Γιάννης Ρηγόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

wallerotas-ceb3ceb9ceb1cf84ceaf-ceb5cf81cf89cf84ceb5cf85cf8ccebcceb1cf83cf84ceb5


ΑΚΙΝΗΣΙΑ

Στ’ αρχαία πεζοδρόμια
δεν ακούω τα βήματα των προγόνων.
Σημάδια από σκοτεινό αίμα
θρηνούν τον άγγελο
που ήταν της νιότης.
Τώρα σε μια ακινησία καθισμένος
γράφω τραγούδια
που κανείς δεν θα τα νιώσει.

***

ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

Κάθομαι στο παραθύρι της ανατολής
αναπολώντας το αίμα μου
καθώς κάτω στο δρόμο
περνούν φορτηγά και ερπηστριοφόρα.
Σ’ ένα μαλακό χώμα
να μπω
να λύσω τα αινίγματα με τους πεθαμένους.
Λέξεις ανύπαρκτες ή χαμένες
σε ρίζες αιώνων
κρατάνε το μυστικό
και στους ζωντανούς στρώνουν τραπέζι.
Πηγές φαντάσματα
βγάζουν αίμα και νερό
τους διψασμένους και τους χορτάτους
πως θα ξεχωρίσουν;

***

ΞΥΔΙ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

την κορυφή της σκάλας
στέκεσαι και αγναντεύεις τη θάλασσα
Στο πρώτο σκαλοπάτι πεσμένος
προσπαθεί να κουνήσει τα φτερά του:
Άγγελος είναι λαβωμένος.
Δεν τον κοιτάς.
Ο δικός σου άγγελος περιμένεις νάρθει από τα νερά.

Ο λαβωμένος θέλει να σου πει μια ιστορία
πούχει να κάνει με την αγάπη
με τη θάλασσα
και τα μαχαίρια.
Θέλει να σου πει πως τον βρήκαν απροστάτευτο
από τη δική σου απαντοχή
και τούσπασαν τα φτερά.
Ελεύθερη νάσαι πια
Να μην τον καρτερείς γιατί δεν θάρθει.

Όμως όπως εκείνα τα πουλιά
που έχουν δεχτεί τα βόλια
και σέρνονται στους θάμνους ή τα πεζοδρόμια
ήρθε στο πρώτο σκαλί σου κι έπεσε.

Είναι αυτός που καρτερούσες.
Ξέπλυνε τον με ξύδι
και ράντισε τον με αρμύρα.

***

ΚΑΚΟ ΣΠΥΡΙ

Κακό σπυρί στο κόκαλο
Καλόγερους και μάγους
Γονάτισε.

Ρήμαξε και μιαν άνοιξη
Κι ένα καλοκαιράκι.

Τις μυστικές γραφές του
Κληρονόμησε
Ένας καμπούρης γυρολόγος
Τις κάνει θράκα
Και πυρώνεται
Όταν το χιόνι
Κλείνει τους δρόμους
Για τα πανηγύρια.

*O Γιάννης Ρηγόπουλος ζει στο Άργος. Δημοσιεύει ποιήματα, δοκίμια και κριτικά κείμενα σε ποικίλα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, ενώ έχει εκδοτική ανάμειξη στο περιοδικό “Αναγέννηση”. Έχει εκδώσει ουκ ολίγα βιβλία, μεταξύ των οποίων την ποιητική συλλογή “Ενδοφλεβίως”, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το προσωπικό του ιστολόγιο.

Γιώργος Ρούσκας,

Άυλο Πύαρ

Άυλο Πύαρ 

Ρήμαξε όλη μου η ζωή 
κυνηγώντας όνειρα 
που ήταν φτιαχτά. 
Τα νιάτα μου σπατάλησα 
γιατί μ’ έπεισαν 
πως τα λίγα 
δεν είναι αρκετά. 

Εγώ ο Άτλας. 
Ο Σίσυφος πάλι εγώ. 
Εξόριστος 
στον τόπο μου τον ίδιο. 
Λερναία Ύδρα 
ο πολιτισμός 
μα δυστυχώς 
δεν είμαι ο Ηρακλής. 

Δώσ’ μου να πιω 
το νέκταρ των χειλιών σου. 
Διψώ. 
Την αμβροσία θέλω 
των πιο απόκρυφων πηγών 
απ’ τα ζεστά, 
ποτάμια ύδατά σου 
λαίμαργα να ρουφήξω. 
Στα μακριά μαλλιά σου 
άσε με 
γυμνός να τυλιχτώ. 

Να πίνω άυλο πύαρ 
απ’ τα Λευκά σου Όρη 
να γεύομαι το σώμα σου 
σαν αχνιστό ψωμί 
και του ιδρώτα σου 
τα αρώματα να γίνονται 
υπέρτατου 
ερεθισμού αφορμή. 
Τ΄ αξύριστο μου μάγουλο 
με τρυφερότητα 
στο αριστερό σου πέλμα 
άσε με ν ακουμπώ 
το χρίσμα για να λάβω 
ώστε πολίτης άξιος 
του Όλυμπου να γίνω• 
στο πλάι σου να περπατώ.

***

Ονειρεύομαι;

Ονειρεύομαι ένα τόπο χωρίς φράχτες
χωρίς βία, χειραγώγηση, εκβιασμούς
με δωρεάν ηλεκτρικό, τηλέφωνο, νερό
και πάροχο επικοινωνιακό

χωρίς εισιτήρια, μέτρα εισπρακτικά
ειδήσεων δελτία ψυχαναγκαστικά
διαφημίσεις, χάπια, τιμωρία
μα με συμπόνια, αγάπη, γέλιο, αφθονία

με δωρεάν τη στέγη, ρούχα, φαγητό
απάλειψη των «πρέπει» από το λεξικό
με φως, με χρώμα, μουσική
αρμονική συνύπαρξη όλων όσων στη γη

χωρίς ρολόι, βασιλιάδες,
κηφήνες, πρίγκιπες παραμυθιών
Μπομπ Σφουγγαράκη, Μπάρμπι, εξολοθρευτές
κατευθυνόμενη παιδεία, φυλακές

Το σύμπαν όλο, αν βγάλεις το κενό,
χωράει σ’ ένα μπιζέλι τόσο δα μικρό.
Στο δίλημμα του Ηρακλή κακία ή αρετή
υπάρχει τρίτος δρόμος: Η Ζωή.

Ονειρεύομαι ένα τόπο ανθρώπινο
αμόλυντο, ελεύθερο, ειρηνικό
για κάποιους όσο ουτοπικό
τόσο για εμένα εφικτό.

*Η ποιητική συλλογή “Άυλο Πύαρ” του Γιώργου Ρούσκα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Χίλων το 2013.

Ρώμος Φιλύρας – Ποιητής από τον κύκλο των “χαμένων” ποιητών

Ρώμος Φιλύρας, ένας θεατρίνος της ζωής

• Τι έχει μείνει, τι θα μείνει από αυτή την αλαμπουρνέζικη φιγούρα, από αυτό το μυωπικό πρόσωπο, από αυτό το τρέκλισμα μπροστά στο κάλεσμα της φύσης; Τι συντηρεί τη γοητεία του ποιητικού έργου, αυτού τού δανδή, αυτού του πώς τον λένε, αυτού του ευγενικού πώς σας λένε, που κρεμιέται στις λέξεις, γιατί ο γκρεμός είναι από κάτω και μία συλλαβή, αν δεν ακουστεί μουσικά, τον χωρίζει πάντα από την καταβαράθρωση, την ψυχολογική και τη συναισθηματική.

