Στέλλα Μιχαηλίδου, Φωνές σιωπής, Εκδόσεις vakxikon.gr

page_1_thumb_large

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*

Θα διαβάζατε ποτέ μια ποιητική συλλογή δίχως να γνωρίζετε τίποτα για τον ποιητή, που την έγραψε; Τι θα κάνατε αν έπεφτε στα χέρια σας μια ποιητική συλλογή χωρίς βιογραφικά στοιχεία; Είναι αλήθεια, πως όταν διαβάζουμε μια ποιητική συλλογή, θέλουμε να γνωρίσουμε, που και πότε γεννήθηκε ο ποιητής, ποιες είναι οι σπουδές του, αν υπάρχουν, αν έχει εκδόσει άλλα έργα και ποια είναι τα ενδιαφέροντά του πέρα από την ποίηση. Όμως, η έλλειψη βιογραφικών στοιχείων μπορεί και να υποβοηθά μια ποιητική συλλογή, καθώς αφήνει ένα μυστήριο να πλανάται γύρω από τον δημιουργό της. Σε τελική ανάλυση, τι θέλουμε να γνωρίσουμε; Τα ποιήματα ή τον ποιητή; Αν είμαστε αληθινοί εραστές της ποίησης, θα προτιμήσουμε τα ποιήματα. Κανείς δεν γνωρίζει, ποιοι έγραψαν τα δημοτικά τραγούδια, όμως, κανείς δεν αμφισβητεί την διαχρονική αξία τους. Πόσο μάλλον, που οι ανώνυμοι ποιητές των δημοτικών τραγουδιών ήταν απλοί άνθρωποι του λαού, χωρίς περισπούδαστους τίτλους και περγαμηνές.

Τα ίδια με όσα γράψαμε παραπάνω ισχύουν όσον αφορά και την έλλειψη προλόγων και βαρύγδουπων εισαγωγών. Αν ένα ποιητικό έργο αξίζει, τότε μιλάει από μόνο του. Οι πρόλογοι και οι εισαγωγές χρησιμοποιούνται συνήθως, σε μια απέλπιδα προσπάθεια κατανόησης δυσνόητων ποιημάτων, από το αναγνωστικό κοινό.

Ένα ποιητικό έργο χωρίς βιογραφικά στοιχεία και χωρίς προλόγους και εισαγωγές είναι και η ποιητική συλλογή της Στέλλας Μιχαηλίδου: «Φωνές σιωπής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”.

Το πρώτο στοιχείο, που τραβάει την προσοχή του αναγνώστη, είναι ο τίτλος: Φωνές σιωπής. Εδώ έχουμε ένα οξύμωρο, που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από πολλούς ποιητές. Μιλά η σιωπή, εκκωφαντική σιωπή, φωνάζει η σιωπή, είναι μόνο λίγες από τις ποιητικές εκφράσεις, που συναντάμε αρκετά συχνά, αλλά εδώ ο τίτλος μπορεί να ερμηνευτεί με δύο εκδοχές. 1): Φωνές σιωπής είναι τα διαλείμματα, που κάνει η ποιήτρια ανάμεσα σε μεγάλες σιωπηλές περιόδους για να πει αυτό που θέλει, όταν νομίζει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πει. 2): Φωνές σιωπής είναι τα ίδια τα ποιήματα γιατί ενώ γράφονται με απόλυτη προσήλωση και σιωπή, προκαλούν θόρυβο, πολλές φορές και πάταγο.

Περνώντας στο περιεχόμενο, βλέπουμε πως τα ποιήματα, που περιλαμβάνονται είναι ως επί το πλείστον άτιτλα. Άλλα ποιήματα είναι ολιγόστιχα και άλλα πολύστιχα, χωρίς να πλατειάζουν, με μια μερική προτίμηση της ποιήτριας σε μικρές φόρμες. Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες.

Ένα σεβαστό μέρος της ποιητικής συλλογής της Στέλλας Μιχαηλίδου «Φωνές σιωπής» είναι αφιερωμένο στον έρωτα. Ο έρωτας φέρνει την αγάπη. Η αγάπη φέρνει τα όνειρα. Τα όνειρα φέρνουν την φυγή. Η φυγή φέρνει την ανατροπή. Μήπως και ο έρωτας δεν είναι μια ανατροπή του μέχρι πρότινος συναισθηματικού μας κόσμου;

Όμως, ο έρωτας δεν οδηγεί πάντα σε μια ιδανική κατάσταση, όπου το ζευγάρι μένει ερωτευμένο μια ζωή. Υπάρχει ο έρωτας από απόσταση. Υπάρχει ο χωρισμός, που μερικές φορές είναι απαραίτητος, όσο οδυνηρός κι αν είναι: «Ποια καράβια θα με ταξιδέψουν; Ποια; / Δε σε νοιάζει που μου λείπεις / και δακρύζω. / Φεύγω.» Άρα, μερικές φορές, η φυγή ίσως να είναι η πιο σωστή απόφαση.

Γράφοντας για τον έρωτα η Στέλλα Μιχαηλίδου γίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις αποφθεγματική δείχνοντάς μας πως τα πιο ολιγόστιχα ποιήματα δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα ποιήματα-ωκεανούς, που γράφονται σήμερα για τον έρωτα: «Μη μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι / αγάπα με γι’ αυτό που έχεις μέσα σου / για μένα.» Απλή ποίηση, που έρχεται σε αντίθεση με ερωτικά παραληρήματα, που έχουμε διαβάσει κατά καιρούς.

Όμως, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, υπάρχει και ο έρωτας με τα αντικείμενα. Αντικείμενα, που ενέπνευσαν την Στέλλα Μιχαηλίδου να γράψει στίχους, που της κράτησαν συντροφιά, όπως το πολυαγαπημένο τζάκι, που όταν βρέχει, η ποιήτρια κάθεται δίπλα του και νιώθει ότι γράφουν και οι δύο «με κάρβουνο και μελάνι».

Σε μια όμορφη ποιητική συλλογή, φρονούμε πως ο κάθε αναγνώστης βρίσκει ένα δικό του αγαπημένο ποίημα. Το ποίημα της Στέλλας Μιχαηλίδου, που θεωρούμε ομορφότερο βρίσκεται στη σελίδα 33 και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα της ποιήτριας και περιγράφει τα συναισθήματα, που της γεννά η απεικόνισή του σε ένα κάδρο. Το ποίημα είναι συγκλονιστικό και αποδεικνύει ότι σε στιγμές μεγάλου πόνου, οι ποιητές μας δίνουν τους καλύτερούς τους στίχους.

