Lawrence Ferlinghetti, Δύο ποιήματα

lorens041

ΞΗΜΕΡΩΜΑ, ΜΠΟΛΙΝΑΣ

Τούτη η μικρή καρδιά που θυμάται
και το παραμικρό
αρχίζει σχεδόν πάντα την ημέρα της
προσπαθώντας να τραγουδήσει
κάποιον ηλιόλουστο σκοπό

Τέτοια αναίδεια, τέτοια αυθάδεια
κατάμουτρα στο κάθε τι!
Ωστόσο εγώ θα τραγουδήσω προς τον ήλιο
για να κάνω αρχή —

Τέτοια θρασύτητα, τέτοια διαστροφή
να νομίζεις τις κραυγές των πουλιών για τραγούδι
ενώ μπορεί να είναι κάλλιστα
κραυγές απόγνωσης!

Σαν να μην ήταν η ζωή μας
σαν να μην ήταν όλη η ζωή
μια τραγωδία
λες κι όλα είναι πανηγύρι που περνά

Σαν να μην ήταν η ζωή μας
τόσο πολύ πολύπλοκη —

Ω μεθυσμένο φλάουτο
Ω Χρυσαφένιο Στόμα
τραγούδα ένα τρελό τραγούδι
να μας σώσεις

***

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΝΑΥΤΙΚΟΙ

Στην πράσινη όχθη του ποταμού
ηλικία κοντά στα εξήντα αρχίζω
να ξαναθυμάμαι
τον παππού μου Desir
στα νησιά της Παρθένου
Την τελευταία φορά που τον είδα
ζούσε σε μιαν απόμερη ακτή
του Αγίου Θωμά
σε μια μικρή καλύβα
κάτω απ’ τους φοίνικες
Ογδόντα χρόνων
ευθυτενής σαν Βίκιγκ
(εκεί που κάποτε οι Δανοί αποβιβάστηκαν)
στεκόταν αγναντεύοντας
πάνω απ’ την ακύμαντη θάλασσα
μάτια γαλάζια ή γκρίζα
με τη θάλασσα μέσα τους
αλάτι στα ματόκλαδα
Ανέκαθεν
υπήρξαμε θαλασσοπόροι
Τώρα
δεν έχει αλάτι εδώ
δίπλα στο μεγάλο ποτάμι
στην ορεινή άγονη έκταση
Παλιοί ναυτικοί
έριξαν στα ρηχά
το ατσάλινο καμάκι
— χωρίς αυτό ήσαν χαμένοι —
πήδηξαν έξω και πεθάνανε

*Από το βιβλίο “Lawrence Ferlinghetti, Ποιήματα”. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου. Εκδόσεις “Πρόσπερος”, Αθήνα 1989, στη σειρά “Τετράδια Ξένης Ποίησης”.

Σπύρος Μεϊμάρης, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Carol White

Artwork: Carol White

So What

Άσε τις λέξεις να έρθουν μόνες τους,
με το πάσο τους.
Θα βρουν αυτές τον τρόπο να κατασταλάξουν,
ν’ αράξουν στη σιγαλιά της μνήμης,
όπως στη ρίζα κάποιου δέντρου.

Περνώντας από τον ήλιο στη σκιά,
σε κάποιο δρομάκι του Παρελθόντος,
απεγνωσμένος, εξαντλημένος, αληθινά beat,
σέρνω τα βήματά μου προς το σκοπό που μου έλαχε.

Ξεπερνώ τα όριά μου, σφυρίζω το τραγούδι μου,
αληθινά μόνος, ακολουθώντας εκείνη την πορεία.
Στίξη, αντίστιξη, όλα περνούν από μπρος μου.
Γνωρίζοντας πως όλα περνούν, όλα ξανάρχονται.

***

Δόνηση

Βυθίζω την πέννα μου στο μελάνι του νου.
Γυρίζω πίσω, πηγαίνω μπρος, παραμένω εδώ.
Δεν παρατηρώ χρώματα ούτε σχήματα.
Χαράσσω γραμμές άγνωστες σε λευκό περίγραμμα.

Στο χάος κινούμαι, ονειρεύομαι, αφομοιώνομαι.
Ίδιος με το τίποτα δεν αναγνωρίζω τίποτα.
Τίποτα δεν γράφεται μέσα μου, τίποτα έξω μου.
Ανασαίνω κοπιαστικά, προσπαθώ τις πιο απλές κινήσεις.

Υπάρχουν ίσως ίχνη μου κάπου στο πουθενά.
Αναζητώ εκείνο που έχασα ή που νομίζω πως έχασα.
Καταγής κάθομαι, αφουγκράζομαι, επανέρχομαι.
Η ηλικία μου είναι ότι δεν μπορώ να συναισθανθώ.

Ο χρόνος τρέχει φαινομενικά, όμως μένει ακίνητος.
Ίδια πράγματα στα πεζοδρόμια που κυλούν κι εξαφανίζονται.
Φωνασκίες από τα διαμερίσματα του Παρελθόντος.
Άγνωστες λέξεις που υπεισέρχονται στον Ουρανίσκο.

Απογεύματα νοσταλγικά της βραδινής οδού που μας καλεί.
Ρίγος στο στήθος, δόνηση στην καρδιά, τρέμουλο στα χείλη.
Μια δοξασία παλλαϊκή που όμως έχει σβήσει, έχει περατωθεί.
Το πάθος, το μένος έχουν μεταβληθεί σε δοκιμασία συνεχή.

Η ανακάλυψη του φωτός μέσα μας έγινε διαδοχικά.
Ήταν μια στιγμή μαγική, οδυνηρή, ξαφνική, που έπεσε.
Το είχα δει στο νου, το είδα και μπροστά μου.
Το άσπρο του νοσοκομείου με απορροφά απόλυτα.

Θέλω να γυρίσω πίσω, καλύτερα όμως να μείνω ακίνητος.
Χωρίς να κάνω μαγικά κατάφερα να σταθώ ολόιδιος
Παρατηρώντας το χρώμα του Ουρανού ν’ αλλάζει.
Ήμουν το σημείο αναφοράς όλων αυτών των σκέψεων.

Υπήρχε το πριν και το μετά δυστυχώς.
Ήθελα να τα αναιρέσω, να τα απαλείψω δια παντός.
Όμως δεν γινόταν, ήταν ο Χρόνος που τα όριζε.
Έφευγαν οι πνοές από πάνω μου, εύρισκα καταφύγιο.

Έπραττα μύρια όσα μου επέτρεπε η φυσιολογία μου.
Πηγαινοερχόμουν στον Χρόνος όπως ο καθένας.
Ήθελα να σταματήσω, να οραματισθώ, να κοιμηθώ.
Φίλοι πολλοί άγνωστοι, αθέατοι, ασύγκριτοι.

