θυμός θα πρέπει νά ‘χει πλέον ωριμάσει
στη δράση
καθώς Τα σταφύλια της οργής
μένουν αναπάντητα
Καθώς είναι από τις δικές μας μπότες
που ποδοπατιούνται

στη γη, διαρρέει o πικρός χυμός
Η λύση καταστρέφεται
καθώς η ανικανότητά μας κορυφώνεται
Αλλά αγοράζουμε όλα τα σκατά τους και βυθιζόμαστε στη σιωπή
Φοβούμενοι να ψηλώσουμε
φοβούμενοι να χρησιμοποιήσουμε βία.

*Το αγγλικό ποίημα είναι από εδώ: https://iamnotasilentpoet.wordpress.com/2016/05/22/drunk-on-apathy-by-andrew-velazian/
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Πάνος Θεοδωρίδης, Ωδή Στα Πουλιά

tumblr_mnvghnH3mj1qgpg8eo1_500

Σκάστε πουλιά, η αγάπη μου κοιμάται
σ’ ένα στρώμα βαρύ από υγρασία
το παράθυρο δεν κλείνει, η πόρτα μάγκωσε
και συ δεν με θυμάσαι πια
 
Θα ’ρθει καιρός σε κάποια ταβέρνα
που θα μεθύσουμε πάλι μαζί
θα νιώσω τότε στενό το καβάλο
και το θάνατο να σ’ αγγίζει
 
tumblr_ms17pk1C231rttlrno1_540

γλυκά. Μα εσύ δεν με θυμάσαι πια
οργάζοντας κάπου στο προσκέφαλο
ενώ αγωνίζομαι να κοιμηθώ
μέσα στο στόμα μιας άλλης κυράς.
 
Έι, θα’ναι όμορφα τέτοιες μέρες
στη δυτική Χαλκιδική. Σκάστε πουλιά
η, πως την λένε, ροχαλίζει απάνθρωπα
και να δακρύσω δεν μπορώ
 
tumblr_mmu7jxK1Cp1qdhfhho2_540

*Αrtworks: Jesus Perea
 
**Αναδημοσιευση από εδώ: http://www.bibliotheque.gr/article/56569

Διαβάζοντας τον Κούκο της Πελαγίας Φυτοπούλου

Κούκος-Πελαγία-Φυτοπούλου

Του Ζαχαρία Στουφή*

Καιρό είχα να συναντήσω την ποίηση μέσα σε βιβλίο και ο «Κούκος» της Πελαγίας Φυτοπούλου με ξάφνιασε ευχάριστα. Όσες φορές τον διάβασα το ξάφνιασμα ήταν αναπάντεχο γιατί στην πραγματικότητα η Πελαγία, μέσα από το «Κούκος» που είναι το πρώτο της ποιητικό βιβλίο, προτάσσει το αίτημα της καθαρής ποίησης. Με τη συλλογή αυτή η Πελαγία Φυτοπούλου μάς συστήνεται χωρίς να προσπαθεί, αφού σε κάθε της ποίημα φαίνεται να μας γνωρίζει καλά. Μας διευκρινίζει τη διαφορετικότητά της όχι για να την αγαπήσουμε ή να τη συμπονέσουμε. Μας διευκρινίζει τη μοναδικότητα της μοναχικότητάς της αφού σε κανένα στρατόπεδο δεν τάσσεται.