Στις «Φωνές Σιωπής», οι υπαρξιακές αγωνίες, ο φόβος του θανάτου, η φθορά του χρόνου και τα γηρατειά είναι μερικά από τα θέματα, που απασχολούν την ποιήτρια και μας τα μεταφέρει με ένα τρόπο απέριττο και συνάμα περιεκτικό: «Μα πάλι θρηνώ / στους χτύπους της καρδιάς / της ημερομηνίας λήξης.» Με αυτούς τους στίχους η Στέλλα Μιχαηλίδου εκφράζει την τραγικότητα του ανθρώπου, που είναι το μόνο έμβιο ον, που γνωρίζει ότι θα πεθάνει.

Όμως, παρά τις υπαρξιακές αγωνίες, παρά το φόβο του θανάτου και την τραγικότητα του ανθρώπου, που αναφέραμε πιο πάνω, η ποιήτρια δεν απογοητεύεται. Δεν μας συμβουλεύει να κλειστούμε στον εαυτό μας και να σταυρώσουμε τα χέρια περιμένοντας το μοιραίο, αλλά ίσα-ίσα μας προτρέπει να χαμογελάμε και να κοιτάμε μπροστά. «Προχώρα! / Τίποτα δε μένει στάσιμο.», θα γράψει, παραπέμποντάς μας στην φιλοσοφία του Ηράκλειτου. Κι αν έρθουν δύσκολες στιγμές και παρουσιαστούν ψευδαισθήσεις παραίτησης και χαλάρωσης, δεν είναι παρά όνειρα κακά, που πρέπει να τα διώξουμε για να νιώσουμε την ελευθερία: «Λίγες ερωτήσεις / και η υποψία, το κακό το όνειρο / κάνει φτερά. / Πάλι ελεύθερη. / Πάλι εγώ.» Άρα ο άνθρωπος μόνο, όταν είναι ελεύθερος, μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του.

Πολλοί σύγχρονοι ποιητές θέλοντας να αιτιολογήσουν τον τρόπο γραφής τους, γράφουν ποιήματα, που αναφέρονται στην ποίηση. Γιατί γράφουν; Πως γράφουν; Από πού εμπνέονται; Ποιες είναι οι επιρροές τους; Δυστυχώς, οι περισσότεροι καταφεύγουν σε κοινοτοπίες ή προσπαθούν να εξηγήσουν κάτι που και για τους ίδιους είναι ανεξήγητο. Η Στέλλα Μιχαηλίδου δίνει τις δικές της απαντήσεις με δύο ποιήματα πρωτότυπα σε σύλληψη και ευρηματικά. Ο ποιητής γράφει πρώτα για τον εαυτό του και αυτό δεν είναι εγωιστικό. Ξεκινάει από την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Ακόμα και η λιγότερο αυτοαναφορική ποίηση, ακόμα και η πιο στρατευμένη στην υπηρεσία μιας καλύτερης κοινωνίας ποίηση, ξεκινά από αυτή την ανάγκη. Και η έμπνευση; Ο ποιητής μπορεί να εμπνευστεί απ’ οπουδήποτε, όμως, αν δεν σημειώσει τον πρώτο στίχο την ώρα της έμπνευσης, το ποίημα χάνεται για πάντα. Όπως, έχει γράψει ο Paul Valery: «Τον πρώτο στίχο μας τον δίνουν οι θεοί» για να συμπληρώσει ο Διονύσιος Σολωμός ότι το ποίημα γράφεται «με καιρό και κόπο». Διαβάζοντας τα ποιήματα της Στέλλας Μιχαηλίδου διαπιστώνουμε ότι μόνο με καιρό και κόπο θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί.

Αρκετά ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ποίημα στη σελίδα 44, που αναφέρεται στην Αραβία με μια περιγραφή πολύ όμορφη, που θα ζήλευαν αρκετοί συγγραφείς ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Το ποίημα τελειώνει με λέξεις στα αραβικά, που μιλάνε για παγκόσμια ειρήνη, δείχνοντάς μας πως η ποίηση της Στέλλας Μιχαηλίδου έχει διεθνιστικό προσανατολισμό.

Τα τελευταία ποιήματα της συλλογής «Φωνές σιωπής» είναι ολιγόστιχα και θα ‘λεγε κανείς ότι η Στέλλα Μιχαηλίδου χάνεται στα μονοπάτια της σκέψης της, όμως, φρονούμε πως η φαντασία της ποιήτριας την οδηγεί σε πολύ λιγότερο μπερδεμένα μονοπάτια από πολλούς καταξιωμένους σήμερα ποιητές. Για να ακολουθήσουμε λίγο τη φαντασία της ποιήτριας, παραθέτουμε λίγους στίχους, που κοσμούν το οπισθόφυλλο του βιβλίου της: «Δαίμονες τριγυρίζουν / στο μυαλό μου / κι εχθροί αόρατοι. / Μια συνουσία σκέψεων / τετραπληγικής ψυχής.» Όμως, ακόμα και σε αυτά τα ποιήματα οι προτροπές της ποιήτριας συνεχίζονται. Ο άνθρωπος πρέπει να πετάει με τα δικά του φτερά ακόμα κι αν είναι ένα καρυδότσουφλο στο πέλαγος.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Στέλλας Μιχαηλίδου «Φωνές σιωπής» είναι μια αρκετά αξιόλογη απόπειρα ποιητικής γραφής. Ο πρόσφατα εκλιπών Ουμπέρτο Έκο είχε γράψει: «Η τέχνη του διαβάσματος έγκειται στο να ξέρεις ποιες σελίδες να πηδήξεις». Προτρέπουμε, λοιπόν, τον αναγνώστη, από το βιβλίο της Στέλλας Μιχαηλίδου, να μην παραλείψει καμιά σελίδα.

*Το παραπάνω αποτελεί κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε στην εκδήλωση: «Ελλάδα-Σλοβενία: Η ποίηση ενώνει», που οργάνωσε το περιοδικό “Vakxikon.gr” στις 17 Μαρτίου 2016.

Δείγμα ποιήματος από τη συλλογή

Παρουσίαση

Απομεσήμερα μιας νιότης ξεχασμένης,
Παπαρούνες της καρδιάς μου.
Φεγγοβολώ το άπειρο,
σ’ αναπολώ.
Στις μελωδίες της καρδιάς μου
θέλω να τραγουδήσεις
εκείνο τ’ όμορφο, γλυκό χαιρέτισμά σου.
Φίλα με, παντού και πάντα
σε νοσταλγώ.

Τέλλος Φίλης, Τροχαίο

Screen+Shot+2016-06-22+at+10.50.07

Ανέμελοι συνεχίζουμε μια προσομοίωση ζωής 
προσέχοντας μην ακουμπήσουμε οτιδήποτε 
φαντάζει συμπερασματικό.