Όσο μου επέτρεπε η Μοίρα είχα δει και δοκιμάσει.
Απογοήτευση το όνομά σου είναι Ζωή.
Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια είδα και πόθησα.
Τώρα κάθομαι κι αναμετράω.

Τα ίδια ρούχα για γιορτές & για καθημερνές.
Τον είδα και τον θαύμασα, απόρησα μαζί του.
Πέρα απ’ το παράθυρο στο βάθος του ορίζοντα
Απλώνεται η θάλασσα της Μνήμης.

Όσο δυνατή κι αν είναι η ανάσα δεν είναι απεριόριστη.
Με καθορίζει όπως και τις φράσεις που εκφέρονται.
Είναι ένα μυστήριο τόσο φανερό που κανείς δεν το ξέρει.
Απορώ διαρκώς με τους άλλους και όλο και περισσότερο.

Μια καντάτα γνώριμη, συμπαντική με συνοδεύει.
Είτε είναι του Bach, είτε είναι της Jazz,
Εκεί μέσα ξετυλίγομαι και αναπνέω.
Μια λιποθυμία απέχω από τη λύτρωση, τη φώτιση.

Μα ποιος είμαι, τι κάνω;
Ποιος είναι αυτός;
Ο πόνος μου είναι αδερφός.
Θα τελειώσω με αυτές τις λέξεις.

***

Ανάπαυλα

Από κάπου είχε τρυπώσει το φως, ένα ξέφωτο.
Το γράψιμο φαίνεται πως θα συνεχιζόταν.
Τα διάφορα σημειωματάρια έκαναν την εμφάνισή τους.

Μουσικές λογιών, λογιών έκαναν την εμφάνισή τους.
Το κενό υψωνόταν, εμφανιζόταν, αποκαλύπτονταν.
Μια, δυο γεγονότα, μια πληγή, δυο πληγές εμφανίζονταν.

Θα τους έλεγε ότι είχε να τους πει.
Το μάτι πόναγε, το στόμα, το κεφάλι πόναγαν.
Ύστερα η μουσική θα ερχόταν.

Θα τους τα έλεγε όλα σκεπτόταν, φανταζόταν.
Μια φορά, δυο φορές, για πάντα αιώνια.
Καθισμένος στον καναπέ ονειρευόταν.

Θα ονειρευόταν το ήξερε.
Δεν κοντοστεκόταν.
Όπως έκοβε τα νύχια του σκεφτόταν κάτω από το φως.

Ο ήλιος εισήλθε, δεν οπισθοχώρησε, δεν δίστασε.
Φώτισε το μπαλκόνι, εισήλθε στο σαλόνι, κοντοστάθηκε.
Άγγιξε την καρδιά μου σιωπηλή όλο το χειμώνα, ακίνητη.

Τι άλλο θα ερχόταν κανείς μας δεν ήξερε.
Ακόμα κι αυτός, ο τόσο νοσηρός,
έπαιρνε κουράγιο, αντιστεκόταν.

Χωρίς ρυθμό ζωή δεν υπήρχε, τώρα πια το οραματιζόταν.
Ετούτη η βραδιά τόσο μακριά τώρα πια δεν στεκόταν.
Αν ήταν έτσι θα μπορούσε να πει, θα μπορούσε να πιστέψει
κάθε λογής θαύμα, κάθε εικασία, κάθε ελπίδα.

Όμως ακόμα ήταν νωρίς, δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει.
Σηκωνόταν κι έπεφτε, σηκωνόταν κι έπεφτε.
Αυτή ήταν η κατάσταση.

***

Υπέρβαση

Τι κι αν ήρθαν οι άνεμοι από αλλού.
Τι κι αν με συνόδεψαν οι τύψεις ως εδώ.
Ξαναγυρίζω εκεί. Αναθυμάμαι.
Πέρα μακριά ο ήλιος, το παράθυρο.
Εγώ ξαπλωμένος.

Θα μου άρεσε να λέω ότι προχωρώ προς τον ήλιο,
αφήνοντας πίσω μου όλα τα ποιήματα της συμφοράς.
Φλογισμένος από την κορφή ως τα νύχια,
διψασμένος για τον πραγματικό κόσμο,
ξεχασμένος από όλους, πορεύομαι εκεί που ξέρω.

Αφήνοντας το νου μου ήσυχο, αφουγκράζομαι τις πηγές,
βουτιέμαι στα κρυστάλλινα νερά τους.
Από πάνω ο ουρανός με υποδέχεται, με χαιρετά.
Ανέρχομαι κι εγώ σιγά-σιγά στο γνωστό εκείνο θόλο.
Υφαρπάζομαι από χέρια γνωστά, χέρια τρυφερά & στιβαρά.

Τα Ουράνια παίζουν το αγαπημένο Θείο τραγούδι.
Λικνίζομαι, αναπαύομαι, ψιθυρίζω τα όμορφα τα λόγια.
Επαναλαμβάνω τις θεϊκές φράσεις που ηχούν μέσα μου.
Τα λόγια που ηχούν στο κεφάλι μου με γιατρεύουν
απ’ όλους τους πόνους, τα βάσανα μιας ζωής, την απώλεια.

Γνωρίζω πως βρίσκομαι εκεί που πρέπει, εκεί που αρμόζει.
Αγγελικές φωνές με συνοδεύουν σε κάθε μου βήμα.
Τα τύμπανα της Πανδαισίας ηχούν, οι στίχοι ακολουθούν.
Το τοπίο εμπρός μου απλώνεται μεγαλόπρεπο.
Το κορμί μου ανέρχεται ψηλά, μουρμουρίζει κι αυτό.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Βασίλης Βασιλειάδης, Στίχοι

