Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια
*Από τη συλλογή “Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη”
***
Ο ουρανός
Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν’ εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δέντρα
κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του
*Από τη συλλογή “Με το πρόσωπο στον τοίχο”
***
Η νοσταλγία γυρίζει
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά
Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί
Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:
Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει
*Από τη συλλογή “Τα Φάσματα ή η χαρά στον άλλο κόσμο”
Μπαμπ, μπουμπ
και λάσπη και πέτρες και φωτιά
ταβέρνα «Ο ουρανός»
καλησπέρα σας, θα θέλατε κάτι;
ναι, λίγο μάννα θα ήταν τέλεια,
συγγνώμη, μόλις τελείωσε
και η γη της απαγγελίας αιώνια καμένη
και η δύση των ιθαγενών
και η ανατολή των γύφτων
και η Ασπασία έχτισε τον Παρθενώνα
και εγένετο πολιτισμός
και ο υιός του θεού στο εφετείο της Πάτρας
και οι αστοί επαναστ-αστοί
και εγένετο το συνδικάτο
και η αποσκίρτηση
και εγένετο η κομμούνα
και οι χρήσιμοι ηλίθιοι
και το πηγάδι ξεχείλισε
σαν καλοστημένη μασκαράτα
πλήθος, θεατές, θεατρίνοι
τα μυστικά των νεκρών στα βάθη
Ιησούδες, μένουμε στην επιφάνεια
η ιστορία μας το ‘μαθε καλά
ποιος θα μου πει το βλέμμα ενός αυτόχειρα
λίγο πριν το τέλος πως μοιάζει.
***
Έγερση
Νιώθω το αγκάθι της σιωπής
Σαπισμένο μήλο με κάτασπρα άνθη
Ο μύθος της μοναξιάς
Το κάλπικο όνειρο της ρεματιάς
Το πρωί, έγερση
Ψεύτικες ελπίδες τα όνειρά μας
Ορφανές στιγμές, ασπρόμαυρη στη καλωδιακή,
της ψυχής η αναρχία.
Οι συνειδήσεις. Η αυτάρκεια. Η δυσπιστία.
Καραβοτσακισμένη η όψη, στο ακρογιάλι
μοιάζει να λυγίζει το κατάρτι.
*Τα ποιήματα αυτά περιέχονται στην “Ποιητική Συλλοή – 12 ποιητές”, των εκδόσεων Παλινωδίαι – Αυτοέκδοση, Αθήνα 2015. Οι δύο εικόνες της ανάρτησης περιέχονται στην εν λόγω συλλογή και συνοδεύουν τα ποιήματα αυτά, είναι έργα της Αλεξάνδρας Μάντζαρη. Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα http://www.palinodiae.com
Θάνατος!
Ποιος θυμάται τον μακάβριο χορό του οδυνηρού και τερατώδους θεού του πολέμου;
Ποιος θυμάται ακόμα τον πόλεμο;
Πολύς καιρός έχει περάσει μεταξύ του χθες και του σήμερα, αλλά πάνω σ’ αυτή την άτυχη μα ακόμα ευγενή γη, γονιμοποιημένη από υπολείμματα πρησμένων πτωμάτων και άγονου αίματος, κανένα τέλειο, παρθένο λουλούδι, δημιουργημένο από την πνευματικότητα και την αγνότητα, δεν φυτρώνει σήμερα.
Όχι, τα λουλούδια που γεννιούνται τώρα απ’ το ξηρό έδαφος, τόσο μάταια ποτισμένα στο αίμα, δεν είναι τα λουλούδια της ακμάζουσας ζωής, ικανά για τη μεγάλη ελπίδα, για τον γενναίο αγώνα, της σθεναρής σκέψης˙ είναι μάλλον λουλούδια του θανάτου, γεννημένα στη σκιά, που αναπτύσσονται με το μαρτύριο του υποσυνείδητου, παρασυρόμενα στη θύελλα, μεταφέρονται μαζί με την κίνηση του ποταμού της λησμονιάς…
Δεν είμαι συναισθηματικός… αλλά έχω την φρικτή μνήμη του πολέμου.
