Βασίλης Βασιλειάδης, Απόσπασμα από τό Fuck Off, ένα ποίημα σέ δημιουργία

ayto660

ξάγρυπνη και ιδρωμένη
βολοδέρνει ή νευρικότητα του μπροστά στόν ανεμιστήρα
σαλεμένη ή παρεγκεφαλίδα
βουλιάζει σέ συστοιχίες λεξημάτων
reor
reri
Ratio
άρθρωση λόγου κατρακυλισμένη σέ υπολογισμούς καί λογαριασμούς
οί εκτιμήσεις τής λογιστικής
εποπτεύουν μέρα-νύχτα τόν εγκέφαλο
καί ή μηχανική τών νευρώνων του
φροντίζει νά συναρτηθεί ή εννοιολογία τών λέξεων
μέ τήν κατά γράμμα αναπαράσταση
τής πραγματικότητας τής υπαρκτής συναλλαγής
γλώσσα καταπονημένη από περιορισμούς καί καταστολές
τάξης ασάλευτης καί αδιαμφισβήτητης,
αγγαρεμένο από τήν διαχείρηση σκοπιμοτήτων
λογικόγλωσσικό σύστημα………..
στρίβει τσιγάρο
ξεδιψάει τόν χωροταξικό του αποκλεισμό
μέ μία σκατόμπυρα τών εβδομήντα λεπτών τό μισόλιτρο
σκουπίζει μέ τήν παλάμη τά χείλη του
καί συνεχίζει…….
Λόγος
ενέργεια ωστική τού γίγνεσθαι
πού χαράζει μέ
τόλμη
όνειρο
φαντασία
ακόμη καί μέ ουτοπία πού ζητάει από τό κάθε παρόν τό αδύνατο
τή ρότα τού υπάρχω πρός τόν ανοικτό ορίζοντα τού Είναι
επιμένει
νά μήν υπάρχουμε έτσι απλά
αλλά νά Είμαστε,
ή άρθρωση Λόγου
κυοφορεί κεφαλαιοποιήσεις τών στοχασμών καί τών ενεργημάτων
ακόμη καί μέ τρόπο συγκρουσιακό
ώς δράστης ανατινάξεων τών αδιεξόδων
σέ ένα Είναι
σπάνιας έλλογης ποιότητας καί αισθητικής
ύφανση περίτεχνη
μέ νήμα ανθρώπινων καί ανθρωπιστικών αξιών,
όταν μιλάς μέ Λόγο,μουρμούρισε
έχεις άλλη οπτική τής ζωής καί τού ανθρώπου
είναι απόλαυση μιά τέτοια ματιά……
άλλο είναι
ν΄αγαπάς
νά ονειρεύεσαι
νά ερωτεύεσαι
νά φαντασιώνεσαι
νά ουτοπίζεσαι
καί νά ενεργείς
μέ τόν Λόγο
πού σέ θέλει νά συνειπάρχεις μαζί του διαλεκτικά
καί αλλοιώς είναι νά υπ(ο)-άρχεις
σάν ζωή καί σάν άνθρωπος
υπό τή Αρχή
Ratio……..
οί αυτοματισμοί ξύνουν τά ιδρωμένα του αχαμνά
βρίζει τό σκυλί πού γαυγίζει τήν ομηρία του στό αστικό διαμέρισμα.
γέλασε δυνατά μιλώντας στόν εαυτό του……
άντε ρέ μπαγλαμά
νά σέ δώ νά ερωτεύεσαι ανθρώπους καί ζωή
μέ τούς κανόνες
τής Ratio
rational way of love…….χαχαχα….γάμησε τα
δέν μπορούσε νά σταματήσει τό γέλιο
γινεται?αναρωτήθηκε
εμ δέν γίνεται
είσαι χαμένος από χέρι
τσαλάκωσε τό άδειο τενεκεδάκι τής μπύρας
καί τό πέταξε στό πάτωμα
πάμε,
πάμε παρακάτω
θά τά πούμε όλα σ΄αυτήν τήν ξαγρύπνια………..
Reality
Πραγματικότητα
ασύμπτωτη κι αντίθετη
μέ τήν Αλήθεια
Truth……….
μερικές φορές
από ατύχημα σπάνιο
μπορεί καί νά ταυτίζονται……
τήν πραγματικότητα μάς τήν κατασκευάζουν
κομμένη καί ραμένη στά μέτρα τους
ή τήν κατασκευάζουμε εμείς
κατά πώς θέλουμε νά μάς εξυπερετήσει,
ή Αλήθεια όμως
αυτή ή ασέβεια πρός τήν Πραγματικότητα
ακόμη κι άν δέν φαίνεται
ενυπάρχει
αψηλάφιστη
σάν ζητούμενη έκπληξη
καί παράδοξο………
αφοσιώνεται γιά λίγο στήν καταστολή μυαλού
πού εκπέμπει δωρεάν ή τηλεόραση
επανέρχεται….
αλλοίμονο
άν παγιδευτεί τό μυαλό
καί ό δημιουργικός του στοχασμός
στίς κάθε φορά κατεστημένες κατασκευές ζωής
στίς παγιωμένες εικόνες
καί στις φαινομενολογίες
τού κόσμου τής Πραγματικότητας,
σκέψου μονάχα
νά κατασπαταληθείς κωμικοτραγικός
σάν υπήκοος πεδίων επιφάνειας
σέ καθεστώς πραγματικότητας
μόνο στήν Αλήθεια
υπάρχεις
σάν Είμαι
ανεμπόδιστο
νά παραβιάζει ακόμη καί νά αγνοεί ντιλετάντικα
τις επιστασίες καί τά προστάγματα της……..
βαριέται
αλλάζει σκηνικό
ακούει τίς ρίμες τών Melle Mel,Kid Creole καί Cowboy
νά μικροφωνίζουν επάνω στίς διαπασών νότες τού HipHop
απολαμβάνει τήν ρυθμική γέννηση τής βλάσφημης ποίησης
ράπ old school
χαμογελάει τήν ικανοποίηση του
πού αυτά τά δεκαεξάμπαρα γυροφέρνουν τόν κόσμο
φτύνοντας στά μούτρα όπου βρεθούν κι όπου σταθούν
τόν κυρίαρχο λόγο
μέ τίς κατεστημένες λογικές καί εκφραστικές ιεραρχίες
καί τούς ηλίθιους,τούς γαμημένους τούς ανταγωνισμούς του……….
Ethic
Ethos
Ηθος
γεννημένο από τίς θελημένες αυτορρυθμίσεις
τής ελευθερίας
τής αλήθειας
τής δικαιοσύνης
τού λόγου
τρόπος πού ευφορεί τήν ανθρώπινη ολοκλήρωση,
πρόκληση αιρετική
γιά νά αναδιπλωθείς γιγαντωμένος
καί αυτοξεπερασμένος
πρός τήν ανοιχτή συνείδηση
πού σκέφτεται
πώς τά πράγματα μπορεί νά υπάρχουν κι αλλοιώς
έξω καί πέρα
από τήν εμβέλεια τών συμβάσεων
και τών προαποφασισμένων φορμαλισμών
πού σέ επικυρώνουν όντας άφωνος
σάν τόν οντολογικό κληρονόμο τους…….
πατάει μηχανικά σχεδόν στό πληκτρολόγειο
http://www.global porno
τό σωτήριο visual μπορδέλλο
καταποντισμένος στή κάβλα
από τό άσαρκο in vitro
ηλεκτρονικό γαμήσι,
ή στύση κάνει τό αίμα νά λυσσάει στήν καροτίδα
ή σπερματόρροια καταχύνεται στό πάτωμα
σκουπίζει τόν φαλλό μέ τίς καρώ χαρτοπετσέτες τού fast food…….
Ηθική
Moral
κατασκευασμένη από τίς ετυμηγορίες καί τίς διατάξεις
τού Κανόνα
τής πραγματικότητας
τής ratio
τής νομιμότητας,
υπαινικτικό τής ακύρωσης τού Ηθους
αυτό τό αντιαισθητικό ψηφιδωτό
ορθολογικής κανονοκρατίας τής Moral,
απειλεί τιμωρία
τό όπλο τού φόβου
τής ένοπλης Ηθικής
άν τό υπάρχω αρνηθεί νά γίνει παθολογία υποταγής
στήν τάξη τού Κανόνα καί τής Αρχής……
πήρε τήν Φωφώ στήν αγκαλιά του
κι άφησε τήν αγάπη της νά γλύφει τό αξύριστο πρόσωπο του
τήν χαιδευε μιλώντας την,
σκέφτομαι Φωφώ μου
πώς Αμοραλιστής κι Ανήθικος
αντίθετος πρός τήν ζωή τήν κανονιστική
πού σέ βουλιάζει στά σκατά τών προσωπικών σου κατεστημένων συμβάσεων
μπορείς νά είσαι,
Άηθος όμως Φωφάκι
δέν έχεις τό δικαίωμα νά είσαι,
άμ δέν σαλεύει ό νούς από τό Ηθος,συνέχισε
από τήν Ηθική σαλεύει
αυτή τήν διαστρέβλωση τού Ηθους
τήν γαμημένη τήν Moral
τόν διακινητή μεγάλων ποσοτήτων αισχρότητας
τοξικής καί θανατηφόρας
γιά εμάς………………..΄………..