alkis

ο νησιώτικος βράχος γυμνός,ή δημιουργία λουσμένη στόν ιδρώτα, αλμυρισμένη από παλφασμούς θάλασσας ιόνιας καί( θές δέν θές) ουτοπίζεσαι κοιτώντας τόν ανοιχτό υγρό ορίζοντα
………………………………………………………………………………………….
ξάγρυπνη και ιδρωμένη
βολοδέρνει ή νευρικότητα του μπροστά στόν ανεμιστήρα
σαλεμένη ή παρεγκεφαλίδα
βουλιάζει σέ συστοιχίες λεξημάτων
reor
reri
Ratio
άρθρωση λόγου κατρακυλισμένη σέ υπολογισμούς καί λογαριασμούς
οί εκτιμήσεις τής λογιστικής
εποπτεύουν μέρα-νύχτα τόν εγκέφαλο
καί ή μηχανική τών νευρώνων του
φροντίζει νά συναρτηθεί ή εννοιολογία τών λέξεων
μέ τήν κατά γράμμα αναπαράσταση
τής πραγματικότητας τής υπαρκτής συναλλαγής
γλώσσα καταπονημένη από περιορισμούς καί καταστολές
τάξης ασάλευτης καί αδιαμφισβήτητης,
αγγαρεμένο από τήν διαχείρηση σκοπιμοτήτων
λογικόγλωσσικό σύστημα………..
στρίβει τσιγάρο
ξεδιψάει τόν χωροταξικό του αποκλεισμό
μέ μία σκατόμπυρα τών εβδομήντα λεπτών τό μισόλιτρο
σκουπίζει μέ τήν παλάμη τά χείλη του
καί συνεχίζει…….
Λόγος
ενέργεια ωστική τού γίγνεσθαι
πού χαράζει μέ
τόλμη
όνειρο
φαντασία
ακόμη καί μέ ουτοπία πού ζητάει από τό κάθε παρόν τό αδύνατο
τή ρότα τού υπάρχω πρός τόν ανοικτό ορίζοντα τού Είναι
επιμένει
νά μήν υπάρχουμε έτσι απλά
αλλά νά Είμαστε,
ή άρθρωση Λόγου
κυοφορεί κεφαλαιοποιήσεις τών στοχασμών καί τών ενεργημάτων
ακόμη καί μέ τρόπο συγκρουσιακό
ώς δράστης ανατινάξεων τών αδιεξόδων
σέ ένα Είναι
σπάνιας έλλογης ποιότητας καί αισθητικής
ύφανση περίτεχνη
μέ νήμα ανθρώπινων καί ανθρωπιστικών αξιών,
όταν μιλάς μέ Λόγο,μουρμούρισε
έχεις άλλη οπτική τής ζωής καί τού ανθρώπου
είναι απόλαυση μιά τέτοια ματιά……
άλλο είναι
ν΄αγαπάς
νά ονειρεύεσαι
νά ερωτεύεσαι
νά φαντασιώνεσαι
νά ουτοπίζεσαι
καί νά ενεργείς
μέ τόν Λόγο
πού σέ θέλει νά συνειπάρχεις μαζί του διαλεκτικά
καί αλλοιώς είναι νά υπ(ο)-άρχεις
σάν ζωή καί σάν άνθρωπος
υπό τή Αρχή
Ratio……..
οί αυτοματισμοί ξύνουν τά ιδρωμένα του αχαμνά
βρίζει τό σκυλί πού γαυγίζει τήν ομηρία του στό αστικό διαμέρισμα.
γέλασε δυνατά μιλώντας στόν εαυτό του……
άντε ρέ μπαγλαμά
νά σέ δώ νά ερωτεύεσαι ανθρώπους καί ζωή
μέ τούς κανόνες
τής Ratio
rational way of love…….χαχαχα….γάμησε τα
δέν μπορούσε νά σταματήσει τό γέλιο
γινεται?αναρωτήθηκε
εμ δέν γίνεται
είσαι χαμένος από χέρι
τσαλάκωσε τό άδειο τενεκεδάκι τής μπύρας
καί τό πέταξε στό πάτωμα
πάμε,
πάμε παρακάτω
θά τά πούμε όλα σ΄αυτήν τήν ξαγρύπνια………..
Reality
Πραγματικότητα
ασύμπτωτη κι αντίθετη
μέ τήν Αλήθεια
Truth……….
μερικές φορές
από ατύχημα σπάνιο
μπορεί καί νά ταυτίζονται……
τήν πραγματικότητα μάς τήν κατασκευάζουν
κομμένη καί ραμένη στά μέτρα τους
ή τήν κατασκευάζουμε εμείς
κατά πώς θέλουμε νά μάς εξυπερετήσει,
ή Αλήθεια όμως
αυτή ή ασέβεια πρός τήν Πραγματικότητα
ακόμη κι άν δέν φαίνεται
ενυπάρχει
αψηλάφιστη
σάν ζητούμενη έκπληξη
καί παράδοξο………
αφοσιώνεται γιά λίγο στήν καταστολή μυαλού
πού εκπέμπει δωρεάν ή τηλεόραση
επανέρχεται….
αλλοίμονο
άν παγιδευτεί τό μυαλό
καί ό δημιουργικός του στοχασμός
στίς κάθε φορά κατεστημένες κατασκευές ζωής
στίς παγιωμένες εικόνες
καί στις φαινομενολογίες
τού κόσμου τής Πραγματικότητας,
σκέψου μονάχα
νά κατασπαταληθείς κωμικοτραγικός
σάν υπήκοος πεδίων επιφάνειας
σέ καθεστώς πραγματικότητας
μόνο στήν Αλήθεια
υπάρχεις
σάν Είμαι
ανεμπόδιστο
νά παραβιάζει ακόμη καί νά αγνοεί ντιλετάντικα
τις επιστασίες καί τά προστάγματα της……..
βαριέται
αλλάζει σκηνικό
ακούει τίς ρίμες τών Melle Mel,Kid Creole καί Cowboy
νά μικροφωνίζουν επάνω στίς διαπασών νότες τού HipHop
απολαμβάνει τήν ρυθμική γέννηση τής βλάσφημης ποίησης
ράπ old school
χαμογελάει τήν ικανοποίηση του
πού αυτά τά δεκαεξάμπαρα γυροφέρνουν τόν κόσμο
φτύνοντας στά μούτρα όπου βρεθούν κι όπου σταθούν
τόν κυρίαρχο λόγο
μέ τίς κατεστημένες λογικές καί εκφραστικές ιεραρχίες
καί τούς ηλίθιους,τούς γαμημένους τούς ανταγωνισμούς του……….
Ethic
Ethos
Ηθος
γεννημένο από τίς θελημένες αυτορρυθμίσεις
τής ελευθερίας
τής αλήθειας
τής δικαιοσύνης
τού λόγου
τρόπος πού ευφορεί τήν ανθρώπινη ολοκλήρωση,
πρόκληση αιρετική
γιά νά αναδιπλωθείς γιγαντωμένος
καί αυτοξεπερασμένος
πρός τήν ανοιχτή συνείδηση
πού σκέφτεται
πώς τά πράγματα μπορεί νά υπάρχουν κι αλλοιώς
έξω καί πέρα
από τήν εμβέλεια τών συμβάσεων
και τών προαποφασισμένων φορμαλισμών
πού σέ επικυρώνουν όντας άφωνος
σάν τόν οντολογικό κληρονόμο τους…….
πατάει μηχανικά σχεδόν στό πληκτρολόγειο
http://www.global porno
τό σωτήριο visual μπορδέλλο
καταποντισμένος στή κάβλα
από τό άσαρκο in vitro
ηλεκτρονικό γαμήσι,
ή στύση κάνει τό αίμα νά λυσσάει στήν καροτίδα
ή σπερματόρροια καταχύνεται στό πάτωμα
σκουπίζει τόν φαλλό μέ τίς καρώ χαρτοπετσέτες τού fast food…….
Ηθική
Moral
κατασκευασμένη από τίς ετυμηγορίες καί τίς διατάξεις
τού Κανόνα
τής πραγματικότητας
τής ratio
τής νομιμότητας,
υπαινικτικό τής ακύρωσης τού Ηθους
αυτό τό αντιαισθητικό ψηφιδωτό
ορθολογικής κανονοκρατίας τής Moral,
απειλεί τιμωρία
τό όπλο τού φόβου
τής ένοπλης Ηθικής
άν τό υπάρχω αρνηθεί νά γίνει παθολογία υποταγής
στήν τάξη τού Κανόνα καί τής Αρχής……
πήρε τήν Φωφώ στήν αγκαλιά του
κι άφησε τήν αγάπη της νά γλύφει τό αξύριστο πρόσωπο του
τήν χαιδευε μιλώντας την,
σκέφτομαι Φωφώ μου
πώς Αμοραλιστής κι Ανήθικος
αντίθετος πρός τήν ζωή τήν κανονιστική
πού σέ βουλιάζει στά σκατά τών προσωπικών σου κατεστημένων συμβάσεων
μπορείς νά είσαι,
Άηθος όμως Φωφάκι
δέν έχεις τό δικαίωμα νά είσαι,
άμ δέν σαλεύει ό νούς από τό Ηθος,συνέχισε
από τήν Ηθική σαλεύει
αυτή τήν διαστρέβλωση τού Ηθους
τήν γαμημένη τήν Moral
τόν διακινητή μεγάλων ποσοτήτων αισχρότητας
τοξικής καί θανατηφόρας
γιά εμάς………………..΄………..

