Nanos Valaoritis, Horroscope

val117

A dog of vast proportions is crossing the field of my mind
His forehead is marked with the same sign I am wearing on my neck
My feet sink deeper and deeper in the floor of the bookstore as I attempt to get out
The involuntary expression that crossed the barrier of my teeth
Is simultaneously pronounced by a girl whose path across the sky
Is intersected by mine eventually some time in the future
I am unable to repeat the word in question although I try again and again
Unless someone holds my left arm at a right angle
I am unable to move my left arm
Or keep a straight course from south to north using the stars as guides
They are keeping me half-submerged in a glass of water
They prevent me from crossing the critical point of no return
From crossing the water
From crossing myself in the street
From double-crossing myself From crossing my arms
The threshold of my mind is being crossed by a total stranger
He is wearing a mask and he holds a small quantity of brown sugar in his left hand Around his neck he is wearing an amulet
Which resembles the scar I have on my forehead
A kind of phosphorescent four-letter scar
Representing the word I was unable to pronounce
When I was attempting -desperately- to reach the door of the bookstore
(Pale fear gripping my neck with a hand of iron and noble thoughts crossing the threshold of my brain like a flock of geese)
His forehead is marked with the same indelible sign as mine is
Evil thoughts like a flock of geese penetrate beyond his forehead
He looks me straight in the eye
He fires – holding the gun in his pocket
The bullet penetrates my abdomen and I stumble
I fall across a dead body lying in the entrance of the bookstore
The dying rattle of a falling star (noble thoughts crossing the horizon like a flock of wild geese flying southward navigating by the stars on cloudless nights)
His forehead marked with the sign of the outstretched hand
A dog of vast proportions enters the cavity of my tooth

*From “Descriptive Poems” included in the book “Flash Bloom”, Wire Press, San Francisco, 1980.

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

r961552_10347664

Μέρος Δεύτερο

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

μπορώ να σε δω μπορώ να σε δω
ξερνώντας
παράξενο πλάσμα
άγριο πλάσμα
φως
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα

*Από το ποίημα «Το πρώτο φορτηγό» του Pambardu

Αυτά τα μάτια που «φτάνουν τα πάντα» είναι τα μπροστινά φώτα του πρώτου φορτηγού που διασχίζει τις πεδιάδες της βορειοδυτικής Αυστραλίας με κατεύθυνση τη γη των Yindjibarndi. Η παράδοση θέλει τον τυφλό ποιητή και τραγουδιστή Toby Wiliguru Pambardu να συνθέτει αυτό το έντονα εικονοπλαστικό thabi (ένα είδος ποιήματος/τραγουδιού) μέσα σε ένα όνειρο. Ο Pambardu έζησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, σε μία εποχή όπου ο πολιτισμός των Yindjibarndi αντιμετώπισε δραματικές αλλαγές, οι οποίες κλόνισαν τις παραδόσεις τους. Η ποίησή του αποτελεί μια από τις πιο ζωντανές καταγραφές αυτών των αλλαγών. Ανάμεσα στα θέματά του συναντά κανείς τα πρώτα φορτηγά, μηχανές και μηχανήματα, που οι Yindjibarndi έβλεπαν για πρώτη φορά.

Στην άκρη του κρουνού υπάρχει μια γούρνα,
Στην άκρη του κρουνού ένας νεκρός ανασταίνεται,
Νωρίς την αυγή, με μεταλλική κλαγγή,
ο νεκρός περιπλανιέται στη σκιά του ανεμόμυλου.

*Από το ποίημα «Έρημος ζωή» του Pambardu

Για πολλούς αυτόχθονες πολιτισμούς της Αυστραλίας η προφορική ποίηση σε μορφή τραγουδιού αποτελεί συχνά το όχημα ονοματοδοσίας και ως εκ τούτου κατανόησης και οικειοποίησης του περιβάλλοντος. Στους αρχαίους χορικούς κύκλους, όπως τα έπη Djanggawul και Kunapipi -τα οποία ο ποιητής Mudrooroo έχει αποκαλέσει Ιλιάδα και Οδύσσεια των Αβορίγινων, και λαμβάνουν χώρα στη μυθική χώρα του Arnhem- η γλώσσα και η ποίηση συνδέονται άμεσα με τη δημιουργία του κόσμου. Τα τρία αδέρφια Djanguwul πλέουν σε ένα μικρό κανό από τον Κάτω Κόσμο προς την πρωτογενή Αυστραλία και συνθέτουν το τοπίο της ηπείρου μέσω ενός περίπλοκου τελετουργικού ονοματοδοσίας. Ο ποιητής Pambardu, τραγουδώντας για ένα φορτηγό, ένα εντελώς ξένο και αλλόκοτο πλάσμα, το εισάγει στην πραγματικότητα των Yindjibarndi. Το φορτηγό γίνεται κατανοητό μέσα στο πλαίσιο των εννοιών των Yindjibarndi: είναι ένα παράξενο πλάσμα με δύο μάγους μέσα του που το κάνουν να βρυχάται, και καθώς εξαφανίζεται στον ορίζοντα γίνεται «μετεωρίτης» και ύστερα μια δίνη από «πύρινα κλαριά». Η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει ο μεταφραστής του Pambardu είναι να εισάγει την πραγματικότητα των Yindjibarndi -μέσα στην οποία παρουσιάζεται το φορτηγό- στη δική μας, δυτική, πραγματικότητα. 0 μεταφραστής οφείλει να το κάνει χωρίς να θυσιάσει τίποτα από τη δύναμη, την αυθεντικότητα και την ενόραση της ποίησης του Pambardu, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει τα ενδιαφέροντα γλωσσολογικά προβλήματα που παρουσιάζονται στη μετάφραση των Yindjibarndi.

