Federico Garcia Lorca, Δύο ποιήματα

images

Κασίντα του ρόδου

Το ρόδο
δεν ζητούσε την αυγή
σχεδόν αιώνιο στο κλωνί του,
κάτι άλλο ζητούσε.

Το ρόδο
μήτε γνώση μήτε ίσκιο ζητούσε
όριο σάρκας και ονείρου,
κάτι άλλο ζητούσε.

Το ρόδο
δεν ζητούσε το ρόδο.
Ασάλευτο στον ουρανό
κάτι άλλο ζητούσε.

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης

***

Αστερωμένη ώρα

Η στρογγυλεμένη της νύχτας σιγαλιά
μια τελεία στη μουσική
του απείρου.

Βγαίνω ολόγυμνος στο δρόμο
μεθυσμένος από στίχους
χαμένους.

Το σκοτάδι, διάτρητο
από τραγούδια γρύλων,
έχει εκείνη τη μοιραία νεκρή
φωτιά
του ήχου.

Αυτό το μουσικό φως
που ξεχωρίζει
ο νους.

Οι σκελετοί από χίλιες πεταλούδες
κοιμούνται στον περίβολό μου.

Νιάτα από τρελές αύρες περνούνε
πάνω στο ποτάμι.

*Μετάφραση: Κ. Πολίτης

**Από το http://surrealism9.blogspot.com.au/2010/03/7.html

Άρης Αλεξάνδρου … ένας ρωσοπόντιος ήτανε και αυτός!

Alexandrou-kivotio1975

To «Kιβώτιο» αποτελεί το πλέον γνωστό έργο ενός από τους μεγαλύτερους σύγχρονους λογοτέχνες. Το αφήγημα «Κιβώτιο» παίζεται από την αρχή του έως το τέλος, είτε έμμεσα είτε άμεσα, με συνείδηση της αβεβαιότητας απέναντι στα πράγματα, σε ό,τι ονομάζεται πραγματικότητα, στις ανθρώπινες πράξεις και προθέσεις και στην προφανή αντίφαση της άρνησης της λογικής δια της λογικής. Και όσο αποδεχόμαστε ότι η λογική εκφράζεται δια του λόγου, το Κιβώτιο σχοινοβατεί συνεχώς επάνω στις δυνατότητες του λόγου. Ένα όργανο που «ψεύδεται άμα και αληθεύει». «ένας ρωσοπόντιος ήτανε και αυτός!

Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ (Aγία Πετρούπολη), ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα.

Επιστροφή

Έτσι που γυρίσαμε
γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι
απ’ την πολλή σιωπή
έτσι που γυρίσαμε
βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους
και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο
θα μας περισσεύει
και τα τέσσερα χρόνια
γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας
θα μας λείπουν
έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε
τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία
σε πένθιμους φακέλους
κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται
Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός
κι ας μου ζητούσε
την ταυτότητά μου.

Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυΐα που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ’ εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού.

Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας.

Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός «οργανωμένου», σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε. Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του ΅45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Αγίου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951.

Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.
Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της. Το 1967 έφυγαν μαζί στο Παρίσι από το φόβο μιας νέας σύλληψης από τη δικτατορία. Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου.

Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα «εθελοντών» και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η «επιχείρηση – κιβώτιο» είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται». Αυτή η επιχείρηση – εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου – μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών – και αφηγητής – ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές αρχές να εξηγήσει – και να ερμηνεύσει – το νόημα της παράδοξης αποστολής τους.

Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται: Το Κιβώτιο. Πρόκειται για αντιμυθιστόρημα γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.

Με τι μάτια τώρα πια

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ΅σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ΅να φύλλο πράσινο
απ‘ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ΅μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ΅χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα-
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ΅ρθεις και να μΆ αγγίξεις μέσΆ
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ΅χω τριγύρω μου τις πέ-
τρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

[Το ποίημα περιέχεται στη συλλογή Ευθύτης οδών (1959).]

Φρόντισε

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν με τις αρθρώσεις των σκληρών
των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
΅Ετσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

Το μαχαίρι

΅Οπως αργεί τα’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό πρόσεχε μην παρασυρθείς μην ξιπαστείς απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων. Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι

Νεκρή Ζώνη

Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια κι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του.
Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων.
Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου.
Προς το παρόν, νά ΅σαι πολύ προσεκτικός όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ

a la maniere de Jdanov
και κατά συνέπεια η ποίηση είναι μια υπόθεση αντικοινωνική. Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα και δε βλέπει λόγου χάρη πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του. Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.
Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κι οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές.
Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται
«Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω»
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται
«Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω
απ’ την πόρτα μου»;
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει
«Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
Τα’ ονομάζω
Σφυρί».

Παρουσίαση – Ανθολόγηση: ΑΛΕΞ. ΑΡΓΥΡΙΟΥ

Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα, και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκελμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστοτέλης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. [‘30;]
Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο (πρακτικό τμήμα) το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.) κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς, γι’ αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε, όπως επίσης και στις εξετάσεις του στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πέρασε όμως στις εξετάσεις της ΑΣΟΕΕ και παρακολούθησε τα μαθήματά της για δυο σχεδόν χρόνια. Παράλληλα δούλεψε επαγγελματικά σε διάφορες δουλειές και το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. [‘30;]
Στα μέσα του 1943 ο Άρης Αλεξάνδρου μετέχει στην έκδοση του περιοδικού Καλλιτεχνικά Νέα και δημοσιεύει τα άρθρα «Η έκφραση και το θέμα» (τ.3, της 26 Ιουνίου 1943), «Όνειρο – Υπερρεαλισμός» (τ.5, της 10 Ιουλίου 1943), όπου, στα νεανικά του αυτά γραπτά, φαίνονται καθαρά οι διαφορές του από τις θεωρούμενες ως επίσημες μαρξιστικές αντιλήψεις για τα προβλήματα της λογοτεχνίας, κυρίως της υποτίμησης της μορφής και της υπερτίμησης της «πραγματικότητας», όπως αυτή λογαριαζόταν. Διαφορές που καθόρισαν τελικά το είδος της κατοπινής λογοτεχνικής του προσφοράς.
Το 1946, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη εξορία του, εκδίδεται η πρώτη συλλογή ποιημάτων του «Ακόμη τούτη η άνοιξη», από τον οίκο Γκοβόστη, στον οποίο δουλεύει ως μεταφραστής, συνεργάζεται στο περιοδικό της Αριστεράς «Ελεύθερα Γράμματα» και πιθανώς μεταφράζει άρθρα για την εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα». Ίσως μας λείπουν εδώ και άλλες πληροφορίες.
Ανάμεσα στη δεύτερη εξορία του και τη φυλάκισή του, το 1952, εκδίδει τη συλλογή ποιημάτων Άγονος γραμμή (που πολτοποιήθηκε- πούλησε 6 μόνο αντίτυπα) και μετά την αποφυλάκισή του την τρίτη, Ευθύτης οδών, το 1959. Ενώ όμως η πρώτη συλλογή του βρίσκεται μέσα στο αντιστασιακό πνεύμα της Κατοχής, οι επόμενες είναι επηρεασμένες από τις συγκεκριμένες εμπειρίες του στα στρατόπεδα και στις φυλακές, όταν εκών άκων γνώρισε την κομματική πειθαρχία και νοοτροπία κάποιων στελεχών, που μετά την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα κεφαλαιοποιήθηκαν ως κομμένες κεφαλές. Ήδη όμως ο Αλεξάνδρου, από το 1959 στο άρθρο του «Η σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού», φαίνεται ότι έχει πάρει μια καθαρή απόσταση απέναντι στο φαινόμενο των καταναγκασμών της κάθε εξουσίας και την «ολοκληρωτική» αντίληψη που συνεπάγονται, χωρίς πάντως να έχει αποδεχθεί μια άλλη πρόταση. Στις αντιλήψεις του για τις συνέπειες του «νέου σχολαστικισμού» πρέπει να εντάξομε τις πρακτικές του εφαρμογές, με ένα μυθιστορηματικό πια τρόπο καταγραμμένες, στο Κιβώτιο που αρχίζει να γράφει το 1966 στην Αθήνα και το περατώνει το 1972 στο Παρίσι.
Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου (Απρίλη 1978) από την Colette Lust, υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λυών.
Κατά τα άλλα, ο Άρης Αλεξάνδρου πρώην μονομάχος και τώρα ποιητής («Εν Στρατοπέδω», Ποιήματα (1941-1974), σελ. 112) θα μείνει στην ιστορία των Γραμμάτων μας και με τις δυο του αυτές ιδιότητες.
Εξέδωσε:*
Ποιήματα: Ακόμη τούτη η άνοιξη, 1946. Άγονος γραμμή, 1952. Ευθύτης οδών, 1958. Ποιήματα (1941-1971), 1971, Ποιήματα (1941-1974), 1978.
Πεζά: Η Αντιγόνη (Διαλογικό), 1960. Το Κιβώτιο (μυθιστόρημα), 1975, 1984.