Την απάντηση την έδωσε ο Τάσος Κόρφης, μια σπάνια μορφή, επειδή ήταν επίμονα ανιδιοτελής και μεσοπολεμικός, αφού δεν έφυγε ποτέ από τον κύκλο των «χαμένων» ποιητών: «Δεν είναι άστοχο να πούμε πως ο Ρώμος Φιλύρας, μία από τις πιο θερμές παρουσίες του Μεσοπολέμου, είναι σήμερα, ίσως περισσότερο απ’ ό,τι στην εποχή του, επίκαιρος, και όσο περνούν τα χρόνια και ο βρόχος του τεχνολογικού πολιτισμού όλο και πιο πολύ θα σφίγγεται γύρω από τον άνθρωπο, η γεμάτη αθωότητα ποίησή του συνεχώς θα κερδίζει έδαφος».

Ετσι, λοιπόν, είχαν τα πράγματα, όταν οι μικρές μελέτες-πορτρέτα «Ματιές στη λογοτεχνία του Μεσοπολέμου» εκδόθηκαν το 1991, από τον Πρόσπερο. Εναν χρόνο νωρίτερα ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης είχε ανθολογήσει τον Ρώμο Φιλύρα στη «Χαμηλή φωνή», τον οποίο είχε χαρακτηρίσει έναν παρεξηγημένο ποιητή τής γενιάς του ’20. Εντούτοις, το παιχνίδι γύρω από το όνομά του, αυτού του Ρεμπό της λογοτεχνίας, όπως τον είχαν αποκαλέσει ο Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Κώστας Βάρναλης, δεν είχε ανάψει, ούτε όμως είχε σβήσει. Περίπου έμεινε σαν πάθος απωθημένο, ομολογημένο ωστόσο σ’ έναν κύκλο εραστών της ποίησής του. Από ‘κεί πέρα ενταφιάστηκε η περίπτωση Ρώμος Φιλύρας.

Το ποιητικό του έργο, πάρεξ σε προσωπικές αναγνώσεις, οι οποίες εντέλει αποκτούν, θέλουν δεν θέλουν, τη μορφή της ανθολογίας, βρίσκεται σε προσπάθειες όπως του νεότερου Σωτήρη Τριβιζά, δημιουργού των «Ποιητών του Μεσοπολέμου» (2004). Αυτοί οι μεγάλοι χαμένοι-κερδισμένοι, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι οι δαφνοστεφείς ποιητές, των οποίων η προτομή δεσπόζει σε μικρές ή μεγάλες πλατείες. Είναι το καταραμένο απόθεμα της ποιητικής κοινότητας και η δεσπόζουσα στην καθημερινότητα, χωρίς όμως να δηλώνεται ως ανάγκη, γιατί είναι η καταφυγή και τα καταφύγιο, όταν ακούγεται ο ήχος των παμπάλαιων ρολογιών σ’ ένα άδειο, αδειανό και μοναχικό δωμάτιο.

Ο Ρώμος Φιλύρας γεννιέται στο Δερβένι της Κορινθίας το 1888, σχεδόν στα τελειώματα του 19ου αιώνα της ανακάλυψης των ερειπίων του αρχαίου κόσμου -εδώ βλέπε κάμποσο ρομαντισμό- και θα δεχθεί τον κραδασμό από τα απόνερα του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου. Ηδη αρχίζουν τα πράγματα να σφίγγουν, δίνοντας χώρο στη διαμόρφωση των νέων κρατών-εθνών της Βαλκανικής. Ολα τα φώτα είναι αναμμένα κι όλα σβησμένα. Στα χαρτιά της ταυτότητας του δεν θα συναντήσουμε κανέναν Ρώμο και κανέναν Φιλύρα. Μόνον το «κοινότοπο» όνομα και επώνυμο Ιωάννης Β. Οικονομόπουλος.

Ενας από τους ανθρώπους που τον στήριξαν, αυτόν τον φαντεζί της χοροπηδούσας και χορευτικής συνείδησης, αφότου επέλεξε να ζήσει στο Δρομοκαΐτειο (1927), χτυπημένος από τη σύφιλη, είναι μία προσωπικότητα της δημοσιογραφίας και της κριτικής σκέψης, ο διευθυντής της Καθημερινής, ο αριστερός στη νεότητά του, με το ψευδώνυμο Γιάννης Ζεβγάς, Αιμίλιος Χουρμούζιος. Σ’ αυτόν οφείλουμε την πρώτη και τελευταία προσπάθεια να συγκεντρωθεί το ποιητικό και πεζό έργο του Ρώμου Φιλύρα, τρία χρόνια προτού πεθάνει, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1942. Ενα δώρο στον ζωντανό-νεκρό φίλο του.

Στην έκδοση του 1939 των εκδόσεων-Γκοβόστη, με τα στοιχεία «Ρώμος Φιλύρας. Απαντα, Εμμετρα και πεζά. Κριτική εισαγωγή Αιμ. Χουρμούζιου», που είχε την καλοσύνη να μου την προμηθεύσει ο Κώστας Σπανός της «Βιβλιοφιλίας», ο επιμελητής υπόσχεται στους αναγνώστες ότι θα ακολουθήσουν άλλοι δύο τόμοι – που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ: «[…]. Σκέφτομαι με κάποια λύπη πως δεν μπορώ να εκταθώ στο έργο εκείνο που, σκορπισμένο εδώ κ’ εκεί μετά την τελευταία του συλλογή, παρουσιάζει τον ποιητή σ’ όλη την πληρότητα της έμπνευσής του, μιας έμπνευσης μολεμένης έστω από τον κακό πυρετό της αρρώστειας […]».

Ο Αιμίλιος γνωρίζει ότι ο φίλος του, ο Ρώμος, είναι ένας ξοφλημένος, κι ωστόσο τον περιθάλπει. Στην εφημερίδα την οποία διευθύνει, του δίνει χώρο, τον Ιούνιο του 1929, για να αυτοβιογραφηθεί. Είναι οι καλοκαιρινές μήνες, που πάνε και οι ειδήσεις διακοπές…

Στα δεκαέξι του, αυτή η φωτιά του συναισθήματος θα δημοσιεύσει στο περιοδικό Νουμάς. Από το 1902 έχει εγκατασταθεί οικογενειακώς στον Πειραιά, όπου θα ολοκληρώσει ό,τι περιλαμβάνει η περίοδος του σχολείου. Από τη μητέρα του κληρονόμησε τη θερμή και ζέουσα φύση του, από τον φιλόλογο πατέρα του, την αγάπη του για τα γράμματα. Ταξιδιάρης και ταξιδεμένος, από μικρός στα όνειρα, σ’ αυτήν την ήπειρο όπου δεν υπάρχουν σύνορα, προσπαθεί ν’ εκφράσει τον δικό του κόσμο. Πρωτότυπος από φύση και ιδιοσυγκρασία, αν και διαβάζει πολύ, και ενημερώνεται για τα πρόσφατα ρεύματα της λογοτεχνίας, αρνείται να ξεκλέψει ιδέες από τα βιβλία.

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, το 1937, ενώ ήδη νοσηλεύεται στο δημόσιο ψυχιατρείο, έχει τη διαύγεια να αναφερθεί στα κείμενα που επέδρασαν πάνω του. Και αυτά είναι η ρομαντική ενατένιση του Σολωμού, η ολοκληρωτική βύθιση στην Παλαιά Διαθήκη, ορισμένα αποσπάσματα της Καινής δεν τον ενοχλούν, ο Ομηρος είναι πάντοτε μπροστά του, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής τραγωδούν το όραμά του. Από τον Σαίξπηρ, πρώτα έρχονται στις επιλογές του ο Εμπορος της Βενετίας, η Τρικυμία και το Χειμωνιάτικο παραμύθι. «Ακόμα», όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, «στίχους του Καρντούτσι, του Ντανούτσιο, στίχους διακοσίων Γάλλων και θεατρικά πεντηκοντάδος Γάλλων επίσης, τον Σέλλεϋ, τον Κητς και προπάντων τον Μπάυρον». Ομως: «Περισσότερο απ’ όλα έχω διαβάσει την Αγίαν Γραφήν, τον Ομηρο και τον θείον Πλάτωνα».