Αντιγόνη Ηλιάδη, Δίσκος φυσικής μουσικής

Avesalom Esperando el sonido

Avesalom Esperando el sonido

Στον Τ. φυσικά.

Θα ξυπνήσεις ένα βράδυ νηστικός
θα σου πω ιστορίες για τους κόσμους
ένας απόηχος θα ακούεται παιδικός
η καρδιά σου θα φυτρώνει δυόσμους

Μικρά σχήματα σκύλου

Βγήκε ο σκύλος από τον βάλτο
στο νερό πλησίασε διψασμένος
δεν είδε τη σκιά στο λάκκο
κι αμέσως έκανε ένα άγριο σάλτο
στην άλλη όχθη έφτασε αφηνιασμένος

κι ο βοσκός τον κοίταζε
τα πρόβατα να φυλάξει
ο θάνατος είναι διακριτικός
κι αν ο σκύλος βρεθεί νεκρός
πολύ δεν θα τον νοιάξει

σαν δεις μέσα από τη σπηλιά το φως
μη φοβηθείς είπε στον σκύλο ένα αστέρι
ξάπλα επάνω μου να κοιμηθείς
μόνο η αγρύπνια σου το ξέρει
θα σου φιλώ τα μάτια και το χέρι

κι οι θάμνοι κόκκινοι τώρα σκάζουν
η νύχτα πράσινη πέφτει βαριά
και οι τζίτζικες δεν θα ησυχάσουν
η γη για το σκυλί θα κλαίει γοερά

Υποσχετική χροιά

μεγάλη μικρή η ξένη σου χροιά
και κάπου πιάνω ένα βέβηλο σε αγαπάω
μα κάποιο βράδυ μεθυσμένος
μου είχες πει σφιχτά θα σε κρατάω
στα όρη στα άγρια τα βουνά

κι αν ο γκρεμός είναι μισός
ολόκληρος εγώ θα σε φυλάω
από τους λύκους μακριά
σαν τις νεράιδες τα πουλιά
μαζί μου θα σε αποπλανάω

και στα μισά του κόσμου
θα σε περιμένω ως βράδυ αργά
τους εφιάλτες θα ξεριζώνω
τα όνειρά σου τα κακά