Σύμφωνα με τη μυθολογία των Yindjibarndi, την εποχή της Δημιουργίας, την Ngurranyujunggamu (όταν η γη ήταν μαλακή), τα πνεύματα διαίρεσαν τους Pilbara, οι οποίοι μιλούσαν την αρχαία γλώσσα Ngaardangarli, σε πολλές ξεχωριστές φυλές δίνοντας στην καθεμία δικούς της νόμους, γη και γλώσσα. Αυτές οι γλώσσες σήμερα συσχετίζονται -ορισμένες πιθανώς όσο και τα γερμανικά με τα δανέζικα, άλλες όσο τα γερμανικά με τα αγγλικά. Οι παλιοί ποιητές Yindjibarndi θεωρούσαν ιδιαίτερα καλό να στολίζουν την ποίησή τους με λέξεις από τις γειτονικές τους γλώσσες, όπως η Kurrama, η Ngarluma, και η Martuthunira, ορισμένες από τις οποίες δεν μιλιούνται πλέον. Όπως είπε κάποτε ο Smallpoxer, ποιητής και αφηγητής ιστοριών από τη φυλή των Ngarluma: «Οι Yindjibarndi δεν ισιώνουν ούτε τεντώνουν τη γλώσσα τους· απλά ανακατεύουν λέξεις άλλων φυλών μέσα της». Αυτά τα γλωσσικό δάνεια, μαζί με άλλες ενδιαφέρουσες οικειοποιήσεις γλωσσικών στοιχείων των αυτοχθόνων, κάνουν την ποιητική γλώσσα των Yindjibarndi να μοιάζει τελείως διαφορετική από την καθομιλουμένη.

Όταν τραγουδιούνται, οι γλώσσες των Pilbara υπόκεινται συχνά σε φωνητικές αλλοιώσεις: εάν ο αφηγητής βρίσκει έναν συγκεκριμένο συνδυασμό λέξεων ηχητικά μη ικανοποιητικό τότε συχνά τροποποιεί την εκφορά μιας λέξης απαλείφο-ντας εντελώς ορισμένα σύμφωνα. Ωστόσο, αν και αυτή η διαδικασία συμβάλλει στην καλύτερη ροή των στίχων, συγχρόνως δυσκολεύει τους νέους ομιλητές Yindjibarndi (σε αντίθεση με τους παλαιότερους οι οποίοι έχουν μία βαθύτερη γνώση της γλώσσας), όπως και τους μεταφραστές, να αντιληφθούν την ακριβή λέξη που τραγουδιέται. Η ακρόαση ποίησης είναι πιο πολύπλοκη λόγω της γρήγορης, μη καθαρής εκφοράς του λόγου, η οποία συνηθίζεται στις γλώσσες των Pilbara. Όσο αιχμηρή και εχθρική μοιάζει αυτή η παραφορά του λόγου σε έναν αλλοδαπό ομιλητή, εξίσου εχθρική φαντάζει η καθαρή άρθρωση για τους Pilbara.

Κατά συνέπεια, η αφήγηση συνήθως ρέπει προς το μουρμουρητό.
Οι Αβορίγινες ποιητές περιπλανιούνται όχι μόνο στις διαφορετικές γλώσσες της περιοχής τους αλλά και σε διαφορετικό επίπεδα της δικής τους γλώσσας. Η ίδια έννοια μπορεί να εκφράζεται με διαφορετική λέξη στην καθομιλουμένη και στην τελετουργική γλώσσα και με μια εντελώς άλλη στα Padupadu, τη γλώσσα που χρησιμοποιείται παραδοσιακά όταν κάποιος απευθύνεται σε σεβαστά πρόσωπα. Το «ναι», για παράδειγμα, στα Yindjibarndi είναι nga, αλλά στο παρελθόν, εάν κάποιος απευθυνόταν σε ένα «ιερό» πρόσωπο αντί για nga έπρεπε να πει yuu.
Τα Padupadu δεν χρησιμοποιούνται πια και πολλές λέξεις, που οι σύγχρονοι του ποιητή Pambardu θα καταλάβαιναν, έχουν εκλείψει. «Είναι μια γλώσσα την οποία στην πραγματικότητα δεν έχουμε ξανακούσει», λέει η Lorraine Coppin, Διευθύντρια Αρχείου και Γλώσσας στο ίδρυμα Αβορίγινων στη Juluwarlu. Αναφέρεται σε κάποιες από τις γλώσσες που εντοπίστηκαν σε παραδοσιακά τραγούδια: «Και έπειτα, όταν τα εξηγούμε στους γηραιότερους εκείνοι λένε ‘αυτή είναι η λέξη’». Και εγώ σκέφτομαι: «Όχι, στη δική μας γλώσσα αυτό σημαίνει κάτι άλλο». Τότε εκείνοι λένε: «Όμως αυτή είναι μια διαφορετική γλώσσα για τα τραγούδια».
Ο μεταφραστής της ποίησης των Yindjibarndi πρέπει να ανατρέξει σε όσα περισσότερα λεξικά, γραμματικές και γλωσσικές λίστες μπορεί για να οδηγήσει το φορτηγό από τις μεγάλες πεδιάδες των Pilbara στη δική του γλώσσα.