Ακόμα και το πνεύμα του μεγάλου Ζαρατούστρα (που ήταν ο αληθινότερος εραστής του πολέμου και ο πιο ειλικρινής φίλος του πολεμιστή) πρέπει να έχει αρρωστήσει τρομερά απ’ αυτόν τον πόλεμο…
Πρέπει να ήταν φοβερά άρρωστος, γιατί τον άκουσα να κραυγάζει: «Πρέπει να αναζητήσετε τον δικό σας εχθρό, πολεμήστε για το δικό σας πόλεμο, και για τις δικές σας ιδέες!»
Κι αν η ιδέα σας ενδίδει, η εντιμότητά σας κραυγάζει για τη νίκη.
Αλλά φευ! το ηρωικό κήρυγμα του μεγάλου απελευθερωτή έπεσε στο κενό!
Το ανθρώπινο κοπάδι δεν ήξερε πως να διακρίνει τον εχθρό του ή να παλέψει για τον πόλεμο των δικών του ιδεών. (Το κοπάδι δεν είχε κανένα δικό του ιδεώδες!)
Και μη ξέροντας τα δικά του ιδεώδη που θα μπορούσαν να θριαμβεύσουν, ο Άβελ πέθανε στα χέρια του Κάιν για ακόμη μια φορά.
Μη γνωρίζοντας πως να πει Ναι ή Όχι! Προχωρά σαν δειλός, σαν ρομπότ (1), όπως πάντα.
Αν είχε τουλάχιστον την ικανότητα να πει το Ναι της ενθουσιώδους υποταγής (αφού δεν είχε την ηρωική δύναμη να πει το τιτάνιο Όχι της τραγικής άρνησης) θα μπορούσε να αποδείξει τελικά ότι πίστευε στην «υπόθεση» για την οποία πέθανε, πολεμώντας…
αλλά δεν ήξερε πως να πει ναι ή όχι!
Πήγε!
Σαν δειλός, όπως πάντα!
Έτσι…
Και ξεκίνησε να πάει προς το θάνατο.
Πήγε προς το θάνατο του χωρίς να ξέρει γιατί.
Όπως πάντα!
Κι ο θάνατος δεν περίμενε…
Ήρθε!…
Ήρθε και χόρεψε.
Χόρεψε και γέλασε!
Για πέντε ολόκληρα χρόνια…
Γελούσε και χόρευε πάνω απ’ τα λασπωμένα ορύγματα όλων των πατρίδων του κόσμου.
Ένας μακάβριος χορός!
Ω, τι ηλίθιος και μακάβριος (πόσο θηριώδης και ωμός) είναι αυτός ο θάνατος που χορεύει χωρίς να κουβάλα τα φτερά κάποιου ιδεώδους.
Χωρίς μια βίαια ιδέα που υπονομεύει και καταστρέφει.
Χωρίς μια γόνιμη ιδέα που παράγει και δημιουργεί.
Τι ηλίθιο και φρικτό πράγμα είναι να πεθαίνουν σαν δειλοί, χωρίς να ξέρουν το γιατί.
Τον είδαμε (όπως χόρευε) ο Θάνατος.
Ήταν ο μαύρος Θάνατος, αδιάφανης, χωρίς καμιά ευκρίνεια φωτός.
Ήταν ένας Θάνατος χωρίς φτερά!…
Πόσο άσχημος και χυδαίος ήταν.
Πόσο άχαρος ήταν ο χορός του!
Και πως τους θέριζε (χορεύοντας) όλους τους περίσσιους, όλους εκείνους που περίσσευαν!
Εκείνους για τους οποίους (ο μεγάλος απελευθερωτής λέει πως) το κράτος εφευρέθηκε.
Αλλά, δυστυχώς, δεν θέρισε μόνο αυτούς…
Ναι! Ο Θάνατος (για να εκδικηθεί το Κράτος) θέρισε αυτούς που δεν ήταν άχρηστοι. Αυτούς που ήταν αναγκαίοι…
Θέρισε ακόμα αυτούς των οποίων η ζωή ήταν ένα βαθυστόχαστο ποίημα που η υποσυνείδητη του θλίψη τραγούδησε ένα εύθυμο ρεφρέν…
Αλλά αυτοί οι οποίοι δεν περίσσεψαν, αυτοί που δεν ήταν περίσσιοι, αυτοί που πέφτοντας κραυγάζουν το επαναστατικό και ισχυρά τιτάνιο Όχι! αυτοί θα εκδικηθούν.
