Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΒΙΒΛΙΑ - 0003

ΕΞΟΦΛΗΘΗ

Εξοφλήθη ο λογαριασμός της ΔΕΗ,
πιο δίπλα του ΟΤΕ παρατημένος,
στο τραπεζάκι της ΕΥΔΑΠ και τα κοινόχρηστα,
υπομονετικά περιμένουν τη σειρά τους.
Μέτρησες τα λεφτά σου και δεν φτάνουν.
Κι είναι στ’ αλήθεια τραγικό:
Πληρώνεις μια ζωή λογαριασμούς
κι όλο καινούργιους πρέπει να πληρώσεις.
Σάμπως δεν είναι όλη η ζωή
ένας λογαριασμός
που κάθε μέρα
πρέπει να ξοφλάμε.

***

ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ

Στο πρακτορείο
πλήθος γύρω τα εισιτήρια
μ’ αναχωρήσεις, αφίξεις, επιστροφές.
Μες στο μικρό γραφείο
ξεδιπλώνονται
τόσοι και τόσοι τόποι μακρινοί
Τζαμάικα, Σεϋχέλλες, Μπαχάμες.
Κι αυτός
να ζει δίπλα σε τόσα εισιτήρια
και να μην έχει ακόμα ταξιδέψει.

***

ΣΚΟΝΗ

Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Η σκόνη κάλυψε το σπίτι,
θάμπωσαν τα έπιπλα,
σκλήρυναν οι καρδιές.
Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Η σκόνη μπήκε μες τα μάτια και τα θόλωσε,
τ’ αυτιά βούλωσαν,
ξεχάστηκαν οι φωνέες.
Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Είναι τα μάτια μου θολά.
Η σκόνη απ’ τα παλιά ποτέ δε φεύγει.

***

ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Αυτή τη νύχτα
δεν μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά.
Το δωμάτιο γυρίζει,
οι δρόμοι τρέμουν.
Σεισμός του πλήθους η φωνή,
τραντάζει τα θεμέλια του σπιτιού,
διώχνει τα όνειρα,
μαίνει στ’ αυτιά μου,
με τρομάζει.
Αυτή τη νύχτα
δεν μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά
στην Παλαιστίνη!

***

ΦΩΝΕΣ

Μέσα στο σπίτι
ακούς φωνές.
Άδειο το σπίτι,
θαρρείς πως η σιωπή μιλά.
Όταν κοιμάσαι
ακούς φωνές,
ξυπνάς,
έξω απ’ τα όνειρα οι φωνές σ΄ακολουθούν.
Χλομιάζεις,
τα σκεπάσματα τραβάς,
κρύβεις το πρόσωπο μέσα στο μαξιλάρι.
Τ’ αυτιά βουίζουν,
οι φωνές σφυροκοπούν.
Ποτέ δεν ξεγελάς τις αναμνήσεις.

*Από τη συλλογή “Ερείπια”, Εκδόισεις Ρέω, Αθήνα 2010.

156368-theoharris-papadopoulos

Kenneth Rexroth, Τρία ποιήματα

Προπόρευση των Ισημεριών

Η στιγμή είχε έρθει, περπάτησα μέσα στου Φλεβάρη τη βροχή,
Το κεφάλι μου σαν όστρακο γεμάτο από τους ρυθμούς του.
Και γύρισα στο σπίτι τη νύχτα να γράψω για την αγάπη και τον θάνατο,
Την υψηλή φιλοσοφία, και του ανθρώπου τη αδελφοσύνη.

Μετά από μύχια γνωριμία μ’ αυτά τα πράγματα,
Στοχάζομαι τις αλλαγές των νερών,
Των λουλουδιών, των πουλιών, των λαγών, των ποντικών,
Κι άλλων μικρών ελαφιών
Που συμπληρώνουν του χρόνου την περιοδικότητα.

Και του σφυγμού μου τους καθυσηχασμούς.