Απρόσεχτα διασχίζουμε τον δρόμο 
ελπίζοντας σε ένα τροχαίο ελπιδοφόρο επίρρημα

*Από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com/2016/06/blog-post_43.html

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

523448_3319481828857_973279431_n

Το άστρο εγγεγραμμένο σε κύκλο

Άπλωνε τα δάχτυλα του σχηματίζοντας πίσω της μια μεγάλη πόρτα
ήταν φωταγωγημένη κάτω από τις αχτίδες του φεγγαριού
ίσως αντανακλούσαν τα ξαφνικά βήματα που δρασκέλιζε ο πόνος
ανάμεσα στα δάπεδα των υπόγειων και τις εισόδους των ανελκυστήρων
όταν το φως γαντζώνεται στις παύσεις των μηχανικών κινήσεων
στα ακατέργαστα στόματα των χαλασμάτων που πηγαινοέρχονται
κάτω από το βλέμμα του μεγάλου καμπαναριού
της άνοιγε τον δρόμο, καθώς τον ξετύλιγε σαν νήμα,
τον ακολουθούσε πάνω στα πανιά και τα πελάγη
στις λεωφόρους του φωτός με τα ανοιχτά τους πόδια
αντάλλαζε την οικουμένη με τα βάθη των υδάτων και έτσι ξεμάκραινε
φαινόταν σαν μια κουκίδα
ήταν πια άστρο τυλιγμένη σε κύκλο.

***

Μετασχηματισμός των κύκλων

Η ίδια η αυγή χαμηλώνει τα μάτια
Με την ουράνια αθώωση στην βαρύτητα των βλεφάρων
Και των στεναγμών που φτερουγίζουν σε φύλλα εφημερίδων
Με τα κεράκια της γνώσης ξεφυσά το εδώδιμο φως
Κλειδωμένο στα συρτάρια της ασφάλειας

Κάποιος έξω, τυλιγμένος σαν παράθυρο
Είναι ο έρωτας αντιδάνειο
Κινεί συνειρμικά τους βραχίονες
Προσποιούμενος τη γενετήσια πράξη
Με το πάθος που οι νύμφες υφαίνουν την καταιγίδα

Φοράει την δική του πανοπλία
Και μοιάζει να ζώνεται την φωτιστική πανδαισία
Από σμήνη ολόγυμνα αστέρια
Που αποπλανούν και αξίζουν
Όπως οι γυναίκες που αγαπάμε

Ο ηλεκτρικός ήλιος ανάστροφα
Τυλίγει το γαλαξία με αστροπέταλα και ασπρόρουχα
Με το γήινο πλέγμα που πάνω
Ταξιδεύουν κάθε ώρα αλλόφρονες ελπίδες
Εγκλωβίζοντας το γλίστρημα του κόσμου
Σε παράφρονες ροδώνες

***

Στις λέσχες της αυγής

Τα νέφη όργωναν με τις παλάμες τους
τις στεριές και τα τζάμια, ίσως έψαχναν τη βοή

καθώς έσερναν μαζί τους συλλογές
από λάθη στοιβαγμένα μόλις
από τα στόμια των φλιτζανιών
που τα αντάλλαζαν με τη βροχή

καθώς έσερναν τις αγέλες των ουράνιων σωμάτων
και τα πουλιά της καθεμιάς διπλανής πόρτας
και μέσα στις κυψέλες τους αναπαύονταν
οι κομμένες ηχοί των υποσχέσεων
που ξεριζώνονταν χωρίς σημάδια
μέσα στα βράδια τα κερδισμένα από τη δυστυχία

στις λέσχες της αυγής
εκεί που οι άνθρωποι μαραίνονται
καθώς εμποδίζονται από την αμοιβαία απάτη

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, Εκδόσεις “Κουκούτσι”, 2016.

Λουκάς Λιάκος, Στροφορμή, Εκδόσεις Straw Dogs

liakos-stroformi20.6.16


σελ. 13
[…]
Πρέπει να σκέφτομαι πως τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
γρήγορα λόγω έλλειψης ύπνου. Κλείσε την πόρτα αθόρυβα,
άραγε θα ξαναβρεθούμε; Απροσδιοριστία. Έλλειψη πίστης.
Μια νέα εξουσία ταυτόχρονη, γεμάτη φραγμένες αρτηρίες και
αιφνιδιασμούς.
Όμως εγώ σ’ έχω μες στην κοιλιά μου
κι ο παράδεισος κλείνεται για άλλο ένα βράδυ.
Αδυσώπητα με ξυπνούν χαράματα οι βελόνες και τα προνόμια,
η ταχύτητα των διακοσίων χιλιομέτρων, η ασυγκράτητη πείνα,
η ομαδική τρέλα.
Και σε μεταλαβαίνω και λέω θαύμα, πιστεύω, δεν πιστεύω.
σελ.15
[…]
Η πραγματικότητα μας έχει μάθει να καταβροχθίζουμε
ακουμπώντας το πετσί και το κόκαλο κάτω στο χώμα. Νικημένα,
νικημένοι ζητάμε συμβουλές αρνούμενοι την αποτυχία, αρνούμενοι
την παντοδυναμία του χαμένου. Οι γιατροί είναι λωποδύτες και τα
νοσοκομεία γεμάτα σώβρακα με ατέλειωτη διάρροια και περίεργα
στραβωμένα χαμόγελα. Ο θάλαμος που περιμένει να μας δεχτεί είναι
γεμάτος σαπούνι, οι νοσηλεύτριες γρυλλίζουν αντί να ονειρεύονται
κι όταν πέφτει η νύχτα τρυπώνουν στο δέρμα προσπαθώντας να
ξαλαφρώσουν από την ένταση της ημέρας. Τρυπώνουν στο δικό
μας δέρμα για να βρουν καταφύγιο. Τι χυδαιότητα. Ω ψυχή μου
ζαλισμένη! Ω πονεμένο μου σώμα!
κάθε νύχτα μαζί μου σ’ ένα σώμα
οι εραστές πανομοιότυποι
στην αθλιότητα του κρεβατιού
πως χαίρονται τα χείλη σου
νεκρά και καμαρώνουν
Τη σιωπή
ή αλλιώς
ν’ αφήνεις το νερό
για να βουλιάξεις στην όχθη
σελ. 65
[…]
η μάχη βούιζε στα αυτιά μου και δεν είχα πια ελπίδες μόνο εξομολόγηση χωρίς
χρονικό περιορισμό κι ευγνωμοσύνη να κάνω το λάθος και το σωστό
επιβεβλημένα έτσι χωρίς να κάνω αγγαρείες το φαινόμενο απλά μου
ανήκει δεν ζητώ ψυχικό ενώ εγώ ερχόμουν σπίτι δεν βρέθηκε τόπος
και δεν βρέθηκε ψυχή ζώσα στον τόπο ουδείς βρέθηκε στον τόπο της
τραγωδίας ο άνθρωπος πρέπει να το φροντίζει μόνος του κι αυτό να
ενεργεί όπως η βροχή λυτρώνοντας και καταστρέφοντας να προξενεί
με εξομολόγηση το ερωτικό αίσθημα τη συνουσία κυρίως να μπορεί
να πει δεν έχω πεθάνει ακόμα και κάποιοι θα μιλήσουν γι’ αυτό θα
τους ακούω να μιλούν μη ξέροντας καν αν γεννήθηκα.
Και μας τραβάνε οι μέρες κι η ζωή μας μετρά, με το σταχτί
της συννεφιάς να συγγενέψουμε λέγοντας έλεος. Κι όσο
ανασαίνεις σε γνωρίζω περισσότερο από την ελάττωση παρά
από τη κατηγόρια για το ανέφικτο. Να ξαναφτιάχνεις τον
κόσμο. Πρωί τον ουρανό που ίδια κι αξιολύπητα αρκείται,
να βρίσκει τόσες δυνάμεις που μετά βίας να γράφω:
σ κ ο υ π ι δ ό τ ο π ο ς  ο ξ υ γ ό ν ο υ
Κι άλλο δεν έχεις
από τα πλάσματα που πετάνε

Μια μερική κρίση

Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι  η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει.