Ο Ρώμος Φιλύρας θα συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά της εποχής του, κυρίως με χρονογραφήματα και παρουσιάσεις βιβλίων. Η δημοσιογραφία τρώει λογοτέχνες, έλεγαν κάποτε. Παράλληλα, υπηρετεί στον ελληνικό στρατό, αρχικά ως αρχειοφύλακας και στη συνέχεια ως γραφέας. Θα φτάσει στον βαθμό του υπολοχαγού, θα πολεμήσει, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, σε Ηπειρο και Μακεδονία, όπου έπαθε κρυοπαγήματα. Αποτάχθηκε, λόγω αφροδίσιου νοσήματος, το 1924. Ο κύκλος τού Ρώμου Φιλύρα είχε κλείσει χωρίς επιστροφή. Κατά τον εγκλεισμό του, στον προστατευμένο χώρο των «τρελών», δεν θα σταματήσει να γράφει.

Το πως έζησε εκεί μέσα, το αφηγείται στο κείμενο «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά» («Καστανιώτης»), το οποίο επιμελήθηκε ο καθηγητής Γιάννης Παπακώστας. Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται ακόμη Ο θεατρίνος της ζωής, που κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 1916, και Η παράδοξη αυτοβιογραφία μου, για πρώτη φορά ενταγμένη σε τόμο. Η τελευταία πρωτοδημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο φύλλο Οικογένεια, τον Αύγουστο του 1927. Είναι ο μόνος τόμος που βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία, με ολοκληρωμένα έργα του.

Το εύχρηστο τομίδιο Ρώμος Φιλύρας, το οποίο έχει επιμεληθεί ο ποιητής και καθηγητής Γιάννης Δάλλας, έχει τη μορφή προσωπικής ανθολόγησης και γούστου, και εντάσσεται στη σειρά «Εκ νέου» των εκδόσεων Γαβριηλίδη.

Ενόσω ζούσε, ο Ρώμος Φιλύρας -κάποτε πρέπει να ολοκληρωθεί η έκδοση τών απάντων του- τύπωσε έξι ποιητικές συλλογές (Ρόδα στον αφρό, 1911, Γυρισμοί, 1919, Οι ερχόμενες, 1920, Κλεψύδρα, 1921, Ο πιερότος, 1922, Θυσία, 1923) και το αφήγημα Ο θεατρίνος της ζωής (1916). Στην Κύπρο, το 1918, είδε το φως της έκδοσης η μετάφραση Brada Και το κύμα γύρισε πίσω -στο οποίο δεν έχουμε κάνει αυτοψία-, με το όνομα Απόλλων Φιλύρας. Στα παλαιοβιβλιοπωλεία, μπορείτε να αναζητήσετε τα ανέκδοτα ποιήματά του Πορτραίτα και κειμήλεια (Κισσός), που εξέδωσε, το 1981, ο φίλος του Ναπολέων Παπαγεωργίου.

*Βασίλης Κ. Καλαμαράς, Βιβλιοθήκη, Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010.

*Πηγή: http://dytikosanemos.blogspot.com

Παρθενικό Τραγούδι

Των δεκατέσσερω χρονών αντρείεψ’ ο ρυθμός 
και το κορμάκι σου ένιωσε καινούργια ανατριχίλα, 
και σύναυγα σου διάβηκε τις φλέβες ο χυμός 
της άνοιξης και της καρδιάς τρεμούλιασαν τα φύλλα…
Και ροδοσκάσαν τα φιλιά στο κοραλένιο στόμα… 
κι είπεν η σάρκα: -“Σήμερα κάτι άγνωστο ποθώ” 
κι αλίμονο τον έρωτα δεν ένιωσες ακόμα 
που φούντωσε στα στήθια σου της νιότης τον ανθό!

Τραγική Νύχτα

Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα 
θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους 
και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε 
μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.
Οι αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε  
τις σκήτες τους στ’ αφρόλουστα ακρογιάλια,  
των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε,  
μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια.
Απόψε η νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας  
και χάροντας απάνου από τη κλίνη…  
Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο,  
θα’ ρθουν να σαβανώσουν τη Σελήνη…

Εαρινό

Ω, ‘κείνο το αλάλητο στην άνοιξη, 
μες στη γλυκειά, την απαλή λαχτάρα. 
Ω, ένα πουλάκι μέσα μου λαλεί, 
και τρέμει, φτερουγιάζει, λαχταρεί,
κάτι απαλό κι απόκοσμο πολύ…  
Και νιώθωντας πως κάτι το καλεί  
έξω απ’ τον εαυτό του κι απ’ τη φύση,  
και θαρρώντας πως άκουσε φωνούλα,
 
τρέμει σάμπως στο λούλουδο η δροσούλα,  
και κοντεύει να φύγει απ’ τη ψυχή μου  
και πετώντας στα μάκρη της αβύσσου  
να γίνει χερουβείμ του παραδείσου…

Στον Άδη
 
Μια μέρα θα μισέψουμε στα σκότη 
κι αν δεν το ήπιαμε όλο το ποτήρι. 
Κι αν δεν εμείναμε σε θεία αγνότη, 
το κορμί μας στον τάφο θ’ απογείρει.
Στερνή αγάπη θε να μοιάζει πρώτη, 
τόση λαχτάρα μες στο πανηγύρι 
της ζωής μας ανάρπαζε κι η νιότη 
μας φούντωνε του αίματος τη πύρη.
 
Οι κοπέλες μονάχα θα εικονίζουν 
κάθε χαρά που πέρασε και πάει 
και θα στέκουν εμπρός μας σε παράτα.
Κι ούτε κι ο νους θα ξέρει όταν θα σχίζουν, 
σαν άγγελοι των ουρανών τα χάη, 
ποια πιο πολύ μας χρύσωνε τα νιάτα.

Καρτέρι
 
Πάντα να περιμένω στ’ ακρογιάλι, 
σαν άλλοτε, σα χθες, σήμερα -χρόνια! 
μες απ’ τη στάχτη να πετιέμαι πάλι, 
φοίνικας, κρίνο στα τετράκρυα χιόνια.
Τον ίδιο εμένα να θωρώ σε εικόνα, 
σ’ ένα γιαλό, προσμονητή του αγνώστου, 
που ‘ρχεται τάχα σα σε νάρκη αρρώστου, 
μα γλιστρά κάτω προς τον καλαμιώνα…
 
Καπνός να βγαίνει από ένα τζάκι πέρα, 
να φτάνει η βάρκα χωρίς νέο πιλότο, 
δίχως μαλλιά κυματιστά στον αέρα, 
όνειρο αγάπης και στερνό και πρώτο.

Άγνωστη

Απόψε και να μ’ έβλεπε ‘κείνη π’ αναζητώ, 
αυτή που δεν εγνώρισα και που ποτέ δεν είδα, 
που στη καρδιά μου ευλαβικά τόσο καιρό κρατώ, 
σα κάποια προμηνυτική που με φωτίζει, αχτίδα.
Απόψε, που σκιρτά η καρδιά, το μάτι λάμπει αδρό, 
σπιθίζει το αίμα μέσα σου κι αγάλλεται η ψυχή μου, 
κι ανυψωμένη η σκέψη μου στ’ άπειρο, μ’ αργυρό 
φως φεγγαρίσιο, αχνοφωτά, ντύνει την έκστασή μου…

Μπόρα Του Μάη

Μέσα στον Μάη αλάλαζεν ο θρίαμβος του χειμώνα
και της βροχής το σύθαμπον εβρόντα ο κεραυνός
και το χαλάζι μάραινε τη τροφαντή ανεμώνα
και τα μπουμπούκια π’ άνοιγαν ματάκια προς το φως.