SHON ARIEH-LERER

Τα Yindjibarndi είναι η γλώσσα που εδώ και εκατοντάδες χρόνια μιλιέται από τους αυτόχθονους της Αυστραλίας στα νοτιοδυτικά της περιοχής Pilbara (δυτική Αυστραλία). Περιλαμβάνονται στη λίστα των γλωσσών που κινδυνεύουν με εξαφάνιση, καθώς πλέον υπάρχουν λιγότεροι από πεντακόσιοι άνθρωποι, κυρίως μεγάλης ηλικίας, που τα μιλάνε ως πρώτη γλώσσα. Υπάρχουν βέβαια και αρκετοί άλλοι που είτε έχουν περιορισμένη γνώση της γλώσσας είτε θεωρούν τους εαυτούς τους κοινωνούς της παράδοσης των Yindjibarndi.

Τα Yindjibarndi ανήκουν γλωσσικά στην οικογένεια των Pama-Nyungan και συνδέονται με αρκετές άλλες γλώσσες των αυτοχθόνων. Αποτελούν προφορική γλώσσα, εξ ου και μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα δεν είχαν αλφάβητο. Από τη δεκαετία του ’50 και ύστερα, Αυστραλοί και Ευρωπαίοι ερευνητές, με προεξέχοντα τον Γερμανό C. G. von Brandenstein, ηχογράφησαν τη γλώσσα και την κατέγραψαν χρησιμοποιώντας το δυτικοευρωπαϊκό αλφάβητο. Τα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ ηχογραφήθηκαν από τον von Brandenstein και τους συνεργάτες του τη δεκαετία του ’60. Όλες οι μεταφράσεις έχουν γίνει από τα Yindjibarndi.
Η προφορική φύση της γλώσσας των Yindjibarndi τής προ-σέδωσε πλαστικά χαρακτηριστικά τα οποία μεταβάλλονταν από εποχή σε εποχή, από τόπο σε τόπο και από στόμα σε στόμα. Οι λέξεις αλλάζουν με τον ίδιο ρυθμό που μεταβάλλονται τα βράχια από τα κύματα. Η έλλειψη καταγραφής της γλώσσας την μεταμορφώνει σε ζωντανό οργανισμό που ζει τη γιορτή της κάθε ημέρας. Η ανάπτυξη αυτής της γλώσσας είναι για τους αυτόχθονος της Αυστραλίας παράλληλη με την εξερεύνηση του κόσμου και του εαυτού. Με άλλα λόγια, η δομική, εννοιολογική και εκφραστική έκτασή της αποτελεί μία δυναμική χαρτογράφηση του φυσικού και ψυχολογικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο οι αυτόχθονες της Αυστραλίας γεννιούνται, κινούνται, ζουν και πεθαίνουν και το οποίο υπόκειται στις αλλοιώσεις που απορρέουν από όλους τους διαφορετικούς εξωτερικούς παράγοντες στους οποίους εκτίθεται, όπως ο χρόνος, η φύση, αλλά και το ανθρώπινο μυαλό: η γλώσσα το ακολουθεί, το μιμείται και το εκφράζει.

Η καταγραφή αυτής της γλώσσας, όπως και η μετάφρασή της, αποτελεί δυτικό φαινόμενο, με την έννοια ότι συνεχίζει, αν και με διαδοχικές ρήξεις, την παράδοση των Αβορίγινων, περιγράφει το αυστραλιανό τοπίο, ερευνά και παρακολουθεί την εντός και εκτός εξορία των αυτοχθόνων, οι οποίοι στην πλειονότητά τους —και από όσους παρέμειναν ζωντανοί— εντάχθηκαν στον δυτικό, αποικιοκρατικό τρόπο ζωής και γλώσσας, συχνά εγκαταλείποντας, εκούσια ή εξαναγκαζόμενοι, τη γη τους. Την ίδια στιγμή, όμως, την ακινητοποιεί για πρώτη φορά μέσα στο χρόνο καθιστώντας τα καταγεγραμμένα στοιχεία της αναλλοίωτα και γι’ αυτό νεκρά. Υπενθυμίζοντας εντέλει με αυτόν τον τρόπο την εξάλειψη μιας ακόμα φυλής, ενός ακόμα πολιτισμού από την αποικιοκρατική μηχανή της Δύσης.

ΔΑΝΑΗ ΣΙΩΖΙΟΥ και JAZRA ΚΗALEED

*Το Πρώτο Μέρος δημοσιεύτηκε εδώ https://tokoskino.me/2015/12/24/εκεί-που-τα-φίδια-δεν-αλλάζουν-δέρμα-η/
**Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 3, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού και των δύο τευχών του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα.
***Ποίημα του Lionel Fogarty από το Πρώτο Μέρος δημοσιεύτηκε εδώ https://tokoskino.me/2015/12/24/lionel-fogarty-mad-souls-τρελές-ψυχές/

