Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

kkjhmvyojb5608b777b1ef2

ΝΥΧΤΕΣ ΙΟΥΛΙΟΥ

Φώναζα όλη τη νύχτα
Κανείς δεν απαντούσε
Ελλειπτικά φεγγάρια
Συναντούσα μπροστά μου
Ακέφαλα αγάλματα
Έστηναν συνωμοσίες.

Έπαιρνα τους δρόμους
Κοιτώντας τον ουρανό
Σκοτεινά αστέρια
Έσταζαν οινόπνευμα
Αδέσποτοι σκύλοι
Μεταμορφωμένοι άγγελοι.

Μιλούσα με τη σιωπή
Χωρίς διερμηνέα
Σπασμένα φωνήεντα
Γέμιζε το στόμα
Ετεροθαλείς λέξεις
Ζητούσαν συντροφιά.

Περνούσα από πλατείες
Οι περισσότερες άδειες
Αφημένες μπίρες
Πάνω στα παγκάκια
Αγοραίοι έρωτες
Μέσα σε περιπολικά.

Εδώ και καιρό
Ζω στη μοναξιά
Ενός αθέατου Ιουλίου.

***

ΤΑ ΜΑΝΙΤΑΡΙΑ

Καθώς περνούσα στην άλλη ζωή
Κάτι αστροναύτες συνάντησα μπροστά μου
«Για πού το έβαλες;» μου είπαν
«Πήγα να μαζέψω μανιτάρια κι έχασα το δρόμο».
Εκείνοι χαρούμενοι μου έδειξαν μια πόρτα
Και μου έδωσαν ένα σκουριασμένο κλειδί.
Απορημένος άρχισα να πέφτω σε μια έρημο
Δεν είχα νερό μαζί μου, ούτε μνήμη
Η πτώση μου άνοιξε έναν τεράστιο κρατήρα
Εκεί μέσα διανυκτέρευσα
Ώσπου το άλλο πρωί με εντόπισε ένα χελιδόνι
«Πάρε τα φτερά μου να μάθεις να πετάς
Κι αν κάποτε νοσταλγήσεις τη γη, μου τα επιστρέφεις».
Τότε άκουσα τη φωνή της μητέρας μου
Να αμφισβητεί το θάνατό μου
Να μου στρώνει το κρεβάτι του γάμου
Και να ψιθυρίζει κάτι παλιά σέρβικα τραγούδια.
Μετά άρχισε να βρέχει, να βρέχει πολύ
Αστραπές χρωμάτιζαν τα σύννεφα
Μια νεαρή κοπέλα μου πρόσφερε την ομπρέλα της
«Έλα, πάμε να φύγουμε από δω
Δε βλέπεις ότι τα μανιτάρια είναι δηλητηριώδη;»

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, εκδόσεις Στοχαστής, 2015-2016.

Πελαγία Φυτοπούλου, Απολογία

Έργο: Carol White

Έργο: Carol White

Τελευταία πουλήσαμε τα παράθυρα

Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες
Κάποιες ντρέπονται να παρουσιαστούν
Και μένουν «Μαρκίζα» στην είσοδο
Κάποιες άλλες απλώς νοσταλγούν
Και δειλά σηκώνουν το χέρι στον ουρανό
Κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ
Ονειρεύονται τον Λόρκα
Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση
Μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους

Σήμερα είμαι όλοι οι άνθρωποι που έχουν φιληθεί

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Το πρώτο ποίημα μυρίζει μπαρούτι
Γιορτάζει μια υποκινούμενη ζεστασιά στα πόδια μου
Μια Αισχύλεια ρωγμή
Ένα δαίμονα αύτανδρο να κωπηλατεί ανέμους
Έναν Ίκαρο να προκαλεί το ακατόρθωτο, να ασελγεί επί τούτου
Ν’ απογυμνώνει κάθε γήινη ντροπή