*Απόσπασμα από τό FUCK OFF σέ δημιουργία.

Ε. Μύρων, Οκτώ ποιήματα

article_507762_1

Ορυμαγδός

Κάθομαι και χαζεύω το τασάκι
ώρες ώρες
Φορτωμένο με σκέψεις
κι αποτσίγαρα καθώς είναι,
θυμίζει χωματερή
ή νεκροταφείο
Καμιά φορά ρίχνω
λίγο νερό,
ίσως για να σιγουρευτώ
ότι έσβησαν οι καύτρες
ίσως για να μην ενοχλεί
η μυρωδιά της αποσύνθεσης

***

Σκήπτρο και λύρα

“Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.”

Κώστας Καρυωτάκης
“Υποθήκαι”

Εκεί ψηλά ελπίζω να γράφεις στίχους και νότες
Ξύπνιος από τη νύστα του βραχνά καταλύτη
Ελεύθερος καβαλάρης στων ονείρων τα μήκη
με αερικά και νεράιδες συνταξιδιώτες

Εκεί δε θα σε κυνηγούν πια για τις επωμίδες
θα έχεις γλυτώσει από τα τετράκρυα χιόνια
Απέναντι στο λογικό θα ‘βαλες ωτασπίδες
ώστε να μην έχει δαιμόνια και τελώνια

Εφηύρες τελικά κείνο ‘κει το παυσώδυνο
για το βάσανο του χρόνου, τον βαρύ κασμά,
που θα ‘κανε το ρυθμό τού κόσμου πιο ρόδινο;

Να περιγράφεις με ρίμα, τον ουράνιο μπασμά
Εσύ, χορευτής του θεϊκού ρυθμού υποφήτης
Τα ψηλά να μαγεύει της τέχνης σου η βαθύτις

***

Ξόρκι

Θα σκύψω μόνο για να
φιλήσω τον ουρανό
για κανένα άλλο λόγο
για κανένα ιερό χώμα

Κι αν δε μας κάνει,
θα σκάψουμε μέσα του
να βρούμε άλλον,
με καινούργιο χρώμα

***

Άτιτλο ξόρκι

Κάποιο μπαρουτοκαπνισμένο ξόρκι
μου ‘γνεψε
με στίχους αμόλυντους,
ακέραιους, τρισδιάστατους

Βούλιαξα μαζί του
και ξύπνησα με το φως
της νύχτας
σ΄ένα, σαν όνειρο αναποδογυρισμένο

Όλα φάνηκαν θρύψαλα
κομμάτια ιδεών
πτώματα λέξεων

Όλα γυρνούσαν ξανά
με υπόκρουση το αίμα
στις εσχατιές της μνήμης

***

”Σε τούτο το χωριό λοιπόν”

Σε τούτο το χωριό λοιπόν
όλοι, στην κόγχη του χρόνου
ακούμε εν είδει δεκτών
το ίδιο σήμα ραδιοφώνου

Το τέλος είναι μη ανακλιτόν
μα όλοι μας παρέα τραγουδούμε
τάχα εν’ άσμα ισοβιτών
σάμπως με ζωή αιώνια δεθούμε

Νέοι, μεσήλικες και γέροι
παρέα ας χορέψουμε
πιασμένοι χέρι- χέρι

σιμά στο καμπαναριό
σαν να μη μισέψουμε
ποτέ απ’ το μικρό χωριό.

***

Άτιτλο

Καβαλάρηδες φασμάτων
πασχίζουμε μ’ ένα δόρυ,
να τρυπήσουμε την
παλαιόθεν πανοπλία του αδιαφόρετου.

Ξεζεύοντας τ’ άλογο,
– μήτε ζυγούς, μήτε χαλινάρια –
να γλυκάνουμε τις θύελλες
να πλατύνουμε τη διαδρομή.
Έχοντας ακούσει όμως
και τις καταρρακτώδεις θύελλες
μα και τις αγνές απλωσιές
του ήλιου, να διαστείλουμε
τη μουσικότητα του αύριο.

Να “παίζει” μέσα μας αλλεοτρόπως
το μέλλον.

***

Φαντασία

Σαν συμμαζευτούν τα σύγνεφα,
να τους ανοίξουμε μια τρύπα
να πέσουν οι κεραυνοί
πριν ζωντανέψουν.
Να τους γραπώσουμε με τα μάτια,
να δούμε λίγο παραπέρα
Να ξεχάσουμε για λίγο τη φτώχεια της όρασης.
Α! Τι βάλσαμο:
Πόσο μαλάκωσαν τα μάτια,
πόσα καλοκαίρια βλέπουμε
ενώ κοπανιούνται έξω χίλιοι χειμωνες;
Να κρατήσει κι άλλο η μαγεία αυτή…!
Να την κρατήσουμε κι άλλο τη μαγεία αυτή!
Σ’ ένα κηπάκι να τη βάλουμε
να τη φροντίζουμε.
Ποιος ξέρει; μπορεί κάτι να φυτρώσει…

***

Κι αν σας φαίνεται σκληρό

Κι αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα
να ξέρατε μονάχα, πόσο ωραιοποίησα τον πόνο.

Πόσο σφιχτά βούλωσα το στόμα μου
να μην ακουστούν ολόκληρες οι κραυγές της γέννας.

Πόσα παγάκια κατάπια
για να μην κάψω το χαρτί με την ανάσα μου.

Πόσο λευκό χρειάστηκα
για να σπάσει το μαύρο
και να σπείρω ορχιδέες
δίπλα στα κοφτερά μου δόντια.

Αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα,
που να βλέπατε
πόσο τραχύ είν’ το βλέμμα
του όταν σας κοιτά
να απορείτε.

*Όλα τα ποιήματα έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο του Ε. Μύρωνα στο http://a-lektor.blogspot.gr

Αχιλλέας Κατσαρός, Οδός Βράχων: Ανατολικά

page_1_thumb_large

Ι

Αν ήσουν σχήμα
θα ήσουν κάτι σαν τρίγωνο

ένα κομμάτι πυραμίδας
γεμάτο ρωγμές και επίπεδα

αριστερά δυο κυπαρίσσια
στη βάση γάτες
δεξιά ερωδιοί

στη μέση ένας κύκλος να θυμίζει
το πηγούνι των αιώνων

όσο ανεβαίνω
χαράζεται η μορφή σου

όσο ανεβαίνω
ανεβαίνει κι η θάλασσα στα μάτια

οι ερωδιοί κολυμπούν

ΙΙ

μίκρυνες σα νάνος
άρχισες να χτίζεις ξερολιθιές

τα ξύλα της γνώσης πεταμένα
δωμάτιο βομβαρδισμένο

το κεφάλι της μάνας
σαν γίγαντας
να σε κοιτάει

ΙΙΙ

είχες κόκκινο σώμα
αγαπούσες την έρημο

να χαϊδεύεις τα βράχια που ξεμακραίνουν
λευκό κεφάλι

το τσαγερό σου έγινε κύβος
λευκός
με δυο ομόκεντρους κύκλους
πράσινους
είχαν τη φωτογραφία σου μέσα
δίπλα ένα ρόδι άχνιζε

ΙV

δύο γυναίκες η χώρα μέσα σου
η μία έχει κόκκινα πόδια
κόκκινα χέρια
κεφάλι κόκκινο
το υπόλοιπο σώμα μαύρο

της έχουν καρφώσει
τρεις κιθάρες στο κορμί
ακόμα τραγουδάει

η δεύτερη γυναίκα μαύρη ολόκληρη
μόνο το μαχαίρι κόκκινο
στην πλάτη καρφωμένα
μαχαίρια δεκατέσσερα

V

τα φέρετρα πάντα σου άρεσαν
τα έστηνες πάνω απ’ το χώμα
όρθια
μισάνοιχτα

τους νεκρούς τους φανταζόσουν
να χορεύουν
στον ελάχιστο χώρο

γιατί κι αυτό το λίγο
ίσως δεν μας ανήκει

VI

καρέκλα τρίποδη
ίσκιος στο βάθος

γυναίκα ζωγράφος
ίδιος με τη γνώση
ποζάρεις γυμνός σαν άγνοια

το κεφάλι του Κέρβερου κομμένο
στόμα ανοιχτό

μεγάλο κεφάλι σαν την τραγικότητα μας
όμοιο με σπίτι

ο ουρανός μπλε εκεί πίσω

VII

εκεί που χωρίζει η Ερυθρά
-ποτέ δεν πίστεψες τα παραμύθια-

λευκά σύννεφα
φωταγωγημένα από Παρθενώνες

πρώτο θρανίο η Υπατία
με χλαμύδα κόκκινη
ακόμη σε θαυμάζει

VIII

όταν μιλούσες για τον χρόνο
τον περιέγραφες εσταυρωμένο

αριστερά και δεξιά δαιμόνια
κίτρινα να μιλάνε για ελευθερία

πόδια γυμνά χωρίς καρφιά
το κεφάλι προς τα κάτω
να διαβάζει παπύρους

τα χέρια προσευχή
για να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα:
ν’ ακινητεί
κι εσύ να νομίζεις ότι έζησες

ΙΧ

όταν σε πλησίασε ο θάνατος
του σήκωσες κόκκινο πανί
λες κι ήταν ταύρος

γέλασε ο γαμιόλης

στο κόκκινο πανί δυο σκελετοί
ένας να παίζει κλαρίνο
ο άλλος να χορεύει με γυναίκα γιασεμί
αυτή είναι η Ελλάδα του είπες
και του έκοψες το χαμόγελο

X
το ένα ράφι ανοιχτό στη συρταριέρα
επτά αφροί ξυρίσματος

το σώμα σου ακόμη τους κοιτάει

το χέρι απλώνει να τους πιάσει

αφρός ξυρίσματος κι ο θεός

τι να προλάβεις ν’ αγγίξεις;

XI

είχα ξεχάσει τις κουβέντες μας νόμιζα
δημοτικό στο Αγρίνιο ή το Λονδίνο
-δεν έχει σημασία-

αχ, εκείνη η Θάτσερ
ποτέ δεν σου άρεσε

κόκκινο φόρεμα
στολίδια και σκούφο
μεταμφιεσμένη σε Ρωσία

μόλις την έστηνες στον καθρέφτη
-αυτή η θεολογία σου-

ένας σκελετός με χρυσά φίδια
πράσινα κουτάλια
μαύρο κρανίο

XII

η οδός του μαρτυρίου έλεγες
ξεκίνησε με αργοναυτική εκστρατεία

δεν καταλάβαινα
έβλεπα μόνο τις φλόγες

το δέντρο της γνώσης που κάηκε
το μήλο σαν μεγάλη σφαίρα
να έχει διαπεράσει τον κορμό
να έχει ανοίξει τον δρόμο στο χάος

μπροστά απ’ όλα αυτά
ο άνθρωπος σαν κύκνος

φτερά ανοιγμένα

αυτό το μαύρο τι ζόρι τραβάει
και μοιάζει με στόμα
που δεν αφήνει τον κύκνο να πετάξει;

Επίμετρο
Η μικρή αυτή συλλογή γράφηκε στις 24/4/2014 και είναι αφιερωμένη στον πατέρα μου Σπύρο Κατσαρό, ο οποίος νοσηλεύεται με βαρύ εγκεφαλικό στον Ευαγγελισμό από τις 19/4/2014.
Είθε την ευλάβεια μπροστά στον θάνατο, αν έλθει, να την δείχναμε και στις υπόλοιπες εκφάνσεις της ζωής μας.
Αχιλλέας Κατσαρός

*”Οδός Βράχων ανατολικά”, ηλεκτρονική έκδοση Ενδυμίων 2014. Εκδόσεις Θράκα σε έντυπη μορφή, 2015, διορθωμένη.

untitled161

Hijo del pueblo – 19 Ιούλη 1936-19 Ιούλη 2016: 80 χρόνια από την ισπανική Κοινωνική Επανάσταση

Hijo del pueblo, te oprimen cadenas
y esa injusticia no puede seguir,
si tu existencia es un mundo de penas
antes que esclavo prefiere morir.
Esos burgueses, asaz egoístas,

que así desprecian la Humanidad,

serán barridos por los anarquistas

al fuerte grito de libertad.
¡Ah!
Rojo pendón, no más sufrir,
la explotación ha de sucumbir.
Levántate, pueblo leal,
al grito de revolución social.
Vindicación no hay que pedir;
sólo la unión la podrá exigir.
Nuestro pavés no romperás.
Torpe burgués.
¡Atrás! ¡Atrás!
Los corazones obreros que laten
por nuestra causa, felices serán.
Si entusiasmados y unidos combaten,
de la victoria, la palma obtendrán.
Los proletarios a la burguesía
han de tratarla con altivez,
y combatirla también a porfía
por su malvada estupidez.
¡Ah!
Rojo pendón, no más sufrir,
la explotación ha de sucumbir.
Levántate, pueblo leal,
al grito de revolución social.
Vindicación no hay que pedir;
sólo la unión la podrá exigir.
Nuestro pavés no romperás.
Torpe burgués.
¡Atrás! ¡Atrás!