Η Πελαγία είναι ο «Κούκος»  που ποτέ δεν ήρθε προμηνύοντας την άνοιξη, ποτέ δεν καταδέχτηκε να αφήσει τα αυγά του στις βρομερές φωλίτσες σας και πιστός στην τραγική του φύση δεν έχτισε δική του φωλιά, δεν επώασε τα αυγά του και δεν γνώρισε ποτέ τα παιδιά του. Αυτός ο «Κούκος» που γεννήθηκε σε ξένο σπίτι και αναστήθηκε ανάμεσα σε αγνώστους, είναι ποιητής! Και είναι ποιητής γιατί οι φωλιές που επιλέγει είναι  οι φυλακές ανηλίκων, είναι τα ψυχιατρεία, είναι οι ανοιχτοί τάφοι και οι χώροι που θυμίζουν εκκλησιαστικά ορφανοτροφεία της επαρχίας.
Στο εν λόγω βιβλίο, αυτό που έχει αξία και πρέπει να σταθούμε είναι ο τρόπος με τον οποίο, επιλέγει η ποιήτρια να μας συστηθεί. Εκτός από την εύστοχη αλληγορία του «Κούκου», δύο είναι ακόμα τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το βιβλίο της. Το ένα είναι η ηλικία που επιλέγει να σταθεί απέναντί μας και το άλλο είναι οι τόποι που εκτυλίσσονται οι περιπέτειες του «Κούκου».

Στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου η ηλικία του κεντρικού ήρωα είναι στο μεταίχμιο από την παιδικότητα στην εφηβεία, αλλά, και στα ποιήματα που ο ήρωας ενδέχεται να έχει ενηλικιωθεί ο χαρακτήρας του μένει σταθερός. Η σταθερότητα αυτή σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ανωριμότητα, μονάχα επισημαίνει το πόσο καθοριστικά στάθηκαν τα γεγονότα  εκείνης της περιόδου. Κάτι πολύ σημαντικό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι όλη αυτή η αναδρομή στο μεταίχμιο παιδικότητας- εφηβείας δεν γίνεται για λόγους αυτοψυχανάλυσης που με τη σειρά της θα αιτιολογούσε συμπεριφορές και αποφάσεις. Η αναδρομή αυτή είναι η ιστορία του ίδιου του «Κούκου» ή της ποιήτριας αν προτιμάτε, έχοντας στόχο να αποδείξει τη σταθερή της πορεία στο χρόνο της.

Η γεωγραφία των τόπων της, τους οποίους χρησιμοποιεί και ως σκηνικό αυτής της τόσο θεατρικής γραφής της, είναι η ελληνική επαρχία. Αυτό είναι κάτι που η ποιήτρια δεν το λέει και τόσο ξεκάθαρα, ούτε ονομάζει τοποθεσίες, βουνά ή δρόμους.  Αυτό είναι κάτι που αισθάνεται ο αναγνώστης σε όλο το βιβλίο, βασανιστικό και αναπόδραστο. Αυτή την επιλογή της να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό σκηνικό την κόλαση της ελληνικής επαρχίας τη θεωρώ τουλάχιστον σπουδαία, όταν, οι σημαντικότεροι ποιητές μας (με σπουδαιότερη εξαίρεση τον Κώστα Καρυωτάκη) φρόντισαν να την παραβλέψουν συστηματικά.

Όχι, ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, όπως η ποίηση και γενικότερα η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο. Ο μοναχικός και ξεχωριστός «Κούκος» της Πελαγίας Φυτοπούλου είναι ο «Κούκος» που μάταια επιμένει όχι για να αλλάξει τον κόσμο, ούτε για να φέρει την άνοιξη που οριστικά έχει χαθεί. Είναι ο «Κούκος» που επιμένει να μας θυμίζει τις εκπτώσεις μας και τις υποχωρήσεις μας στους αγώνες ενάντια του εαυτού μας που τελικά εγκαταλείψαμε. Είναι ο Κούκος που κάποτε υπήρξαμε και πλέoν, αποφεύγουμε να θυμηθούμε.