Κάποιοι τιμωρούνται που αρνούνται να πεθάνουν αθώοι

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Ο ποντικός είναι ανθρωπιστής
Παίζει πιάνο στ’ ανύπαντρα κορίτσια
Γυμνάζει τα ήθη
Η σουρεαλιστική του ακεραιότητα είναι ο θρίαμβος των παιδιών
Το αίμα του σκεπάζει τη χώνεψη του σκύλου
Ασβεστώνει το δείπνο των αδέσποτων ψυχών
Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Αγαπώ τους πεθαμένους
Γιατί δε λογαριάζουν τίποτε για τον εαυτό τους
Όσο για τους ζωντανούς Περιμένω να πεθάνουν
Άλλωστε είμαι η γυναίκα με τα όμορφα πόδια
Μπορώ να περιμένω

Η βούληση είναι ελαφριά
Είναι και βαριά
Όπως το χέρι ενός παιδιού πάνω στην καρδιά μας

…στα στρατόπεδα φεγγίζει το ουίσκι κι ας άργησαν οι πόρνες

Και σαν μεγαλώσει το παιδί δεν έχει το ίδιο χέρι
Εξαιρούνται οι ποιητές είναι ισοβίτες

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Οι δαγκωνιές μιλάνε λίγο
Προς Θεού, ου δ’ απαγγελίας
Το κοιμητήριο νοσεί

Ω, θάνατε γελάς
Το ’ξερα πως είσαι παιδί που αυτοκτόνησε
Το γάλα δεν έφτασε για όλους

Σε λίγο θα ’ναι όλα πιο εύκολα
Θα ’χουμε πολιτισμό

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδόσεις “Θράκα”, 2016.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Κούλα Μπεκιάρη, Ηγησώ

Κούλα Μπεκιάρη, Ηγησώ

Ηγησώ (1)

στην Κυριακή

Με μάτια καινούρια
τη στάχτη φυσώ
και ξορκίζω τη νύχτα
τους Κουρήτες (2) κρατώ
με τα δόντια για γκέμια
μην ταράξουν τον ύπνο.
Πολύμνια, εσύ
τον Κέρβερο δέσε
το λαγούμι φωτίζεται.
Η Ηγησώ δραπετεύει.

1. Η Ηγησώ ήταν αρχαία Αθηναία, παρθένος κόρη του Προξένου.
2. Στην ελληνική μυθολογία οι Κουρήτες μνημονεύονται ως «άγρυπνοι φύλακες» του Δία που κάλυπταν με τις ένοπλες ορχήσεις και τον θόρυβο των όπλων τους και των κρουστών οργάνων τους, τους κλαυθμούς του για να μην τον ακούσει ο Κρόνος.

***

Μακμπέθ (1)

Ο εφιάλτης φωλιάζει καταχείμωνα
σε άσπρες κόλες αναφοράς που κάποτε παίρνουν
τη μορφή της άπνοιας πριν να ξεσπάσει ο απόλυτος
καταιγισμός των πυρών από και προς κάθε κατεύθυνση

εσωτερικά: τραύματα
εξωτερικά: άπνοια

η λαίδη Μακμπέθ πάντα ξαγρυπνά πλένοντας τα χέρια της.

Η εξωτερική νηνεμία πρέπει να παραμείνει ως έχει.

1. Ο Μάκβεθ (ή Μακμπέθ, αγγλ. Macbeth) είναι θεατρικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

***

Αμφικτιονίες

Πρόσφατο παρελθόν
οδηγεί άμεσο μέλλον.
Κριτής επιπόλαιος
μα αθώων προθέσεων.
Ήρωας χυδαίος
ωστόσο βέβηλος όχι.
Συμπυκνωμένη ενέργεια
που φωτίζει μια νύχτα.
Υπόνοιες για μηχανορραφίες
των ηρώων απόντων.
Όμως, μη θλίβεσαι
οι αμφικτιονίες θα συντριβούν.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα 2015.

Στέλιος Ροΐδης, Περιστάσεις

Tim Burton, Untitled (1992)

Tim Burton, Untitled (1992)