aboriginal-map-flag

Luka “Lesson” Haralampou, Moment To Moment

http://iview.abc.net.au/programs/word/AC1512H001S00

At 26
with a hole in my writing hand and no shoes to walk my poems in
I thought I was Jesus
I slept in a dry creek bed
and spoke to the trees
I found a pine plantation where they stood in perfect rows
and I walked between them
speaking like a general to his soldiers
telling those pine trees to
stand up straight – keep breathing – drop the needles
Back then
I stitched patches onto the sky to stop it from falling
I sat among the cedars
and she asked me if I’d kiss my favourite poet Khalil Gibran before her
I said ‘yes’
but promised her I’d get a tattoo of her on my rib cage in case I ever felt this caged in again
I never did it
and you can’t tell
but even when I’m rolling in the dirt
there’s still a patch of clean skin on my body for everything I’ve ever been through
I stitch myself
back onto myself
when things fall apart
At 27
I realised that dirt is the least dirty substance on earth
I learned this while I was trying to dig myself out of a hole and bury the old me at the same time
I guess it’s lucky I’m exactly 6 foot
So when I stand in a grave I’m always halfway in
and halfway out
all I need to do is tell the gravedigger to go fuck himself
pull him in by the shovel
sprinkle some dirt
say a prayer
it was him or me
He was the old me.
At 28
I walked into the abyss of depression
with an owl of wisdom perched on my shoulder
And as I did
that owl would sometimes appear like a wolf howling at me in the mirror
or a fig tree bearing fruit just once a season
or a river twisting around me
trying to drown me
Eventually though
that owl became a monument:
bronzed and in the centre of my city
with all of life’s architecture growing block
by block
from her Acropolis
Now
I pray at her alter
and climb onto her shoulder
and sometimes I whisper metaphors into her ear
and if I’m lucky
she tells me she likes them
At 29
I realised that money is not the root of all evil
we are the square root of our own equations
we calculate life by trying to add blame
take offence
and multiply it by never wanting to talk about it ever again
We’re all so divided we forget to carry the One
And I realised that Albert Einstein once said:
“If you can’t explain something simply, you don’t know it well enough”
I guess E=MC2 is the evidence
I sold everything and became a reductionist
and with the money
I paid off the ferryman
he tipped his hat and let me pass
and I like to tell people how I never looked back
but of course I have
we always do
The next year
I was so scared of turning 30
that I pretended I was still 29 for the first half or already 31 for the second
It was my leap year
I loved a woman but told her it wasn’t enough
I beat myself up longer than she did
until I realised that there are many languages in the world that don’t have a word for ‘guilt’
And while most people say ‘I think’
and point to their heads
I say ‘I think’ and point to my heart
I went with my heart and for that
there is no apology
But I realised why they say our hearts are the size of our fists
I used mine in self-defence
every time we made a connection
it felt like something connected – Karate for Karma Sutra
Now I use that fist for clutching more pens
and drawing
much better conclusions
At 31
I quit everything and saw my insides under a microscope
I realised the answer to most of my cravings is a deeper breath
a glass of water
or a moment alone
I moved to the ocean and spent hours with the planets
I did what poets talk about
I became more simple
a king in jeans
a kid
who just really likes words
nothing more
nothing less
eventually
I threw a grandfather clock off a cliff just to see time fly
because I realised it would anyway
And I realised that our words don’t need to be heavy to hold weight
it depends more on how you make them…
fall
And I’ve realised that I’m not longer writing poetry
I’m setting up good silences
I’m leaving space for you to fill in the gaps
every time I step onto a stage I spend less time speaking
and more time listening to you listen to me
in between my words there is a poem that you were writing when I wrote this
just by living your lives like we all do
from moment
to this moment.

For the full ABC iview series of Australian slam poets go to: 
http://iview.abc.net.au/collection/the-word

Σταύρος Μίχας, από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”

michas114

Οι κάτοικοι της χώρας αποκοιμήθηκαν θλιμμένοι
έμειναν μόνο οι φίλες μου οι σκιές
το αστέρι της νύχτας είναι κόκκινο για ένα
μακρινό έγκλημα
δεν αντέχω τις κλειστές πόρτες
τα τραγούδια των πλανόδιων μουσικών γίνανε θρήνοι
εδώ σκοτώνουν τους ταξιδιώτες
και τα χλωμά κορίτσια χορεύουν στεφανωμένα
με φλογισμένα σύννεφα
θύματα υποβολών
δεν είδαμε ποτέ την αλήθεια που μας αποκαλύφτηκε
ακούγονται τα βήματα των υπόγειων αδερφών μας
κανείς ποτέ δεν μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει αυτούς τους
ταξιδιώτες

Επόπτες κρατούν στα χέρια τους τα σκοτάδια
μαύρα φορτηγά περνούν όλη τη νύχτα
κάποιοι παραμονεύουν στις πόρτες
οι παρείσακτοι με τα οπλισμένα χέρια
έχουν μάτια δολοφόνων μας προετοίμασαν πολύ νωρίς
γι’ αυτή την ψεύτικη ζωή.

Υπάρχει μια πόρτα στην άκρη του μυαλού
πρέπει να βρούμε το κλειδί
είναι στο ίδιο μέρος που είμαστε φυλακισμένοι…
Τύλιξε το σώμα του
με τ’ όνειρο
και κοιμήθηκε ανάμεσα στα θηρία.

***

Χέρια
χιλιάδες χέρια
πρόβαλαν μέσα απ’ τους τοίχους
άπληστα χέρια
χέρια που ικέτευαν
ματωμένα χέρια
χέρια κομμένα που πάνω τους
φύτρωναν άλλα χέρια
παθιασμένα χέρια εραστών
χέρια δεμένα μ’ αλυσίδες
γαντοφορεμένα χέρια
χέρια τρελών
στολισμένα χέρια
χέρια που πρόδωσαν.