* Για πλήρη εργογραφία, βλ. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία, τόμ. Α΄, σελ. 141.
Θα μπορούσα να παραπέμψω τον αναγνώστη που θέλει να σχηματίσει μια γνώμη για το Κιβώτιο να διαβάσει όλες τις ως τώρα δημοσιευμένες κριτικές ή μελέτες, τμήματα των οποίων βρίσκει και στον παρόντα τόμο. Διότι όλες (χωρίς να είναι και οι μόνες) περιλαμβάνονται στις δυνατότητες του μυθιστορήματος. Στις ελευθερίες που το έργο επιτρέπει να έχει ο αναγνώστης του. Ωστόσο θα ήταν λάθος να νομιστεί ότι πρόκειται για έργο θολό, αόριστο ή χωρίς ραχοκοκαλιά. Απλώς παρουσιάζει την αμφισημία και πολυσημία του γλωσσικού υλικού του.
Για να εκβιάσομε ίσως μια μονοσήμαντη απάντηση, θα έπρεπε να ζητήσομε: ποια ήταν η πρόθεση του Ά. Αλεξάνδρου. Αν πήγαινε ΅κάτι’ συγκεκριμένο ν’ αποδείξει. (Παρακάμπτοντας, έστω και ως υπόθεση εργασίας, το ότι δε μετρά η πρόθεση του συγγραφέα αλλά το αισθητικό – αποτέλεσμα που εξάγεται από το έργο).
Ας ζητήσομε λοιπόν τις προθέσεις του συγγραφέα. Ανάμεσα στο προτελευταίο κεφάλαιο (Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 1949) και το τελευταίο (Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 1949), είχε γραφτεί ένα ενδιάμεσο κεφάλαιο, το: Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 1949, που ένα τμήμα του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηριδανός (τ.1, Αύγ.-Σεπτ. 1975, σσ. 7-72).
Εκεί, αν διαβάζω σωστά, το σύμπτωμα (τα συμβάντα Ιούλιο-Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1949) δεν είναι παρά σύμπτωση – μπορούσαν να είχαν συμβεί και πριν από 700 χρόνια, το 1249, την εποχή των Σταυροφοριών και θα είχαμε τα ίδια φαινόμενα και τις ίδιες αντιδράσεις.* Ωστόσο μέσα στη γραφή του θυσιασμένου τελικά κεφαλαίου, το βιωμένο υλικό, οι παραστάσεις που ανακαλούνται, δεν μπορούν παρά να έχουν συγκεκριμένες παραπομπές. Το αντι-κείμενο ωθείται να ξαναγίνει κείμενο από την ύλη που το έχει εμψυχώσει. Να παραπέμπει στο 1949 και όχι στο 1249. Πιστεύω ότι αυτός ήταν ο κύριος λόγος της παράλειψής του από το σώμα του έργου και όχι αποκλειστικά το ότι βρισκόταν «εκτός τόνου» από το σύνολο του έργου, το φάλτσο του, που ομολογεί ο ίδιος ο Αλεξάνδρου (ό.π. σ.70) – και όπως συνεχίζει εξηγώντας:
Παρέλειψα το προτελευταίο κεφάλαιο, δεν έσκισα όμως το χειρόγραφο. Παρ’ όλο το φάλτσο του, έλεγε πράγματα «σωστά». Σκέφτηκα πως θα μπορούσε ίσως κάποτε να δημοσιευτεί, αλλού, σαν απάντηση σε μια δυο ενδεχόμενες απορίες και κυρίως σαν παράδειγμα προς αποφυγήν. […]
Τελικά το «αίνιγμα» λύνεται: δια του αινίγματος. Πρέπει να αναζητηθούν τα σωστά που λέει το παραλειφθέν κεφάλαιο, και να συμφωνηθούν έτσι ώστε σίγουρα να αποφασίσομε: Ποια ήταν η πρόθεση του συγγραφέα.Με τη διέξοδο όμως που μας προσφέρουν οι νέες γλωσσολογικές σχολές-ερμηνείες, το πρόβλημα μετατοπίζεται στο τι λέει το ίδιο το κείμενο – ούτε καν ο συγγραφέας. Αλλά ας πλησιάσομε με προσιτά μέσα το Κιβώτιο. Πρώτα-πρώτα: τι είναι; Μυθιστόρημα; Δηλαδή ιστορεί «μύθ»; Και ποια είναι η σχέση του μύθου με την πραγματικότητα; Για να συντομεύω, (αλλιώς θα χρειαζόταν διατριβή) η απάντηση είναι απλή και έχει ήδη επισημανθεί.** Εξωτερικά πολύ μικρή σχέση υπάρχει με τις συνθήκες ζωής στις περιοχές του «δημοκρατικού στρατού» και σε όσα περιγράφονται στο Κιβώτιο ότι εκεί γινόντουσαν. Στο έργο μάς παρουσιάζεται ένα κράτος εν κράτει σε κανονική λειτουργία, όπως συνέβαινε όχι στην Ελλάδα, αλλά στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας.

Συνεπώς ο μύθος δεν ταυτίζεται με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο συγγραφέας την τροποποιεί κατά τις ανάγκες του, παραμένοντας μέσα στα όρια του δυνατού. Το αντίθετο δηλαδή από την περίπτωση αίφνης του Σάμσα, στον Κάφκα, που μεταμορφώνεται σε σκαθάρι – πράγμα που λογικά αποκλείεται. Με άλλα λόγια στο Κιβώτιο βρισκόμαστε σε ένα πραγματικό χώρο και οι συμβάσεις του έργου παραμένουν «εντός του δυνατού» δηλαδή θα μπορούσε να είχαν συμβεί τα πράγματα και έτσι.