Εύη Γκάλαβου, Τρία ποιήματα

1) Έπειτα
απ’ τα θέλω
καταφτάνει
ρωμαλέα
ώρα
κατακομματιάζει
φτηνές ανάγκες.

2) Κάποτε, ανακάλυψαν κάποιοι
ότι διέφερα από εκείνους.
Σήμερα, ανακαλύπτω 
ότι οι διαφορές μας
μ’ έχουν δυναμώσει.

3) Αντίστροφα.
 
Πίσω
από κάθε έναν
δυνατό
κρύβεται
επιμελώς
ένας αδύνατος. 

*Το ιστολόγιο της Εύης Γκάλαβου είναι εδώ: http://gynaika-g.blogspot.com/

Έρμα Βασιλείου, Τρία ποιήματα

Belga Cigarettes" poster by Sterne Stevens (1930)

Belga Cigarettes” poster by Sterne Stevens (1930)

Όταν βρίσκονται τόσες λέξεις μέσα σου

Τότες η γύμνια σου είναι δεδομένη
η γύμνια τού για γνωρίσεις τον άνθρωπο
μέσα από το καημό και την λαχτάρα για την αφομοίωση
μέσα από
την απόσταση και τη συγκατοίκηση
μέσα από το χάος της ζωής
μέσα από όλα όσα
μιλούν οι τόσες λέξεις μέσα σου
είσαι όπως
και τα διάφορα γυμνά από ανιδιοτελή τροπάρια σε κάθε ναό του νου
σαν τα σαλιγκάρια που αφαιρούν το φορτίο που κρύβονται
γίνεσαι σαν βράχος που βλασταίνει
ενώ γεμίζει θαλάσσιο νερό
που πίνουν τα σπλάχνα του
είναι σαν να γίνεσαι ο άνθρωπος για τον άνθρωπο
οι πολλές οι λέξεις σου!
Και…
Le toit est resté le même
ca fait vingt ans et quelques centaines de remords
je suis ici
contre la nuit
contre l’ espoir, bien dressée de ma patience et puis
paroles nues, denouées sont mes mots

***

Ερωμένη, μερωμένη

Από πειθαρχημένη νοσταλγία
βλέπω πως σήμερα θέλω να βγω
να παίξω με το νου
…τραβούσε το παιχνίδι
να δω τον άνθρωπο
να χαιρετίσω βουβά
το καλημέρα

τα περιστέρια περιμένουν να φύγουν
την ώρα που τα βήματα φέρνουν την ώριμη ευτυχία
μέρωσα σαν βρήκα πως η Νορμανδία έχει μια σχέση
στενή στο όνομα που φέρω
μια μέρα ταξίδεψα βρήκα στο Μπουαρομπέρ*
ένα παπούτσι του προπάππου μου εκεί
το άλλο στους Σόλους βρήκα
τα δυο σημεία ερωτεύτηκαν την καρδιά
κι εγώ το χώρο και τη
σύμπτωση
της δύναμης να είσαι διγενής
όταν αλλού φυτρώνει
δέντρο που σκεπάζει

*Boisrobert, Normandy

***

Belga (Berega)

Το πακέτο είχε είκοσι σιγαρέτα
με μια ξανθιά με καπέλο στο κάλυμμα
κοκκινοκίτρινο περιεχόμενο, με καφετιά γέμιση, ο καπνός ξανθός
δεν τον αγόραζαν πολλοί
όσο για μιαν πουφφαρίαν, όπως έλεγε η γιαγιά μου
τον τσιάρον… τσαι δώσ’ του στον αέραν τα ριάλια σας, έλεγε…
έρχονταν με κανένα βελγικό τότε φράγκο, γι ́ αυτούς μια περιουσία ήταν
σχεδόν γυμνοί από το δάσος
την έλεγαν Μπερεγκά τη μάρκα…κι ήταν μια Βελγίδα στο πακέτο…
λίγο πιο ελαφριά από το Ναρουμπέ, όπως το λέγαν οι αυτόχθονες το
βαρύ τσιγάρο Albert και πιο ελαφριά και το Νέ Μιλιτέρε, το Militaire
σπανίως ολόκληρο το πακέτο το κοίταζαν, ήτανε λίγα τα νέ-φαράγκα
τους…τα μάτια. τα χέρια. η ανάγκη…έβλεπαν μόνο ένα
ένα, μόνο να πιουν ένα σιγαρέτο Μπερεγκά!
κάναν μια κίνηση με το χέρι
σε ρολό στο στόμα, και τ’ άλλο χέρι κάτω, σε δίπατο ρολό
ρουφούσαν εικονικά από το ανώγι χέρι τους φου-ου-ου-ου
ακουγόταν παράξενα ο ήχος, και τα μάγουλα μπαίναν στο στόμα
πολλές φορές η μητέρα μου το άνοιγε, βιαστικά, κι η ξανθιά η Μπερεγκά
με κομμένα χείλη, μάτια ανύπαρκτα, σε κομφετί, κι εκείνοι τότε κάναν
ίιί, ίιί…κουνούσαν το κεφάλι για ένα όχι, ίιί, σαν να ‘λεγαν μην ξεσχίσεις
το όνειρο λευκή, madamou,
ζητούσαν λίγα, ένα-δυο να μοιραστούν
σε κομμάτια ρακένδυτο όνειρο, και τραβούσαν τώρα πραγματικά, μετά
από την παράσταση του χεριού, μέσα από ένα καλαμένιο ‘roso’, το
ναργιλέ
από καλάμι της ζούγκλας, το σιγαρέτο το ευρωπαϊκό, κομμένο κομφετί…
πού είσαι άγνωστη στην έξη του στα έξη σου;
μα για τους άλλους ήταν όνειρο της μέρας, το είδα στα μάτια,
στα χέρια, στο ρούφηγμα, και γνώριζα πως θα το έδινα κάποτε δωρεάν,
κι έκρινα πως δεν έφτανε το ύψος μου στον πάγκο του μαγαζιού, κρυφά
να το δώσω σε όσους το θέλαν, πως όταν θα έφτανα ν’ αγγίξω τα πακέτα
θα έδινα όλα τα Μπερεγκά του κόσμου σε μορφή ονείρου, κι όχι
καπνού. Ποτέ καπνού!