Και μέσα στο τρισκόταδο δεν έλαμψεν η μέρα
και δεν ακούσαμε γλυκό τραγούδημα πουλιών,
μα να βογγά απόκοσμα τον καταλύτη αγέρα
στα τρίστρατα των λιβαδιών και των περιβολιών.

Και τ’ όνειρο μας που ‘λεγε να λουλουδίσει τώρα
προσμένοντας τόσο καιρό του Μάη το λαύρο φως,
αλίμονο! η απάντεχη το πρόφτασεν η μπόρα
και σα μπουμπούκι το ‘καψεν ο μέγας κεραυνός…

Στο Χωρισμό Της…
 
Τη μέθη της χαράς να σε κερνούσα 
που δεν ηύρες στον πρώτο σου δεσμό, 
συ να γινόσουν της χαράς μου η μούσα 
κι ας μ’ έσερνες προς ένα χαλασμό.
 
Ντελικάτη, κρινένια εσύ, ολανθούσα 
μες στ’ άσπρο φόρεμά σου, εαρινό, 
σεμνή, παρθενική, χαμογελούσα, 
να ζούσα στον απλό σου στοχασμό.
 
Κι ας ήταν όλη μαγική σου χάρη 
μιαν απαλή να μύρωνε ζωή, 
κρυσταλλένια σαν το μαργαριτάρι,
 
γεμάτη από αγάπη κι ηδονή: 
-όλα χαρούμενα, σε ρύθμισμα ένα, 
τα χτυποκάρδια μας αρμονισμένα…

Δεν Ήτανε Να Γίνω…
Ένα πουλί που λάλησε 
στον άνεμο της νιότης, 
στ’ ολάνθιστο απαλό κλαδί 
κάποιας αγάπης πρώτης
 
και το τραγούδι του άλλαξε 
σε πικρό ξάφνου θρήνο. 
Δεν ήτανε να γίνω 
ό,τι έχω ‘νειρευτεί…

Έμπνευση

Δεν είν’ άλλο στον κόσμο απ’ την έμπνευση μόνο,
μόνο αυτή νανουρίζει τον πικρό μας τον πόνο
και μας σώνει απ’ του χρόνου τον βαρύ τον κασμά.

Να σε βλέπω, να παίρνω τα όλα σου, όλα τα ωραία,
να τα λιώνω στου στίχου τον κυλούμενο γύρο,
να τα κλώθω, να γίνουν πολλά, ένα, μια ιδέα,
κι απ’ της έμπνευσης όλα ραντισμένα το μύρο.

Ήπειρος

Κάθε φορά που βρέχει ο ουρανός
θυμάμαι τα δρολάπια της Ηπείρου
κι ανάβει μέσα μου βαθύς καημός
και με κυλά στα σύθαμπα του ονείρου.

Και βλέπω μες στα χιόνια κάποιο μ’ όνειρο
σαν τον καρπό απ’ το κλαρί να πέφτει
και φλόγα ολόσβυστη στα στήθια μου
κι όλα παρτά απ’ τον πόλεμο του κλέφτη.

*Πηγή: http://www.peri-grafis.com

Ρώμος Φιλύρας: μακαρίζω την παιδική μου ευτυχία για την ανήσυχη ζεστασιά…

Προτού γεννηθώ, πριχού προετοιμασθή το άνοιγμα των ανοιχτοκαστανών γαλανών ματιών μου στο φως του ήλιου, στο φως του φεγγαριού και αστριών, στο φως του κόσμου, αισθάνομαι τώρα πως εσκιρτούσα στις φλέβες του καθαυτού πατέρα μου, σε μια γλυκεία, διαυγή κι ερωτική, λεβέντικη θερμή κι ιπποτική διάθεσι και στην γλυκόαιμη καρδιά και σάρκα της καθαυτό μάννας μου, με το συγκινητικώτερο παλμό και την πιο ένθεη μανία. Και λέω των “καθαυτό” πατέρα μου και μητέρας μου, γιατί προέρχομαι από το αίμα 15 πατεράδων και 22 μαννάδων πρώτης ποιότητος αίματος, δηλαδή Αυτοκρατορικού-Βασιλικού και άλλων τόσων, δευτέρας ποιότητος, δηλαδή μαρκησιακού, πριγκηπικού, δουκικού, κομητικού και τουρκαλβανικού.

Ήμουν νευρικός, μικρός, ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, αλλοπρόσαλλος, βερέμης, κλαψιάρης, παραπονιάρης, λιγόψυχος, ανυπόμονος, ατίθασσος, επίμονος, πεισματάρης.

– Τι είσαι τέλος πάντων! Μου είπε κάποτε μια σπάνια κυρία που είχα αγαπήσει κι αγαπώ πάντοτε, που την αγάπησα όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, με στοργή και πόνο, σαν αγαπημένη παρηγορήτρα, μ’ άπειρη αγάπη κι έρωτα αιώνιο και που κάθε φορά τρέμω στην ενθύμησί της, μην τύχη και τη xάσω καμμιά μέρα για πάντα – ο μη γένοιτο. Βαθύτερα απ’ όλες τις υπάρξεις του μικρού μου xωριού, μόλις ξύπνησα στην αίσθησι του κόσμου διαυγέστερα, έδεσα τη ζωή μου αυτή τη γυναίκα, αν κι ήρθε αργότερα απ’ τη φαμίλια μου και απ’ όλες τις άλλες αντρίκειες και γυναικείες υπάρξεις στη ζωή μου. Πλάι στη μάννα μου, που ενεψύχωσε, σα νεώτερή της, όλη τη στοργή για τη μέλλουσα ζωή μας. Κι είτε κοντά της, είτε μακρυά της, τους ίδιους παλμούς αισθάνομαι πάντα γι’ αυτή κι αν έxω γίνει λίγο καρδιακός, είνε γιατί δεν είμαι πάντα κοντά της. Μπορεί η καλή μου να μη μ’ αγαπά τόσο πολύ και πάντοτε, μπορεί ν’ απασxόλησε το νου της με ματαιοδοξίες, όπως κι εγώ κάποτε, μα εγώ θα την αγαπώ πάντα στον αιώνα και μετά θάνατον. Σ’ ένα μόνο νεύμα της εγώ υποκύπτω και σωριάζομαι δικός της και μόνο δικός της. Όλ’ η ζωή μου είν’ εκείνη! Μα ήταν κι άλλες, ήταν κι άλλοι που μ’ αγαπούσαν.