———————————————————————-

ΚΟΥΚΟΣ
στη ζωή μου
δε θέλησα ν’ αφήσω
κάτι
πίσω
ούτε στεριά
ούτε θάλασσα
τα βράδια μοναχά
ένα μονόγραμμα στα χείλη μου
σαλεύει
μικρό κήτος εκπαιδεύει
τη βροχή μου
μια φτερούγα Διόσκουρη
ανεμίζει
στο ύστερο της τύχης
που ξέχασα να κουρντίσω
οι τρόφιμοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρόστυχα
τον τοίχο
τους διασκεδάζει έπειτα
ένας χωρικός να μελοποιεί
την αδιάλλακτη ανυπαρξία μου
ένα βαλσάκι του ’30
εγώ τους λέω παραμύθια
για να μ’ ευχαριστήσουν οι αθεόφοβοι
κατουράνε τις αλυσίδες τους
να γίνει το ποδάρι τους
κυπαρίσσι σκαλιστό
να ’χω κι εγώ
κάπου να κλάψω
στις ντουζιέρες μοιράζουν σταυρουδάκια
και οι ψείρες σαλιώνουν τα καρφιά
 
 
ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Βυθίζομαι στα χρόνια των άλλων, στα σπίτια τους
Οι θεοσεβούμενοι αγαπούν τις παρθένες
Αναπαύομαι στην έμπιστη, του αρχηγού, πολυθρόνα
Ανοίγω την τηλεόραση
Τα πόδια μου ανθίζουν στο τραπέζι που θα φάμε
Ο Μπάστερ Κίτον δε γελά
Ντρέπομαι να με βλέπουν γυμνή, μ’ ευχαριστεί
ωστόσο, η επετειακή τους αμηχανία
Ενός λεπτού σιγή
Τελείωσα λεβέντες
Ναι, ναι έφτασα σε οργασμό
Μπορείτε να κουρδίσετε το τανκ
Ο δονητής υποχώρησε
 

*Ο Ζαχαρίας Στουφής γεννήθηκε το 1974 στη Ζάκυνθο. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1996 με τη συλλογή Τρένο. Έκτοτε ακολούθησαν οι συλλογές, Ο πόνος οι ηδονές κι ο φόβος των ανθρώπων 1997, Ονειροπληξία 2001, Νιρβάνα 2003, Χαωδία 2005, Νεκρώσιμα 2006, Μυστικό νεκροταφείο 2008 (www.mystikonekrotafeio.gr) και Γράμματα σε νεκρό ποιητή 2009. Το 2012 κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των: Ονειροπληξία, Χαωδία και Νεκρώσιμα, υπό τον τίτλο ΟΝΕΙΡΟΠΛΗΞΙΑ τριλογία. Σαν προέκταση του ποιητικού του έργου, στο οποίο ο θάνατος είναι το επίκεντρο, ασχολείται με την θανατολογία της Ζακύνθου. Αναζητεί τον θάνατο στη λαογραφία, τη φιλολογία, την ιστορία και την σύγχρονη κοινωνία του νησιού του. Μέχρι σήμερα εκτός από τις ποιητικές του συλλογές έχουν δημοσιευθεί και τρεις λαογραφικές μελέτες του για το θάνατο, Τα σύγχρονα επιτύμβια επιγράμματα της Ζακύνθου, 2009, Σήματα θανάτου πίστης και μνήμης στους δρόμους της Ζακύνθου, 2010 και Τα Ζακυνθινά μοιρολόγια και οι μεταλλάξεις του θρηνητικού λόγου στο χρόνο, 2013. Επίσης, έχει εκδοθεί το βιβλίο του Το Αγγλικό Νεκροταφείο της Ζακύνθου, 2013 και την ίδια χρονιά το εκτός εμπορίου φυλλάδιο Συμβουλές σε έναν νέο ποιητή. Ποιήματα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς στα περιοδικά, Τετράμηνα, Περίπλους, Επτανησιακά Φύλλα, Ίαμβος, Ραπόρτο, Πνοές Λόγου και Τέχνης, Ένεκεν, Ο Φαρφουλάς, Δήμος και Πολιτεία, Παρέμβαση, Εμβόλιμον, Ο Σίσυφος, Φρέαρ, καθώς και σε πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια σχετικά με την ποίηση. Από το 2006 ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε δύο ποιητικές ανθολογίες και τρία θεματικά ανθολόγια ποίησης. Από το 1995 ζει και εργάζεται στην Αττική.

**Αναδημοσίευση από το Intellectum http://www.intellectum.org/2016/05/24/cuckoo/