Πρόκειται άρα για ρεαλιστικό μυθιστόρημα; Εξωτερικά, ναι. Δεν αφορά παρά στην εξιστόρηση μιας πολεμικής επιχείρησης η οποία (υποτίθεται) συνέβη κατά τους τελευταίους μήνες του εμφυλίου μας πολέμου και την διεξήγαγε μια 40μελής ομάδα επιλέκτων και εμπίστων ατόμων στην περιοχή που (υποτίθεται) ήλεγχε, στρατιωτικά και πολιτικά, ο «κομματικός μηχανισμός» ή το «άλλο κράτος».
Ωστόσο αυτή η έστω και μερική αποστασιοποίηση του αφηγητή από τον ανακριτή του, αλλάζει το χαρακτήρα της αφήγησης. Είναι μια εξομολόγηση που ολισθαίνει σε αυτοβιογραφία. Μπαίνοντας όμως σε αυτόν τον εκ βαθέων χώρο, αυτή η συνάντηση με τον εαυτό του (αυτονόητα: τίμια) οδηγεί μοιραία σε ατέρμονες διερευνήσεις του αφηγητή, κατά τις οποίες, στην αναζήτηση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεωρήθηκαν δεδομένα, προκύπτουν πολλές και εύλογες αμφιβολίες για τις άγνωστες προθέσεις και πλευρές τους. Τα δεδομένα, όπως παρουσιάστηκαν, δεν ήταν αναμφισβήτητα, διότι δεν στοιχειοθετούσαν συνεχή και αδιάσπαστη ακολουθία. Στην υποχρέωση και στην ανάγκη να συμπληρωθεί η συνέχεια, ώστε να «μάθομε την αλήθεια» για να μπορέσομε να καταλάβομε, οι «ελλείποντες κρίκοι» συμπληρώθηκαν με πιθανές ή αληθοφανείς υποθέσεις. Σε αυτές όμως τις περιπτώσεις η λογική αποδεικνύεται επισφαλές εργαλείο. Επειδή δουλεύει στο κενό – χωρίς αντικειμενικώς κατοχυρωμένα στοιχεία.
Συνεπώς ό,τι «νομίζομε πως ξέρομε» δεν είναι η πραγματικότητα αλλά η μυθοποίησή της. Τώρα πια τα πράγματα παρουσιάζονται αρκετά πολύπλοκα. Διότι η απομυθοποίηση, αν δεν είναι αδύνατη, είναι ιδιαιτέρως δύσκολη. Το όργανο που θα την επιχειρήσει, η λογική μας, είναι υποχρεωμένη να πιθανολογήσει. Όταν μάλιστα με τη λογική μας, από το χώρο των πράξεων περάσομε αναγκαστικά στην περιοχή των (ανθρώπινων) προθέσεων, βρισκόμαστε, σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων, σε άπειρο (θεωρητικά και πρακτικά) αριθμό περιπτώσεων.
Ο αφηγητής (ή ο συγγραφέας) δολιχοδρομώντας ανάμεσα στις αναρίθμητες απορίες (του ή μας) φτάνει συχνά στην άκρη του γκρεμού. Και επειδή εκεί επικρατεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που ο αφηγητής έχει αποδείξει ότι του είναι ισχυρό, ή της αυτοκαταστροφής που δρα υπόγεια, απομένουν δυο (τουλάχιστον) λύσεις για να διαλέξει: Ή τη σιωπή ή να συνεχίσει το παιχνίδι της αλήθειας – αυτοτραυματιζόμενος – με εμφανή τα στοιχεία της απόγνωσης.Αλλά επειδή πρέπει να τελειώσω. Πιστεύω ότι το αφήγημα Κιβώτιο παίζεται από την αρχή του έως το τέλος, είτε έμμεσα είτε άμεσα, με συνείδηση της αβεβαιότητας απέναντι στα πράγματα, σε ό,τι ονομάζεται πραγματικότητα, στις ανθρώπινες πράξεις και προθέσεις και στην προφανή αντίφαση της άρνησης της λογικής δια της λογικής. Και όσο αποδεχόμαστε ότι η λογική εκφράζεται δια του λόγου, το Κιβώτιο σχοινοβατεί συνεχώς επάνω στις δυνατότητες του λόγου. Ένα όργανο που «ψεύδεται άμα και αληθεύει».
*Ας σκεφτούμε εδώ τη σύμπτωση με τη λύση που επιλέγει αρκετά αργότερα ο Ουμπέρτο Έκο με το Όνομα του Ρόδου.
**Βλέπε κριτικό σημείωμα: Αλέξανδρου Κοτζιά.
Κρίσεις για το έργο του *
«Το θεματικό του πλαίσιο (ο εμφύλιος μετακατοχικός πόλεμος), το πολιτικό του πρόβλημα (η οδυνηρή απορία μπροστά στην υποκειμενική ασυνέχεια των γεγονότων και στην αντικειμενική τους διαλεκτική), η ανθρώπινη παθολογία (η σύγκρουση δηλαδή της βιολογικής με την ιστορική κλίμακα), όλα αυτά και άλλα πολλά πολλά μαζί εδώ δεν προϋπάρχουν – γεννιούνται με τη γλώσσα του κειμένου: Λόγος νεωτερικός, γνήσια πεζογραφικός που συστρέφεται, συμπτύσσεται και αναπτύσσεται γύρω από το χαμένο και το αναζητούμενο κέντρο, το οποίο τελικά προσδιορίζεται και αποδεικνύεται γόνιμος σπόρος. Όταν κλείσεις το μυθιστόρημα, ξέρεις πως η ελληνική γλώσσα πεζοπόρησε πολύ, κι αυτός ο μόχθος την καθάρισε από τα περιττά της λίπη και έδειξε τις αρθρώσεις της – παλιές και καινούργιες. Η ενηλικίωση της πεζογραφίας μας συντελείται με πολλούς τρόπους, καθώς το άδειο «κιβώτιο» προχωρεί στον προορισμό του. Θα αναφέρω μία μόνο ένδειξη για παράδειγμα. Με ευφρόσυνη κατάπληξη διαπιστώνεις ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, δίχως να εκβιάζει τη δομή του δημοτικού λόγου, διαστέλλει και συστέλλει απεριόριστα τα παραδοσιακά του όρια. Στα χέρια του ο περιοδικός λόγος και η τυπογραφική παράγραφος γίνονται όργανα εξαιρετικά ευαίσθητα και προπαντός σύνθετα και πολυεδρικά: κύκλοι μικρής και μεγάλης ακτίνας γυρίζουν άνετα στον ίδιο άξονα, αλλά σε διαφορετικά επίπεδα – τόξα προτάσεων τεντώνονται ως την έσχατη αντοχή της ελαστικότητάς τους – πολύτιμες κουκίδες προφυλάσσονται μέσα σε χαραγμένες παρενθέσεις. Ύστερα από το Κιβώτιο ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δε μοιάζει πια αμετάφραστος…

Δ.Ν. Μαρωνίτης
Μια μαρτυρία για τον άνθρωπο

Για όσους τον γνώρισαν, μαζί με το έργο, παραμένει η ανθρώπινη παρουσία που είχε μια εντελώς ιδιαίτερη μοναδικότητα ως ατομικός χαρακτήρας και ως ακραία αντιπροσωπευτική περίπτωση μιας ολόκληρης γενιάς και μιας κατάστασης που έμεινε εντελώς ξεχωριστή. Η μοναδικότητα εκτός από τα άλλα συνίσταται και στην απόλυτη ταύτιση του ανθρώπου με το έργο του, γιατί όταν γίνεται λόγος για το χαρακτήρα του, γίνεται αναπόφευκτη σαν η καλύτερη δυνατή σκιαγράφηση η παραπομπή σε δικά του κείμενα. Και αντίστροφα, τα κείμενα αυτά είναι στοιχεία της βιογραφίας και της ψυχογραφίας του. Η ταύτιση υπάρχει πλήρης, χωρίς ρωγμές. Η προσωπικότητα αυτή διαμορφώθηκε πολύ νωρίς κι έφτασε σε βαθμό απολυτότητας και συνέπειας. Η αυστηρότερη συνέπεια εκδηλώνεται προς τον εαυτό του. Εσωτερική ζωή, πνευματική λειτουργία, συμπεριφορά και ύφος γραφής γίνονται ένα, τόσο συμπαγές που είναι αδύνατο να ξεχωριστεί το ένα από το άλλο. Ένας ορθολογισμός μαθηματικού τύπου που συχνά μπορούσε να φτάσει στην αυστηρή διατύπωση θεωρήματος, μια ευθύγραμμη και σχεδόν επίπεδη συμπεριφορά χωρίς οξύτητες, μια καλή, συχνά αγαθή, προαίρεση και μια έμφυτη ουσιαστική ευγένεια. Ο καθημερινός φανατισμός του ήταν ότι δε θύμωνε ποτέ. Του ήταν άγνωστος ο υψηλός τόνος, η ρητορία, το εντυπωσιακό, ή οποιαδήποτε επίδειξη. Κάτω από αυτή τη φαινομενική απάθεια, που έφτανε συχνά να φαίνεται αδιαφορία, λειτουργούσε αδιάκοπα με υψηλή ευαισθησία, ζωηρό ενδιαφέρον, πνευματική εγρήγορση, ένας παλλόμενος ψυχισμός. Ο άνθρωπος αυτός που φαινόταν μοναχικός και αποσυρμένος διψούσε για ανθρώπινη επαφή, για ειλικρινείς και χωρίς συμβατικότητες εγκάρδιες σχέσεις, αναζητούσε την πνευματική ακεραιότητα και το βαθύτερο ουσιαστικό ανθρωπισμό.

Αντρέας Φραγκιάς

*Παρουσιάζουμε ενδεικτικά κάποιες από τις κριτικές που περιλαμβάνονται στο λήμμα του συγγραφέως.
Επιλογή Βιβλιογραφίας *
Αλέξανδρος Κοτζιάς, εφημ. Η Καθημερινή 18.5.75. Αλέξ. Αργυρίου,
T.L.S. (Φιλολογικό συμπλήρωμα των «Τάιμς», 14.11.1975, Ν 3844, σελ. 1368. Αλεξ. Αργυρίου, περιοδ. Αντί, τ. 32, 15.11.75. Δημ. Ραυτόπουλος, περιοδ. Ηριδανός, τ. 5-6, Απρ.-Ιούλ. 1976. Νικ. Γρηγοριάδης, Χρονικό ΅75, σ. 99.Με τον τίτλο Hommage a lΆ ecrivain Aris Alexandrou, η υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λυών και μεταφράστρια του Κιβωτίου της έκδοσης Gallimard (Απρίλιος 1978) κυρία Colette Lust μίλησε στο Γ΄ Συνέδριο των γαλλόφωνων νεοελληνιστών στη Λυών, στις 26-28 Απριλίου 1979, όπου έγινε και μια αναμνηστική έκθεση του Αλεξάνδρου με φωτογραφίες, χειρόγραφα και βιβλία του. Στο συνέδριο αυτό μίλησαν και άλλοι σύνεδροι για το έργο του Άρη Αλεξάνδρου. Επίσης ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης κ. Μπερτράν Μπουβιέ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μεταφραστικό έργο του Αλεξάνδρου και ειδικότερα της μετάφρασης του Αγαθούλη του Βολταίρου.
Για πλήρη βιβλιογραφία βλ. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία, τόμ. Α΄, σ. 159.