*”Belga Cigarettes” poster by Sterne Stevens (1930)

**Από την ενότητα “Εξ αγνώστου γυναικός” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Μουσώνες”, Aphrodite Editions, Melbourne 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Artwork: Bernhard Hosa, Hyperkinesia

Artwork: Bernhard Hosa, Hyperkinesia

………………………………………………………..
κατοικημενος από υψηλής τάσης λοξότητα
παραμένω σεσημασμένος μεθόριος τής ρημαγμένης ορθοφροσύνης
καί τών μεταφυσικών μαλάκιων τις θεοεπενδύσεις
και βαρήκοος καθώς είμαι στά ενάρετα
οδοιπορώ ακατάργητος καί αλλότροπος
ανατινάζοντας καταμεσήμερο τίς σαστισμένες αιτιότητες τών ταριχεύσεων
καί τίς αγκυλώσεις τών ενικών πού επιμένουν νά αρχηγεύουν μέ υστερίες λογικής
ή ορίων
αφήνοντας
μόνον τους πληθυντικούς,
τίς αταξίες τών παρορμήσεων καί τής φαντασίας ανέγγιχτες,
ή αλλοιώς τό συνώνυμο τους
τήν οξυγόνωση μυαλού,
καί προ πάντων τίς ορμόνες
ανοιξιάτικα
ξαπλωμένες τ ανάσκελα νά λουφάζουν σέ αξιέραστη χώρα τών βουβόνων
μέ τό φορεματάκι ανασηκωμένο καί χωρίς εσώρουχο
λαμπαδιάζει τό μυαλό μέ τόσο καλαίσθητη γυμνή ακαταστασία
πού ξεκλειδώνει λαρυγγισμούς καί φωνήεντα ανόθευτα καί ανευλαβή
ή βάλανος γλύφει μέ περιοδικότητα νωχελική τά ζυγωματικά τής κλειτορίδας εκστασιασμένης
από τήν αιμάτωση
ή μήτρα μέ αλαφιασμένες συστολές ανοίγει τίς ωοθήκες
οί ρόγες σέ κατάσταση ευθετένειας ονειρουργούν ασταμάτητα αυνανισμούς,
παρά τίς εμμονές καί τών δύο πλευρών γιά επιδοση διαπιστευτηρίων καί άλλων όρκων περί μοναδικότητος
κανείς τους δέν μαθαίνει ποτέ τόν αληθινό εραστή τού μυαλού,
τά χείλη ρουφούν τον μεσαίο δάχτυλο ταχαμ πέος φτυστό
πού ή γλώσσα μέ παλινδρομίες τόν ωθεί βαθειά στόν λάρυγγα,
αναχαίτιστος ωοθηκορύχος τό πέος
επιδίδεται σέ ενορμήσεις στύσεων παθιασμένων
παραβιάζοντας τήν ένυδρη από καύλα στενωπό τού αιδοίου,
πάντα στόν κόλπο βρίσκονται τά τιμαφλή
κρυμμένα κάτω από τίς λευκοντυμένες εκκρίσεις οργασμικών χυσιμάτων καί άλλων λιπαντικών,
τό ξέρουν καλά οί ορχεις
πού ιδρωμένοι από τήν επείγουσα παράδωση τής παραγωγής,
μέ ΕΠΙΚΕΦΑΛΕΙΣ τά ρίγη τού ολοκληρώματος
Ούνους αυθεντικούς πού αδιαφορούν γιά τήν αίγλη τών αχαμνών
μέ χρωμοσωμιακό υλικό τήν σαρωτική σφαγή
γεννημένους από πανάρχαιες μήτρες ενστίκτων καί ορμονών,
-κι άς μιλάνε οί ανίδεοι τής ανθρωπογνωσίας μαλακίες καί ασυναρτησίες είς τήν νυοστή
πώς τούτες τίς στιγμές πυλώνες τής αλήθειας καί τής ομορφιάς τής ύπαρξης
μπορούν νά ηγηθούν τών σαρωτικών επελάσεων γλυκεροί σεντιμενταλισμοί
καί ευγενικές ευασθησίες συναισθημάτων-
ΕΚΤΟΞΕΥΟΥΝ μέ μουγγητά βοιδίσια καί άλλες ιαχές εφόδου
ολόκληρες ιλαρχίες από στυγνά τής απληστίας σπερματοζωάρια μέ αποστολή νά ξεκοιλιάσουν
τό συμπαγές καί σκληρό επίστρωμα
εγκάθετου τών ασυναρτησιών προστάτη
γενεσιουργού υλικού δήθεν άμωμου καί συγκηνισιακού
τών τάχα απο αναντάμ παπαντάμ φορέων ντιεναικής τού φύλου σεμνότυφίας καί κοκεταρισμού,
τών ωαρίων,
δέν είναι παίξε γέλασε τέτοιοι χωρόχρονοι περιπέτειας συγκλονιστικής,
εδώ μέ εμπειρους δυναμιστιστές τή Φαντασία,τή Παρόρμηση καί τή Αγία Καύλα
γίνονται μέ τολμηρή προκλητικότητα ανατινάξεις τού Αδύνατου
καί άλλων επιφανειών καί κοσμοειδώλων, θανατηφόρες,
μέ στόχο τή ραγδαία καί τιτανική στή προσπάθεια διάνοιξη σηράγγων
πρός τά αρχιπελάγη τού Νέου,
πρός σ΄αυτό πού τά ερωτήματα αναδιατυπώνονται,
αναστοιχειώνονται αντιλήψεις
καί ανασκευάζονται οί ταυτότητες
τού Είναι,τού Γίγνεσθαι καί τού Κόσμου,
εξ άλλου μέ γραφή αιμάτινη ή πινακίδα προειδοποιεί
“απαγορεύετα αυστηρά ή είσοδος
σέ παρακατιανούς μικροεγκεφαλικούς μαλάκες ,καταντημένους λογικούς”
καί γιά φαντάσου,ακόμη καί σέ
“μέ πλουμιστούς λυρισμούς φορτωμένους αρτίστες
κα προσαραγμένους στά ρηχά τής προσωπικής εμπειρίας καί συγκίνησης,εκφυλιστές τής ποίησης,
ποιηματογραφιάδες”

*Απόσπασμα από τό σέ εξέλιξη δημιουργίας του FUCK OFF long poem.

Νικόλας Ευαντινός, Από τον “Εννεό”

U99LQOa

Ενεός…

μέχρι να αρχίσουμε να ζούμε σε κύκλο

Είδε κι απόειδε, αρπάζει την Πασιφάη από το χέρι και την βάζει να θηλάσει τον γιο της. Ο Μινώταυρος την ρουφά ολόκληρη και θρήνος ταύρου πέφτει από τον ουρανό.
Χορτάσαμε.