Τί ζητάς αφού δεν βρίσκεσαι με το πρώτο; /Υπάρχεις όταν πέφτω για ύπνο /παριστάνοντας το φως ή κάτι παρόμοιο. /Στην πραγματικότητα /το μόνο που μας απέμεινε είναι μια λέξη/ μπορεί και δύο.

Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος.
Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του  –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»:

Στην αρχή απορείς, ο έρωτας καθημερινός ή αιώνιος; Ολέθριος ή απλό παραμίλημα;  Ο θάνατος πάντα ευσεβής, φανερός μες στην απλότητά του. Απαγορεύεται να υποθέσεις.

Αυτά ως πρώτη ελλιπή ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Λουκά Λιάκου. Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί.΄Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες.

[Στράτος Φουντούλης]
*
[1] Γ.Χ. Ώντεν, Ο Ποιητής και η Πολιτεία, μτφρ. Ελένη Πιπίνη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σ. 165-166]

Την ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου, μπορείτε να την προμηθευτείτε από:
Λευκωσία:
– Βιβλιοπωλείο ΜΑΜ / Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 19
– Καφενείο – Αναγνωστήριο «πρόζακ» / Μέδοντος 3Α
Αθήνα:
– Βιβλιοπωλείο Πολιτεία / Ασκληπιού 1 – 3 & Ακαδημίας
– Βιβλιοπωλείο του Φαρφουλά / Μαυρομιχάλη 18
– Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος / Πλατεία Καρύτση
Ναύπλιο:
– Βιβλιοπωλείο Αποσπερίτης / Αμαλίας 30

*Αναδημοσίευση από τις Στάχτες στο http://staxtes.com/2003/?p=9444

Με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο της Lena Hoff “Νικόλας Κάλας και η πρόκληση του σουρεαλισμού”

10363366_518120628310643_1812891174733751388_n

Eπαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι
τον ονειροκρίτη. Mελετώ Mάγους

τον van Eyck και τον Bosch, τον Breton

και τον Duchamp. Xαιρετώ άθεους Bουδιστές

του Kολοράντο, αναρχικούς κι αιρετικούς.

Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο

κάθε Kομμούνας. Σέβομαι τη σκιά του Άθωνα

τις πυραμίδες, την Aφροδίτη.

Xάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου

στις αρτηρίες της Bαβυλώνας

στην παλάμη του μέλλοντος.

(Mανχάταν 1977)

Το 1990 ο τότε διευθυντής του Louisiana Μuseum of Modern Art της Δανίας και φίλος της οικογένειας Κάλας, Steingrim Laursen, κληρονόμησε το αρχείο του Νικόλα και της Έλενας Κάλας, καθώς και τη συλλογή τους έργων τέχνης. Τα μεν έργα φιλοξενούνται και εκτίθενται στο Μουσείο Louisiana, το δε αρχειακό υλικό παραχωρήθηκε από τον Steingrim Laursen στο Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα, όπου και ταξινομήθηκε από την ερευνήτρια Lena Hoff. Τον Ιανουάριο του 2002 το Αρχείο μεταφέρθηκε στη Βιβλιοθήκη των Βορείων Χωρών που συνέστησαν από κοινού τα Ινστιτούτα σκανδιναβικών χωρών της Ελλάδας και στεγάζεται στην οδό Καβαλλότι 7, στου Μακρυγιάννη, με αποτέλεσμα να είναι εύκολα προσπελάσιμο για το αναγνωστικό κοινό. Μέρος του υλικού αυτού αξιοποιήθηκε στο αφιέρωμα του Μανδραγόρα αλλά και στο συνέδριο που ακολούθησε στην Κομοτηνή σε συνεργασία του Μανδραγόρα με τον Τομέα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, τον Ιούνιο του 2005, όπως και στη βραδιά που οργανώθηκε από τον Μανδραγόρα στον ΙΑΝΟ, όλα με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του Νικόλαου Κάλα. (Τρεις δράσεις μας για τον Νικόλαο Κάλα στις οποίες συμμετείχε η Λένα Χοφ, αλλά να σημειώσουμε την απουσία του επίσημου ελληνικού κράτους που δεν συμπεριέλαβε τον ποιητή και διανοητή.

Το πρόσφατο βιβλίο της Λένας Χοφ βασισμένο στη διατριβή της (Παν/μιο Birmingham, 2006 Νικόλας Κάλας και η πρόκληση του σουρεαλισμού έρχεται να περιγράψει συστηματικά τις πολυδαίδαλες πτυχές της ζωής και του έργου του ποιητή, θεωρητικού, τεχνοκριτικού και πολιτικού (μέσω της αρχαιοελληνικής σημασίας του όρου «πολιτικός» εκ του «πολίτης»), Μ. Σπιέρου (σύντμηση του ονόματος των εκ των πρωτεργατών της γαλλικής επανάστασης Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου), Νικήτα Ράντου (αναγραμματισμός του πραγματικού ονόματος Νικόλαος Καλαμάρης) και τελικώς Νικόλα Κάλας.

Η λέξη «πρόκληση» αμέσως ή εμμέσως καταλαμβάνει τη οπτική του Κάλα, άλλωστε ήταν και τίτλος της εισήγησής του τον Μάρτη του 1971 σε μια σειρά διαλέξεων του στο Οντάριο: «Η πρόκληση του Νταντά: η σχέση ζωής και τέχνης» με υπότιτλο Το μεγαλείο του σουρεαλισμού βρίσκεται στη συμφωνία με το διάβολο που κάνει ο καλλιτέχνης όποτε το μπορεί. Αλλά και άποψη του καλλιτέχνη η πρόκληση που σημείωνε: αισθάνομαι την ανάγκη να αντιμετωπίσω την πρόκληση λέγοντας μη αναμενόμενα πράγματα, ώστε να προκληθούν περισσότερες ερωτήσεις από απαντήσεις. Άλλωστε προσωπικά προτιμώ τις ερωτήσεις.