για μία ρημάδα ευτυχία
ποτέ δεν θα θυμώνω
μες στους αγρούς θα χάνομαι
σαν το κορίτσι μου πληγώνω
θα ξαγρυπνώ μου είπες ως αργά
στο στήθος σου κοντά θα σιμώνω
την καρδιά σου να ακούω να χτυπά

Αριθμός δύο

δύο φωνές και δύο κρασιά
η άλλη μου είπες
και σου ‘χω πει θα σε προδώσει
η τρίτη είναι βέβηλη και αργά
από τη γαλήνη θα σε ερημώσει

μη σταθείς μη στάξεις ομορφιά
κι ό,τι γνωστό κι άπειρο
θέλεις σε μία στιγμή να βιώσεις
στα αγρίμια κράτα λίγο συντροφιά
τη γη ολόκληρη θα νιώσεις

καίει είναι η ψυχή σου μια αγέλη
και η φωνή σου την καλμάρει
μην την αφήσεις να χυθεί στα έλη
και όχι να πεις δύο και τρεις
σαν έρθει ο χάρος να την πάρει

Το δάσος

στο σταυρωμένο μου όνειρο
θα σκέφτομαι σαν
δάσος με πουλιά σεμνά
εσένα
κι αυτό ας νομίζεις πως μου αρκεί
στα χρώματα θα χώνομαι
τα φθηνά
τα ξωτικά τα θολωμένα

Σε περιμένω

μην αργείς
πάμε μακριά να δούμε
από πού έρχονται οι γλάροι
και σκέψου πόσο ψηλοί
στο λιμάνι που ζούμε
φαίνονται οι φάροι
στα πλοία
μη χαθείς

σκέψου εγώ
πάνω από τρεις
το αρνήθηκα φορές
το βαγόνι που ήρθε
να με πάρει

ας με φάνε τα αγέρια
της πόλης οι καημοί
θα σε περιμένω
σε αυτό που στέκει
κι η ματιά μου τα νυχτέρια
στο άφαντο εκεί

Αναπόφευκτα πράγματα

τους κήπους θα μπερδεύω
για παράδεισο
κι ας με καθησυχάζεις
χρόνο θα κλέβω
από τον θεό
να μελετώ
αυτό το μάταιο προς
την άβυσσο

Το όνειρο του δυτικού ανθρώπου

ο ήλιος είναι σκοτεινός
όλες το ξέρουμε
γινάτι κάνουμε
σε άλλη γλώσσα ξένη
μέχρι να ‘ρθει ο κύριος
μαυροντυμένος
την πόρτα να χτυπήσει
είναι ένας περαστικός

τα κορμιά μας λυγισμένα
γεννηθήκαμε στη φύση
από στόματα σφιχτά σαφρακιασμένα
που κατάγονται από της ντροπής
τη μαύρη δύση

αφηνόμαστε
κι ένας φτωχός πεζός
μας κάνει τα κουμάντα
ασπαζόμαστε
μία θρησκεία νόθα
και δεν υπάρχει άνθρωπος
που δεν έφυγε
νεκρός

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ναυάγιο

The_Last_Stand_by_ATAPLATA

Στρόβιλοι τρέμουλο φρικτοί
ρευστοί ερειπιώνες
βουτιά σ’ εβένινα νερά
λεπτά αιώνες

τείχη στιλπνά
κυμάτων ουρανοξυστών
προσόψεις είδωλα νεκρών
κοράλια ιππόκαμποι ανεμώνες.

Φάνης Παπαγεωργίου, Παροπλισμένη ώρα

1Z3B1855

Η ήττα που πιστέψαμε
ότι δεν είναι δική μας

μεγαλύτερη καθώς ήταν
και από τον ίσκιο της
μικρότεροι καθώς ήμασταν
και από το άθροισμά μας

μας βρήκε στο χάρτη

όπως το σύννεφο εκείνο
που ρίχνοντας τα αντίβαρα
στάθηκε από πάνω μας

και άνοιξε στα δύο

*Από το http://www.andro.gr/empneusi/fanis-papageorgiou

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Σίκινος

IMG_2324

Τα πανιά ανοίγουν τις παρενθέσεις
αγκαλιάζοντας τα σώματα
με τα πιο στρογγυλεμένα λόγια.

Στις 10 Αυγούστου κυλούν
στα πλακόστρωτα
χωρούν στις πιο μικρές σου τσέπες.

Μαζί με το εισιτήριο της επιστροφής
κι άλλα περιττά –
κάποτε θα πάψεις να φοβάσαι τη θάλασσα.

Οι περισσότεροι πνίγονται στη στεριά.
διψασμένοι
βουτούν από πολύ ψηλές καρέκλες.

*Από το http://www.andro.gr/empneusi/konstantina-korryvanti

Λέξεις και στίχοι δοκιμασίας από τις εξαντλητικές ημέρες μιας δρομέα

Artwork: Carol White

Artwork: Carol White


 
Φίλοι που διαβάζετε ΤΟ ΚΟΣΚΙΝΟ,

Σήμερα, 6 Αυγούστου του 2016, ημέρα έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στο όμορφο και μακρινό Ρίο, σας χαρίζω τους Μουσώνες μου. Μια έκφραση ποιητική σε ατέλειωτες σελίδες, από ένα πνεύμα που εξασκείται καθημερινά και εντατικά στο γράψιμο.

Τα χρόνια που μας πέρασαν πολλά βιβλία μου αφιερώθηκαν στο αθλητικό, όπως το ονομάζω, πνεύμα. Βρίσκουμε τρόπο να παρομοιάσουμε παλαιότερες αποδόσεις των νεανικών μας χρόνων, όπως μια καταπληκτική απόδοση στο τρέξιμο 100 μέτρων, που με διέκρινε στα γυμνασιακά μου χρόνια. Τον αγώνα αυτό ταχύτητας, δύναμης και αντοχής, που αντικατέστησα με ένα άλλο άθλημα, για να ζήσω την ίδια μαγεία μιας άλλης αθλητικής εμπειρίας τον κράτησα καθημερινά στη ζωή μου.