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς!
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς γιατί ήταν τα αδέρφια μας˙ γιατί πέθαναν με τα άστρα μες στα μάτια τους˙ γιατί όπως πεθαίναν, έπιναν τον ήλιο.
Τον ήλιο του Ονείρου.
Τον ήλιο της Μάχης.
Τον ήλιο της Ζωής.
Τον ήλιο της Ιδέας!
IV
Ο πόλεμος!…
Τι ανανέωσε ο πόλεμος;
Που είναι η ηρωική μεταμόρφωση του πνεύματος;
Πότε ορθώθηκαν οι λαμπερές πινακίδες των νέων ανθρώπινων αξιών;
Σε ποιο ιερό ναό έχουν τον θαυματουργό χρυσό αμφορέα, που περιέχει τις φλεγόμενες καρδιές των δημιουργικών ιδιοφυϊών και των επιβλητικών ηρώων, που οι παράφρονες υποστηρικτές του μεγάλου πολέμου υποσχεθήκαν;
Που λάμπει ο μεγαλοπρεπής ήλιος του νέου μεγάλου μεσημεριού;
Τρομερά ποτάμια αίματος ποτίσαν τη χλόη όλου του κόσμου και προχωρήσαν ουρλιάζοντας σε όλους τους δρόμους της γης.
Τρομαχτικοί χείμαρροι δακρύων έγιναν η σπαρακτική, αγωνιώδης ηχώς του θρήνου τους που αντηχεί μέσα απ’ τις πιο απομονωμένες, τις σκοτεινότερες δίνες όλων των ηπείρων του κόσμου.
Βουνά ανθρώπινων οστών και δέρματος σαπισμένα παντού μες στη λάσπη, και κλάματα σ’ όλο το φως του ήλιου.
Αλλά τίποτα δεν άλλαξε: δεν ωφέλησε σε τίποτα!
Ο ιός που μαστίζει τις κοιλιές των αστών απλά εξαπλώνεται από κορεσμό˙ και η κοιλιά των προλετάριων παραπονιέται απ’ την πολλή πείνα!
Και αρκετά!
Αν με το Χριστό και τον χριστιανισμό, το ανθρώπινο πνεύμα καταστέλλεται μέσα στο κρύο και άδειο διάστημα της μετά θάνατον ζωής, με τον Καρλ Μαρξ και το σοσιαλισμό, ξεπέφτει απλά στο έντερο…
Ο βρυχηθμός που ακούστηκε σε όλο τον κόσμο μετά τον πόλεμο, συγκλονίζοντας την ανθρωπότητα, δεν ήταν παρά ο ήχος των στομαχιών που ο σοσιαλισμός πρόδωσε, εξάλειψε, κατέπνιξε και κρέμασε μόλις αντιλήφθηκε ότι αυτός ο βρυχηθμός άρχιζε να παίρνει ένα κομμάτι απ’ το χρώμα του περιεχομένου της ιδέας…
Αυτή η ανώτατη, ανώνυμη δειλία χρησιμοποίησε την πιο μαύρη, την πιο γυμνή, την πιο άθλια αντίδραση που γεννήθηκε και μεγάλωσε δραματικά.
Ήταν λογική-φυσική-θανατηφόρα!