Χιλιάδες χέρια
θα πνίξουνε τη χώρα.
Μάυρα πουλιά
καρφώνουν το φεγγάρι
και τ’ άστρα κλαίνε.

***

Νεκρούπολη
ξεκοιλιασμένα αυτοκίνητα τέρατα
θρηνητικά ουρλιαχτά άγριων σκύλων
ζητιάνοι πεθαίνουν ξαπλωμένοι σ’ εφημερίδες
τηλεορασάνθρωποι σκλάβοι υπνωτικών υποδείξεων

Συμμορίες παιδιών περιπλανιούνται στους δρόμους
μέρες γεμάτες πόνο
ο φετινός χειμώνας είναι τόσο κρύος
στις πλατείες οι φονιάδες στήσαν καταυλισμούς
σκιές γλιστρούν στους τοίχους
σκουλήκια προχωρούν όρθια στους νέους νεκρούς.

*“Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”, Σειρός Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 1988.

Γρηγόριος Σακαλής, Γυναίκα

Christian Schloe, Mayflower

Christian Schloe, Mayflower

Εκεί στην αμμουδιά
λύνω πάνω στο κορμί σου
με πετραδάκια εξισώσεις
αν μ’ αγαπάς
αν σ’ αγαπώ
εσύ σκας στα γέλια
και μου χαλάς τα κλάσματα
αδερφή και ερωμένη
μάνα και θυγατέρα
γυναίκα του Πικασσό
του Μοντιλιάνι
προσεγγίζεις το θείο
στον Όλυμπο ενθρονίζεσαι
της ομορφιάς αστέρι
και της γνώσης πηγή
νιώθω ασήμαντος
να είμαι πλάϊ σου
μα σε θέλω τόσο
που βρίσκω τη δύναμη
να το κάνω.

Δήμητρα Καραφύλλη, Τέσσερα ποιήματα

FRAM williams Artel

FRAM williams Artel

ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ

Ό,τι κι αν γράφεις, ποιητή μου
έρχεσαι δεύτερος.
Κάποιος, στου χρόνου τη στροφή
σ΄ έχει προλάβει.
Έχει μιλήσει για τα μάτια της καλής σου
τις ομορφιές του τόπου σου
την αγκαλιά της μάνας.
Για του πολέμου τη φωτιά
τα φώτα της ειρήνης.
Μην παίζεις το μολύβι νευρικά
στα δάχτυλά σου.
Μην παραπονιέσαι ότι στέρεψες.
Μην ακούς. Αφουγκράσου τη ζωή
που ίδια στο διηνεκές κυλά. Για όλους.
Μην αλιεύεις μίγματα εκρηκτικά, στα λεξικά
που ξεριζώνουν την ψυχή από τις λέξεις.
Βγάλε εκείνο το μικρό
πολυπρισματικό κρυσταλλάκι
που έχεις φυλαγμένο στον κόρφο σου
και πριν ξεθαμπώσει
βρες τη δική σου γωνία προβολής.
Εστίασε. Κοίτα βαθιά.
Τι βλέπεις;

***

PUZZLE

Τοπίο τρίτης άνοιξης.
Στο ομιχλώδες διηνυμένο διάστημα
αναζητώ τα ίχνη του εαυτού μου
χαμένα στην προοπτική του χρόνου.

Η Ελένη, η Άννα, η Βιβή
που μαζί σχεδιάζαμε το αύριο στο μπλοκ ιχνογραφίας
στριμωγμένες στο ίδιο θρανίο
καθόλου δεν με βοηθούν.
Είναι… πολύ απασχολημένες, λένε.
Υπεκφυγές.

Τις βλέπω. Σε μικρή απόσταση από μένα.
Στην ίδια περίπου ακτίνα.
Λάμνουν, σαν άσκοπα, στις όχθες της λήθης.
Προχωρούν, πισωγυρίζουν, συλλέγουν, ξεδιαλέγουν
προσπαθούν να τακτοποιήσουν
τα δήθεν πολύτιμα γι’ αυτές ευρήματα
σ’ ένα πλατύ, ρηχό χαρτόκουτο.
Σε μια σχεδόν φθαρμένη συσκευασία puzzle.

***

ΜΙΛΑ ΜΟΥ

Δωσ’ μου
τα κέρινα κραγιόνια σου για λίγο
να ζωγραφίσω θέλω την αυγή
όπως εσύ τη βλέπεις.

Δωσ’ μου
λίγες σταγόνες γιασεμί
απ’ την κολόνια σου
να πάρει το πρωί πνοή εαρινή.

Δωσ’ μου
δυο φιλιά σοκολατένια
να λειώσουνε στο στόμα μου αργά
να μαλακώσει η μέρα.

Α, μην ξεχάσεις.
Άφησε
τα ίχνη της αφής σου στο δέρμα μου
κομψή ρουμινένια ψηφίδα.

Και κράτα τις λέξεις.