Ήταν προ πάντων ο πατέρας μου, ο ξανθός λεβέντης, ο ωραίος ιππότης, ο αγνός ιδεολόγος, ο ειλικρινής άνθρωπος, ο λαμπρός Ελληνιστής, ο ευφράδης ρήτωρ, ο ενθουσιώδης πατριώτης, ο φίλαλλος, ο αλτρουϊστής, ο αυτοθυσιαζόμενος δια τους άλλους, ο γεμάτος αυταπάρνησιν, ο γλυκύς Βασιλάκης, xάρμα δι’ όσους ήσαν εις θέσιν να τον εννοούν μέσα εις το στενόν επαρxιακόν περιβάλλον, αυτόν τον κυανόαιμον κι ευγενή, απόγονον όλων των Αυτοκρατόρων του Κόσμου, τον ανεπιτήδευτον, απλόν και αφελή, κάρφος διά τους εxθρούς του, λόγω της κυριαρxίας του επί των ψυxών των καλών και των κατακτήσεών του μεταξύ των γυναικών, η φήμη των οποίων έφθανε μέxρι των Αθηνών και υπερέβαινε και τα όρια της Ελλάδος, φθάνουσα μέxρι Λονδίνου και εκείθεν μέxρι των εσxατιών της Κίνας.
[….]
Ο καλός μου πατέρας μού ‘λεγε, όταν ήμουν μικρός, εκνευρισμένος, παραπονιάρης και κλαυθμηρός:
– Τι σου λείπει; Δε μού ‘λειπε τίποτα. Μού ‘λειπε το Άγνωστο, εκείνο που ονειρευόμαστε να ‘ρθη μια ‘μέρα στη ζωή μας σαν ραγδαία βροχή ευτυχίας, σαν χαλάζι αφθονίας, πλούτου, σαν ξέσπασμα της ανυπομονησίας μας για το απροσδόκητο, που τάχα θα ‘νε κάτι νέο, μία απόλαυσι δριμεία πνευματική, γιατί όταν ήμαστε παιδιά με όνειρα και φιλοδοξίες, δεν επιτρέπαμε στην αίσθησί μας να ομολογήση πως διψάμε τον έρωτα κι όχι την πνευματική κατάκτησι. Και που νά ‘ξερα πως τα καλοκαιρινά μεσημέρια μου κι οι νυχτερινοί μου ύπνοι, ήταν γεμάτοι απόλαυσι…

Τώρα που ξύπνησα κι όλο ξυπνώ στην ενθύμησι των περασμένων, μακαρίζω την παιδική μου ευτυχία για την ανήσυχη ζεστασιά, τα χάδια της μητέρας μου και τόσων γυναικών κοντά της, που ήθελα όμως να ‘νε πυκνότερη: Τόσο μού ‘λειπε η απόλαυσι, τόσο δυνατό αίμα ήμουνα, τόση υπεραιμία ζάλιζε τα μελίγκια μου, τόση δίψα ηδονής ετάραζε, ταράζει και θα ταράζη το κορμί μου και το πνεύμα μου, ως που εντελώς να γεράσω.
[….]
Ό,τι με φλόγιζε περισσότερο στην παιδική, την εφηβική μου ηλικία και τώρα και πάντα, ήταν η προσήλωσι στη ρυθμική και στην έμμετρη δημιουργική εργασία: Το να γράφω ποιήματα, το να ριμάρω στίχους, ήταν, είνε και θα είνε ο μοναδικός στη ζωή μου προορισμός, η μόνη μου κατεύθυνσις και φιλοδοξία. Όταν ήμουν πιο μικρός, σε στιγμές ανόητες σκέψεως, έλεγα: Αν δεν γίνω εντός τριών ετών μεγάλος ποιητής, θ’ αυτοκτονήσω!
Πολλοί καλοθεληταί ή κοτσομπόληδες, μοχθηροί ή αντίζηλοι, όπως θέλετε, περιγελούσαν τότε αυτή μου την κουταμάρα, αποδίδοντες εις ερωτικά ή άλλα ελατήρια τον αφορισμό μου: Πατούσαν και πατούν στην πήττα, γιατί ποτέ δεν βρέθηκα ή πιστεύω να βρεθώ στη ζωή μου σε τόσο θολή ψυχολογική κατάστασι, ώστε να αισθανθώ την ανάγκη ν’ αφαιρέσω μόνος μου τη ζωή μου, εκτός αν βρεθώ πιεσμένος από δεινότατα περιστατικά και πάλι το αγαθό της ζωής θα ‘χη αιώνιο για μένα το θέλγητρο του…
[….]
Ό,τι με εφλόγιζε στη ζωή μου, ήταν το να είμαι, αν ήμουν, αν μπορούσα να είμαι ή και να μπορούσα να γίνω, τελειοποιών ό,τι είχα μέσα μου ως «φυσικόν δώρον» στην υψηλότερα και ανωτέρα σημασία της λέξεως: «Ποιητής». Δεν εύρισκα μεγαλύτερον προορισμόν για τη ζωή ενός φωτισμένου, Διανοητικού ανθρώπου, από το να είνε, αν ήτο, δημιουργός, δηλαδή ποιητής, λυρικός υμνητής, ενθουσιώδης απολογητής της ζωής, του συναισθήματος και της συγκινήσεως, της χαράς, του πόνου, του έρωτος, του καϋμού και του θανάτου. Όλα, έλεγα μέσα μου, είν’ ένα επάγγελμα, μία επιστήμη, εμπόριο, βιομηχανία, βιοπάλη, χρήμα και ύλη: Ό,τι μένει, ό,τι μας υψώνει επάνω από τα καθημερινά, ό,τι μας δονεί, μας συγκινεί, μας ενθουσιάζει, μας ρίχνει σ’ έκστασι, μας συνεπαίρνει και μας ανεβάζει στα ύψη της αισθήσεως, είνε αυτό το ποσόν συγκεκινημένης και ευνοϊκής εις συγκίνησιν ουσίας, που έχουμε μέσα μας, δηλαδή εκείνο που λέγεται τάλαντον, επομένως η Τέχνη, ιδίως η θεία Ποίησις, ο Λόγος, που είνε «εν αρχή», όπως είπε κι ο Χριστός, η έκφρασις του συναισθήματός μας, η μετουσιωμένη σε ρυθμό και σε ήχο συγκίνησίς μας, το κρυφό μας αίσθημα ή μαράζι, η αγάπη μας, ο παλμός της ζωής μας.
Ρώμος Φιλύρας (1888-1942)

*Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο “Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά” (κεφ. Η παράδοξη αυτοβιογραφία μου) – εκδ. Καστανιώτη, 2007

*Πηγή: http://k-m-autobiographies.blogspot.com

Ρώμος Φιλύρας
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Ρώμος Φιλύρας (1898-1942) ήταν Έλληνας ποιητής. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης ή Γιάγκος Β. Οικονομόπουλος. Γεννήθηκε στο Δερβένι Κορινθίας το 1898 και πέθανε στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 1942.
Μορφώθηκε κατ’ οίκον από τον πατέρα του, που ήταν εκπαιδευτικός.
Στα 14 του εγκατασταθήκανε στην Αθήνα όπου εργάστηκε σε αθηναϊκές εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Παράλληλα άρχισε να γράφει ποιήματα («Το Δερβένι μας») αλλά και μερικά πεζογραφήματα. Πέρασε πολλές περιπέτειες και μεταπτώσεις σ’ όλο τον υγιή του βίο. Το 1920, συνεπεία αφροδισιακού νοσήματος, πέρασε τα σύνορα της ουτοπίας και του δράματος, για να υποκύψει στη τρέλα. Το 1927 κλείστηκε στο Ψυχιατρείο, για να μη κατορθώσει να βγει ποτέ από ‘κει.
Δε σταμάτησε να γράφει, άλλοτε καλά και στρωτά κι άλλοτε παντελώς αλλοπρόσαλλα ποιήματα, τα οποία συνέγραφε σε χαρτί του ψυχιατρείου και τα χάριζε αφειδώς στους επισκέπτες.
Πέθανε το 1942, στις 9 Σεπτεμβρίου, στο “Δρομοκαΐτειο” Θεραπευτήριο.
Στις 15 Απριλίου του 1940, η εφημερίδα “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, έγραφε:
“Προχθές την πρωίαν ο στρατιώτης του 5ου λόχου του 7ου Συντάγματος Ιωάννης Οικονομόπουλος, ο γνωστός ποιητής υπό το φιλολογικόν ψεύδωνυμον Ρώμος Φιλύρας, απεπειράθη να αυτοκτονήση διά του όπλου του, βληθείς κάτωθεν της σιαγόνος. Ο αυτόχειρ στρατιώτης μετεφέρθη εις το Β’ Στρατιωτικόν νοσοκομείον, η Δε κατάστασίς του είναι αρκετά σοβαρά”.
*Από το http://www.sarantakos.com/

Χαρακτηριστικά του έργου του

Στην ποίηση του, διαφαίνεται η πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει νέες λυρικές φόρμες αλλά και φραστικούς νεωτερισμούς, ενώ δεν λείπει η μουσικότητα και ο ρομαντισμός.