Ήταν ανθρώπινη…
Έλα σπίτι να γράψουμε ποιήματα
με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,
η νύχτα διπλή, δίχως σταθμό,
μ’ όλα τα μίλια τής μηχανής και του χρόνου στο φουλ
έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι τού νου,
έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελά ποιήματα,
θυμάμαι που μου το ‘λεγες τόσες φορές
και σ’ άκουγα στο βάθος τής πολυκατοικίας
οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,
με τα παντζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,
για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού
στο πικάπ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα
κι εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,
μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,
με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας,
με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς,
για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας
με το τηλέφωνο κατεβασμένο
σε πόναγε το κουδούνισμα απ’ το υπερπέραν,
στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι
με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες τής ζωής σου,
τ’ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες τού θανάτου,
μου τέλειωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,
έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα
έχω Johnnie Walker σήμερα,
με πήρες προχθές τηλέφωνο εδώ, στο Μανχάταν,
μου ‘πες θα ‘ρθεις τα Χριστούγεννα
κι εγώ σε πήρα όπως πάντα στα σοβαρά,
θα ‘χουν μεγαλώσει πολύ τα γένια σου
θα ‘χεις γκριζάρει κι εσύ Αλέξη,
θα πάμε βόλτα στην Πέμπτη Λεωφόρο
δε θα βρέξει καθόλου εφέτος, σ’ τ’ ορκίζομαι Αλέξη,
δε θα λιώσουν ποτέ τα χέρια σου και τα ποιήματά σου,
νόμισα ότι σε είδα το πρωί στο δρόμο,
ότι μου ‘κανες τάχα έκπληξη κι έψαχνες να με βρεις στην πόλη,
φώναξα, τράβηξα κάποιον απ’ τον ώμο,
γύρισε και με κοίταξε ένα μελαχρινό αγόρι
είχε τα μάτια σου,
Αλέξη πάρε με στο τηλέφωνο
για να έχω έτοιμο το καλύτερο ουίσκι που κυλάει εδώ
θα φτιάξω και το μαγνητόφωνο για να μου διαβάσεις
τα καινούργια σου ποιήματα, αυτά που λες
τα «πέντε χρόνια στο σκοτάδι»
θα φτιάξω και το μικρό μου τρένο
για να γυρίσουμε πίσω μαζί στη Σαλονίκη.
What does a woman want
Sigmund
it’s simple
what a funny question
well speaking for myself
to be loved
same as everyone else I know
yes
by the man who I want to love me
and by the greengrocer
the chemist
the postmistress
my children
– I take it my friends will anyway
and I want to be left alone
no-one saying sit down
stand up
come here
I run away then
no
it may surprise you but I’d really rather not
have a penis thanks all the same
I suppose it’s hard for you to believe that
I’d like a few laughs
rolling round a bed laughing my head off
and all the normal human things
clean water shelter
fresh food
that most never see
in their whole male or female lives
and not to want anything
Sigmund
most of all that
or does that only come like a ticket
with death?
Έχει καιρό που κάποιες λέξεις μ’ εγκατέλειψαν
Άκαρδα ή όχι, άγνωστο αγνώστου
Άστοχο άστοχου βίου
Πήδηξα επί τέλους στο στόμιο
Του ανοιχτού ηφαιστείου
Ρέει ανήμπορο αίμα
Δεν πανικοβλήθηκε η ηχώ
Μερεύει ο θάνατος στο σώμα
Καίγεται, ζει η αναπνοή
Γλυκύτητα γλυκύτητα
Της σημερινής μου ουσίας
Δεν είσαι αξίας πια να σε γευτούν
Πεθαίνεις με τη λάβα που ζωντάνεψε
Γεννιέσαι με τη λάβα που γερνά
Κι έχεις τον ήλιο πολεμιστή
Με γυάλινες ασπίδες
Να σε μάχεται
Και σήμερα πώς είναι τόσο όμορφος
Κι ανίκητα γεμάτος από ζήση
Κι έχεις τον ήλιο να σε μάχεται με ερωτήσεις
Έχεις χρώμα;
Κι αν απαντήσω;
Μετά τον έρωτα τι; Με τον έρωτα γιατί;
Τι περνά και μένει περισσότερο;
***
Seeking out
For some time now
some words have abandoned me
Heartlessly or not, unknown of an unknown question
a miss of a missed life
I jumped at last into the mouth
of the open crater…
helpless blood runs
the echo has not panicked
death is meek in the body
breath is burning and lives
oh, sweetness sweetness of my substance
you are no longer of value to be tasted
you are dying with the magma that is reviving you
you are being born with the lava that is aging you
the warrior sun is fighting you
with glass shields
and how handsome is he today
unbeatable and full of life
you have him battling you with questions
Πλάι στον αριθμό το «οδός Κριεζώτου 2».