Ιδιάζουσες περιστάσεις περιμένουν στην
Φωτεινότερη πλευρά του ήλιου
Κάποιοι ήδη ομολογήσανε πως γίνεται το όλο κόλπο
Ορθάνοιχτα βιβλία πεταμένα στις γάτες και τους τροβαδούρους
Υπάρχει ένα μέτρο για αυτά τα αγάλματα
Το ίδιο μέτρο που χρησιμοποιούμε για όλα ανελλιπώς
Αν πεις «τι ακατάπαυστο λάθος!» θα μετρήσω με το μέτρο των
αγαλμάτων
το λάθος, και θα σου πω, θα σου πω μετά διψάω,
Θα πιώ όσο μπορώ να πιώ, μετά θα πω το ένοιωσα
Κάποια στιγμή άκου, ένοιωσα ότι έβλεπα το ίδιο πράγμα
με τα αγάλματα, θα σου πω, είδα τα μάτια του καθώς μας σκάλιζε
ήξερα ότι εμένα ρωτούσε,
Μοίρασε τα κομμάτια του παζλ παντού στο δωμάτιο,
Χάθηκε, για να λείπω από εκεί μέσα μόνο εγώ,
Και αν δίκαια υποφέρουμε, είπες
Πέσε να κοιμηθείς
Και η διαμαρτυρία του συγγενή
Αλλη θρησκεία- τελικά (ήταν δεν ήταν)
Με τον καιρό θα χτίζαμε δίπλα,
Μια αφόρητη μέρα
Θα πηγαίναμε για μπάνιο-
Θα θαυμάζαμε το ίδιο εκείνο πράγμα,
Και θα γυρίζαμε.
Ο επόμενος μανδύας θα με έχριζε πατέρα
Κάλυψε την νύχτα / κήρυξε την μέρα
Έγινα παρερμηνεία, ευτύχησα
Τα άκουσα όλα
Τα ένοιωσα όλα
Το πρώτο κρύο είναι υπόθεση του στρατού
Έπρεπε να κάνω τις δουλειές μου
Τα έγγραφα καταθέτουν τους λόγους της λήθης
Έπρεπε να κάνω τις
Δικαιολόγησε την δικαιολογία
Περισσότερα τατουάζ για να γεμίζει
η ήδη μέρα, ντύνεσαι για να πέσεις
στο κρεβάτι
Κάτι που έγινε πριν πολύ καιρό
«Θέλω μόνο την υπογραφή σας
και θα φύγω…»
Κάτι ωραίο για τα χρόνια,
ένα δέος για το σώμα
Γιατί πρόκειται εξ ολοκλήρου και
συνεπέστατα για το σώμα,
Τα χέρια διέγραψαν την πορεία του βιβλίου
Σώμα
δίχως τατουάζ γίνεται
Τατουάζ δίχως το σώμα όχι,
Και εγώ χρειάζομαι το ένα όπως το άλλο.

Τίποτα, έτσι απλά, από πάνω.

Τώρα
κάθομαι στο γρασίδι
ξένοιαστα. ανησυχώ.
Με όλα τα κομμάτια μου που δεν ανήκουν εδώ,
Ξεκουράζομαι.

*Από τη συλλογή “Η σοκολάτα και το κερί”, εκδόσεις straw dogs, Λευκωσία 2016.

Νίκος Σταμπάκης, Πέρα βρέχει

Katerina Pinosova: Σχέδιο (1996)

Katerina Pinosova: Σχέδιο (1996)

Τα δροσερά σμαράγδια
Τ’ αδιάντροπα καφτάνια
Το βλέμμα-ηλιόσπορος που βήχει κουδουνίζοντας
Φυλακισμένο στ’ αμυγδαλωτά του μάτια
Όλα τα σημεία της αφής
Έρχονται και νοτίζουν το χρυσό φύλλωμα σούσουρου
Που φθίνει σαν ανάστροφο σκόρπισμα σμήνους μες σε ομπρέλλα

Σκρόφες
Τι σας πειράζει
Αν οι συνήθειές μου στοιχίζουν στο Δημόσιον
Δυο-τρία φτερά Ολλανδών
Την δίπτυχη σκέπη κρύου ζωμού εφηρμοσμένη στα ψευδή μουστάκια φυγοδίκου
Και την μακρά ζελατίνα των πτητικών αερίων
Όταν διχάζονται μεταξύ προοπτικών μετασχηματισμού σε Πτωτικά ή σε Χτητικά
Ξεύροντας πως η δεύτερη επιλογή
Εξασφαλίζει στους πολιορκητάς της Φωνής την ανατίναξιν οδοντικών τειχών
Με ήχο καταρρεύσεως στήλης εικοσαδράχμων
Ενώ η πρώτη
Εξουδετερώνει την δεύτερη με πλευρικές σαγιτιές αντιγράφων
Της παρούσης σελίδος