*Από το «Πόντος και Αριστερά» στο http://pontosandaristera.wordpress.com – Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ακόμα πέντε ποιήματα από την 100% Φυτική

Sandro Botticelli, La Primavera

Sandro Botticelli, La Primavera


Υβρίδιο

μαζέψανε το υβρίδιο
και χαρήκαν
στην αρχή το ποτίσανε καλά
μετά ξεχάσανε ότι ήταν μέσα
στη μεγάλη λεκάνη
το πετάξανε μαζί με τα νερά

υβρίδιο
δεν έσκασες ποτέ
ποτέ δεν πέταξες ουρά

το υβρίδιο δεν μούλιασε ποτέ σωστά

***

Εξωτερικού Χώρου

φυτά εδώ
οικονομικές τιμές
ιδανικές προσφορές
είναι όλα καλλωπιστικά
μοναδικές ευκαιρίες
για το μπαλκόνι σας για το κρεβάτι και το σεντόνι σας
εξωτερικευμένες σημασίες
επιδερμίδα φθηνή
αγοράστε τώρα
αποκλειστικά και μόνο για εσάς
κενές συνουσίες

***

Hans Breder, Body Sculpture, 1970

Hans Breder, Body Sculpture, 1970

Ποιητική συλλογή

κάποια στιγμή
κακιά καλή
μια συλλογή ποιητική
θα ξεφυτρώσει
στις τρίχες στις ρυτίδες στις κλειδώσεις
στα γόνατα στα δάχτυλα στο πρόσωπο
στα αυτιά μου στο μουνί μου στην κοιλιά μου
στα χείλια μου στα πνευμόνια μου στα κόκαλά μου
εκεί θα σταματήσει

τίποτα δεν φτάνει μέχρι την καρδιά μου

***

Του άγιου σαλιγκαριού

«για τα σαλιγκάρια δεν μιλάει καμιά
μόνο τα τρώνε οι σιχαμένοι»

ποτέ δεν πείραξε κανέναν
άγιο σαλιγκάρι του αγρού
όλοι το παρομοίαζαν
με σοφό γέρο άνθρωπο
ώσπου έσπασε από τη δύναμη
ψυχή έκρυβε στην πλάτη του
όσο κουβαλούσε
το στάχυ και το αγριάχορτο
μια κρύα παγωμένη μέρα
του ma you

***

Πρωινή βλάστηση

ξύπνησα ένα πρωί
κι είχε φυτρώσει μια φυλλωσιά
στα κόκαλά μου
το αίμα μου έγινε χώμα βαρύ
το βράδυ σε έβλεπα στα όνειρά μου

Yves Bonnefoy (1923-2016), Ποιήματα

13558814_10153907536078842_6907691542166910649_o
`
1. Pierre écrite (1965)

Une voix
Nous vieillissions, lui le feuillage et moi la source,
Lui le peu de soleil et moi la profondeur,
Et lui la mort et moi la sagesse de vivre.
J’acceptais que le temps nous présentât dans l’ombre
Son visage de faune au rire non moqueur,
J’aimais que se levât le vent qui porte l’ombre
Et que mourir ne fût en obscure fontaine
Que troubler l’eau sans fond que le lierre buvait.
J’aimais, j’étais debout dans le songe éternel.
`
1. ΠΕΤΡΑ ΓΡΑΜΜΕΝΗ

Μια φωνή
Μεγαλώναμε
αυτός το φύλλωμα
κι εγώ η πηγή,
αυτός το λιγοστό φως
κι εγώ το βάθος,
αυτός τον θάνατο
κι εγώ την φρόνηση να ζω.
Δεχόμουν ότι ο χρόνος
μας παρουσιάστηκε στη σκιά
με πρόσωπο άγριου ζώου
που γελά χωρίς να σαρκάζει,
αγαπούσα τον άνεμο που σηκώθηκε
να παρασύρει την σκιά
και τον θάνατο που δεν ήρθε
παρά να ταράξει το απύθμενο νερό
που έπινε ο κισσός στη σκοτεινή κρήνη.
Αγαπούσα, στεκόμουν στο αιώνιο όνειρο.
`
***

2. DE NATURA RERUM

Lucrèce le savait:
Ouvre le coffre,
Tu verras, il est plein de neige
Qui tourbillonne.
Et parfois deux flocons
Se rencontrent, s’unissent,
Ou bien l’un se détourne, gracieusement
Dans son peu de mort.
D’où vient qu’il fasse clair
Dans quelques mots
Quand l’un n’est que la nuit,
L’autre, qu’un rêve?
D’où viennent ces deux ombres
Qui vont, riant,
Et l’une emmitouflée
D’une laine rouge?
`
2. DE NATURA RERUM
(ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ)

Ο Λουκρήτιος το γνώριζε.
Άνοιξε το κιβούρι,
θα δεις, είναι γεμάτο από χιόνι
που στροβιλίζεται.
Κάποτε, δύο νιφάδες ανταμώνουν,
γίνονται μία
που περιστρέφεται με χάρη
στον μικρό θάνατό της.
Πώς γίνεται
να ανοίγει ο καιρός;
Η μια δεν είναι παρά μόνο νύχτα
κι η άλλη όνειρο.
Από πού έρχονται αυτές οι δύο σκιές
που γελώντας βαδίζουν,
η μια τυλιγμένη
σε μάλλινο κόκκινο;
`
* Ο στίχος «που γελώντας βαδίζουν» θα μπορούσε να μεταφραστεί: «που γελούν και βαδίζουν », επειδή η μετοχή είναι τροπική και είναι συνήθως προτιμότερο να μεταφράζεται με κύρια πρόταση.
`
***

3. Planches courbes (2001)

Extrait
« (…) Ô poésie,
Je ne puis m’empêcher de te nommer
Par ton nom que l’on n’aime plus parmi ceux qui errent
Aujourd’hui dans les ruines de la parole.
Je prends le risque de m’adresser à toi, directement,
Comme dans l’éloquence des époques
Où l’on plaçait, la veille des jours de fête,
Au plus haut des colonnes des grandes salles,
Des guirlandes de feuilles et de fruits.
Je le fais, confiant que la mémoire,
Enseignant ses mots simples à ceux qui cherchent
A faire être le sens malgré l’énigme,
Leur fera déchiffrer, sur ses grandes pages,
Ton nom un et multiple, où brûleront
En silence, un feu clair,
Les sarments de leurs doutes et leurs peurs (…) »
`
3. ΚΑΜΠΥΛΕΣ ΣΑΝΙΔΕΣ (2001)

Απόσπασμα
Ποίηση,
δεν μπορώ παρά να σε ορίσω
με το όνομά σου
που δεν είναι πια η αγάπη
μεταξύ εκείνων που περιφέρονται
σήμερα στα ερείπια του λόγου.
Τολμώ να σου μιλήσω ευθέως,
όπως και στην ευγλωττία των εποχών
τοποθετούσαμε,
από την παραμονή των εορτών,
στα κιονόκρανα των μεγάλων αιθουσών,
στεφάνια από φύλλα και φρούτα.
Έτσι σε ορίζω,
με την πεποίθηση ότι η μνήμη
φωτίζει τις απλές λέξεις της
σε εκείνους που μέσα από το αίνιγμα,
γυρεύουν το νόημα,
τους ωθεί να διαβάσουν
στις μεγάλες σελίδες της το όνομά σου,
το ένα και πολλαπλό
και να κάψουν σιωπηλά,
σε λαμπερή φωτιά,
τα κλαδιά των αμφιβολιών και τους φόβους τους.
`
***

4. LES FLAMBEAUX

Neige
Qui as cessé de donner, qui n’es plus
Celle qui vient mais celle qui attend
En silence, ayant apporté mais sans qu’encore
On ait pris, et pourtant, toute la nuit,
Nous avons aperçu, dans l’embuement
Des vitres parfois même ruisselantes,
Ton étincellement sur la grande table.
Neige, notre chemin,
Immaculé encore, pour aller prendre
Sous les branches courbées et comme attentives
Ces flambeaux, ce qui est, qui ont paru
Un à un, et brûlé, mais semblent s’éteindre
Comme aux yeux du désir quand il accède
Aux biens dont il rêvait (car c’est souvent
Quand tout se dénouerait peut-être, que s’efface
En nous de salle en salle le reflet
Du ciel, dans les miroirs), ô neige, touche
Encore ces flambeaux, renflamme-les
Dans le froid de cette aube
`
4. ΟΙ ΔΑΔΕΣ

Χιόνι,
σταμάτησες να πέφτεις,
και δεν είσαι πια αυτό που θα΄ρθει,
αλλά αυτό που στέκει ακόμα
απλωμένο στη σιωπή
κι όλη τη νύχτα διακρίναμε
μέσα από την ομίχλη των τζαμιών
που πότε πότε σχημάτιζε ρυάκια,
το σπινθήρισμά σου στο μεγάλο τραπέζι.
Χιόνι,
ο δρόμος άσπιλος ακόμα,
μας οδηγεί να πάρουμε,
κάτω από τα κυρτά κλαδιά προσεκτικά,
τις δάδες αυτές που εμφανίστηκαν
μία-μία να καίγονται
κι όμως, μοιάζουν να σβήνουν,
όπως τα μάτια του πόθου,
όταν αγγίζει αυτά που ονειρεύτηκε,
γιατί συχνά, όταν όλα ξεδιπλώνονται ολοφάνερα,
σε κάθε δωμάτιο θαμπώνουν
την αντανάκλαση του ουρανού στους καθρέπτες .
Χιόνι,
άγγιξε πάλι αυτές τις δάδες, ξανάναψέ τες
στο κρύο της αυγής.
`
***