Τα περισσότερα βιβλία μου ετοιμάστηκαν γι’ αυτό το σκοπό. Για να γιορτάσουν την προπόνηση, την εξάσκηση, για ν’ αναπτύξουν το πάθος, να παρομοιάσουν τη γραφή με το στίβο, όπου η ευγενής άμιλλα έχει ένα και μόνο δρομέα, που τρέχει για να ξεπεράσει τον εαυτό του στους δικούς του, παράλληλους με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αγώνες του.
 Κάθε τέσσερα χρόνια, η ίδια αθλήτρια έχει κάτι ν’ αφήσει που μένει, σαν απλή απόδειξη εξάντλησης και εξάσκησης, σε ό,τι αγαπά και πιστεύει σαν δρομέας της ποίησης.

Το 2000 η Κλέλια, προς τιμήν των Αγώνων του μαγευτικού Σίδνεϊ, και το 2004, στους Ολυμπιακούς της λατρευτής Αθήνας οι δύο τόμοι της Αγγελιοφόρου αφιερωμένοι στους Αθλητές του Πνεύματος. Το 2012, χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων στο τρισαγαπημένο Λονδίνο, και με την πρώτη ευκαιρία χρόνου και διάθεσης των Οργανισμών που ανέλαβαν την παρουσίαση των έργων μου, επτά βιβλία- έξη ποιητικά και ένας τόμος αυτοβιογραφίας- αποτέλεσαν την προσωπική προσφορά στη γραφή που φέρει το όνομά μου, και τη νέα βάση για περαιτέρω εξάσκησή μου.

Στο οπισθόφυλλο της Αγγελιοφόρου Α’ το λέει εξάλλου καθαρά:
Λέξεις και στίχοι δοκιμασίας από τις εξαντλητικές ημέρες μιας δρομέα.
Φέτος, ιδού οι Μουσώνες, δοσμένοι να τιμήσουν τους Αγώνες στο ανεπανάληπτο και άγνωστο σε μένα Ρίο. Ένα βιβλίο που ακολούθησε τον περσινό εξίσου μεγάλο τόμο της Υάλου, ενός βιβλίου-τόμου,  που θέλει να παραμένει τόσο διάφανο όσο κι ανώνυμα σιωπηλό.
Φέτος, ιδού οι Μουσώνες που με πήραν από την Κύπρο, στο Κονγκό στην Αθήνα, στο Λονδίνο και τέλος στην Αυστραλία…είναι οι άνεμοι που με αφήνουν να σας χαρίσω, με ευκαιρία τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο μαγευτικό Ρίο, ένα ποίημα από κάθε βιβλίο τους, εδώ, στην αντάμωση των στίχων μας.

Να χαίρεστε και ν’ αναπτύσσετε τον αγώνα σας, όσο δύσκολος κι αν είναι!

Ευχαριστώ από καρδιάς το ΚΟΣΚΙΝΟ και τον Δημήτρη Τρωαδίτη, καλό φίλο, ποιητή, καλό συνάνθρωπο.

———————————————-

Έρμα Βασιλείου

Μη δώσεις να σε ζυγιάσουν…
 
αυτοί που βλέπουν όσα οι άλλοι
απ’ τα δικά σου τ’ αμύθητα κάλλη λαθών
θα πάρουν κάποτε
μα όχι τώρα
τώρα δεν σε μετρούν σωστά
πικρό μετανιωμένο
σε βλέπει σήμερα
η παιχνιδιάρικη ημέρευση
πουλιά με ράμφη άκαμπτα
ταΐζουν νεοσσούς
στ’ απάχικα στέκια του αλανιάρη τροπικού
μη δώσεις ποτέ να σου μετρήσουν ήλιο
δεν στο παρήγγειλα νωρίς, λησμόνει με
μη δώκεις τίποτε τυχαία να σου το πω στοχάστηκα σήμερα
θα παίρνουν τα μέτρα στο μήκος της κνήμης
για να σου ράψουνε μανίκια
θα μετρούν  το πλάτος του νου
για να σου φτιάξουνε ποδιές, σαλοπέτες*
είναι των άλλων τόσο διάφορα
οι μώλωπες στολίζονται με δόξα
τα πελλανέμια χορεύουν μέχρι πρωίας
…ο κόσμος σου τα περιμένει όλα
τ’ αναζητάει τα δέχεται  
σε κάποιο περιθώριο θα μπεις για να διορθωθείς
για τελευταίο έργο των γλωσσών της εργατιάς
να τραβάς τις μέρες από τις ρίζες να μεγαλώνουν
μ’ ένα λινό φόρεμα που αφήνει ξέφτια κάθε μέρα
θα βρεθείς γυμνή στο Βυζάντιο
παρέα με τον Πτωχοπρόδρομο
ίσως αυτός σου δώσει κάτι ν’ αλείψεις τον ουρανίσκο 
η απόσταση είναι κουβαροκούβαρο
για σένα μελάνι μερόνυχτο περιπέτεια της τροχιάς
και οι καλεσμένοι σου
που αρέσκονται στην ηρεμία που φτιάχνεις
στο Αριστείο του Θεού!
 