Τι σας πειράζει
Αν τα μπαλκόνια υψώνουν πυρωμένα κάγκελλα
Που γδέρνουν την Ηλιακήν Ιλαρά
Ή αν το κλονισμένο ψηφίο του καλοκαιριού πέφτει σαν κέρμα απ’ το γιοφύρι
Και το ποτάμι ανοίγει την μασέλα του και δείχνει τον Ινδικόν Όφιν του λαρυγγιού του
Αν τέλος εορτάζεται η επέτειος της πρώτης μεταλήψεώς μου στις ξανθωπές Φιλιππίνες
Με θυσίες πρωτοσύγκελων
Αφού
Και μόνη η προφορά της λέξεως Κόλουρος
Προκαλεί έν’ απαλό ζέφυρο μες στο βεστιάριο των δαγκωμένων γλωσσών
Που αντί ν’ αλληλοσυγκρουσθούν με την κλαγγή νεύρων διασταυρωθέντων σε απώτατες κουκίδες παρρησίας
Γίνονται μοναχά εσμός κλειδώσεων ακλίτων
Και το σφυρί ερωτεύεται τ’ αμόνι του
Και του εκμυστηρεύεται
Οι χτύποι μου ακολουθούν πορεία φθίνουσα
Μα όχι λιγώτερο για τούτο καταδικασμένη
Να καταλήξει ασύμπτωτη που κλείνει μάταια το μάτι στον άξονα των τεταγμένων
Που η πείρα του ως παλιοσυρματόπλεγμα
Τον καθιστά εξόχως φορτικόν
Πάντα έτοιμο να βγάλει αγκάθια δίχως λόγο
Τι να γίνει
Άρχισα μια διαδρομή που τελειωμό δεν έχει Αγάπη μου
Κι αυτή η ευθεία κι αβέβαιη διακεκομμένη οδός που αποτελεί τον μόνο ορίζοντα των επαφών μας
Είν’ ό,τι έχει ο βίος να σου προσφέρει
Ελλείψει άλλου
Κάλλιο να βολευτείς μ’ αυτό

Τι σας πειράζει
Ε;

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του “Κλήδονα” (Σεπτέμβρης 2006), περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Το σχέδιο της ανάρτησης συνοδεύει τη δημοσίευση.

Philip Lamantia, Δύο ποιήματα

BlueVelvet19 (από το www.zazie.at

BlueVelvet19 (από το http://www.zazie.at

ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Ο ήλιος έχει πνιγεί
δεν υπάρχουν πια παρθένες
δεν χρειάζεται να καταλάβεις
υπάρχουν όμως τόσα πολλά να δεις

Γι’αυτό έλα μαζί μου
κάτω στην λεωφόρο
με τις φλέβες που σέρνονται
Μη φοβάσαι
το αίμα είναι φθηνό!

Ένα παραδείσιο τραγούδι;
Μια πρόστυχη ιστορία;
Ένα ερωτικό σονέτο;
Ξεφώνισέ το!
Ύστερα τα ανθρώπινα τείχη
θα γκρεμιστούν για να συναντήσουν την πορείο
μέσα στην πόλη από ωμό κρέας!

Τα βελούδινα φορέματα είναι σκορπισμένα
σε όλο το πλάτος του τοπίου
Βαδίζουμε πάνω στο πεζοδρόμιο
που πάει πάνω-κάτω
πάνω στα σύννεφα
κάτω στους ανθρώπους που πεθαίνουν απ’ την πείνα
Μη με ρωτάς τι να κάνεις!
Συνέχισε να προχωράς
σύντομα κάπου θα καταλήξουμε
ίσως επάνω στο φεγγάρι!

Τα όπλα του ουράνιου τόξου χορεύουν
μπροστά από τις βασίλισσες του κινηματογράφου
Όλοι γελούν
πετούν πεθαίνουν
χωρίς να γνωρίζουν πότε πρέπει να ξεκουραστούν
χωρίς να γνωρίζουν πότε πρέπει να φάνε

Και τα σιντριβάνια καταλήγουν να πέφτουν
έξω από τα καλυμμένα με γαϊδουράγκαθα στήθη της
και τα σκυλιά είναι χαρούμενα
και οι παλιάτσοι μαχαιρώνονται
και οι μπαλαρίνες τρώνε πέτρες

Ω η σαν καθρέφτης βρομιά
του πρόσφατα χυμένου αίματος
που στάζει από τους τοίχους
τους τοίχους που φθάνουν ώς τα αστέρια!