5. Ce qui fut sans lumière
Extrait (1987)

Psyché devant le château d’Amour
Il rêva qu’il ouvrait les yeux, sur des soleils
Qui approchaient du port, silencieux
Encore, feux éteints ; mais doublés dans l’eau grise
D’une ombre où foisonnait la future couleur.
Puis il se réveilla. Qu’est-ce que la lumière ?
Qu’est-ce que peindre ici, de nuit ? Intensifier
Le bleu d’ici, les ocres, tous les rouges,
N’est-ce pas de la mort plus encore qu’avant ?
Il peignit donc le port mais le fit en ruine,
On entendait l’eau battre au flanc de la beauté
Et crier des enfants dans les chambres closes,
Les étoiles étincelaient parmi les pierres.
Mais son dernier tableau, rien qu’une ébauche,
Il semble que ce soit Psyché qui, revenue,
S’est écroulée en pleurs ou chantonne, dans l’herbe
Qui s’enchevêtre au seuil du château d’Amour.
`
5. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΣΚΟΤΕΙΝΟ
Απόσπασμα (1987)

Την Ψυχή στο κάστρο της Αγάπης
ονειρεύτηκε να ανοίγει τα μάτια της
σε ήλιους που πλησίαζαν το λιμάνι,
ακόμα σιωπηλοί, με τα φώτα σβηστά,
τυλιγμένοι στα απόνερα μιας σκιάς
όπου ξεχείλιζε το επερχόμενο χρώμα.
Ύστερα ξύπνησε. Τι είναι το φως;
Τι σημαίνει να ζωγραφίζεις νύχτα;
Το σκούρο μπλε εδώ,
οι ώχρες, όλα τα κόκκινα,
δεν κάνουν τον θάνατο
ακόμα πιο έντονο;
Ζωγράφισε το λιμάνι, μα ερειπωμένο.
Άκουγες το νερό να σκάει
στα πλευρά της ομορφιάς
και τα παιδιά να ουρλιάζουν
στα κλειδωμένα δωμάτια.
Τα αστέρια έλαμπαν ανάμεσα στις πέτρες.
Ο τελευταίος του πίνακας κενός.
Μοιάζει να είναι η Ψυχή που
με την επιστροφή της σκόρπισε
σε δάκρυα ή αναφιλητά
πάνω στα χόρτα που μπλέκονται
στο κατώφλι του κάστρου της αγάπης.
`
***

6. LA CHARRUE

Cinq heures. La neige encore. J’entends des voix
À l’avant du monde.
Une charrue
Comme une lune au troisième quartier
Brille, mais la recouvre
La nuit d’un pli de la neige.
Et cet enfant
A toute la maison pour lui, désormais. Il va
D’une fenêtre à l’autre. Il presse
Ses doigts contre la vitre. Il voit
Des gouttes se former là où il cesse
D’en pousser la buée vers le ciel qui tombe.
`
6. ΑΛΕΤΡΙ

Πέντε η ώρα.
Χιόνι και πάλι.
Ακούω φωνές
στο μπροστινό μέρος του κόσμου.
Ένα αλέτρι φεγγάρι
λάμπει στην τρίτη γειτονιά,
μα το καλύπτει η νύχτα
με μια πτυχή του χιονιού.
Και το παιδί
έχει όλο το σπίτι δικό του τώρα.
Από το ένα παράθυρο στο άλλο περνά.
Πιέζει τα δάχτυλα πάνω στο τζάμι.
Σταγόνες σχηματίζονται εκεί, όπου παύει
να σπρώχνει προς τον ουρανό την ομίχλη που πέφτει.
`
**********
EΠΙΜΕΤΡΟ
`
Ο Υβ Μπονφουά γεννήθηκε το 1923 στην Τουρ, αλλά κατάγεται από τη νοτιο-δυτική Γαλλία. Η διπλή αυτή καταγωγή θα φανεί αργότερα στο έργο του που είναι η αναζήτηση της χαμένης ενότητας ανάμεσα στον κόσμο του βορρά και το μεσογειακό. Σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και, όταν αποφοίτησε, κατέστρεψε το δίπλωμά του και σπούδασε μαθηματικά. Ύστερα από ένα ταξίδι στην Ιταλία άρχισε έρευνες σε βάθος πάνω στην τέχνη του Τρετσέντο και του Κουατροτσέντο και στη σχέση τους με το Βυζαντινό κόσμο και τη Ρομαντική τέχνη. Παράλληλα με το ποιητικό του έργο, δημοσίευσε μελέτες πάνω στον Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα, τον Πουσέν, τις γοτθικές τοιχογραφίες, και μετάφρασε Σαίξπηρ. Δίδαξε σαν καθηγητής ή εταίρος στα πανεπιστήμια της Γενεύης, του Πρίνστον, της Βενσέν, της Νίκαιας και της Αιξ-αν-Προβάνς. Το 1981 διορίστηκε καθηγητής στο Κολέγιο της Γαλλίας και η Γαλλική Ακαδημία τον τίμησε με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης.
`
* Μετάφραση-επίμετρο: Ανδρονίκη Δημητριάδου. Από το http://www.poiein.gr

13599858_10153907536488842_5942549900126691648_n

Jimmy Santiago Baca, Δύο ποιήματα

ΠΟΙΟΣ ΜΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΜΕΝΑ

Έκλεισαν το νερό, κι έτσι ζω χωρίς νερό,
χτίσαν ψηλότερα τείχη, και ζω δίχως να βλέπω τις κορφές των δέντρων,
έβαψαν μαύρα τα παράθυρα, οπότε ζω χωρίς λιακάδα,
κλείδωσαν το κλουβί μου, ζω χωρίς να πηγαίνω πουθενά,
μου πήραν κάθε τελευταίο δάκρυ που ‘χα, ζω δίχως δάκρυα,
άρπαξαν την καρδιά μου και την ξέσκισαν, ζω χωρίς καρδιά,
πήραν τη ζωή μου και την τσάκισαν, και ζω
δίχως κανένα αύριο,
λένε πως είμαι κτηνώδης, διαβολικός, κι έτσι δεν έχω φίλους,
έφραξαν την κάθε ελπίδα, και δεν έχω διαφυγή από την κόλαση,
μου δίνουν πόνο, και ζω με τον πόνο,
μου δίνουν μίσος, κι έτσι ζω με το μίσος μου,
με άλλαξαν, και δεν είμαι αυτός που ήμουν,
δεν μ’ αφήνουν να πλυθώ, κι έτσι ζω με την μπόχα μου,
με χώρισαν από τ’ αδέρφια μου, και ζω χωρίς αδέρφια,
ποιος με καταλαβαίνει
όταν λέω πως αυτό είναι υπέροχο;
ποιος με καταλαβαίνει, όταν λέω ότι έχω βρει
άλλες ελευθερίες;
Δεν μπορώ να πετάξω ή να εμφανίσω κάτι από το χέρι μου,
δεν μπορώ να κάνω ν’ ανοίξουν οι ουρανοί ή να τρέμει η γη,
μπορώ να ζήσω με τον εαυτό μου
κι έμεινα κατάπληκτος με τον εαυτό μου,
την αγάπη μου, την ομορφιά μου,
αποδέχομαι τις αποτυχίες μου,
έκπληκτος μπροστά στους φόβους μου,
είμαι πεισματάρης και ακατέργαστος,
μέσα σε κείνα τα συντρίμμια της ζωής που
αυτοί προκάλεσαν
δοκιμάζω να είμαι ο εαυτός μου
κι έχω ανακαλύψει κομμάτια του που ούτε είχα
ποτέ μου ονειρευτεί,
δημιουργήθηκαν κάτω απ’ τα βράχια μες την καρδιά μου
όταν οι τοίχοι χτίστηκαν ψηλότεροι
κι όταν το νερό κόπηκε και τα παράθυρα
βάφτηκαν μαύρα.
Ακολούθησα εκείνα τα σημάδια σαν ένας γέρος κυνηγός
και βάδισα στα ίχνη βαθιά μέσα μου,
πήρα το ματοβαμμένο μονοπάτι
ακόμα βαθύτερα σ’ επικίνδυνες περιοχές
και βρήκα τόσα πολλά
κομμάτια του εαυτού μου
που με δίδαξαν ότι το νερό δεν είναι το παν
και μου ‘δωσαν καινούργια μάτια για να δω μέσα
απ’ τους τοίχους
και, όταν μίλησαν, το φως του ήλιου βγήκε από το στόμα τους.
και μαζί μ’ αυτά κορόιδευα τον ίδιο μου τον εαυτό,
γελάσαμε όπως τα παιδιά και κάναμε συμφωνίες να ‘μαστε
πάντοτε πιστοί,
ποιος με καταλαβαίνει
όταν λέω πως αυτό είναι υπέροχο;

***

ΦΥΛΑΚΕΣ

Υπάρχουν μαύροι φρουροί που κλείνουν με πάταγο τις πόρτες
στα κελιά μαύρων ανδρών
και σκούροι φρουροί που χαιρετούν σκουρόχρωμους άνδρες
με νούμερα στην πλάτη τους
και λευκοί φρουροί που γελάνε με λευκούς απατεώνες
και ερυθρόδερμοι φρουροί, κάποιοι λίγοι, που δεν λένε τίποτα σε
ερυθρόδερμους τροφίμους, καθώς εκείνοι μετρούν τα βήματά
τους από τη μάσα στα κελιά.