Εργογραφία

Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές που δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά “Ακρίτας”, “Ηγησώ”, “Οικογένεια”, “Μπουκέτο”, “Νουμάς”, “Νέα Εστία”, “Παναθήναια” κ.α.
Ρώμου Φιλύρα: Πορτραίτα και Κειμήλεια – Ανέκδοτα ποιήματα. Με την φροντίδα του Ναπ. Παπαγιωργίου, Αθηνα 1981.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο “ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ” που βρίσκεται στη διεύθυνση http://logoskaitexni.blogspot.com

Romos_Filyras

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Έξι ποιήματα

Η αναχώρηση

Θα φύγω κάποτε απ’ το νυχτερινό σταθμό

γλιστρώντας προς τη χλόη άγνωστων τόπων

καθώς το ψάρι, αδιάφορος για τον πολύχρωμο βυθό

αθόρυβα, καθώς αξιωματούχος πικραμένος θα γλιστρήσω

Όχι πως φεύγοντας θ’ αλλάξω τη ροή των βρώμικων νερών

Υστεροφημία

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ

θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.

Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη

θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.

Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν

ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι

ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

Η συμμαχία του θεού

Θε μου, τι να μισούσα απόψε περισσότερο

Την ψεύτικη θάλασσα, μικρή σαν λίμνη, ανώνυμη

το ποδοβολητό και τις φωνές μικρόψυχων παιδιών

φώτα θαμπά που φέγγαν στα κεφάλια μας,

εκείνον τέλος που με βασανίζει τόσο ανέμελα

όσο όλοι μαζί που πέρασαν ή θα ΄ρχονται,

εκείνον που λυπάμαι τόσο που γεννήθηκε

έτσι αργά σε τόπον αφιλόξενο – τα βέλη σου

γι’ αυτόν που έκαμε όλες τις επαναστάσεις και τα ποιήματα

που τον ακούω, νύχτα μέρα, και βογκάω

Ο όμορφος αφροδισιολόγος

Ο φίλος μου ο όμορφος αφροδισιολόγος

νεαρός, με ωραία χείλη και βοστρύχους ξανθούς

μου εξήγησε τρία απογεύματα γιατί αποφάσισε

μιαν ειδικότητα που στις μέρες μας έχει ξεπέσει.

«Τι να ελπίσω σ’ ένα δυο σταγόνες αίματος, έλεγε

σ’ ένα τοπίο όλο κόκαλα αποκαρδιωτικό.

Αυτά μπορώ και τα σκεπάζω – μένουν πάντοτε

θερμές εστίες μιας μόλυνσης τρομαχτικής

τ’ ασήμαντα θανατηφόρα έλκη»

Οίκτος

Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης

όλο χειρονομίες και ψιθύρους

Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους

που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι

μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει

μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα

Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο

που πλέκει στίχους όλο απελπισία

γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς θέλει να ζήσει
Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο

που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας

Τετράδια μουσικής

Τα ρούχα μας είναι γαλάζια

γαλάζια τα δέντρα κι ο άνεμος

μες στα μαλλιά σου, γαλάζιοι κι εμείς

Περπατούμε ανάλαφροι κάτω απ’ τα δέντρα

τα φύλλα τραυλίζουν στα πόδια μας

όλα σχεδιάστηκαν καθώς λαχτάρησες

μες στο προαύλιο, μέσα στο ποίημα

της φυλακής

Lawrence Ferlinghetti, Στους Νταντά Θ’ Άρεσε Μια Μέρα Σαν Κι Αυτή

quote-poetry-is-eternal-graffiti-written-in-the-heart-of-everyone-lawrence-ferlinghetti-36-18-43

Στους Νταντά θ’ άρεσε μια μέρα σαν κι αυτή
με τις ποικίλες της πολύ πραγματικές
μη πραγματικότητες
κάθε μια τους έτοιμη να γίνει
πολύ αληθινή για την τοποθεσία της
που ποτέ δεν είναι τόσο μακρινή
ώστε να ‘ναι η Βοημία
Οι Νταντά θ’ αγαπούσαν μια μέρα σαν κι αυτή
με τον ήλιο της σαν ανάλαφρο βολβό
που λάμπει τόσο διαφορετικά
για διαφορετικούς ανθρώπους
μα που ακόμα λάμπει το ίδιο
πάνω στον καθένα
και στο καθετί
σαν
ένα πουλί σ’ ένα τραπέζι έτοιμο να τραγουδήσει
ένα αεροπλάνο μέσα σ’ ένα επίχρυσο σύννεφο
ένα χέρι απ’ τη λάντζα της κουζίνας
να γνέφει σ’ ένα παράθυρο
ή ένα τηλέφωνο έτοιμο να χτυπήσει
ή ένα στόμα έτοιμο να κόψει το κάπνισμα
ή μια νέα εφημερίδα
με τη νέα ιστορία των νέων της
για μια καρκινοπαθή χορεύτρια
Ναι οι Νταντά θα πέθαιναν για μια μέρα σαν κι αυτή
με το γλυκό της καρναβάλι του δρόμου
και την τόσο αληθινή της κηδεία
που μόλις τώρα περνάει από μέσα του
με την αληθινή της νεκρή χορεύτρια
τόσο όμορφη και βουβή
στο σάβανό της
κι ο τελευταίος εραστής της χαμένος
μέσα στο όχι μοναχικό πλήθος
και της χορεύτριάς της ο αγαπημένος
έτοιμος να πει Νταντά
και ο ιερέας της που περνάει
έτοιμος να προσευχηθεί στο Νταντά
και να προσφέρει τις τόσο υπερφυσικές του
απολογίες
Ναι οι Νταντά θα ‘χαν αγαπήσει μια μέρα σαν κι αυτή
με τις όχι τόσο τυχαίες της
αναλογίες

*Από τα “Ποιήματα”, σε μετάφραση Κώστα Γιαννουλόπουλου & Φώτη Αθέρα, εκδ. Νεφέλη.

Orhan Veli Kanik, Έξι ποιήματα

Ο Δρόμος μου είναι Πλατεία_1

Ωραίες μέρες

Aυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.
Mια τέτοια μέρα παραιτήθηκα
από τη δουλειά μου στο «Eυαγές Ίδρυμα».
Mια τέτοια μέρα άρχισα το κάπνισμα.
Mια τέτοια μέρα ερωτεύτηκα.
Mια τέτοια μέρα ξέχασα
να φέρω αλάτι και ψωμί στο σπίτι.
Mια τέτοια μέρα επιδεινώθηκε η κατάστασή μου
κι άρχισα να γράφω στίχους.
Aυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.

***

Ο φίλος μου ο Σάμπρι

Ο φίλος μου ο Σάμπρι
πάντα μού πιάνει κουβέντα
τη νύχτα στον δρόμο –
πάντα είναι «τύφλα».
Μου λέει:
«Άργησα για το σπίτι»,
και πάντα κρατάει δύο φραντζόλες ψωμί
κάτω απ’ τη μασχάλη.