Ω το κοπάδι των προβάτων
που ανοίγουν βίαια την σάρκα τους
με βυζαγμένα κόκκαλα
απ’ τα πορνεία!

Ω ο τάφος των νυχτερίδων
που αποπλέουν μέσα απ’ τα καταστήματα
με τα βίαια χέρια!

Πότε θα ’ρθούν;
Πότε θα φύγουν;

Ο ήλιος ταξιδεύει μες στο μάτι σου
παρθένες εκρήγνυνται
κάτω από τις φλεγόμενες παλάμες μου
κι εμείς επιπλέουμε απομακρυνόμενοι αργά

***

ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

στον Rimbaud

Σε δύο σελίδες ενός μύθου αμπελιού
κρέμεται ο κύκνος του μεταξωτού αίματος
δίνοντας σχήμα στην άμμο από την καλυμμένη με
γαϊδουράγκαθα ομίχλη
Πάνω από ιερές λίμνες πυρετού
(στιλβωμένα στόματα του φυτικού βατράχου
που κυλούν στην σιδερένια αφροδίτη μου)
αφήνω να πέσει το σμιλευτό αχλάδι
Στεκόμενος σε κοιλάδες γεμάτες καπνό
(μεγάλες επικράτειες άπτερης πτήσης
και του σάρκινου όπλου του αγγέλου)
σφραγίζω τα σπίτια του ξεραμένου κεριού
Καμπάνες σειρηνοδοντιών (που τραγουδούν στον
τάφο μας
το τελευταίο γίγνεσθαι της αποποίησης)
αναμένουν την προσέγγιση των εμπρηστικών παιδιών
που φωτίζουν το σεληνόμορφο τέρας

Κάθε κουλουριασμένος ποταμός τραβά τα
ξεριζωμένα μου μαλλιά
σε δίχως αρουραίους κίονες δίπλα στο φάντασμα της
πυραμίδας
(αρδευόμενη κοιλάδα της βρόμας του ναού)
και όλα τα ρολόγια από λάσπη βιαστικά
τραβούν τα σπαθιά τους από φτερά γοργόνας
(τυλιγμένα από την Σκόνη) για να τα καρφώσουν
μέσα στα δάκρυα του παιδιού-γλάρου
Το λεπτό του χειμερινού ιστού
ανεμίζει κάτω απ’ το κύπελλο της αράχνης
και οι πόρνες όλων των πατεράδων
αιμορραγούν προς τέρψη μου

*Αναδημοσίευση από το πρώτο τεύχος του περιοδικού “Κλήδονας” (Σεπτέμβριος 2006) της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος.

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

ΧΡΩΜΑΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

Χρώματα, ονόματα
σαπουνισμένα
χρώματα, σαπούνι στα μάτια
ξεφτισμένα, χρώματα
πτώματα ονόματα
σαπούνι στα χέρια.

Όπως βγάζουν οι έφηβοι σπυριά
ο ουρανός βάζει παντζούρια.

Πτώματα, ονόματα
στη θέση των άστρων
χρώματα ξεφτισμένα
ονόματα επικαλύπτουν
το ένα το άλλο
πτώματα που σπρώχνονται ακόμα
να βρουν κάτω απ’ το χώμα
μείον δύο λεπτά ησυχία.

Για να φανούν, να λάμψουν.

***

ΚΥΚΛΟΙ

Κύκλοι που ορίζονται
και δεν ορίζουν

Σφαίρα παλιά που αρχίζει να γωνιάζει

Κύκλος που γίνεται έλλειψη
και πάλι κύκλος

Εσύ εντός άνοψη

Κύκλοι που κυκλώνονται
μα δεν κυκλώνουν

Τόπος μικρός τόπος λευκός
ξεφτίζει

Κύκλοι ο ένας δίπλα στον άλλον
μετασχηματιζόμενοι αναπνέουν

Κύκλοι συγκλίνουν σε κλείνουν
έξω
αγνοώντας τη μη κυκλική
ελλειπτική σου υπόσταση

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του χαρτιού”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2009.