Ορίστε, λοιπόν, μια μικρή μυρμηγκοφωλιά…
κατάδικοι περπατούν σ’ ευθείες γραμμές, φρουροί πετάνε
με θορυβώδη φτερά, έχοντας το ελεύθερο να εξαπατήσουν, να
μπουκώσουν οι ίδιοι
με τίμημα να απομονωθούν απ’ τους ανθρώπους τους…
Κλείνοντας τα μυαλά τους σαν τις κάνουλες,
τυλιγμένοι με τσουβάλια που μονώνουν τους σωλήνες
κουβαλούν το χλωμό αδύναμο νερό στις καρδιές τους.

Γίνεται χειρότερο, όταν βλέπεις τους ίδιους αυτούς φρουρούς
να κουβαλούν έξω ματωμένους κουβάδες απ’ τα κελιά,
να τους βλέπεις να ξερνούν στη μυρωδιά, κι οι άνθρωποι,
οι δικοί τους άνθρωποι, να κόβουν τις φλέβες τους,
να κρεμιούνται με ζώνες απ’ τους φωταγωγούς·
γίνεται χειρότερο, όταν τους βλέπεις να συγυρίζουν την
ακαταστασία,
να κουβαλούν έξω το μελανιασμένο παγωμένο σώμα μέσα
σε σεντόνια
και μετά να παίρνουν ξανά τις θέσεις τους στα κλουβιά των
φρουρών
παρακολουθώντας τους ανθρώπους τους να τσακίζονται και να
πετσοκόβονται μεταξύ τους,
και πάνω απ’ αυτή την ποτισμένη με αίμα γη
ο ήλιος λαμποκοπά, οι φρουροί μιλούν για άλογα και όπλα,
πηγαίνουν στα μαγαζιά και αγοράζουν καινούργιες μπότες,
και όσο πιο πολύ δουλεύουν εδώ τόσο πιο ισχυροί γίνονται,
παίρνοντας αυτοί τη θέση κάποιας αρχαίας μούμιας
κάτω στα μπουντρούμια της φυλακής, μια μούμια
που ποτέ δεν θ’ ακούσεις, που έχει όμως μια παράξενη δύναμη
σ’ αυτόν τον σκοτεινό κόσμο, να είναι τόσο απόλυτα αηδιαστική
μέσα στην άγνοια
κι όμως τόσο περήφανα να ορίζει τόσους πολλούς…

Και οι κατάδικοι από μόνοι τους στα πόδια της μούμιας,
αιματοβαμμένο δέρμα, στέκονται στο ένα πόδι,
γίνονται φίδια που ρουφούν τη ζωή μέσα από τ’ αδέρφια τους,
παλεύουν για δαχτυλίδια και λεφτά και όπλα,
μέσα σ’ αυτόν το βόθρο από πόνο δείχνουν τα φαρμακερά τους
δόντια
και πολεμούν για όσα αποφάγια μπορούν…

Και οι άλλοι κατάδικοι, ένοχοι για το
τίποτα εκτός από το χρώμα που γεννήθηκαν, ένοχοι επειδή
είναι αθώοι,
γίνονται σιγά σιγά σκόνη μέσα στους νυχτερινούς αγέρηδες
πετώντας πίσω στις φάρμες και τις πόλεις τους.
Από τις χαρακιές της καρδιάς τους άμμος σηκώνεται και ψεκάζει
πάνω απ’ τα σπίτια και μέσα από τα δέντρα.

Κοιτάζοντας την άμμο να περνά πάνω από αυτόν τον έρημο
τόπο,
κοιτάζεις αυτούς.

*Ο Jimmy Santiago Baca γεννήθηκε στη Σάντα Φε του Νέου Μεξικό το 1952. Παιδί Απάτσι και Chicano, πέρασε χρόνια σε ορφανοτροφεία, έζησε στους δρόμους και στα 21 του συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών. Κατά την εξαετή ποινή του ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Με την προτροπή των συγκρατούμενών του έστειλε ποιήματα στο περιοδικό «Mother Jones» που τότε εξέδιδε η Ντενίς Λέβερτοφ, η οποία και αναγνώρισε το ταλέντο του. Το 2004 ο «ποιητής του λαού» Baca ξεκίνησε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, την «Cedar Tree», η οποία μέσω εισφορών υποστηρίζει νέους συγγραφείς, και ο Baca διδάσκει σε εργαστήρια εκμάθησης γραφής σε παιδιά και εφήβους μέσα από προγράμματα σε σχολεία και πανεπιστήμια, σε κέντρα νεότητας και φυλακές.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή. Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013.

1398794835640

Πελαγία Φυτοπούλου, Ο βιολιστής

OHOOLA one-ninehundred

Εγκατέλειψε το ημερολόγιό του γεμάτο αγριόχορτα.
Πήγε να ταιριάξει στη ζωή.
Τράβηξε κατά το Λούνα-Παρκ.
Φορούσε ένα καπέλο τσακισμένο στην άκρη
και κάπνιζε πίπα.
Αυτό το αρωματικό βιολί στο στόμα του μ’ ενθουσίασε.
Έγειρε προς το μέρος μου και ρώτησε,
αφήνοντας ένα ράθυμο ρέψιμο στη μύτη μου.
«Τι κάνεις εδώ εσύ;»
«Περιμένω τη σειρά μου, προηγούνται τα ψηλότερα παιδιά». Έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε, έφαγε δυο-τρεις.
Αναστατώθηκα.
Πυροβόλησε ξανά.
Το ’βαλα στα πόδια, έτρεξα μακριά,
όπως οι φιλελεύθεροι γιάπηδες ξοδεύουν χιλιόμετρα
στο διάδρομο γυμναστηρίου χωρίς να πηγαίνουν πουθενά.
Στην πραγματικότητα ήμουν ένα μικρό ανθρωπάκι,
ένας υποψήφιος δήμαρχος στην πόλη του Bella Tar
που τρέχει πάνω στην κάνη του όπλου προσπαθώντας να πιάσει
όλα τα χέρια που ζητωκραυγάζουν από κάτω.
0 βιολιστής όπλισε και πάλι. Τα χέρια σωριάστηκαν.
0 Θεός μ’ εμπιστεύεται.
Καβαλήσαμε το αλογάκι, προορισμός μας το Τορίνο.
Οι σφαίρες βρήκαν προσφιλή πίστα
τη χαίτη του κοκκινογένη ή αλλιώς Red Stone.
0 βιολιστής τραγουδά.

«Ω, πάνω στ’ αλογάκι
του Λούνα-Παρκ
το κεφάλι βουτηγμένο
στο μαλλί της γριάς

Ω,
ο βιολιστής στύβει
τη ζάχαρη στη γη μου

Ω,
και τα ρούχα μουγκά
και ο πόνος μουγκός
στάζουν πάνω μου
καλούπι ασπριτζή

Ω,
πλησιάζουμε την πόλη
τη γενναία

Ω,
ο Θεός μ’ εμπιστεύεται
με προκηρύξεις
μου μιλά
η ζωή μου όλη
μια σφαίρα

Ω,
ο Θεός συμφέρει

Ω…»
Τραγουδούσε και πυροβολούσε.
Ξαφνικά έβαλε το περίστροφο στο κεφάλι μου.
«Μη με σκοτώνετε Κύριε, σας παρακαλώ».
«Δε σε σκοτώνω, σε ψηλώνω».
ΜΠΑΜ
Δυο μέρες εξηγούσα στην ασφάλεια,
ότι η τρύπα στο κεφάλι μου είναι απ’ το τσιγκέλι
που με κρέμαγε ο πατέρας για να ψηλώσω.
ΜΠΑΜ
Το γράμμα που έφτασε στη φυλακή έλεγε:
«να τρως»

*Από τη συλλογή “Κούκος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Γιώργος Αναγνώστου, Ο Τίτλος στην Αυλαία

cf84acebeceb7-cf80cf81ceb1ceb3cebcceb1cf84cf89cebd-4

Πειθαρχημένα.
Αυστηρά προκαθορισμένα
όπως άλλωστε συνηθίζεται.
Κοντέινερ χρόνου στάζουν δαμάσκηνα,
ερωμένης ραντεβού.

Στο γραφείο σήμερα, στις επτά,
λαχάνιασμα εξαντλεί κυλιόμενη σκάλα
άπληστο σύνθημα μαγεύει
χαραμάδα χαράς.

Κάτω από το φως της λάμπας
(σαν μαθητούδια) τα προκαταρκτικά

Γραφή, ραφή, αφή, φι
ξεντύνουν πρόταση
ομοιοκαταληξίας με κραγιόν

Κνήμες χάδι
μνήμες λάδι
ουσιαστικά επιβράδυνσης τριβής.

(σάλι φοράς
ζάλη ώρας•
κομπλιμέντα όπλα
κλοπιμαία κόλπα.)