***

ΧΑΜΕΝΗ ΕΔΕΜ

Γέμισα την κατάψυξη καρπούς και φρέσκα φρούτα.
Ελιές, αμύγδαλα, λωτούς, μήλα των Εσπερίδων.
Σύκα γλυκά, συκάμινα στο χρώμα της βιολέτας
φύλλα μυρτιάς μυρωδικά, ξανθό αραποσίτι
χουρμάδες, ρόδια, πιπεριές, μαύρα μεστά σταφύλια
λιαστές ντομάτες σαν καρδιές, κεράσια ματωμένα.
Φράουλες σχήμα του φιλιού και άρωμα αγάπης.
Μπιζέλι καταπράσινο, σέλινο σε λινό
μαντίλι πεντακάθαρο μπιρσιμοκεντημένο.
Μάντολες χρώμα του πανσέ, μαστίχα μεθυσμένη
χρυσό ζαχαροκάλαμο σε αγυρό χανάπι.

Δεν τα γευτήκαμε ποτέ.
Τ’ ανακυκλώσαμε μαζί με το ψυγείο.

*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος – 32 ποιητικά γιατί”, εκδόσεις Αρκαδικός Κήτυκας, Αθήνα 2011.

Χρήστος Ζάχος, Πέντε ποιήματα

600903_10152444226144937_1951444048_n

Η αντίπερα όχθη

Έτσι,
κάθε βράδυ που κάθομαι και διαβάζω τους αγαπημένους μου
ποιητές
-γράφοντας ενίοτε κάποια αδέξια στιχάκια-
όταν σηκώνομαι να πάρω άλλη μια μπίρα από το ψυγείο,
περνάω σε μια άλλη διάσταση
λησμονώντας πάντα τον δρόμο της επιστροφής.

***

Προοίμιο

Το νιώθω, κάτι θα αλλάξει
και θα το αλλάξουμε εμείς
Με γιορτή, με ποίηση, με επανάσταση
Με σύγκρουση και με ό,τι χρειστεί.

Μια καινούργια μέρα ξημερώνει
Όμορφη, δίκαιη, ουτοπική
Μοναδική
δική μας
όμορφη μέρα

Καλημέρα!

***

Αλκοολικές συναντήσεις

Κάθομαι στο μπαρ και πίνω μπίρα με ρακή
Πιο δίπλα κάθεται μια μεγαλοκυρία
και πίνει ούσκι με μπίρα
και πιο πέρα, κάποιος με βότκα και μπίρα
Κι εσείς ψάχνετε να βρείτε το νόημα όλων αυτών
Μπίρα, το νερό των αλκοολικών

***

Απρόσμενο συναίσθημα

Ξαφνικά, άρχισα να νιώθω περίεργα
Κάπως όμορφα αλλά ευάλωτα
Κάποιες μύχιες φαντασιώσεις
άρχισαν να παιδεύουν το μυαλό μου
κι ένιωσα το τζιν να στενύει
στον καβάλο

κοίταξα τον ουρανό
και τον ήλιο πίσω από τα σύννεφα

Ήταν όμορφα
Πήρα το δρόμο για το σπίτι

***

Ο τρόπος μου

Η τέχνη είναι ελευθερία
και αυτή την ελευθερία θέλω να εκφράσω
με τον δικό μου τρόπο

*Από τη συλλογή “Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2014.

x-egersi

Φώτης Γερασίμου, Τέσσερα ποιήματα

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863

4, rue des Citeaux

Τι να πω…
Ότι και να πω το ίδιο θα ’ναι.
Απο κει πέρασα.
Ή μήπως δεν θάναι…
Για να μην πεθάνω δεν πρέπει να ‘χω παρελθόν.
Μα εγώ το παρελθόν μου το θέλω.
Αφού από κει πέρασα. Αυτό είμαι.
Άρα, για να μην πεθάνω θα πρέπει να μην είμαι.
Ε, όχι εγώ θέλω να είμαι.
Άρα, θέλω να πεθάνω;
Δηλαδή, το δίλημμα είναι ή χωρίς παρελθόν
και χωρίς θάνατο
ή με παρελθόν και θάνατο;

Εσείς, τι λέτε;

***

Καντ

Ήταν ανάγκη να περνάς κάθε βράδυ
από κείνο το δρομολόγιο;
Θα σου βρίσκαμε κι εμείς ένα δρομολόγιο
που θα σου άρεσε.
Κι αν σε ζάλιζαν την άνοιξη οι μυρωδιές
απ’ τη χλωρή ατμόσφαιρα
και διέκοπταν τους συλλογισμούς σου
οι φωνές των παιδιών
θα βάζαμε τις γλάστρες μέσα
και τα παιδιά θα τα μαζεύαμε νωρίς.
Και αναπόσπαστος να σκέφτεσαι
τη γενική θεωρία του Υψηλού
όπως θα σου ξανοιγόταν ο διάδρομος του γαλαξία
ανάμεσα στα φωτισμένα παράθυρα
και τα ξέπνοα γελάκια των πορνών

αργά
κατεβαίνοντας
την οδό Πιπίνου…

***

υγ. 1

Με βήμα ρυθμικό κι επίσημο
με ύφος σαν να βγαίναν απ’ τ’ όνειρο
σαν να ‘χαν ξυπνήσει από μεσημεριάτικο ύπνο
με τόσο βάρος αθωότητας στα μέλη
με τόση ελαφράδα ενοχής στις κινήσεις
αποφασισμένα, κουρδισμένα, ανυποψίαστα
-που τα στέλνετε;-
διασχίζοντας με χαμόγελο τον κόσμο
που δεν είχαν επιλέξει,
για τις πρώτες τους γυμναστικές
επιδείξεις…