**Στο link mixcloud ο Jonas Kocher μελοποιεί πάνω στην ποίηση του Πέτρου Γκολίτση.

Γρηγόριος Σακαλής, Κόλαφος

artlimited_img213766

Σ΄ ένα καλντερίμι
σ΄ ένα υγρό δρομάκι
βάζεις τον εαυτό σου σε προθήκη
και τον πουλάς φτηνά
τα όσια και τα ιερά σου
τα μαργαριτάρια σου στους κύνες
και είσαι είκοσι δύο
αχ, θεοί
αχ, δαίμονες
πως το επιτρέπετε
πως δεν στερεύει η θάλασσα
πως δεν καίγεται η γη
ένας επίγειος άγγελος
να τραβάει του Σίσυφου τα πάθη
κι εμείς να διάγουμε βίο
απαθή κι ωραίο.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Άτιτλο

cebdceb5cebfcf80ceb1cf84cf81ceb9cf89cf84ceb9cf83cebccf8ccf821

Για σένα πια δε γράφουν τα κιτάπια του ταμείου.
Για σένα που περίμενες τόσες φορές στημένος
να σου σφραγίσουν την αξιοπρέπεια.
Να σου μετρήσουν πόσες μέρες
έχεις μερίδιο στην επιβίωση.
Και το βασανισμένο σου μυαλό
γελούσε στην ιδέα μιας μολότωφ.
Αυτοί οι δαιμονικοί γκισέδες αν τιναζόντουσαν!
Αυτά τα άθλια κιτάπια αν καιγόντουσαν!
-Περνούσε ακόμα τραγική παρηγοριά
όλα πριν σε αποκλείσουν.

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό ενενηκοστό τρίτο

jahresthema-jugend-2010-04-22-1-0732

Ύστερα κάθισε εκεί πάνω σκοτεινά
κι είδε έργα του και σκέφτηκε: «καλά
όλα αυτά, όμως τι νόημα έχουν;» Συγκεκριμένα,
σκέφτηκε: «Was ist das Sein?»
Και είδε εκείνη την πήλινη αποτυχία του να ψάχνει
κάτι ανάμεσα στα δέντρα και να σκάβει
με νύχια και με δόντια
τις ρίζες των δέντρων.
«Τι ψάχνεις;»
του είπε. «Ονόμασε αμέσως
αυτό που ψάχνεις».
«Πεινώ, διψώ!»
δεν ήξερε να πει το πλάσμα: ώμωξε.
Καὶ ἐπέβαλεν ἔκστασιν ἐπ᾿ αὐτόν,
καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε τὴν οἰμωγὴν
αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσε ὄνομα ἀντ᾿ αὐτῆς
καὶ ᾠκοδόμησεν τὴν οἰμωγήν,
ἣν ἔλαβεν ἀπὸ αὐτοῦ, εἰς ἄνθρωπον.
Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν
καὶ εἶπεν αὐτῷ· τοῦτος νῦν
ὄνομα ἐκ τῆς οἰμωγῆς σου.
Εννέα
χρόνια μετά το συμβάν [1107]
κάποιος παπάς Radulfus Cadomensis
έγραψε με φρίκη [όμως
έγραψε!] πως αυτοί,
οι πολιορκητές,
έβρασαν τα παιδιά των κατοίκων
σε μεγάλα τσουκάλια και τα έφαγαν
πριν της ώρας τους. Συγκεκριμένα,
έγραψε: «Kapitel Zwanzigste:
UNTERNEHMEN KALAVRYTA…»
……………………………………………………………….
……………………………………………………………….

«Σήκω απ’ τα χιόνια σου», είπε η νύχτα
στη γη, «κι έλα να δεις
κωμωδία, με τ’ όνομα: παρθένα
να κρατά στην αγκαλιά
παιδί τον προαιώνων
κι ένας νάνος με λευκό
κουστούμι να ζητάει από το βρέφος
να σώσει την ψυχή του
υπογράφοντας το πλέον
ευνοϊκό συμβόλαιο
κινητής τηλεφωνίας!»