***

Ο χρόνος είναι μια σειρά εγκλίσεων, είπε ο Μακ Τάγκαρτ

ΙΙΙ

Κουβέντα σ’ ενα σκοτεινό δωμάτιο
Πουλιά πετούν μες στoν συννεφιασμένο καθρέφτη
Και ποτέ δεν γυρίζουν πίσω
Ο καθρέφτης ξεφτίζει

ΙV

Χιλιάδες λευκά σκόρπια
Πέταλα πάνω στων ωρών τα ύδατα
Μουσική σεληνόφωτου κυματίζει τη θάλασσα
Κοινότοπα συναισθήματα
Στεναχώριες και φιλιά
Φωνές που τραγουδούν και φωνές
Πέρα στην ομιχλώδη ακτή
Γύρω από τις φωτιές των ξεβρασμένων ξύλων
Τραγουδούν για πάντα για πάντα.

***

Καθρέφτης

Το απόγευμα σβήνει με κόκκινες
Κηλίδες φωτός πάνω στα φύλλα
Στη βορειοανατολική πλευρά του φαραγγιού.
Η εξημερωμένη κουκουβάγια μου
Στέκει γαλήνια στο θανατικό της κλαδί.
Μια ανόητη καρακάξα σκούζει
Και ρίχνεται κατά πάνω της.
Εκείνη την αγνοεί. Χασμουριέται
Και τινάζει τα φτερά της.
Η καρακάξα πετά μακριά κράζοντας με τρομάρα.
Το βασιλικό μου φίδι κουλουριασμένο
Ακίνητο πάνω σε βιβλία και χαρτιά.
Ακόμα και η γλώσσα του είναι ακίνητη,
Μα τα κίτρινά του μάτια εποπτεύουν.
Τα ποντίκια τρέχουν χαριτωμένα
Στους τοίχους. Πέρα από τους λόφους
Το φεγγάρι είναι ψηλά, κι ο ουρανός
Γίνεται κρυστάλλινος μπρος του.
Το φαράγγι θαμπίζει στο μισόφωτο.
Ένα αόρατο παλάτι
Γυάλινο, γεμάτο διάφανους ανθρώπους
Βρίσκεται γύρω μου.
Πάνω από τον θαμπό καταρράκτη
Η έντονη υπόσχεση φωτός υψώνεται
Πάνω από του φαραγγιού το άνοιγμα.
Ένα γυμνό κορίτσι μπαίνει στην καλύβα μου,
Με πόδια λευκά, λικνίζοντας τη μέση,
Και με ευωδιαστό φύλο.

*Από το βιβλίο “Κένεθ Ρέξροθ ποιήματα”, σε μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014.

Ευτέρπη Κωσταρέλη, Πέντε ποιήματα

summerspleen

ΤΟ ΝΟΗΜΑ

Σε μπόρες μνήμη δεν απέκτησες
και από ομπρέλες
άγνοια είχες.
Τ μουσκεμένα πόδια
μένουν να σου θυμίζουν
πως δεν έχεις απάντηση:
Τι νόημα έχει η βροχή;

***

ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ

Βροχερή αίσθηση
η αμφιθυμία.
Αλλόκοτη απόπειρα
η αποτύπωση του κενού.
Ξένες οι πληρωμένες αισιοδοξίες
χαστουκίζουν ανήλιαγες οικειότητες.
Σε ένα σύμπαν απροσδιόριστα γερασμένο
κλήθηκες να πολιτογραφηθείς
και από όλα πιο πολύ σε τρομάζει
το γινόμενο των εμπειριών
επί την ηλικία των επιθυμιών
με παρανομαστή ένα συννεφιασμένο χάος.

***

ΥΠΑΡΧΕΙΣ;

“Σκοπός της ζωής μας είναι
το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας”
Α. Εμπειρίκος

Το νόημα του πρωινού
κατάπιε λαίμαργα
η φλυαρία προβλέψεων.
Ξεψυχισμένες νότες παρόντος
ήχησαν σαν την κούπα του καφέ
που γλίστρησε από τα χέρια
ταράζοντας τη νοσηρή ονειροπόληση.
Κεράτινη επικάλυψη των αποφάσεων
η αμφιβόλου υγείας φιλοδοξία
χαρτογραφεί σκοπούς
ή σκοπιμότητες;
Να νιώθεις ξεχωριστός
Να εστιάζεις μίλια μακριά απ΄τη θνητότητα
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση…