Δωρεάν

Ζούμε δωρεάν∙
τ’ οξυγόνο είναι δωρεάν∙ τα σύννεφα, επίσης.
Λόφοι, κοιλάδες: δωρεάν∙
βροχή και λάσπη: δωρεάν.
Το αμάξωμα του αυτοκινήτου,
η είσοδος στον κινηματογράφο,
οι βιτρίνες, όλα είναι δωρεάν∙
δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο για το ψωμί και το τυρί.
Όμως, το θαλασσινό νερό είναι δωρεάν∙
η ελευθερία κοστίζει τη ζωή σου,
μα η σκλαβιά είναι δωρεάν∙
ζούμε δωρεάν,
δ ω ρ ε ά ν.

***

Γαρύφαλλο

Έχετε δίκιο.
Δέκα χιλιάδες νεκροί στη Βαρσοβία
δεν κάνουν
ένα γαρύφαλλο
με
κόκκινα χείλη.

Σεπτέμβριος, 1939

***

Κακοποιός

(Όπου ο Αδολφος Xίτλερ αποφασίζει ν’ αφιερωθεί
ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία).

Γράφω ποιήματα εδώ και χρόνια.
Kαι τι μ’ αυτό;
Aπό σήμερα είμαι τσαντάκιας.

Oι άλλοι κλέφτες; Θα τους περιποιηθώ:
από σήμερα
θα ζουν άνεργοι στo βουνό.

Θα τους πηγαίνω ψωμί να τρώνε
κι αυτοί θα γράφουν ποιήματα.
Aς μείνει μία θέση κενή
στον κόσμο της λογοτεχνίας.

Σεπτέμβριος, 1939

***

Αντίο

O δρόμος μου είναι άσφαλτος
ο δρόμος μου είναι χώμα
ο δρόμος μου είναι ουρανός
ο δρόμος μου είναι πλατεία
και οι σκέψεις μου!

Έρωτας, βροχή,
η μηχανή του λεωφορείου,
ο θυρωρός του ξενοδοχείου…
κι εγώ μουρμουρίζω έναν στίχο
σαν να τρώω μια μπουκιά ζεστό φαΐ.

O ταχυδρόμος, ο μπάτσος κι ο αλήτης
παν κι έρχονται ακόμη.
Mόνο ο Nιχάζι,
ο βενιαμίν του Σουλεϊμάν Eφέντι,
κάθεται στο καφενείο.

Aκούει τα νέα στο ραδιόφωνο και αναρωτιέται:
«Θα ’χουμε πόλεμο;»
«Θα ψοφήσουμε απ’ την πείνα;»

Πιθανώς ήδη γνωρίζει
πως σύντομα θα φύγει για το μέτωπο.

*Από τη συλλογή “Ο δρόμος μου είναι πλατεία”, εκδόσεις Βακχικόν, 2011. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Ramiro Rosón Mesa, Τρία ποιήματα

hqdefault

Μονάχοι, περπατάμε στα βουνά […]

Μονάχοι, περπατάμε στα βουνά
ενός ακρωτηρίου του νησιού.
Πατώντας τα μονοπάτια,
διασταυρώνουμε τα αόρατα κατώφλια
ενός βασιλείου μοναχικού.
Πάνω στις νοτισμένες της νυχτερινής δροσιάς πλαγιές,
όπου γεννιέται το χορτάρι,
μαζεύουμε χαμομήλια και λεβάντες.
Μυρώνοντας τα μακριά μαλλιά σου από το άρωμά τους,
σε στέφω από λεπτεπίλεπτα κλαδιά.

Περπατάς στο πλευρό μου,
σαν ένα ουράνιο σημάδι.
Κι ενώ καιγόμαστε ενωμένοι
σε μια μόνη φλόγα διάφανη,
σφαλίζουμε τα χείλη μας.
Λέμε με βλέμματα
αυτό που δεν θα πούμε ποτέ ενώ μιλάμε.
Οι λέξεις μόλις που υπαινίσσονται
την εσωτερική αναστάτωση που μας κινεί,
την ακαταμάχητη που μας ενώνει δύναμη.

Έχοντας λιώσει με του ήλιου την ανατολή,
πίνουμε, αναπνέουμε την ομορφιά.
Έχοντας μετατραπεί σε έμβιους αμφορείς
όπου ωριμάζει ένα μυστηριώδες κρασί,
τρίβουμε με τις άκρες των δαχτύλων
τον αέρα των κορυφών.

***

Ένα απογυμνωμένο ιερό

Κάτω από τα ψηλά νεφελώματα του απογεύματος,
έρια ξηλωμένα στον ουρανό,
ένας γλάρος μόνος
γλιστράει σχεδιάζοντας, με τα φτερά του,
έναν κύκλο αόρατο.
Ο ωκεανός ήρεμος, μέσα κι έξω
από τον μαύρο της παραλίας κυματοθραύστη,
μεταμορφώνεται στο έδαφος
ενός απογυμνωμένου ιερού,
άδειου από τοίχους, άπειρου.
Στο έδαφος καθρεφτίζονται
οι γαλάζιες της στέγης αποχρώσεις,
που διατηρείται μόνο στις κολώνες
του κρυστάλλινου αέρα.

Ο γλάρος γιορτάζει, στα ύψη,
τους γάμους του ουρανού με τη γη,
σχεδιάζοντας μιας συμμαχίας τη μορφή,
εικόνα απ’ των συζύγων την ένωση.
Εγώ κολυμπώ, κοιτάζοντάς τον σιωπηλός,
σαν στο απογευματινό τοπίο
να έβλεπα μονάχα τον αόρατό του κύκλο.

***

Κύριε
(Φόρος τιμής στον Όκεγκεμ)

Μια δέηση ύψωσα, τρεμάμενη κι ανθρώπινη,
απ’ τις φωνές της χορωδίας στο άπειρο.
Μια δέηση ευλάβειας αναβλύζει,
όπως μια δόνηση, απ’ το βαθύ έδαφος.
Ο Θεός στην αγκαλιά του υποδέχεται τη μουσική,
στου σύμπαντος τη μητρική σιωπή.
Όλοι οι κόσμοι σιωπούν,
μόνο για να συνδιαλεχθεί
ο άνθρωπος με την καταγωγή του.

Τίποτα δεν ταράζει το γαλήνιο άκουσμά μου,
τη σιωπηλή κατάπληξή μου.
Οι αστραφτερές της νύχτας διαδόσεις
διακόπτουν τα έκθαμβα αυτιά μου.
Ξαφνικά, οι φωνές με σηκώνουν,
με κύματα εναγκαλιζόμενα, απ’ τη γη,
υψώνοντάς με στους ουράνιους κύκλους.
Τα δάχτυλά μου χαϊδεύουν, στην πτήση,
την άυλη αρμονία των άστρων.

*Ο Ramiro Rosón Mesa (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1989), έχει εκδώσει δύο θεατρικά έργα και μία ποιητική συλλογή και έχει ασχοληθεί επίσης με την προώθηση της λογοτεχνίας ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Έχει συνεργαστεί με περιοδικά λόγου και τέχνης αλλά και σημαντικούς καλλιτέχνες. Διατηρεί το ιστολόγιο στη διεύθυνση http://cuadernodefulgores.blogspot.com. Μετάφραση: Άτη Σολέρτη, για την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης.