 *τα overalls, τα ρούχα του εργάτη, salopettes στα Γαλλικά, δάνειο στα Ελληνικά του Κονγκό

Μουσώνες. Βιβλίο Α’   Έργα του Νότου

***

Μια ποιήτρια που ζει στον κόσμο της

Το σπίτι μου είχε δέρμα που ανέπνεε
Την τύχη της επαύριον
Σταφύλια, φουντούκια και φύλλα ακακίας
Άνθη πεσμένα στα γόνατα
Σιωπηλοί καθρέφτες…
Έγραφε μουσική κάθε στιγμή η άμπωτις
Εώα, με φώναζε ο μπάτης, στην τύχη το άκουγα
Γέμιζαν οι χαρές του νότες υψηλές
Τη γη της ψυχής που μας έτρεφε άλγη
Καθρέφτες σπασμένοι, όλα
 
Μουσώνες. Βιβλίο Β’ – Εώα, η άλλη Εκάβη
 
***
 

Artwork: Carol White

Artwork: Carol White

Justice rendue
 
το παιδί που έχει
κρατούμενο μην χρειαστεί να ελευθερώσεις

κρυφή η δύναμη κρυφοί και αδάμαστοι οι μαστοί
είναι το πόδι του αλόγου τολμηρό
κι εσύ γυναίκα με την απουσία σου
δεν έδωσες αξία στα σχέδια του πολέμου του
 
πόσο θα έπρεπε να γράψει μια σμίλη στην πέτρα
τα κατορθώματα του καθενός
 
χωρίς να πρέπει να γίνεσαι το μοιρολόι των ποιητών
αφού είσαι όλη ράμνα με άνθη ή με καρπούς
 
οξύτατη ουσία θέλει να σε γεμίσει αιωνιότητα
αυτό το βράδυ θα το δεις να γίνεσαι η στρατηγός παρέα με την αθανασία
φτάνει να λες, φτάνει να λες απέχει το τέλος του κόσμου
κάλεσε την ωριαία δέσμη φωτός
καβάλα στο αλογάκι της Παναγίας
χρωματιστή προβαίνει σαν μαντόνα και μια αρά
ταυτόχρονα
με μαντίλα και δίχτυ στα χέρια
γεμάτο τεράστιες πέρλες
που αντηχούν τα γεγονότα του παράδεισου
όλα στα χέρια κεντητά σημαδεμένα
πιο πολύ από τα χαρτιά που κρατούν
πυγμή στην καρδιά
χάνουν οι άντρες που κέρδισαν τη δύναμη
γροθιά στην καρδιά η αγωνία
χάνεις που δεν με είδες να γελώ
με ένα κέρμα γυρισμού
 
δώσε του, μόνο δώσε του
φιλόξενη ειρήνη
με χάρη πάρε του την πορφυρή εξουσία να μη χάσει
σεμνότητα
θυμήσου γιατί εγώ το ξέχασα πως έχει σκλαβωμένο το παιδί του
κακά μπορεί να έκανες
προθέσεις δεν είχες να ταυτιστείς με αυτά, μόνο με την σκληρή την περηφάνια
 
Μουσώνες. Βιβλίο Γ’ Εξ αγνώστου γυναικός

***

Αn object is moving
 
It is dusty
-the word indigenous fits in my thoughts-
I am indigenous in my worlds
we are all in a pair of works
competing our complexities
 
believe the unbelievable
and try to forgive it
 
as it is moving
no theories support it
as it is resting
no resting place it accepts
 
I cry to my meaning
it tells me you know yourself
I kneel and beg his mercy
it tells me…
it tells me…
is it not enough you loved?
It tells me, it tells me
it is moving
it is love, it is mercy
it is a dusty room
it’s dusty I am thirsty for my groom
I know myself in every bridge
a chamber replenishing
its face
with compact powder of my earth
with powder of my dynamite
I live and recognise you
you are mine, I am yours
we are thirsty
we are dusty, we are ours, our worth
 
Μουσώνες. Βιβλίο Δ’ Devotion-Boermab Warrior
 
***

Άργησε τόσο η καταγραφή των άστρων

Κάτω,στη ρεματιά φαίνεται ο καβαλάρης
φοράει τα σίδερα των χρόνων
έρχεται λαβωμένος, κομμένη η μέση του στο άλογο
το ξίφος κρεμαστό στα πλαγίκια
και το άτι, λογοδοσμένο εδώ κι αιώνες ασυναίρετους
στο γείτονά θα πάει ν’ απλώσει τα αιωνόβια μουσκεμένα,
κι η μάννα του σαν γνέθει ακόμα θέλει να τελειώσει
τη ρούχινη τσαγιέρα με τα βότανα τ’ αθάνατου
και στο πουρό, οι εταζέρες ολόγυρα του ασπρότοιχου
χόρτα που συζητούν ξεχνούν πως έζησαν εφτά και λίγο αιώνες
ψάχνουν να βρουν ένα καπέλο με τα θαύματα
να πούνε πως ξεχάστηκαν
ανεβαίνει στο βουνό μεσόχρονα βαδίζει
ο καβαλάρης με άλογο το χρόνο
νομίζω πως απόψε καλό ένα πιάτο φαΐ να το θέλουμε όλοι
καλό ένα στρώμα ξυστό νερό κι αποκαΐδια που άφησαν
οι αμαρτίες μου στο στόμα του αγεριού
να το μοιραστούμε
θέλουν να μπω στο μαγειρειό του Κλεφτοπρόσωπου
να πάρω την εικόνα των σαράντα φτέρων
που μεταξύ τους ομιλούν για όσα πέρασαν
σε μια σιωπή που ξεκουφαίνει τ’ άστρα
να μάθω να μην αμαρτάνουν οι άλλοι…
ο καβαλάρης φαίνεται στα σίδερα των χρόνων
έρχεται μα δεν φτάνει
κλαίει η κυρά του στο χαμό του κόσμου
κλαίει που του έμεινε πιστή
και δεν την ζήτησε κανένας
εκτός από μια αθεόφοβη καταγραφή των άστρων
 