Και πραγματικά ξεκινώντας από διάθεση ανατροπής, πρόκλησης, επανάστασης, όχι με τη στενή πολιτική διάσταση, ή με την περιοριστική έννοια της ένταξής του σε ένα κόμμα, αλλά με τον ευρύτερο ιδεολογικό του προσανατολισμό στην αριστερά και την επιλογή του να προχωρήσει σε πολλαπλές ρήξεις κοινωνικές αλλά και ατομικές/προσωπικές ρήξεις, έμεινε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του πιστός στην προτροπή του Breton: Μετασχηματίστε τον κόσμο, αλλά και του Marx: Αλλάξτε τη ζωή.
Πριν αναφερθώ επιγραμματικά στις «ρήξεις» του Κάλα που τελικά του στοίχισαν την αναγνώριση και την αποδοχή στον τόπο του θα ήθελα να σταθώ στις συγγένειές του με τον Μπρετόν: σαφείς οι επιδράσεις του στην τέχνη, στην άποψή τους για την επαναστατικότητα του έργου τέχνης, με ντανταϊστικές καταβολές και αφετηρίες και οι δυο, συγγενείς και στα δοκίμια που δημοσίευσαν και οι δυο για τη ζωγραφική –σημαντικά άλλωστε τα τεχνοκριτικά κείμενα του Κάλα, ομοιότητες και στη σχέση τους με τον Φρόιντ και τις επισημάνσεις τους για την προέκταση της φροϊδικής θεωρίας στο καλλιτεχνικό έργο, αλλά συγγενείς ακόμα και στην πολιτική: τον Μάιο του 1938 ο Μπρετόν επισκέφτηκε το Μεξικό, όπου συνέταξαν στις 25 Ιουλίου 1838 με τον Τρότσκι (σ. 126) το περίφημο κείμενο Για μία ανεξάρτητη επαναστατική τέχνη, που τελικώς έφερε την υπογραφή των Μπρετόν και Ντιέγκο Ριβέρα. Το βιβλίο του Κάλα «Εστίες πυρκαγιάς έτυχε θερμής υποδοχής από τον ίδιο τον Τρότσκι, ενώ ο Κάλας προσανατολίστηκε από νωρίς στον τροτσκισμό –βασική αιτία που αγνοήθηκε από την ελληνική αριστερά και αποσιωπήθηκε σχεδόν μέχρι σήμερα το έργο του. Ο Κάλας επεδίωξε στην Αμερική συναντήσεις του με το στέλεχος του τροτσκιστικού κόμματος Felix Morrow, θέλησε να γίνει μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Τέλος Μπρετόν και Κάλας άσκησαν δριμεία κριτική στο φαινόμενο του σταλινισμού.

Ο Κάλας ήρθε τελικά σε
Α) Ρήξη με την τάξη του. Αναφέρεται σχετικά η Λένα Χοφ ήδη στο πρώτο κεφάλαιο του τόμου στον προσανατολισμό του Κάλα προς την Αριστερά («Διαμόρφωση μιας αριστερής πολιτικής για τον πολιτισμό»), όπως αποτυπώθηκε στο πρώιμο κριτικό του έργο αλλά και στην ποίησή του εκείνα τα χρόνια: συμμετείχε στη Φοιτητική Συντροφιά, πήρε μέρος φοιτητικές διαδηλώσεις ως φοιτητής της Nομικής αντιμέτωπος με το κατεστημένο της σχολής επειδή τόλμησε να γράψει στη δημοτική ήδη από το 1923, ως φοιτητής κλήθηκε σε απολογία για κομμουνιστική δράση, κατήγγειλε το 1930 την τρομοκρατία που ασκείται εις βάρος των δασκάλων για να μην πυκνώσουν τις τάξεις του προοδευτικού Eκπαιδευτικού Oμίλου. «Θεωρώ το εαυτό μου σαν τέκνο της φοιτητικής συντροφιάς, αυτή ήταν η πνευματική υποδομή μου που με ελευθέρωσε από το φρικτό οικογενειακό μου περιβάλλον. Και ο μεγάλος δάσκαλος της φοιτητικής συντροφιάς ήταν ο Γληνός. Κάτω από την καθοδήγησή του έκαμα ότι μπορούσα να δημιουργηθεί ένα νέο περιοδικό οι «Νέοι Πρωτοπόροι». Συνεργάστηκε επίσης και με άλλα αριστερά έντυπα: Nέα Eπιθεώρηση, Kύκλος, κλπ. «Αιρετικός» κομμουνιστής στα θεωρητικά του κείμενα, πιστός στις επαναστατικές ιδέες στην ποίηση, όσο και στην πολιτική, ο Kάλας δε δίστασε να υποστηρίξει την ανάγκη ενός νέου ακτιβισμού για την τέχνη «πέρα από τον παλαιολιθικό [Φιλολογικό Όμιλο] Παρνασσό και την ετοιμόρροπη Nέα Eστία». Χαρακτηριστικές οι ιδεολογικές διαμάχες/αντιθέσεις με τον συγραφέα του «Ελεύθερου πνεύματος» Γιώργο Θεοτοκά (σ. 28) αλληλογραφία πρώτη επιστολή Νοέμβριο 1929.

Β) Ρήξη με την οικογένεια του δικηγόρου, αντιβενιζελικού πολιτευτή και βουλευτή Λέσβου, εμπόρου σιτηρών, εργοστασιάρχη και ιδιοκτήτη ναυτιλιακών επιχειρήσεων στη Pουμανία πατέρα του Iωάννη Kαλαμάρη. Σε μια από τις συνεντεύξεις του (17.11.1982, βλ. σ. 359 του βιβλίου) σημειώνει την επίδραση της Μικρασιατικής καταστροφής και του δράματος των προσφύγων, γεγονός που οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίηση του Κάλα (η γαλλική και η Ρώσικη επανάσταση ήταν οι δύο άλλοι σταθμοί στη διαμόρφωση της ιδεολογίας του). Αλλά η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 συνέβαλε και στην οριστική ρήξη του με το οικογενειακό περιβάλλον. «Το δράμα των προσφύγων με είχε καταταράξει», λέει συχνά, ενώ περιγράφει την αποστροφή των αστών της εποχής έναντι των προσφύγων: «O πατέρας μου ήταν ένας από τους πλουσιότερους Aθηναίους bourgeois και είχε έρθει μια μέρα σπίτι (ένα μεγάλο γωνιακό Kριεζώτου 2 και Πανεπιστημίου, με τέσσερα πατώματα και κήπο από πίσω) και είδε Mικρασιάτες να τους έχουν βάλει μέσα εις το πλυσταριό και εις όλα τα δωμάτια της υπηρεσίας. Eίπε ότι αυτό τού ήταν απαράδεκτο και έκανε το παν να τους εξώσει. Tο θεώρησα μεγάλη αδικία και από τότε κατάλαβα ότι ο πατέρας μου και εγώ είμεθα δύο άνθρωποι αντιθέτων φρονημάτων· και αυτό εβάστηξε για όλα μας τα χρόνια».