Η εν Ισσώ μάχη!
«Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι».
«Νικήτα Ράντο, δεν μ’ ακούς;
το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία»
το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απ’ την Μικράν Ασία.
Επέστρεφε ώ Ιστορία!
Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου
τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά
υπολογισμένα καβαλιστικά.
«νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;»
Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη:
«Δεν μ’ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς,
και βροντοφωνάζουν μέσα μου
της ταραγμένης σου ψυχής τα φλογερά οράματα».
***
Υπενθύμισα στον εαυτό μου
Υπενθύμισα στον εαυτό μου
περιπέτεια φόβου και τόλμης.
Το Σαράντα ξεκίνησα από την Λισσαβώνα.
Μα τι συμβαίνει στην Λισσαβώνα;
Ραγίζονται τοίχοι, συσσωρεύονται λέξεις
πλουτίζεται η ρητορική
στο ταξίδι των σελίδων χορεύει η σκέψη
αστράφτει η τύχη και βροντοφωνεί
mare tenebrosa! Η ιστορία δαμάζει
τον ωκεανό με τριήρεις και πετρελαιοφόρα
θησαυροί Κνωσού και Ινδιών
τόλμη θαλασσοπόρων
κύματα του πληθυσμού
ποιητική σύλληψη και κατάληψη της εξουσίας
όνειρα κι αγώνες, αγωνία και ελπίδες.
***
Σκάκι
Ένας κόσμος-ένας κόσμος τετράγωνος ο κόσμος μου.
Στις απλοποιημένες του διαστάσεις χαρακώνονται οι ορίζοντες των
ημερών, της ισονυκτίας η αντιθετική επιφάνεια.
Όλα τα εγκλήματα της ζωής-πανουργίες φόνοι-ξαναζούν απάνου
στο σιντέφι και στον όνυχα όπου επίπονα γλιστρούν άκαρδου
νου τα φιλντισένια σύμβολα τα είδωλα από κοράλλι.
Ο δρόμος τους, οι επικίνδυνοι σταθμοί των, οι απογοητεύσεις και
τα λάφυρα-χαρές γι αυτό που ήτανε καρδιά.
Τώρα με του χεριού τη σπάνια κίνηση να περιπλέξει το ξερό παιχνίδι.
Το αίμα που κυλάει, οι βιασμοί, ό,τι κρυφό έχει η ψυχή, δε διακρίνεται
στις αυστηρές του μεταβολές.
Όσοι όμως ξέρουν τους κανονισμούς, στο κάτοπτρο βλέπουν τις
φρικτές εικόνες που δύο παίκτες κλείσανε σ’ εβένινο πλαίσιο
και προσπαθούν με λιτές κούκλες να σκεπάσουν.
***
Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει
Την Ευρυδίκη που θα χάσεις την έχεις ήδη χάσει
ήσουν εσύ η Ευρυδίκη όταν ο χάρος
απ’ τη ζωή και την Ελένη σου
να σ’ αποσύρει τάχθηκε.
Σε ξαναείδε η μέρα.
Ρίξε πίσω σου το φως που μας προσδοκά
ατένισε άσβηστον φως. Φως κι ο λόγος.
Ζει του Ολυμπιονίκη μονάχα ο Πίνδαρος.
Ρήματα Σίβυλλας, αποφάσεις κύβων
το σεληνόφως της Ελένης
της φλογεράς λύρας η αδαμάντινη λάμψη
διακόπτουν το χάος.
***
Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα
Φαίδρα φαιδρή μου Φαιδρούλα
απόψε θα χύσουμε αίμα, οδός Μαυρομιχάλη
θα ποδοπατήσουμε αισθήματα κι αισθήσεις.
Τυραννοκτόνοι! Δεν είναι για σένα
η σωφροσύνη της Κυράς Λίμνης
χανούμισσα εσύ χαμένων χαδιών
πορταΐτισσα της Μανίας, λέαινα
της Ακρόπολής μου. Απόψε τα χαλάσματα!