***

ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Διάπυρα μάτια αποζητούν
τη δροσιά της σιωπής
το ανάλαφρο χάδι της μοναξιάς
Σβηστά τηλέφωνα.
Απενεργοποιημένα φώτα.
Κεριά να τρεμοπαίζουν
αναποφάσιστα
επιζητώντας την επιβεβαίωση
της ύπαρξής τους
στον αναπτήρα.
Κι όμως γαλήνη διαχέει
ο καπνός των φρεσκοσβησμένων
ρομαντικών ειδωλίων.
Τώρα ξέρεις πως καμιά αλλαγή
δε θα βεβηλώσει
τα μελαχρινά ταξίδια στην ενδοχώρα.

***

ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Απομαγνητοφωνώ
τα κίνητρα αυτού του
-ηχορυπαντικού-
κόσμου,
αξίες και ιδανικά
ενός παγετώνα παρόντος.
Οι διάβολοι χορεύουν
ειρωνικά
στους ρυθμούς
της όποιας επιβίωσης.
Ακτινογραφώ τη λαϊκή οργή
σε πολιτείες με εξειδικευμένη σιωπή
και Πιλάτους με βιολογικά κρεμοσάπουνα
και αιθέρια έλαια δακρύων.
Ψυχές στερημένες από αέρα
βαλτωμένες στη χωνευμένη ανελευθερία
και τις πρόστυχες ανισότητες.
Δυο γενιές κομίζουν το βάρος μιας ελπίδας.
απασφαλισμένη βόμβα
στα θεμέλια κάποιου ακόμα κατεστημένου.
Κι η Άνοιξη
Ίσως δώσει φτερά
σε όσες κάμπιες επέζησαν της έκρηξης.

*Από τη συλλογή “Βερντάντι”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.

Μαριάννα Πλιάκου, Πέντε ποιήματα

Ph:Bárbara Bezina (b. 1980), Painter, Photographer & Digital Artist,Buenos Aires — Argentina

Ph:Bárbara Bezina (b. 1980), Painter, Photographer & Digital Artist,Buenos Aires — Argentina


.
Μόνο βουλώνοντας τη σιωπή με της ανάμνησης την αλεπού
μπορώ τ’ αλάτι όλης της θάλασσας να σβήσω
και σε γλυκά νερά να κλάψω το κορμί σου.
.

***

Πατρίδα


Μαζί τα δάχτυλά μας κλειδωμένα,

μήπως και μείνουμε όρθιοι,

μα οι τσέπες μας γεμάτες πέτρες.
.

.
Κάποτε είχαν μέλι και λεβάντα,

μελάνι και χαρτί.

Για όλα εκείνα που θα γράφαμε,

κι άλλα τόσα που θα βρίσκαμε.

.
Μα κάπου στην αρχή,

στης σιγουριάς μας τα χωράφια,

σκοντάψαμε στους βράχους που φυτρώσαν.

.

Μας τέλειωσε το μέλι,

μας τέλειωσ’ η λεβάντα.
Όσο για το χαρτί,

και τούτο σώθηκε,

κι ας είχαμε πολύ μελάνι ακόμη.

.

Κ’ η μάνα μας,

με άδεια στήθια μας κοιτά,

κι ανώφελα μας καταπίνει.


***

Χρόνος

Αντικριστά καθίσαμε και πάλι.

.

Εμείς εδώ,

με σκαλιστές σκιές στο μέτωπο

τις ώρες της επιθυμίας ν’ ασβεστώνουμε

με τρύπιους τενεκέδες λογικής.

Και στην ελπίδα του “είμαι”,

το “δεν είμαι” να γευόμαστε,

σ’ ετούτο τον παράλογο εμφύλιο.

Σιωπηλός, απέναντι, εσύ,

δεν ξέρω τι μυρίζεις.

.

Σοφία ή Σαρκασμό.
.

***

Η ροδιά στη στροφή του δρόμου

Σπάσανε τα χέρια σου κι έπεσαν

στη γη, χαλίκια.
Κι εγώ,
που τόσο ήθελα να μ’ αγκαλιάσεις,

έσκυψα και μες στην τσέπη τα ’βαλα.

.