γ) Ρήξη με τις κυρίαρχες κοινωνικές συμβάσεις σχετικά με τη σεξουαλικότητά του. Όπως επισημείνει και η Λένα Χοφ (σ. 110) από την αλληλογραφία του με τον Θεοτοκά, αλλά και από αναφορές του στο βιβλίο του «Συμβόλαιο με τους δαίμονες» διατυπώνει αβίαστα και με παρρησία νύξεις για ομοφυλοφιλική ροπή: «Αλλά οι ιδέες μου για τον έρωτα, ή μάλλον η στάση μου απέναντί του άλλαξε τρομερά. Είμαι άλλος άνθρωπος… ζητώ ορισμένες συγκινήσεις που μου λείπανε (2ο κεφ. Σημ 37 σελ. 374).

Δ) ρήξη ακόμα και με τους υπερρεαλιστές: κάνει κριτική στον Mπρετόν, δημοσιεύει στο «Partisan Review» το άρθρο «Προς ένα τρίτο υπερρεαλιστικό μανιφέστο» (σελ. 201) που θεωρήθηκε τολμηρό από πολλούς υπερρεαλιστές που χαρακτήρισαν την κίνησή του αυτή αποσχιστική και θρασεία προς τον Μπρετόν. Όταν κατέφυγε ο Mπρετόν στις HΠA ο Kάλας του πήρε συνέντευξη για το περιοδικό View στην οποία εντέλει τον χαρακτηρίζει άτολμο με βάσει τις απαντήσεις του (Χίτλερ). Τέλος μέσω δημοσιευμάτων ήδη από τον Νοέμβριο του 1940 στο περιοδικό «New Directions in Prose and Poetry» ο Κάλας διαχωρίζει τους Γάλλους ντανταϊστές και τον Τριστάν Τζαρά, που εντάχθηκαν στη συνέχεια στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, από τους Ντισάν, Πικάμπια, Μαν Ρέι, που «ήταν στο σύνολό τους απολιτικοί, [ενώ] οι προκλήσεις τους δεν είχαν ως αφετηρία την πολιτική δράση και ένταξη», όπως έλεγε.

Ε) Ρήξη με την κυρίαρχη αριστερά καθώς από νωρίς προσανατολίστηκε στον τροτσκισμό: μετά τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου εντάχθηκε στην Aριστερή Aντιπολίτευση που εμπνεόταν από τις θεωρίες του Τρότσκι, το 1932 δημοσίευσε το άρθρο του με τίτλο «Προβλήματα Προλεταριακής Τέχνης» που προκάλεσε τις αντιδράσεις του πυρήνα της ελληνικής αριστεράς καθώς επιχείρησε να πείσει την αριστερή διανόηση να αναζητήσει νέες αισθητικές λύσεις και εκφραστικά μέσα πέραν του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού».

Στ) Ρήξεις με το λογοτεχνικό κατεστημένο της χώρας του που όπως ο ίδιος έλεγε υποδέχτηκε τα βιβλία του με γέλια και καγχασμούς». Άλλωστε όπως περιγράφει και η Λένα Χοφ στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου της οι δύο κυρίαρχες μορφές στην Ελλάδα Σεφέρης και Ελύτης που αναζητούσαν την ελληνικότητα μέσω της ποίησής τους, πολύ μικρή σχέση είχαν με τους ποιητικούς πειραματισμούς του Κάλας, με τα σατιρικά και ειρωνικά καυστικά στιχουργήματα του Κάλα. (σελ. 267 και επόμενες). Ενδεικτικό της οξύτατης επίθεσης των Ελλήνων κριτικών απέναντι στο έργο του είναι τα παραθέματα της Λένας Χοφ από τον Ανδρέα καραντώνη, Θόδωρο Ξύδη και άλλους (Κεφ 2, σελ. 66-69) όπου μεταξύ άλλων σημειώνουν: ο Ράντος ταλέντο δεν έχει. Φιλοδοξίες μονάχα και πείσματα […] δεν είναι καλλιτέχνης είναι υπερμοντέρνος θορυβοποιός με αντιαισθητική ιδιοσυγκρασία. …δεν άφησε τίποτα το ελληνικό δίχως να το βρίσει και να το στραπατσάρει., η νεοελληνική λογοτεχνία του είναι μισητή, (βλ. Λένα Χοφ 369-370).

Ίο 1953 αποπειράθηκε να γυρίσει στην Eλλάδα αλλά σύντομα έφυγε απογοητευμένος. Την εποχή εκείνη δημοσιεύει κείμενά του στο περιοδικό «Πάλι» του Nάνου Bαλαωρίτη. (Μια ανάλογη απόπειρα επανασύνδεσης με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό θα γίνει μετά τη μεταπολίτευση, όταν δημοσιεύει ποιήματά του στο περιοδικό «Xνάρι» του Aντρέα Παγουλάτου, με τον οποίο είχε συνδεθεί στο Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του 1970).

Μετά από αρκετά χρόνια πολιτικής αδράνειας, ο Κάλας αναζωπυρώθηκε πνευματικά και ξαναβρήκε το ενδιαφέρον του για την πολιτική μόνο με το βίαιο θυμό που ένιωσε με τα γεγονότα του Βιετνάμ και την ελληνική χούντα –κάτι που γίνεται ολοφάνερο από τα γράμματα και τα άρθρα του από την εποχή αυτή και μετά. Ύστερα από τόσα χρόνια στέρησης της πολιτικής συζήτησης και της ουσιαστικής πνευματικής ανταλλαγής, ξαναβρίσκει τον παλιό του φίλο, που συμμερίζεται τις πολιτικές του ανησυχίες και αντιλήψεις, σε βασικές γραμμές.

Ο Μιχάλης Ράπτης και ο Νικόλας Κάλας γνωρίστηκαν στο Παρίσι το 1938-39, την εποχή που δημοσιεύθηκε εκεί η εκτενής υπερρεαλιστική μελέτη του Κάλας Foyers d’ Incendie. Στο διάστημα του πολέμου οι δυο φίλοι χαθήκανε, ξανασυναντήθηκαν στη Νέα Υόρκη το 1946 ή το 1947 για να ξαναχαθούν έκτοτε για αρκετά χρόνια. Με την αντιστασιακή δουλειά του Ράπτη ξαναζωντάνεψε το 1967 η παλιά τους φιλία και άρχισε η τακτική αλληλογραφία τους στις 23.9.1967 που συνεχίστηκε μέχρι τις 23.10.1984. Η αλληλογραφία αποτελείται από 71 επιστολές -47 προέρχονται από τον Ράπτη, μία από τη γυναίκα του Ράπτη, την Έλλη, και 23 είναι του Κάλας. (Νικόλας Κάλας-Μιχάλης Ράπτης, Μια πολιτική αλληλογραφία (1967-1984), Εισαγωγή-επιμέλεια Lena Hoff.