τα νήπια

***

υγ. 2

Μα, πού τους πάνε; πού πάνε; αναρωτιόμουν
Σχεδόν χαμένοι, εξαϋλωμένοι μέσα στην ομίχλη
των φλας απομακρύνονταν αργά κοιτώντας απ’ το
πίσω κάθισμα, ανυποψίαστοι
για το πάντα και το ποτέ, μ’ ένα χαμόγελο στα μάτια
ένα φιλί στα χείλη, τα χέρια… που νόμιζες ότι δεν
φεύγουν χωρίς επιστροφή.
και κανείς δεν έβλεπε ποιος καθόταν
στη θέση του οδηγού, όπως ακάθεκτοι πια, έτρεχαν
προς το μέλλον που ‘χε γραφτεί στο παρελθόν

οι νεόνυμφοι

*Από τη συλλογή “γεύμα στη χλόη”, εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2012.

savedimages

Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύο ποιήματα

love_road_

ΛΕΥΚΟ

Η έμπνευση δεν τελειώνει.
Ποτέ.
Η έμπνευση δεν τελειώνει ποτέ.

Οι λέξεις τελειώνουν.
τα σημεία στίξης τελειώνουν.
Το λευκό ανάμεσα στις λέξεις,
ανάμεσα στα σημεία στίξης,
τελειώνει.

Τότε καλείσαι να δώσεις νέους ρόλους
στις λέξεις, στα σημεία στίξης,
στο λευκό ανάμεσά τους.

Κι αν είσαι γενναίος
ή έστω
αν οι λέξεις, τα σημεία στίξης,
το λευκό ανάμεσά τους
είναι ό,τι σου έχει μείνει

θα απαντήσεις στο κάλεσμα.

θα αναστήσεις τη γλώσσα
ενώ τα ζόμπι
θα σε κατηγρούν
για τη δολοφονία της.

***

FYI

Μερικοί άνθρωποι δυσκολεύονται λίγο περισσότερο
σαν έρθει η ώρα να σηκωθούνε το πρωί.

Δεν είναι τεμπέληδες.
Δεν θέλουν ύπνο.
Θέλουν τα όνειρα που ο ύπνος φέρνει.

Κι όταν η πλάτη τους αφήσει το στρώμα
και το βαρύ κεφάλι τους δεν ξεκουράζεται πια
στο μαξιλάρι
χρειάζονται, ακόμα, λίγο χρόνο. Λίγα λεπτά.

Να πείσουν τους εαυτούς τους πως
δεν είναι απαραίτητο να είναι ζωντανοί
για να σας (εξ)υπηρετήσουν.

*Από τη συλλογή “Εδώ”, Εκδόσεις Πασιφάη, Αθήνα, Μάης 2015.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Απροϋπόθετοι άνθρωποι

P4060261

όλος ο κόσμος φτιάχνεται και γκρεμίζεται μέσα σε ένα βάζο

Ποιήτριες

τρώμε κοινωνικές πράξεις
ανοίγουμε δημόσια τα ράμματά μας
σε πιάτα στοργικά πλαστικοποιημένα
ταξικά και δομικά αποστειρωμένα
φορούμε γάντια λάτεξ στα κορμιά μας
πάσχουμε από ευγένειες ενάντια στα οράματά μας
το codebar μας έχει ψευδαισθήσεις
είμαστε το ελάττωμα στις αιώνιες γαλουχήσεις
προσοχή σε ποιον στρατό
θα μας επιτάξεις
γιατί είμαστε εμείς που τρώμε
τις κοινωνικές πράξεις

Προνοητικότητα

όταν ήμασταν παιδιά
μας έκοβαν σε κομματάκια το φαγητό
για να μην πνιγούμε από αυτό
ώστε το σύστημα να μας χτυπά
στην παρεγκεφαλίδα με ένα ρόπαλο
μέχρι το κεφάλι μας να λιώσει στο πιάτο
αφού έχουμε φάει όλο μας το φαγητό
για να είμαστε διαθέσιμα για την κοπή
ώστε να ταϊσουν προσεκτικά με εμάς
ένα άλλο παιδί

Αχ πλαστικό

λατρεύω το πλαστικό
την αίσθησή του την αντοχή του
τη σταθερότητα και την υπομονή του
στις αναμνήσεις μου είναι φωτεινό
το αγαπώ όσο μολύνει όσο διαλύει
όσο υπάρχει αυτό στη θέση στο πραγματικό
όσο χωρίζει τα σώματά μας
τα όνειρά μας και παύει κάποιον
αόριστο υπέρτατο σκοπό
πάντα ξεχνούσα και ήθελα να στο πω
ότι με συνθέτει με αναλώνει με μετατρέπει
κι έχει τύχει να το ερωτευτώ
να το ασφαλίσω να το φροντίσω
και μέσα σε αυτό
απορροφητικά να κλειστώ
το μισώ το αγαπώ το μισώ
πόσο μισώ το πλαστικό

Άνω θρώσκεις

τρώω γρασίδι πάρκου
κατουράω τις λέξεις μου
πίνω τις σκέψεις μου
κρατιέμαι από τρίχες
φοράω την επιδερμίδα
τα κόκκαλά μου
κοιμάμαι τα πρωινά μου
στις ώρες κάθομαι
ακούω τα όνειρά μου
μα δεν σε πιάνω
όλο κοιτάς προς τα πάνω
και δεν σε φτάνω