Κι όπως σε είδα να μ’ αφήνεις,

δεν ήξερα πως κάποτε

δε θα με καίει τ’ ουρανού σου η βροχή

και η ροδιά που μου ’δειξες στου δρόμου τη στροφή.

.
Όσο για τα χαλίκια,
με τον καιρό γινήκαν βότσαλα,
που έσπειρα στη θάλασσα
και φύτρωσαν κοράλλια.

***
.
Όχι εμείς
.
Και το ποτάμι τρέχει πίσω στην πηγή.
Κι εμείς που δεν προλάβαμε να πιούμε,
πέτρες πετάμε στην κοιλιά του.
Λες κι αυτό να φταίει.
Αυτό κ’ οι Άλλοι.
.
Μα προπαντός οι Άλλοι.
.
***
.
*Από τη συλλογή “Σιωπή”, εκδόσεις Πολύτροπον, 2015. (Τα πήραμε από τη σελίδα της Ana Doulia στο Facebook

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα-Αφιερώσεις

hania4

Ασπρόμαυρες φωτογραφίες

στον Ιωάννη Στεφανουδάκη



ασπρόμαυρες φωτογραφίες

πρόσωπα στιβαρά

φοβισμένα χαμόγελα

οικογενειακές καταστάσεις

πόσες ιστορίες έχουν να πουν

πόσες ζωές χάθηκαν

στον καθημερινό συμβιβασμό

ασπρόμαυρα τραγούδια

συνοδεύουν αυτό το ποίημα

αποχαιρετά τη μέρα ο ήλιος

πάνω από το λιμάνι



***

Έλλειψη

στον Βαγγέλη Κακατσάκη



κάθε μέρα, κάποια μητέρα

μαζί με το παιδί της σταυρώνεται

περιμένοντας το ίδιο βράδυ για να αναστηθεί

όταν ξημερώσει θα δικαστούν πάλι

η μητέρα, ο γιος κι η κόρη αγκαλιά

από τους Φαρισαίους της ζωής

γελούν οι Υποκριτές, πίνουν κρασί

για να σταυρωθούν την ίδια νύχτα,

κάποτε η μητέρα φεύγει οριστικά

τότε, τα παιδιά μόνα τους βαδίζουν

τον δύσβατο δρόμο των Παθών

και κλαίνε, φοβούνται, τραγουδούν

τραγούδια της ξενιτιάς θυμούνται

προσπαθώντας την έλλειψη της μητέρας

κάπως να υποκαταστήσουν

***



Δρόμος

στον Αντώνη Θ. Παπαδόπουλο



βγήκε στον δρόμο

άνθρωπος ερωτευμένος κι οργισμένος

σε μια διαδήλωση έκανε αλυσίδα

χέρι με χέρι με την αγαπημένη του

επιτέλους ανακάλυψα την Ποίηση, φώναξε

*Η φωτογραφία που συνοδεύει τα ποιήματα είναι του διάσημου φωτογράφου Γουόλτερ Λάσαλι (http://blog.mantinades.gr/2015/08/25/pos-itan-ta-chania-ti-dekaetia-tou-1960/)

María José Alemán, Ξεφτισμένες άκρες

El perro

El perro

Όταν η σιωπή της νύχτας διακόπτεται από ένα μακρινό γάβγισμα κι αργότερα το μακρινό γάβγισμα διακόπτεται για να δώσει τη θέση του στη σιωπή, μοιάζει με μουσική.

*

Προτιμώ την ατέλεια στο μακιγιάζ που προσπαθεί να τη συγκαλύψει.

*

Όταν το σώμα είναι κουρασμένο φαίνεται πως ο νους σέρνεται πάνω σε ένα γέρικο άλογο.

*

Το να προσηλώνομαι στη μορφή μέσα στην οποία ο ήλιος μπαίνει απ’ το παράθυρο είναι η μόνη σοβαρή ασχολία που έχω σήμερα ως καθήκον.

*

Όλες τις μέρες την ίδια ώρα διασταυρώνεται με έναν άγνωστο και
αυτομάτως μετατρέπεται στην άγνωστη με την οποία αυτός διασταυρώνεται
όλες τις μέρες την ίδια ώρα.

*

Τρεις φορές έχει ανέβει στο βουνό μέχρι στιγμής αυτό το μήνα για να δείξει το
βουνό στους ξένους, σαν να του ανήκε η επίδειξή του.