Για να επιζήσουμε χρειάζεται να δημιουργηθεί μια τρίτη δύναμη που θα επιβάλλει τη δύναμη των λύσεών της σε έναν κόσμο που απειλείται να καταλυθεί από τη δύναμη. Πέρασε ο καιρός που οι μάζες είχαν την πολυτέλεια της αδυναμίας και εμπιστεύονταν τη μοίρα τους σε αυτοδιοριζόμενους σωτήρες. λέει σε ένα σημείο από τα θραύσματα που βρέθηκαν στο Αρχείο του. Και βέβαια την άποψή του για την τέχνη τη συνοψίζει στο περίφημο:

H τέχνη τρομάζει, αναμοχλεύει την επιθυμία, ερεθίζει το φύλο, κάνει τα μέλη μας να τρέμουν… H τέχνη δεν είναι ποτέ συναισθηματική, ποτέ ηθική· η τέχνη είναι εναντίον της καθεστηκυίας τάξης, εναντίον της κυρίαρχης τάξης, εναντίον κάθε κομφορμισμού, εναντίον των αγάδων κάθε είδους και προέλευσης. O Παρθενώνας το αποδεικνύει: η Tέχνη είναι μπαρουταποθήκη!

Ο Κάλας πλήρωσε τις απόψεις του με απομόνωση από το ελληνικό κατεστημένο και από την άποψη αυτή η μελέτη της Λένας Χοφ έρχεται να δώσει νεώτερο φως σ’ έναν σκοπίμως παραγκωνισμένο καλλιτέχνη-επαναστάτη. Είναι ενδεικτικό ότι εν ζωή κυκλοφόρησε ουσιαστικά μόλις δύο ποιητικές συλλογές! Tην πρώτη ―και μάλιστα μετά από μεσολάβηση του Eλύτη στον «Ίκαρο»― 35 χρόνια μετά τις πρώτες του δημοσιεύσεις, μόλις το 1976! Tη δεύτερη ―όπου επίσης περιλαμβάνονται ποιήματα του 1933 ―50 χρόνια μετά, (το 1983), και μόλις πέντε πριν το θάνατό του!.. Eπίσης το βιβλίο του «Kείμανα ποιητικής και αισθητικής», με άρθρα και επιστολές του σε περιοδικά και εφημερίδες της περιόδου 1929-1937, σε επιμέλεια Aλ. Aργυρίου, κυκλοφόρησε το 1982! Eνώ τα δύο κατεξοχήν θεωρητικά του βιβλία «Εστίες πυρκαγιάς» και «H τέχνη την εποχή της διακύβευσης», μεταφράστηκαν μετά θάνατον ―60 και 30 χρόνια αντιστοίχως από την έκδοσή τους σε Παρίσι και Nέα Yόρκη― και κυκλοφόρησαν στην Eλλάδα ταυτοχρόνως μόλις τον Δεκέμβριο του 1997, με αφορμή προφανώς τα δεκάχρονα από το τέλος του, στις 31 Δεκεμβρίου 1988 στη Nέα Yόρκη.

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Κώστα Κρεμμύδα και των εκδόσεων “Μανδραγόρας” στο Facebook.

Βασίλης Βασιλειάδης, Αποσπάσματα από τό Fuck Off

Φώτο: fadek9

Φώτο: fadek9

Είναι πού πρέπει νά τό περπατήσουμε σάν τολμητίες αυτό τό καλοκαίρι, ερωτευμένοι καί μέ τή ζωή καί μέ τούς ανθρώπους, εντελώς άπιστοι στίς παρακεντέδικες βαρύτητες τής λογικοπληξίας τής γινατζίδικης…………………
καλές ερωτευμένες στράτες γιά όλους μας.
Καί νά θυμάσαι, γιά νά μή σκιάζεσαι,
πώς
…………………………………………………………..
τά σημάδια πού αφήνουν οί βιογραφίες τού έρωτα επάνω σου
μήν φοβάσαι νά τά χαιδεύεις
δέν είναι ούτε ή φύρα ούτε τά κέρδη σου
είναι οί παρατατικοί τής ομορφιάς
πού μαρτυρούν πώς έζησες έμφλογες καί ένσπερμες
Μοιρασιές
—————————————————————-

καλοκαιρινή βραδειά,νοτισμένη από έρωτα,
ομολογεί αμέριμνα
πώς
———————————–
αφού χόρτασα
άλλοτε σέ ορθοστασία
κι άλλοτε σέ κινήσεις κυκλικές
περιπλάνηση,συναντήσεις και αποχωρήσεις
αφού υπήρξα μέτοχος
στήν αγορά παραγωγής, χρήσης καί διακίνησης
συναισθημάτων βρώσιμων
σχεδιασμένων πάνω σέ κίνητρα καί προνοήσεις
αφού διένυσα 
μέ επιτάχυνση ακραία
αγάπες βασισμένες πάνω σέ διαπραγματεύσεις
καί στρατηγικές κινήσεις
τώρα
εμένα πού υπήρξα λογιστής εξασκημένος στήν διαχείρηση
οικονομίας εντάσεων ζωής
νομίζοντας πώς όλη αυτή ή αφθονία είναι επιτεύγματα
αναίμακτα καί κερδοφόρα
τώρα
πού τό αίμα αχνίζει βγαίνοντας ξερεθισμένο από τούς ακρωτηριασμούς
μέ περιπαίζει ώς νοθευμένο καί εκπτωτικό
τώρα λοιπόν
πρώην ερωτοδρόμος ένδοξος
μέ αποψιλωμένα τά ξεφτίδια μου από αυτοπροστασίες
καί ακαμουφλάριστος από σημαινόμενα
γίνομαι εκθετικός καί επιρρεπής στίς ψιθυριστές ομολογίες
χαιδεύοντας τά μελιά μάτια της, μουρμουρίζει ή ευτυχία μου
γιά τήν ακύρωση τού τρόπου πού υπήρξα
<μακάρι νά σέ είχα αγαπήσει νωρίτερα
μία ολόκληρη ζωή νωρίτερα…………….

Παρακαλώ; τόν ρώτησε πίσω από τόν γκισέ ό υπάλληλος 
ζητάω τής ζωής μου τά αναδρομικά,απάντησε 
μία στιγμή νά κοιτάξω τήν καρτέλα σας
παύση αναμονής. …….
τά ακυρώσατε κύριε, ανταπάντησε ό υπάλληλος 
τά ακύρωσε ή αφωνία σας
ορίστε τό γράφει ή σφραγίδα τού πορίσματος 
"ζωή ακυρωμένη εξ αιτίας αναντίρρητης αποδοχής 
τό σύστημα δέν σάς χρωστάει τίποτε κύριε
πηγαίνετε σάς παρακαλώ 
νά έρθει ο επόμενος. …….

*Fuck Off long poem σέ εξέλιξη δημιουργίας.