Μουσώνες. Βιβλίο E’ Τα τραγούδια της Αράχνης
 
***

Άκουγε σε πολλά ονόματα
 
…που κτυπούσαν πρωί το κουδούνι
Σε όποιο όνομα τον καλούσες
παρών
Κάποτε είχε φύγει με μια αμαρτωλή
γύρισε με κόκκινες μασχάλες από τα νύχια της
τον περιποιηθήκαμε ολόκληρο χειμώνα και τρεις νύχτες από κάθε καλοκαίρι
ερχόταν μετά από αυτόν
Τα φαρδιά του λόγια
Έφταναν μέχρι την καμάρα του καμπαναριού
Και είχε αποκτήσει ανέκφραστη αυταπάτη
Πως είχε συγχωρεθεί
Για τον άτακτο στρατό των αισθήσεων
Το θεωρούσε πια μεγάλη ακολασία
Να βρίσκεται ένα φύλλο του φθινόπωρου
Στα ζεσταμένα από την αγκαλιά των βημάτων
Άτρια των επισκεπτών
Και μάζευε με επικύψεις
Που οδηγούσαν στο εξομολογητήριο
Κάθε άσχετο με το χώρο αντικείμενο
Κάθε ανίκητο από την έλξη του πνεύματος
λόγο
 
Πληρωνόταν μ’ ένα πιάτο κιμωλίες τη μέρα
Κι έσβηνε μ’ αυτές
Τον καρβουνιασμένο τοίχο του κελλιού του
Κι όταν όλα έφυγαν του ‘δωσε επί τέλους ένα όνομα όπως έχουμε όλοι
Η γούμενος του κοντινού χωριού
Γιατί το δικό μας δεν είχε, ήταν αλειτούργητη η εκκλησιά μας σχεδόν το χρόνο ολάκερο
ήμασταν βλέπετε αμαρτωλοί
κι εμείς
όπως και ο ηγούμενος

Μουσώνες. Βιβλίο Στ’ Το Ερημητήρι

Βύρων Λεοντάρης, Ἐδῶ, στό συνοικιακό νεκροταφεῖο

leontaris

Δύο χρόνια χωρίς τον Βύρωνα Λεοντάρη

Ἐδῶ, στό συνοικιακό νεκροταφεῖο

πού μαζευτήκαμε νά κεραστοῦμε

καφέ, παξιμαδάκι καί κονιάκ

γιά τόν ἀγαπημένο μας πού χάθηκε νέος πολύ ἐν ἀρετῆ καί θλίψει

καί λίγο πρίν στή γῆ ἀπιθώσαμε τό σῶμα του

-τό βάρος μιᾶς νεότητας ἀσήκωτο σά μεταμέλεια…-

ἡ σύναξη ἑτερόκλητη

φίλοι καί συγγενεῖς ἐγγύτεροι καί ἀπώτεροι οἱ συμμετασχόντες

-σέ τί συμμετασχόντες

καί ποιοί τώρα οἱ «ἐγγύς» καί ποιοί οἱ ἀπώτεροι…-

λόγια συμβατικά γιά τόν νεκρό, τριμμένα κι ἄλλα πού σωπαίνονται

καί ἐγκώμια σέ παληά ἑλληνικά ὅπως συνηθίζεται

«ἀναλωθείς…», «διαπρέψας…», «ὑπερακοντίσας…»

Τό τελευταῖο αὐτό μέ λύγισε

Τί λέξη, ἀλήθεια, καί τί μοίρα

γι᾿ αὐτούς πού ξεπεράσανε τό στόχο

κι ἔτσι, ὑπερακοντίσαντες, ἀστόχησαν

Τί ἔγινε ἡ ὁρμή τους

ποῦ καρφώθηκε τό ἀκόντιο…

Δέ μέτρησε ἡ βολή τους τίποτε δέ μέτρησε.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Ανέκδοτα ποιήματα

Φώτο: Alex Markovich

Φώτο: Alex Markovich

Ι

Τώρα που εκλείπει η γη της Επαγγελίας
πού θα πάνε τόσοι άνθρωποι, ακούραστοι περιπατητές με μια άνοιξη κρυμμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους.

και υγρασία και σκοτάδια και καμμιά νοσταλγία
να σκεπάσει τους ακέφαλους εφιάλτες τους.
Είναι βαριά αυτή η μετακίνηση μέσα στις νύχτες,
κοστίζει κάτι παραπάνω να κουβαλάας χαμένη γη κρυμμένη μέσα σε στέρνα γυναικών.
Και εκτίθεσαι πάντα σε κίνδυνο αν σε αντιληφθούν.
Λάμπει η νοσταλγία τις νύχτες και φλυαρούν τα μάτια με την πρώτη ευκαιρία.
Γι’ αυτό προσέχουν.
Δεν νοσταλγούν.
Και μέσα στο σκοτάδι που διαλέγουν /μια μικρή ασφάλεια δηλαδή επιζητώντας/…αφουγκράζονται τις λέξεις που κάνουν τον περίπλουν τους

μια μελαγχολία ντυμένη βαριά για καλοκαίρι…

ΙΙ

Καθ’ οδόν για τον άγνωστο Θεό, ωστόσο, η ελπίδα με αναθήματα.
Διασώζεται καμμιά φορά και περνάει χαρωπή απέναντι
στο χωματόδρομο / ένας νερόλακκος / εκεί πρόλαβε και καθρεφτίστηκε η μέρα πριν γίνει νύχτα.
Και μην ξεχνάμε
Μια φωτογραφία απ’ την τσέπη ενός νεκρού
ήταν το μεγάλο εφφέ της σημερινής μέρας.

Πάει κι αυτό.
Πέρασε!!!!

Τέλλος Φίλης, Υπενθύμιση

Screen Shot 2016-08-05 at 10.26.28

Ένας άστεγος με λερωμένη βερμούδα
κι άπλυτα γένια λευκά
μου θυμίζει κάθε πρωί πως είναι καλοκαίρι
Καθισμένος στη στάση «Ιπποδρόμιο»
δεν περιμένει κανένα λεωφορείο
ένα κομμάτι ψωμί, τρώει την κόρα,
την ψίχα την κρατά για τα αδέσποτα σκυλιά
γέρνει, κοιμάται
ανάμεσα στον ουρανό της στάσης με τα λευκά σύννεφα

Επιστρέφουν οι γείτονες θλιμμένοι απ’ τις ακτές
φεύγουν οι τελευταίοι αδειούχοι
ανοίγουν, κλείνουν καταστήματα
φοιτητές μετακομίζουν
κι αυτός εκεί, σιωπηλός, ακίνητος, άστεγος Ζευς στη σιωπή
δίχως κεραυνούς.