*

Είναι ένα θύμα του παρελθόντος του, μα όχι του πραγματικού αλλά αυτού που θυμάται.

*

Αποτριχώνει τα πόδια ενώ καπνίζει σαν ένα είδος του τσίρκου, στο μπάνιο.

*

Γερνάμε παρόλο που δεν γνωρίζουμε τίποτα για τη ζωή. Όμως κρύβουμε το γήρας σαν να ήμασταν υπεύθυνοι γι’ αυτό το λάθος.

*

Το να χάνει κανείς τη μνήμη του πρέπει να είναι παρόμοιο με το να μην έχει ντουλάπα.

*

Το να κοιμάται κανείς είναι μια λειτουργία πρακτική και καθημερινή πατροναρισμένη από το θάνατο.

*

Ένας συγγραφέας που πια δεν είχε τίποτα να πει εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του το σώμα που έγραφε.

*

Έχει συζητηθεί πολύ να γεμίζουμε την κανάτα με νερό, κάθε φορά που γεμίζουμε την κανάτα με νερό.

*

Μου αρέσει το καλοκαίρι γιατί, καθώς οδηγείς, αγγίζεις τα πόδια μου.

*

Ο νους μου είναι άδειος αλλά δεν ξέρω αν είναι ένα επίτευγμα ή μια εκδίκηση.

*

Δυο σκύλοι διασταυρώνονται στο δρόμο μου, ο ένας θα μπορούσε να είμαι εγώ κι ο άλλος επίσης.

*

Απελπίζομαι, αλλά δεν ξέρω ποια είναι η αιτία, ίσως μια υπέρβαση της υπομονής.

*Από τη συλλογή “Ανέκδοτοι Αφορισμοί”. Μετάφραση: Άτη Σολέρτη. Από την Ανολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης.
**Η εικόνα της ανάρτησης είναι παρμένη από το ιστολόγιο της ποιήτριας.
***Η Μαρία Χοσέ Αλεμάν Μπασταρρίκα (γεν. Λαγκούνα, 1967) έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, έχει βραβευτεί για το έργο της και συντονίζει το τμήμα Λογοτεχνίας του Ateneo της Λαγκούνα. Διατηρεί προσωπικό ιστολόγιο στο http://mardeaire.blogspot.com/

Μάριος Μαρκίδης, Για να γίνουμε ταπεινοί

524429_10200473349370198_1803423332_n

Για να γίνουμε ταπεινοί θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούμε στα εφηβικά μας σφαιριστήρια.
Στο γκαρσόνι Νίκος
στη θερινή Αρμονία όπου ο Τώνης Μαρούδας σιγοντάριζε τον πασατέμπο
Μετά η στάση του λεωφορείου κι ο δυστυχής Μιχάλης της παρέας μας να χάνει για δευτερόλεπτα το τελευταίο
και να υποχρεούται ως εκ τούτου να βγάλει την αθεόφοβη ανηφόρα με ορθοπεταλιά –
Καίτοι εις Χριστόν βαπιτσθείς
ήτανε μέρες που τον κόλαζαν ο Τζέημς Ντην κι η Νάταλι Γουντ
(μακαρίτες αμφότεροι σήμερα)
τέλειωνε τα αγγλικά της και τον καλησπέριζε η Νέλλη
Μα στα ζητήματα των νηστειών ήταν αμείλικτος.
Για να γίνουμε ταπεινοί θα ‘πρεπε να κάνουμε στη ζωή μας το ράφτη,
το μαραγκό, έστω τον ταχυδρόμο
ν’ ανεβαίνουμε το ωράριο με ένα μονόξυλο των Μοϊκανών
Να σκάβουμε, να ποτίζουμε, να έχουμε το χειμώνα χιονίστρες
να παίζουμε καλούτσικα μπιλιάρδο, ν’ αγαπάμε το παλιό παλτό μας απεριόριστα κι αναντικατάστατα, να απευθυνόμαστε στον πληθυντικό, να ξέρουμε τη γεροντοκόρη φαρμακοποιό που είναι φιλενάδα της μαμής με τ’ όνομά της
Να έχουμε χαγιάτι κι αυλή στο σπίτι και εορτάζοντας συγγενείς
Να λέμε παρών –
θέλεις στο Χαλάνδρι, θέλεις στο Θησείο, θέλεις στα Ψηλαλώνια
στο Λιμανάκι της Αγάπης που μια φορά χάσαμε το ρολόι μας
Να μη ζητάμε το λογαριασμό
γιατί στο τέλος κι ακριβά πληρώσαμε και ταπεινοί δεν γίναμε.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα με ημερομηνία λήξεως”, εκδόσεις Καστανιώτη, 1995.