Cece Ojany-Bekhor, Tales Intermediaries Tell

13428583_10154108418081480_3014706368331225204_n

**A Fathers Day Message, if your dad’s passed on**

I have my father’s hands, my fingers are long and dark
Mud brown.
I have my father’s nails, clear crescent moons at the tip
Wrinkles and folds exactly where they should be.
If these were my father’s hands
They’d have touched 8 babies.
What’s it like to touch 8 of your own babies?
What’s it like to wait
until the moment your son arrives at the hospital
And only then decide to leave your body?
I have my father’s hands
These hands will touch the belly of my daughter
Whom he’ll never physically meet
face to face,
But I hope he’ll stay close to her.
Whispering words of love
And encouragement
And Madness in her ear
To remind her that she comes from good stock.
My father wasn’t perfect
But I have his perfect hands
Fingers, long and dark
Mud brown
Nails, clear crescent moons at the tip.
My father’s hands
Will run their fingers through my daughter’s hair
Caress her cheek,
Rub her back when she is unwell
She will chew on my father’s hands
When she sticks my fingers in her mouth.
She will touch my father’s palms
When she puts her own hands in mine.
She will feel his knuckles against her cheek
When she rubs the backs of my hands
Against her face.
It’s his nails, crescent moons at their tip,
That she’ll sense
When I tickle her belly.
I have my father’s hands
Long dark fingers
Mud Brown
With crescent moons at the tip
Wrinkles and folds exactly where they should be.
I have my father’s hands.

© Cece Ojany, 2014

Ποιητική οφειλή στην Αναρχία

anarhia

«Το ποιητικό μονόφυλλο με τίτλο “Αγία Αναρχία” εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2016 και αποτελεί μια ποιητική οφειλή του συγγραφέα στην Αναρχία» διαβάζουμε στη λιτή ανακοίνωση. Δημιουργός ο Χαράλαμπος Π. Σοφίας (Εκδόσεις «Κουκκίδα»). Από τα περιεχόμενα (οκτώ ποιήματα) μπαίνουμε στο κλίμα του κειμένου: Αλφα, Αναρχικοί, Μαύρος Σπόρος, Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν, Σεργκέι Γκενάτιεβιτς Νετσάγιεφ, Μαύρη Σημαία, Μητρόπολη, Αγία Αναρχία.

Ιδού η κατακλείς από το ποίημα για τους Μπακούνιν – Νετσάγιεφ:

Στης νύχτας τη χαρά, το χώμα από ενοχή απάντησε/περιμένοντας κι αυτό τον δαίμονα του ανθρώπου./Εκείνον που αγρυπνά στο πρόσωπό του η ομορφιά της ταραγμένης θάλασσας./Εκείνον που πολεμάει τις λέξεις εμπρός στον καθρέφτη μη αντέχοντας το μοιρολόγι του δούλου./Εκείνον που στο χείλος της αβύσσου συλλέγει κάθε νύχτα από τη σιωπή των άστρων την αστρόσκονη/χορεύοντας ξυπόλυτος/σκορπίζοντας την εξέγερση που γεννάει την επανάσταση.

Τα ποιήματα «υπακούουν» στο μότο που κραυγάζει, θα ‘λεγε κανείς: «Πυρπολήστε το παρόν αν θέλετε να έχετε μέλλον».

Πώς βλέπει τους αναρχικούς στο ομότιτλο ποίημα;
Είναι έτοιμοι να πυροδοτήσουν τα όνειρά τους/Σκιές με ασημένια φτερά στον αέναο κύκλο/ Ταξιδιώτες του μέλλοντος με το όπλο στο χέρι/Ετοιμοι να παγιδεύσουν τις ήρεμες νύχτες σας/Να διαταράξουν τη λογική της αρχής/Να επιτεθούν στη συνεχή ροή του χρόνου/Είναι ήδη έτοιμοι να κηρύξουν την κοινωνική επανάσταση.

Τι κάνει η Αγία Αναρχία;
Δαγκώνει τα χείλη της καθώς η αστροβροχή συνεχίζει να πέφτει/Αγκαλιάζει τα παιδιά της/Τους μιλά για την Αγία Αναρχία/Το οπλισμένο χέρι της/Τη νεανική της φλόγα/Την περπατησιά της/Το θάρρος της όταν πυροβολεί τον καθρέπτη και τις μισές λέξεις/Την ιερή οργή της για τους ανθρώπους που σιωπούν στο φως της ψυχής.

Μια πραγματικά αυστηρή ματιά μέσα από έναν εσωτερικό κόσμο που εκρήγνυται και φωτίζει τις νύχτες και τα «αγόρια και τα κορίτσια με μαύρα ρούχα, που μοιράζονται τη χαρά στους δρόμους καίγοντας είδωλα» (Μητρόπολη). Ασημοφέγγαρο, σύμβολο της αναρχίας το θέλει ο ποιητής: «Ανθίζουν μαύρα λουλούδια στον ουρανό/Ενα ασημένιο φεγγάρι ανατέλλει και μέσα του ένα Αλφα».

Μαύρη Σημαία:
Στου χρόνου τη λήθη δε λυγίσαμε, δεν σωπάσαμε/Παραμείναμε με τον άνεμο της πρώτης νιότης/Με τα φτερά του πετάξαμε στις πράξεις της φωτιάς/Στο τέλος του αγνώστου κλέψαμε τον ήχο του κύκλου/Και όλο χαρά τσακίσαμε τη φορά του βέλους/Σηκώσαμε ψηλά τη μαύρη σημαία/Ετσι φτάσαμε πολύ ψηλά ώς τα άστρα/Δεν αφανιστήκαμε μέσα στης νύχτας τη σκοτεινή βλάστηση.

(Ηλεκτρονική διεύθυνση: xpsofias@gmail.com).
Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος
*Από το https://www.efsyn.gr/arthro/i-viosi-mias-xenitias

Federico Garcia Lorca, Νύχτα του άγρυπνου έρωτα

Edouard Manet

Edouard Manet

Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες,
Η καταφρόνια σου ήταν ένας θεός, τα δικά μου παράνομα
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα..
Νύχτα κάτω από τους δυο.
Κρύσταλλο οδύνης,
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο..
Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο συντριβάνι
του αίματος τ’αστείρευτου που χύνεται..
Κι ο ήλιος μπήκε απ’το κλειστό μπαλκόνι
και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη..

Jacques Prévert, Ο χαμένος καιρός

Gauguin.nave-moe

Gauguin.nave-moe

Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου
ο εργάτης απότομα σταμάτησε
ο όμορφος καιρός τον τράβηξε από το σακάκι
κι όπως γυρνά
και κοιτάζει τον ήλιο
ολοκόκκινο ολοστρόγγυλο
να χαμογελά μέσα στον ουρανό του από μολύβι
κλείνει το μάτι
με οικειότητα
Πες μου λοιπόν σύντροφε Ήλιε
δεν το βρίσκεις
πως μάλλον είναι κουταμάρα
να δώσεις μια τέτοια μέρα
σε ένα αφεντικό;