Δεν ενοχλεί κανέναν και κανείς δεν ενοχλείται
είναι το κοινωνικό μας ρολόι στο κέντρο της πόλης
Άλλοι νοιάζονται, άλλοι προσπερνούν,
άλλοι αποστρέφουν το βλέμμα
άλλοι βοηθούν, άλλοι ξαγρυπνούν…
κι άλλοι προετοιμάζονται για τον καιρό των κεραυνών.

Μετά νυχτώνει

κι η υπενθύμισή μας χάνεται στη νύχτα

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/08/blog-post_5.html

Tristan Tzara, Επτά ποιήματα

Janco-Dada

Ποίημα για ένα Φουστάνι
(Poeme pour une robe de Madame Sonia Delaunay)

Ο Άγγελος από το χέρι του γλίστρησε
Μέσα στο καλάθι ο οφθαλμός των φρούτων
Των αυτοκινήτων τις ρόδες εκείνος τις χωλαίνει
Καθώς και το ιλιγγιώδη γυροσκόπιο της ανθρώπινης καρδιάς.

***

Ο Θάνατος του Γκυγιώμ Απολλιναίρ

Ξέρουμε το τίποτα
Ξέρουμε το τίποτα της οδύνης
Η όξινη εποχή των παγετών
Οργώνει βαθιά χαντάκια στους μυς μας
Θα προτιμούσε ν’ απολάμβανε της νίκης την ευφροσύνη
Eμείς οι σοφοί καθώς γαλήνια τα πένθη στα κλουβιά σφαλιστήκαν
Ανίκανοι τ’ ο,τιδήποτε να κάνουμε
Αν χιονίσει προς τα πάνω
Αν το ρόδο του ήλιου ανάμεσά μας σταθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας
Για να μας ζεστάνει
Κι αν τα δέντρα κρεμάσουν εκεί μέσα σε μια γιρλάντα
-Το μοναδικό μας δάκρυ-
Aν τα πουλιά ανάμεσα μας βρισκόντουσαν ενω καθρεφτιζόμασταν
Στα γαλήνια νερά της λίμνης που πάνω απ’ τα κεφάλια μας στάθηκε
ΙΣΩΣ ΚΑΙ Ν’ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΑΣΤΑΝ
Πως ο θάνατος θα μπορούσε να ήταν ένα μακρύ κι ωραίο ταξίδι
Και μι’ ατέλειωτη άδεια διακοπών για την σάρκα την υφή το κόκκαλο

***

Η Dada Ανασκόπηση

πέντε νέγρες σ’ ένα αμάξι
ανατινάχθηκαν ακολουθώντας τις πέντε κατευθύνσεις των δαχτύλων μου
όταν κάποιες φορές το χέρι μου στο στήθος μου τοποθετώ για να προσευχηθώ στον θεό
υπάρχει εκεί ένα υγρασίας φως ενός ηλικιωμένου φεγγαριού πουλιά στο
κεφάλι μου ολόγυρα
το πράσινο των αγίων φωτοστέφανο έχει αρθεί από ψυχικές δραπετεύσεις
τραλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλαλα
τώρα θα δείτε την έκρηξη μέσ’ στα κοχύλια
κάπου υπάρχει ένας νέος άνδρας που τους πνεύμονές του τρώει
και τόσο έξοχα έκλασε ώστε το σπίτι του έγινε μεσάνυχτα
σα τον γυρισμό των πουλιών που στα ποιήματα του τραγουδούσε
και ο θάνατος αντινάζεται από κανόνια σταματώντας την συζήτηση των γυπών
το πολύ μεγάλο ιστιοφόρο άνοιξε το βιβλίο του σαν ένας άγγελος μολαταύτα
τ’ ανοιξιάτικα φύλλα σου έχουν κολλήσει μια κομψή σελίδα τυπογραφείου
zoumbai zoumbai zoumbai di
έχω ασχοληθεί μ’ όλα τα καλά κι όλα τα κακά αχ την χαρά του στρατηγού
κάθε σάβανο είναι ο κύριος μας και στον κάθε μας κύριο
υπάρχει η δική μου καρδιά
η δική μου καρδιά που της έχω δώσει ένα φιλοδώρημα χεεχεε

***

Προκήρυξη Δίχως Αξίωση
(απόσπασμα, συμπεριλαμβάνεται στα
ΕΦΤΑ ΜΑΝΙΦΕΣΤΑ ΤΟΥ ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΥ)