8702

Άρης Αλεξάνδρου, από τα «Ανεπίδοτα γράμματα»

img_2693

2
Η κάθε μου λέξη
αν την αγγίξεις με τη γλώσσα
θυμίζει πικραμύγδαλο.
Απ΄ την κάθε μου λέξη
λείπει ένα μεσημέρι με τα χέρια της μητέρας δίπλα στο ψωμί
και το φως που έσταζε απ΄ το παιδικό κουτάλι στην πετσέτα.
Άννα

3
Θα σε βρω.
Όπου πατάς
πέφτουν πράσινα φύλλα

6
Μαζί σου διστάζω να μιλήσω
πιο σιγά κι από ένα δέντρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
σαν την αγάπη που διακόπτει για μια νύχτα
τη ζωή μας.
Τα σύννεφα
Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κι’ ένα κάγκελο να ‘τανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν’ αγγίξεις
τη διαβατική
θηλύτητά τους.
Φρόντισε
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε να ‘ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάκτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
Έτσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Μέσα στις πέτρες
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες τις πέτρες.
Γύμνασμα
Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κι’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.
Το μαχαίρι
Όπως αργεί τα’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κι’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ΄ την λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Υποσημείωση
Φίλε ή αντίπαλε μην τα’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Πέντε ποιήματα

Η αναχώρηση

Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό
γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων
καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό
αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω
Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

***

Υστεροφημία

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

***

Η συμμαχία του θεού

Θε μου, τι να μισούσα απόψε περισσότερο
Την ψεύτικη θάλασσα, μικρή σαν λίμνη, ανώνυμη
το ποδοβολητό και τις φωνές μικρόψυχων παιδιών
φώτα θαμπά που φέγγαν στα κεφάλια μας,
εκείνον τέλος που με βασανίζει τόσο ανέμελα
όσο όλοι μαζί που πέρασαν ή θα ΄ρχονται,
εκείνον που λυπάμαι τόσο που γεννήθηκε
έτσι αργά σε τόπον αφιλόξενο – τα βέλη σου
γι’ αυτόν που έκαμε όλες τις επαναστάσεις και τα ποιήματα
που τον ακούω, νύχτα μέρα, και βογκάω

***

Ο όμορφος αφροδισιολόγος

Ο φίλος μου ο όμορφος αφροδισιολόγος
νεαρός, με ωραία χείλη και βοστρύχους ξανθούς
μου εξήγησε τρία απογεύματα γιατί αποφάσισε
μιαν ειδικότητα που στις μέρες μας έχει ξεπέσει.
«Τι να ελπίσω σ’ ένα δυο σταγόνες αίματος, έλεγε
σ’ ένα τοπίο όλο κόκαλα αποκαρδιωτικό.
Αυτά μπορώ και τα σκεπάζω – μένουν πάντοτε
θερμές εστίες μιας μόλυνσης τρομαχτικής
τ’ ασήμαντα θανατηφόρα έλκη»

***

Οίκτος

Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης
όλο χειρονομίες και ψιθύρους
Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους
που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι
μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει
μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα
Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο
που πλέκει στίχους όλο απελπισία
γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς θέλει να ζήσει
Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο
που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας

*Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Brendan Bonsack, a poem / ένα ποίημα

13932925_680492352107566_6948917675856619799_n

Κειτόμαστε διπλωμένοι
Όπως ένα γράμμα

Το τέλος και
Η αρχή

Το δικό σας και
Το Αγαπητό

Ανακαταμένοι όπως
Οι στροβιλισμοί
Στις εκβολές

Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.