Έπειτα σημαδεύει την καρδιά του ανέμου που κατέβαζε το βουνό της εποχής, πυροβολεί και βρίσκει την ευτυχία στο σταυρό.
Ξαλαφρώσαμε.

Τότε βάζει την πορφυρή μπέρτα του τρελαμένου Ρήγα και μας μιλά: «Σπαρταράτε μωρέ, μην το ξεχνάτε! Ίσως έτσι ξαναβουτήξετε στο όνειρο.»
Παλέψαμε.

Τέλος, βουτά δίχως μπουκάλες να βρει της θάλασσας τη ρίζα.
Ήταν μνήμη στο τετράγωνο!
Πιστέψαμε.

Από τότε ζούμε σε κύκλο, δηλαδή κοιταζόμαστε στα μάτια.
Τέρμα οι παρελάσεις!

*******

Ενεός…

μπροστά στην αναβράζουσα Κτίση

Υπόγεια γουργουρητά πείνας σαν να κροταλίζουν οι περσικές αλυσίδες από του Ελλήσποντου τα βάθη. Λογικό και αυτονόητο το φαινόμενο, ιδίως τώρα που οι άλγεβρες έχουν απολέσει τις ταυτότητές τους, οι γεωμετρίες τις αποδείξεις τους, οι φυσικές την φυσικότητα και οι χημείες την ύλη τους – ήδη από το απόγευμα του προηγούμενου αιώνα.

Γιατί κάποτε σε χώμα απάτητο χαράχτηκε η φράση: “Η ΓΡΑΦΗ ΘΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ» και λησμονήσαμε ότι το στόμα της φαντασίας είναι η είσοδος του απείρου, ότι εκεί φτιάχνεται το εναρκτήριο γράμμα των νόμων που έρχονται: νομοταγείς οι αμοίραστοι ουρανοί καθώς σπέρνουν εφηβείες στα κύματα της γης.

Δεν θερίζω πείνα. Δεν θερίζω δίψα. Θερίζω φως. Αχειροποίητο. Υψωμένο στο τετράγωνο και με το σώμα μπολιασμένο δίνει ενέργεια που στον χρόνο ταξιδεύει: …κάποτε ύψωσα το βλέμμα: Κτήτορες μοιράζουνε ψωμί. Με ποιο δικαίωμα;

*******

Ενεός…

μπροστά στο χιόνι

Μνήμη Αργύρη Χιόνη

Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων νομάδων, εθισμένων στην κάψα και την μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών.

*******

Ενεός…

γιατί δεν είχε γάλα

Ώρα κρατούσε το ακουστικό και έτρεμε. Δεν κρύωνε. Έκλαιγε. Σιγά-σιγά η άσπρη κελεμπία που στεκότανε στον θαλαμίσκο του καρτοτηλεφώνου γινόταν σύννεφο, ομίχλη παχιά.

Στο τέλος χύθηκε στο τσιμέντο σαν γάλα και δεν σταματούσε, έγινε αστείρευτο λευκό ποτάμι που άρχισε να κυλά και να κυλά, και έφτασε στη θάλασσα, πέρασε τη διώρυγα εισέβαλε στη μακρινή ήπειρο και κυλούσε και κυλούσε ώσπου εισήλθε στην πατρίδα, μπήκε στο χωριό, στο μαγαζί με το τηλέφωνο και σταμάτησε

στους αστραγάλους της γυναίκας που κρατούσε το ακουστικό μιλώντας στον ξενιτεμένο με το μωρό στη ρώγα και του έλεγε πως δεν είχε γάλα.

*******
Ενεός…

μπροστά στην όραση

Μια κοπέλα μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα αληθινό.

Έτσι
πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί και πότε όχι,
πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη και πότε όχι,
πότε τα κορμιά κάτω από τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα και πότε όχι,
πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα και πότε όχι,
πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού και πότε όχι,
πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της Ιστορίας και πότε όχι.

Κι όμως στην χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγορία: η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους.

Τυφλός, θα είμαι ο πρόγονος μιας νέας όρασης.

*******

Ενεός…..

πριν να ξανακλειστώ στο ένα και ένα κάνουν δυο….

Υπό τους ήχους του Γαβριήλ που παίζει τον ταμπουρά του στην όχθη του νιογέννητου Αχέροντα να σφυρηλατώ πύρινα δαχτυλίδια για να είμαι αόρατος
μια μέρα μπούχτισα, έστειλα γράμμα στον Άδμητο, του έλεγα «πως τα κατάφερες μπαγάσα να έχεις για τσοπάνη σου κοτζάμ Απόλλωνα» μου απάντησε σε ένα θολό μου όνειρο που από τότε προσπαθώ να θυμηθώ, λέω δεν βαριέσαι θα συνεχίσω κι όπου έβλεπα την Κυβέλη έτρεχα να πιω από το βυζί της, μια μέρα το μάτωσα με έβαλε σε ένα σεντούκι και με πέταξε στο πέλαγο, ξεβράστηκα πάνοπλος, έτοιμος για τη Μέδουσα, ποτέ δεν την βρήκα, μονάχα ένα φιδάκι σύρθηκε στα πόδια μου, το ακολούθησα, και πήγα ανατολικά, εκεί με συνεπήρε κείνος ο νεαρός καβάλα στη λεοπάρδαλη τον ακολούθησα με στύση παιδική για μια μαινάδα φτυστή με την ακροβάτρια πάνω στον ελέφαντα -κι έλεγα μέσα μου πως σίγουρα αυτόν τον έφερε δώρο από τις Ινδίες στον μπαμπά του ο Αλέξανδρος από την Πέλλα- ώσπου συνήλθα και έτρεξα στην τουαλέτα με κακό προαίσθημα, τελικά επαληθεύτηκα γιατί από την λεκάνη ξεπήδησε ο Αζαζήλ «κάνε την από δω» μου είπε «τελειώνουν τα ψωμιά μας», εγώ δεν κατάλαβα, έτρεξα στο κρεβάτι, το Κολλητήρι, ο Μορφονιός κι ο Σταύρακας με αποχαιρετούσαν δίχως τραγούδι, είχε πια ξημερώσει, ήταν η ώρα να γεννήσω, το κεφάλι μου άνοιξε στα δυο και βγήκε ο οχτάχρονος εαυτός μου, υποχρεωτικά παλλάδιος με μια σάκα στο χέρι, να πρέπει σοκαρισμένος, να πάει ξανά πρώτη μέρα στο σχολείο.
Τέρμα τα παραμύθια. Ένα κι ένα κάνουν δυο.

Από το σχολείο του χειμώνα ξεμπέρδεψα.
Από το άλλο, ακόμα και ούτε πρόκειται.
Μετεξεταστέος, ως το τέλος!

*”Εννεός”, εκδόσεις Μανδραγόρας.

imgres