Η Τέχνη πρόκειται να κοιμηθεί για ένα νέο κόσμο που θα γεννηθεί
Η “ΤΕΧΝΗ’-παπαγαλία- αντικαταθίσταται από το DADA,
το ΠΛΑΙΣΙΟΣΑΥΡΟΣ, ή το μαντήλι
Το ταλέντο ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΙ κάνει τον
ποιητή ένα ναρκωμανή ΣΗΜΕΡΑ η κριτική
των ισορροπιών χωρίς προκλήσεις μα με ομοιότητες
ΠΑΓΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΤΩΝ ΑΚΡΙ-
ΒΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΩΝ
Υπόδρομος των αθανάτων εγγυήσεων: δεν υπάρχει τίποτα
πιο σπουδαίο απ’ την σπουδαιότητα δεν υπάρχει
διαφάνεια ή εμφάνιση
ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΣΠΑΣΤΕ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΑΣ
ΤΥΦΛΟΙ ανεβείτε στη σκηνή
Η ΣΥΡΙΓΓΑ είναι μόνο για την δική μου νόηση. Γράφω γιατί είναι μια
φυσική λειτουργία όπως όταν κατουράω κι όπως αρρωσταινώ
Η ΤΕΧΝΗ χρειάζεται ΜΙΑ ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ
Η τέχνη είναι μια ΑΞΙΩΣΗ αναθερμάμενη απ’ την
ΔΕΙΛΙΑ της ουροποιητικής λεκάνης, η υστερία γεννιέται
μέσα ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ
Βρισκόμαστε σε αναζήτηση
της δύναμης που είναι άμεση αγνή νηφάλια
ΜΟΝΑΔΙΚΗ βρισκόμαστε σε αναζήτηση του ΤΙΠΟΤΑ
επιβεβαιώνουμε την ΖΩΟΤΙΚΟΤΗΤΑ της κάθε ΣΤΙ-
ΓΜΗΣ
η αντι-φιλοσοφία της αυθόρμητης ακροβασίας
Αυτή την στιγμή μισώ τον άνθρωπο που ψιθυρίζει
πριν απ’ το διάλειμμα -eau de cologne-
ξινισμένο θέατρο. Ο ΠΕΡΙΧΑΡΗΣ ΑΓΕΡΑΣ
Αν ένας άνθρωπος λέει το αντίθετο είναι γιατί
έχει δίκιο
Έσω έτοιμοι για την δράση του geyser στο αίμα μας
-υποθαλάσσια πληροφορία υπερχρωματικά αε-
ροπλάνα κυτταρικά μέταλλα αριθμημένα μέσα
στην πτήση των ομοιωμάτων
ανω των κανόνων της
και του ελέγχου της
ΟΜΟΡΦΙΑΣ
Δεν είναι για τα σωσμένα μπόλια
που ακόμα λατρεύουν τον αφαλό τους

***

το καταδίκασε

είναι καλύτερο ν’ αποκρύπτει το ανθρώπινο του ναυάγιο
απ’ τα απασχολημένα μάτια των εμπόρων
σε ψυχές κι αναρίθμητα σφάλματα στην Ιθάκη
καταστρέφει την αποσκευή του ταξιδιού του
όταν κάποιος θα του μιλήσει για το λαδωμένο δέρμα των αθλητών
τα σμήνη των προβάτων σε στενογραφία συμβόλων
που η μνηστή του ζωγραφίζει στον άνεμο χρησιμοποιώντας τις βλεφαρίδες της
η ζωή της άλλαξε στους ηχητικούς συνδέσμους των διακοπών
η νύχτα είναι παγερή
ξέρω γιατί
είναι όταν ο λύκος
τρίβεται πάνω στην πέτρα
εκεί που η γη λειαίνεται
και βάζει το μαστίγιο-σα κομμάτια στη σειρά
κανενός χάσματος η χλεύη ποτέ πριν δεν είχε έτσι ποδοπατηθεί
από βαριά στήθη έκρηξη μπροστά στου στόματός του το κατώφλι
των πλανητών τα χέρια και ανθοφορίας βασανιστήρια στο τέλος
απ’ τα απανθρακωμένα δάχτυλα των κελευσμάτων χαιρετίσματα και ρίζες
δημιουργούν την αναμενόμενη έκρηξη διαμέσου των φλογών
κατα μήκος σχισμές που μπορώ να μετρήσω χάριν του χαμόγελού σου
απ’ την άμετρη ανάσα που πλημμύρισε ο ήλιος του χαμόγελού σου

***

κατά μήκος βηματισμός

το βλέμμα της άμμου
η ακόλαστη γαία
του πύργου ο φλοιός
η ανταλλαγή των λόφων των τερπνών
ο πρώτος λίθος
το θελκτικό χταπόδι
έσβησαν τ’ αμπέλια
απ’ τις στοίβες της αγέλης
ψεύδονται εκείνοι
τότε το ευτελές της εμπιστοσύνης νερό
κι η απανταχού νυχτιά
πόρτες εκπυρσοκροτούν
αόρατα χέρια
το γρασίδι επενδυμένο
η φωνή μπλοκαρισμένη
ο δρόμος αποκεφαλισμένος
το σπίτι ολοσχερώς καμένο
τα πάντα για σένα βλέπεις
δεν βλέπεις τίποτα πια

***

Κανόνας

οι συγκρουόμενες θάλασσες διαδίδουν τον ωκεανό της δικής τους απραξίας
στα κρεβάτια με τα λευκά αφρώδη σεντόνια
στον ήχο που κάνουν οι από κύματα σελίδες όταν γυρίζουν από τον αναγνώστη του
ανικανοποίητου ουρανού
το αγαπημένο και σταθερό χάδι των συννέφων
διαλύεται πίσω απ’ την ομίχλη
η μακρά αναμένουσα υπόσχεση στον ορίζοντα απ’ το χαμόγελό σου
η ξέρα στο σημείο της εκρήξεώς της αποκαλύπτει την νέα άσπρη πέτρα
μιας κολλοσιαίας εταιρείας το στήθος προσφέρεται για του χρόνου το μήκος
και ο άνεμος τα χείλη του δαγκώνει μες στην μαύρη του οργή
σπασμένη είναι η σαφήνεια καθώς περνά μέσα απ’ τα γυαλιά των ζωών μας
ο άνεμος πνίγει την λέξη στου χωριού το λαιμό φτωχό χωριό
είναι η ζωή του περίεργες αποκαλύψεις
θρυμματισμένη των λέξεων η αλυσίδα καλυπτόμενη μες στους χειμώνες και τα δράματα
τα οποία συνδέουν τις οικείες αποκαλύψεις των δικών μας ζωών
και ο άνεμος φτύνει τα πρόσωπά μας
η ακούραστη σκληρότητα του όλου

*Απόδοση: Θ.Δ.Τυπάλδος.

tzara-jeune-300x238