Συν μετοχές ενεργητικές
υποθετικά αν
άρθρα πυρετός («αρεστός»)
κραυγής απόσταση η αυγή Sτοp!
άγχος αγχόνη.
Time is up. Εκκρεμότητα.

Κρεμάστρα αναχώρησης
ταλαντεύει υπόσχεση
long weekend.

Αχ!
Η μελαγχολία του μετά,
απατημένα φωνηέντα
χαστούκι για κάθε
απιστία που διαβάσατε•
νέο ισο-ζύγιο συνευρέσεων
(tryst/trust):

Μία ώρα καθημερινά
μετά το δείπνο απαραίτητα.

Στο κρεβάτι κλεφτά?
εσώρουχα ποίησης κατά προτίμηση.

Είκοσι λεπτά με το πρωϊνό
να γίνει συνήθεια.

Κι αν κατάφερνε να το στριμώξει
σε κανένα lunch break
–εφικτό Τρίτες και Πέμπτες–
τόσο το καλύτερο.

Αν θέλει να δαμάσει τα πάρε δώσε,
τους τρελιάρικους, τους αχαλίνωτους…
Να φρενάρει τέλος πάντων
τους αχόρταγους
τους συντριβανένιους
τους αναβλύζοντες αυθορμητισμούς,
την πολιορκία της εκτοπισμένης
της τόσο μα τόσο
–για χρόνια–
παραμελημένης συζύγου.

∆ιασποράς Ώρα Ελληνικών

*Από τη συλλογή “Λόγοι Χ Αμερικής”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, Γενάρης 2014.

Χρήστος Γιαννακός, Ποιητικές Συνευρέσεις

_nthooio-aeaiiaeuo-ouou-aea-dhiethiaoa-dhieassi

Αγρύπνια
Μια φορά, χειμώνα καιρό,
συναντήθηκαν η αγριελιά κι ο αστρίτης.

Αγριελιά
Πώς δεν τυλίχτηκες απ’ τον πανικό του χειμώνα;
Σε προδίνει το ένστικτό σου τη Νύχτα
ή κατάπιες το δηλητήριο
και νομίζεις ότι σε καίει ο πόθος;

Αστρίτης
Για κατάλληλο καταφύγιο ψάχνω.
Δέξου με να προστατευτώ απ’ το μίσος
που ριζώνει στα όνειρά μου.

Αγριελιά
Διακρίνονται τα αυτοφυή στη συμπόνια;

Αστρίτης
Το χιόνι στροβιλίζεται πάνω
σ’ ό,τι πιστέψαμε ευλογία.
Το χιόνι….

Αγριελιά
…πέφτει ποτέ εκτός εποχής;

Αστρίτης
Δέξου με να προστατευτούμε
στον ναρκωμένο λειμώνα.
Μην κοιτάς τώρα
που με τον έρποντα τρόπο μου,
ικετεύοντας,
μοιάζω ν’ αναιρώ της τόλμης το θαύμα.
Πρόκειται να φυλάω τον γυμνό σου κορμό.
Πέπρωται ν’ αφαιρώ απ’ το φωλιασμένο μου σώμα.

Αγριελιά
Αν αρνηθώ; θα με προσπεράσεις;

Αστρίτης
Δεν θα θρέψω πουκάμισο αταίριαστο
της ανθισμένης αγρύπνιας,
ιδίως γιατί και φέτος προβλέπεται
να κάνουμε άνοιξη
κατώτερη των επικηρυγμένων προσδοκιών μας.

Αγριελιά
Να λες: “…των προσδοκιών μου”.
Δεν ελπίζω παρά
μόνο σε χρώματα κι ευωδιές που τρομάζουν.

***

Ζεϊμπέκικο

Χορευτής:
Εδώ, να, μια πνοή με σηκώνει,
και σε μελανό πόντο κοιτάζω
το αναρίγισμα των υδάτων,
που καλύπτει αντίρροπο
δίδυμο ναυαγό.
Χορεύει, ανα-
ζητώντας τα ίχνη μου.
Σκυφτός,
στρέφομαι ν’ αλιεύσω
μια κίνηση εγγενή,
ενώ από μήτρα
το μέλος της αναβλύζει.

Ναυαγός:
Εδώ, να, η εκπνοή με κυρτώνει
στο κυματιστό
καθρέφτισμά σου σαν πλέω.
Κολυμβητή σε θαρρούσα τρανό
-βυθισμένο αμήχανα
τώρα σε βλέπω.
Όσο δεν θέλησα
με τη σκέψη σου να πνιγώ,
τόσο στη μαύρη
αγκαλιά της χορεύω.

***

για την Αγάπη του Άλλου

“Έλα, αγάπη, μίλα μου”.
Συγκεντρώθηκα για μερικά δευτερόλεπτα,
ώσπου ν’ αντιληφθώ
πόσο κοντά πέρασε
η εγκαρδιότητα του καλέσματος.
Πόσο κοντά πέρασε,
για να νιώσω, ξαφνικά,
την αγάπη της μιας για τον άλλο,
σαν να ήμουν ο άλλος.
Η στιγμή της απάντησης ίσως
– εκεί, σ’ εκείνον και τότε-
ερχόταν δίχως ιδιαίτερες σκέψεις
ή με το ηδονικό σφίξιμο στο στομάχι,
που παραλύει έναν ερωτευμένο.
Άγνωστη φωνή μα φωνή ζεστή.
Εκτός αν υποκρινότανΧ
να γύμναζε τον τύπο
και όχι το ήθος;
“Έλα, αγάπη, μίλα μου”.
Σε ποια να μιλήσω;
Ως ποιος να μιλήσω;
Μια τέτοια έκκληση
είναι πιθανό να μην απευθύνεται;
Τι να πει κι η αγάπη
μ’ αυτόν τον τρόπο – απρόσωπη;
“Συγγνώμη, καλέσατε λάθος νούμερο”.
“Έλα, αγάπη,
άσε τα κόλπα και μίλα μου”.

*Οι “Ποιητικές Συνευρέσεις” αποτέλεσαν κύκλο ποιημάτων διαμορφωμένο για το ηλεκτρονικό περιοδικό “Λέξημα” – από την συλλογή “Εγχειρίδιο Αμηχανίας” εκδ. Μανδραγόρας.

9607528514

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Πέντε ποιήματα

Untitled-1

Ψυχοθεραπεία Α΄

Πάρτε μικρό νυστέρι, έλεγε ο γιατρός. Οπλισθείτε το χέρι του αρχιτέκτονα, τη
σκληράδα του μεταλλειολόγου, το μάτι του επιμελητού Μνημείων Λόγου και Τέχνης.
Όχι πια οι πυρακτωμένες λέξεις μα τα ψυχρά υλικά – γυαλί, αλουμίνιο γραφίτης.
Μείνετε πάντοτε ο ευγενής νοσταλγός ενός παραδείσου πετρωμάτων ή
ακρωτηριασμένων έργων τέχνης. Σκεφτήκατε ποτέ την ικμάδα και το σφρίγος ενός συνταξιούχου συλλέκτη;

***

Ψυχοθεραπεία Β΄

Χαρείτε τον παλμό της εποχής μας, έλεγε ο γιατρός. Αφήστε τον ρόλο του έκπτωτου ονειροπόλου πρίγκιπα. Χαρίστε εγκαρδιότητες –τι σας κοστίζουν–, πιστέψτε στη
χρησιμότητα –κρατώντας βέβαια τις αναγκαίες αποστάσεις– μιας αβρής
επιστολογραφίας. Γίνετε ο περιλάλητος εκφραστής, ο ενσαρκωτής των πόθων και των
ελπίδων της πολύκλαυστης γενιάς σας. Σας ευχαριστώ. Να περνάτε. Σας διαβεβαιώ,
μου είσθε συμπαθής.