Κι ο θεός είναι νεκρός

και τα μάτια σου ανοίγουν
κι ο θεός είναι νεκρός
σε μια στιγμή μπορούν να αλλάξουν όλα
και μέσα από το στόμα σου
βγαίνουν παράσιτα λύονται προς τα έξω
μία βία από το λάρυγγά σου που κόβεται
η αθωότητά σου δεν βρέθηκε ποτέ
δεν υπέγραψες υπεύθυνη δήλωση
υπάρχεις ή και όχι
είναι δημοκρατική απόφαση
μη φοβάσαι κι ο θεός είναι νεκρός
η γλάστρα είσαι στον διάδρομο
αναμονής προβλεπόμενων γεγονότων
θα πεθάνεις εδώ ή εκεί
κάθε διάβαση είναι μονόδρομος
και κάθε σπίτι κρύο και κλειστό
δεν μιλάς δεν απαντάνε
κι ο ήλιος εκεί πάντα σταθερός
φτιαγμένη από το σάλιο ξένων στομάτων
δύο συν ένας δώρο εραστές αδιαρκείας
το φως τονίζει πιο έντονα τη μοναξιά σου
κι ο θεός είναι νεκρός

Σαν τον χριστό

είμαι μέσα στην οθόνη
το χιαστό μου σώμα λιώνει
για μας υπάρχει πολύ πάθος
όλα είναι ανάποδα
δεν πρέπει να ανησυχώ
όσο ακούω τον συνειρμό
και βλέπω στον νεροχύτη
το νεκρό και το άβιο
τα μαξιλάρια μου είναι λάθος
μα αυτό που με τρομάζει
έιναι ότι τις νύχτες το χέρι σου
ακουμπάει στον σταυρό
κι είμαι κι εγώ σαν τον χριστό
τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ
κι αν στριφογυρνώ δεν φταις εσύ
φταίει που πάνω μου το κράτος
στραγγίζει το αίμα του πειράματος
γλείφει το φως το απορρυπαντικό
προτάσσει το φυσιολογικό
μετράω ξαναμετράω
νύχτες σκαλίζουν ένα κενό εσωτερικό
που χύνεται σαν τσάι στο καθιστικό
σε λεκέ έξτρα ανόθευτο
τα μαξιλάρια μου σταθμεύουν σε λάθος
πρόκειται το σημείο του εγώ
με σπρώχνει σε ανεξιχνίαστο βάθος
να θυμάσαι πως τα βράδια
αδυνατώ να κοιμηθώ
κι είναι εκεί το εγώ κι είναι το πάθος

Ερινύες

μολυσματική ασθένεια
εξαπλώνομαι στα άκρα σου
στα πεζοδρόμια και στις υπηρεσίες
κατατρώω τις ουρές σου
κλέβω τα σούπερ μάρκετ
και τα βιβλιοπωλεία σου
στέκομαι και θάβω το είναι μου
στις φανταχτερές πλατείες
πνίγομαι στις ταμειακές μηχανές
στις φασιστικές ιδεολογίες
είμαι το αρνητικό το πρόσημο
στην ένα ευρώ πίτσα σου
και στα γιγάντια σινεμά σου
ο άστεγος του κουτιού
στις οικογενειακές κατοικίες
η υγρασία πίσω από την κουλτούρα
και η ασχήμια της ομορφιάς σου
είμαι η μοναχικότητα του σεξ
η χοντρή μπάρμπι
ο νεκρός θεός
τα αιματηρά οπισθόφυλλά σου
ο άνθρωπος μέσα στα γιγάντια άδεια πιάτα
η βραδινή βάρδια τα σφαγμένα ζώα
και τα άδεια δωμάτια
βγαίνω από τα σωθικά σου κι
εξαπλώνομαι στα άκρα σου
υψηλού κινδύνου
μολυσματική ασθένεια
ρίσκο καθημερινού θανάτου
στη φυσική τάξη πραγμάτων σου
θα με βρεις μπροστά σου
οι ερινύες του μύθου σου είμαι
η εκδίκηση για τα νεκρά παιδιά σου

Απροϋπόθετοι άνθρωποι

μιλάνε μόνοι τους
στέκονται στη μέση του πουθενά
γελάνε υστερικά και φοράνε
ελαττωματικά πλαστικά
χορεύουν άσχημα
βρίζουν χωρίς συναίσθημα
μυρίζουν κωδεΐνη και βαρβιτουρικά
στον ύπνο τους μιλάνε πρόστυχα
συχνάζουν τις νύχτες σε εργοστάσια
είναι φτιαγμένοι από κραγιόν και μεϊκάπ
και τα όνειρά τους έρχονται
από τους λόφους στο Αφγανιστάν
ως το τρεχούμενο αίμα στα βουστάσια
δεν έχουν προϋποθέσεις
μόνο αλλεργίες σε όλα τα υλικά
τρώνε λυγμούς και σφάζουν μνήμες
περπατούν μόνο ανάποδα
λέγονται τελείες και ντεφορμέ παράσιτα
κλείνουν τις πόρτες για να μπούνε
είναι μωρά γεμάτα άχυρα
σε οικογένεια δεν χωρούνε
χωρίς ψυχή φωτοσυνθέτουν δεν ζούνε
κρυφά αγαπούν νεκρούς κι αγάλματα