***
Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου
Φανάρια ραγίζουν τη νύχτα αόρατου δρόμου
αντιμέτωπος θέληση δεν συγκρατεί τα φρένα
το θύμα: τριαντάχρονος. Συντρίμματα τα πόδια του
τρεις μήνες τουλάχιστον θα μείνει κατάκλινος
προ τριών ημερών συγκατοικεί η ασθένειά μου
στο δωμάτιό του, τον χαρακτηρίζουν
μεσιτικές εργασίες αστικών ακινήτων
στην περιοχή Chelsea. Αναπτύσσει ο νους του
λόγους ακυρώσεων συμβολαίων κι εξοικονόμησε
δομικές ανάγκες δύο του ιατρών.
Ελληνικό μαγειριό της γειτονιάς μας σερβίρει
άριστο καφέ με μηλόπιτες, γεύση apple-pie.
Τον ξαναείδα τις προάλλες, μα τώρα που εύρωστα δέντρα
διακλαδώνουν νέους χαραχτήρες, νέες ουράνιες συνταγές
νέες εκτιμήσεις του τύπου μου χαράσσουν το χαραχτήρα.
Νεότης, γεράματα εντυπώνονται. Σήμερα και χθες
το μελτέμι παίζει με κλάσματα μύθων
καταθέτω εικόνες ενώ η φωτεινή μου
Ελένη συγκρατεί τις φρένες μας εντός του κειμένου.
Ακτίνες κοβαλτίου, μόρια ιωδίου σπέρνονται
στον καταραμένο χώρο. Νέες διαστάσει της ιατρικής.
Παρηγοριέμαι με την αστρολογία κι αυτή
από καιρό σε καιρό καρκινοβατεί με ζωδιακό φως.
*Από τα βιβλία “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδόσεις Ίκαρος, 1977 και “Γραφή και Φως”, εκδόσεις Ίκαρος, 1983. Τα ποιήματα αυτά είναι από ηχογράφηση του 1982 για την ΕΡΑ. Μουσική σύνθεση Βασίλης Ριζιώτης. Εδώ τα μεταφέρουμε από το http://www.poiein.gr
ανθισμένες βιγόνιες
που ξεπετάγονται
στο δέρμα σου
ξεπετάγονται και
ανοίγουν και κλείνουν τους πόρους σου
φιλούν τα μικρά σου σπυράκια και
σχίζουν τις ουλές σου
και βγάζουν την καρδιά σου
προς τα έξω σαν αίμα
μέσα από τις μικρές ελιές σου
ουρλιάζουν το μέσα σου
αναθεματισμένες βιγόνιες
***
Ανατομία φυτών
σε άρχισα από τον μίσχο σου
κυλούσα ακόμα
από την πάνω επιδερμίδα
το δάχτυλο μεσόφυλλα
ύγραινα
στην πρωτοσκληρεϊδα
μεταξυλικά κατέβηκα σιγά
στου βλαστού σου το βάθος
σπογγώδες το πάθος
παρέγχυμα
στη δευτερεύουσα νεύρωση
υπέστησαν τα χέρια μου παράλυση
και μια επιθανάτια ώση τραγική
του έρωτος παύση
***
Eikoh Hosoe
Φύτρα Ι
χωρίς χώμα
χωρίς ρίζες
χωρίς κλαδιά
χωρίς λίπασμα
χωρίς ήλιο
χωρίς χλωρίδα
μόνο μια φύτρα
αχ αυτή η μονακσιά
***
Φύτρα ΙΙ
ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ ΦΥΤΡΑΣ
Πώς να καλλιεργήσετε μια φύτρα:
για να το κάνετε σωστά
βουτήξτε το σώμα σας σε ένα άλλο
τυχαίο δεν χρειάζεστε ποσοστά
βουτήξτε το καλά
και περιμένετε ανάσκελα
στον ήλιο πάντα ή στη λάμπα
μην ανησυχείτε για το τι φυτό θα βγει
ποτίστε το ραντίστε το
η επιβίωση είναι που μετράει
Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.