***

Όρκος

Συ που με κάλυψες με την πυκνή ανωνυμία σου

ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε

εσένα που δεν αποστήθισα ποτέ – μα στάθηκες

τόσο βαθιά δικός μου, τόσο ανέπαφος

μέσα στον συμφυρμό των άλλων, τόσο αδέξιος

μες στους αλαλαγμούς των κι ακατάδεχτος

τόσο μα τόσο αυθεντικός κι όμως ευάλωτος

μες στους παραμικρούς σου κραδασμούς, καθώς

αυτό που ζήσαμε ή ελπίσαμε είναι γραφτό

σ’ ένα τρεμούλιασμα ή σ’ ένα δάκρυ πάντα ν’ αστοχήσει

Ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε

ποιητική ευγλωττία, τεχνική ενός στίχου που μαθαίνεται

ευλυγισία μιας έκφρασης που καταχτιέται ενσυνείδειτα

συγκίνηση κορυφωμένη που την κατευθύνεις

Ούτ’ ένα στίχο πια ερωτικό, στ’ ορκίζομαι

***

Ακτίνες

«Δεν βλέπω όγκο ή σάρκωμα, μόνο σπασμούς»

Βλαστήμαγε γεμάτη οργή η τρομερή φωνή του

μέσα στο θάλαμο με τα βαριά καλύμματα•

άκουγα μόνο τους διακόπτες, τις χειρολαβές

που φόρτιζαν όσο μπορούσαν τα’ ανοιχτά κυκλώματα

ν’ αποτυπώσουν τις συσπάσεις της στιγμής

μα όλα σκεπάζονταν απ’ το παχύ γαλάκτωμα

Α, δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι, γρύλιζε ο γιατρός

σε λίγους μήνες είχε πεθάνει απ’ τα εγκαύματα

***

Κριτική

«Οι ψυχικές σας μεταπτώσεις μού είναι αδιάφορες, έλεγε ο επιφανής κριτικός, η
δικαίωση θ’ αργήσει πολύ αν κάποτε είναι να έρθει. Τα φωτιστικά σας ευρήματα
ασταθή, η μετρική σας παμπάλαια, η στιχοποιία σας επενδύεται μια ανθοδέσμη
εικόνων σχεδόν μαραμένη. Σας διαφεύγουν οι Ιδέες, τα Πράγματα, η Μεγάλη
Παράδοση, τ’ Αυριανά Σκαλοπάτια – και το κυριότερο, ο Ανθρωπισμός δεν φαίνεται
να σας διακρίνει. Δύστοκος, απελπισμένος και μονήρης θα σβήνετε καθώς θ’
αλαλάζουν οι μελλοθάνατοι σκύμνοι».

Έτσι μίλησε ο επιφανής κριτικός

Βύρων Λεοντάρης, Χωρίς τίτλο (I)

greyday

Ι

Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ’ τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος…
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει…
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως… ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ’ ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις…-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»

Χωρίς τίτλο (VIII)

VIII

Οἰωνὸς πετόμενος ἔστη ἐν μεσουρανήματι
ἀσάλευτος
κι οὔτε κατὰ τὴ δύση πάει ὅπου τραβᾶν σμήνη οἱ ἀποδημοῦντες
οὔτε πρὸς τὴν ἀνατολὴ τὸν σπρώχνουνε ἀπόγειοι στεναγμοὶ
Ἐρήμωσαν ἄξαφνα οἱ δρόμοι ποὺ τὸ βλέμμα τῶν ἀπελπισμένων
χάραξε στὸν ἀέρα
καὶ τὰ περάματα τῶν κεκμηκότων
κι ὁ ἴσκιος μου τινάζεται νὰ φύγει ἀπ’ τὸ κορμί μου πρὸς τὰ πάνω
ξεγλωσσίζοντας
σὰ φλόγα λύχνου ποὺ τοῦ σώνεται τὸ λάδι

Προαίσθημα κακῶν μελλούμενων…
Πάντα νὰ τὰ ἀποτρέψω πάσχιζα ἔστω τὴν τελευταία ὥρα
ἀλλά, νά, τώρα βλέπω δὲν ὑπήρχανε ποτὲ μελλούμενα• μόνο τετελεσμένα
κι οὔτε ὥρα τελευταῖα μὰ μετατελευταία
ὅλη ἡ ζωή μου ἐκπρόθεσμη
προαίσθημα πάντα ὅσων εἶχαν πιὰ συντελεσθεῖ
ἔδρασε λάθρα ὁ χρόνος σὰν τὸ μόνο πεπρωμένο
πλήρωμα καὶ συντέλεια

Τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπὸ καιρὸ
τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπ’ τὴν ἀρχὴ
πέρασε πάνω μου καὶ μ’ ἄφησε σ’ αὔτη τὴ μετατελευταία ὥρα
-μαύρη ὥρα δίχως ἔκβαση-
νὰ σπαρταράω ψυχόφυρτος

Χωρίς τίτλο (X)

Χ

Λόγια ἐκ περάτων συνάχτηκαν
γιὰ τὸν Ἀγώvιο ποὺ πεθαίνει
φτεροκοποῦν ἀπάνω κάτω στὸ τρεμάμενο τὸ ἑσπέρας
θέλουν νὰ τὸν σηκώσουν στὰ φτερὰ τους ἕνα γῦρο νὰ τὸν πᾶν
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια
μὰ αὐτὸς πεθαίνει ἀπών
ματαιωμένος καὶ ἀπών
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια – ἐδῶ παίζαμε ἄλλοτε
ἐδῶ ζήσαμε
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας
Ἐδῶ… ἄλλοτε… Ὅμως τὸ ἐδῶ μὲ ἐντὸς του τὸ ἄλλοτε δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ
καὶ τὸ ἄλλοτε μὲ ἐντὸς του τὸ ἐδῶ δὲν εἶναι πιὰ ἄλλοτε

… παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα «φρούρια» μὲ κοτρῶνες στὶς ἀλάνες
«συμμορίες» πετροπόλεμοι ἢ ξεθάβοντας χειροβομβίδες
σκουριασμένες στὰ δασάκια
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας – ἀργότερα
μπήκαμε στὸ παιχνίδι τῶν μεγάλων σὲ ἄχαρη ἐποχὴ
ἄρχιζε νὰ τσακίζει ἡ Ἐπανάσταση νὰ φτιασιδώνεται ν’ ἀλλάζει εὔκολα ὀνόματα
λέγανε τώρα «θύματα» τοὺς μάρτυρες
καὶ τῶν πληγῶν τὸ χάος «εἰρήνη»
στὸ ἰδανικὸ ὑπεισέρχονταν τὸ τερατῶδες ὑπαρκτὸ
καὶ μόνο ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ προκήρυξη διαμαρτυρίες ἠμιπαράνομα
ἔντυπα ἔρανοι γιὰ τοὺς ἐξορίστους ψιλοπράματα
καὶ σὲ ὦρες ἀθυμίας πειραζόμασταν πόσα χρονάκια φυλακὴ μποροῦν
νὰ μᾶς κοστίσουν ὅλα αὐτὰ
καὶ τότε αὐτὸς σηκώθηκε «λοιπόν, μονάχα αὐτό; δὲν παίζουμε τὴ ζωή μας;»
κι οἱ ἄλλοι γύρισαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο
κι ἀπόμεινε χλωμὸς καὶ διάφανος ἔξαλλος μὲς στὸν ἴδιο του τὸν τρόμο
τρεκλίζοντας καὶ σάμπως νὰ πνιγόταν
γιατί ἔνιωσε ὅτι φριχτὴ ἡ βλαστήμια ποὺ ξεστόμισε
ὅτι πατοῦσε πάνω σὲ ἄλλων ζωὲς καὶ πεπρωμένα
καὶ πὼς κανένας πιὰ μπαγκιέρης δὲν ὑπῆρχε νὰ δεχτεῖ τὴ ζωή του
καὶ τότε ἦταν ποὺ ζήτησε νὰ γίνει ἡ Κρίση ἐπιτέλους νὰ τελειώνουμε
ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀναγνώριζε τὸ ἔγκλημα

… κι αὐτὴ τόσο ὄμορφη τόσο ἄδικα ὄμορφη
τὰ μάτια μου νὰ σέρνει μὲς στὸν κουρνιαχτὸ τῶν δρόμων
κι ἀτέλειωτες ἀγρυπνίες κι ἡ σκιά μου πέρα δώθε σὰν ἐκκρεμὲς
πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
ἀπῶν ματαιωμένος καὶ ἀπῶν
ἄδειος – κερὶ μολύβι καὶ χαρτὶ
λιώνει καὶ τὸ μολύβι σὰν κερὶ καὶ τὸ χαρτὶ ἀποσαθρώνεται
τὸ κατατρῶνε ὀξειδώσεις σχιζομύκητες ἀνόβια
κι ἀναρωτιέμαι ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
λέξεις καὶ συλλαβὲς ἀλληλοσπαραγμένες
στίχοι μὲ κατακλεῖδες ποὺ ἠχοῦν σὰν λαιμητόμοι

… παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα στὸν κουρνιαχτὸ τοῦ κόσμου
κι ἡ σκιά μου πέρα δῶθε σὰν ἐκκρεμὲς πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
τίποτε δὲ σημαίνω τίποτε δὲν ἔχω νόημα
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
κωπηλατῶ γιὰ τὰ παλιὰ κι εἶναι ἡ φωνή μου τρύπια
μπαίνουν νερὰ τ’ ἀδειάζω μπαίνουνε ξανὰ
σῶσον μέ, Σκότος, φύλαξον τοῦ βίου μου τὰ κρύφια
καὶ κάνε νὰ τελειώσει τοῦτος ὁ βραχνὰς
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται -ἐδῶ ζήσαμε… τί λόγος…
τὸ «ζήσαμε» ματαιώνει τὸ «ἐδῶ» καὶ τὸ «ἐδῶ» τὸ «ζήσαμε»
κανεὶς δὲν εἶμαι πουθενὰ δὲν εἶμαι
ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
δὲν ἔχει νόημα τὸ νὰ τελειώσει
τέλος εἶναι τὸ ματαιωμένο τέλος

καθένας μας πεθαίνει ἀπῶν

*Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.