Αγγελική Σιδηρά, Πέντε ποιήματα

15

Τα γυαλιά

Μηνύματα μου στέλνει η πολυθρόνα σου
Με προκαλεί να κουρνιάσω στη θαλπωρή της
να σμίξω με το φάντασμά σου
Το πουλόβερ σου φοράω
όπου ανύποπτο ενεδρεύει το άρωμά σου
Ανοίγω την ταμπακιέρα σου
κι αφανίζομαι στην οσμή του καπνού σου
Όμως πάντα θα περισσεύουνε τα γυαλιά σου
ξεμείνανε τραγικά μόνα
να στιγματίζουνε την οριστική σου απουσία.

***

Απουσίες

Αυτών που ‘μειναν
οι φωνές, τ’ αρώματα, τα χνώτα
μάταια πασχίζουν
να καλύψουν
την οσμή κάποιας σκιάς
των φαντασμάτων τα τραγούδια
και των ονείρων μας τους εραστές.

Και τους λυπάμαι
γιατί δεν ξέρουν
πόση γοητεία δίνουνε
μ’ εκείνο το “άχαρο παρών τους”
στις δικές σας
προκλητικές απουσίες.

***

Δίχως αποστολέα

“Είμαι καλά” στο γράμμα που διαβάζω
(είναι δεν είναι μισή ώρα
που στην άσφαλτο
σε βρήκανε να ξεψυχάς)
και ύστερα ένα σωρό από “θα…”
Προοπτικές που πρόλαβαν
πριν από σένα να θαφτούνε οριστικά.

Ίσως γι’ αυτό πριν λίγο
ο ταχυδρόμος αγκομαχούσε
τρέχοντας στην πόρτα μου
σα να ‘ξερε πως έκανε
αγώνα δρόμου με το θάνατό σου
Ίσως δεν ήθελε να παραδώσει
το γράμμα σου χωρίς αποστολέα.

***

Όγδοη νότα

Η φωνή του τρελού ταξιδεύει
Φτάνει στο ύστατο αστέρι
και το συντρίβει
Στο τραγούδι του
μια νότα ψάχνω έξω απ΄ το πεντάγραμμο.
Μιαν όγδοη νότα…
Όμως τίποτα
Μόνο επτά φάλτσες νότες
που μάταια παλεύουν
να κραυγάσουνε
τη δική τους παράλογη αλήθεια.

***

Ματαιότητα

Τα πράγματα
καραδοκούνε από τώρα
τον αμετάκλητο θάνατό μου
Κι αυτοί ακόμα οι στίχοι
με χλευάζουνε
για τη φθαρτή μου υπόσταση
Φωτιά θα βάλω στ’ αντικείμενα
για να τους δείξω την υπεροχή μου
Αλλά πάντα θα περισσεύει
κάποιο καρεκλοπόδαρο
για να με κοροϊδεύει.

*Από τη συλλογή “Η όγδοη νύχτα”, β΄ έκδοση, Εκδόσεις Ερμείας, 1995.

Ευτέρπη Κωσταρέλη, Περίπατος

old-interior-door-21310321

Ι

Μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
γεμίζουν τα πνευμόνια σου
θύμησες που δεν υπήρξαν
και στα δάχτυλά σου χορεύουνε ακόμα
τα όνειρα που μούσκεψαν
σαν να ταν φυλαγμένα κάτω απο τρύπιες στεέγες.

Πετούνε χελιδόνια κι ας έχει κρύο
είναι αυτά που τάχα ξέχασαν να φύγουν
τ’ ατίθασα που χάσανε το δρόμο
και μείνανε ρισκάροντας για μια επανάσταση.

Είναι περασμένες δώδεκα και τέσσερις
μοίρες χειμώνα.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λένε πως είναι Μάρτης.
Μα εδώ μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
σε κάνουν να βαριανασαίνεις
και να μετράς αντίστροφα – φαντάρος
10 μέρες θ’ αργήσει η άνοιξη
9 μέρες με σκυμμένο κεφάλι
8 μέρες με άδεια μάτια και ραγισμένα χείλη.

Ζυγώνουν δυο σύννεφα κι ας έχει ήλιο
είναι αυτά που προμηνύουν ατομική συσκότιση
υποτακτικοί στην υπηρεσία σου άνευ αιτήσεως
συνοδεύουν τη διαπόμπευση της διαφοροποίησης.

Κι αν πέρασε ώρα
ακόμα βαριανασαίνεις
και μετράς αντίστροφα – φαντάρος
7 μέρες με θλιμμένα χαμόγελα
6 μέρες με πληγωμένες φτέρνες
5 μέρες θα περπατάς ακόμα.
4 μέρες, 3, 2, I…

κι αν τέλειωσε το μέτρημα
μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
αιχμαλώτισαν την άνοιξη.
Παρ’ το απόφαση – δε θα ’ρθει.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λέν’ πως είναι Απρίλης.
Μα εσύ θα περπατάς ακόμα.

ΙΙ

Αστράφτουν ακόμα τα χάδια του ήλιου
πάνω στην γκρίζα μάσκα του Θερμαϊκού
καλούν στα νυσταγμένα μάτια
δάκρυα πνιγμένα τάχα από ανδρεία
και στο κορμί τυφλώνουν
τις πύλες εισόδου των ερώτων
σαν να ήταν λιμάνια λαθρεμπορίου.

Ακίνητα όλα τα μόρια του νερού
τα σιγοψήνει η πλήξη της ελευθερίας
οι δούλοι που όταν τους χάρισες ταξίδι
λαχτάρησαν το σπίτι -νοσταλγία ή σχιζοφρένεια;

Είναι περασμένες έντεκα και δέκα
ανατολές θέρους.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λένε πως είναι Νοέμβρης.
Μα εδώ αστράφτουν ακόμα τα χάδια του ήλιου
πάνω στην γκρίζα μάσκα του Θερμαϊκού
σε κάνουν να ποθείς λίγη ομίχλη
σκέπασμα των φάλτσων φθόγγων
και να κρατάς ρυθμό-τυμπανοκρούστης
5 χρόνοι να έρθει η δύση
4 χρόνοι λιοπύρι οι σκέψεις
3 χρόνοι παύσεις-παύσεις-παύσεις.

Βραστές οι πλάκες χάμω
φλυαρούν για χαρακιές, σπρέι, ονόματα και μέρες
ψευδαισθήσεις αιωνιότητας σε πουλημένο παιχνίδι
αθανασία παρελθόντος εδάφους – νοσταλγία ή σχιζοφρένεια;

Κι αν μέτρα τρέχουν, πεντάγραμμα, σελίδες
ακόμα ποθείς λίγη ομίχλη
να ζέψει τον ήλιο
και κρατάς ρυθμό-τυμπανοκρούστης
6 χρόνοι χωρίς βροχή
5 χρόνοι χωρίς ιδέες
4 χρόνοι περιπλανήσεις χωρίς σκιά
3 χρόνοι παπούτσια χωρίς σόλες
2 χρόνοι παύσεις-παύσεις-παύσεις.

Κι αν χάθηκε ο ρυθμός
ξεκίνα απ’ την αρχή
4 χρόνοι, 3, 2, I….
το χρονόμετρο να ψέλνει
καθώς αστράφτουν ακόμα τα χάδια του ήλιου
πάνω στην γκρίζα μάσκα του Θερμαϊκού
αφόρητα για βάδην.
Παρ’ το απόφαση – θα σε παιδέψουν κι άλλο.
Είναι κορύφωση Αυγούστου.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λέν’ πως είναι Γενάρης.
Μα εσύ θα περπατάς ακόμα.

ΙΙΙ

Κυλάει ο χρόνος
τα δρομολόγια των εοχών του
ξενέρωτοι Εγγλέζοι
στην ώρα τους ακριβώς.
μα εσύ θα περπατάς ακόμα
πιστός στην δική σου πυξίδα
με ημερολόγιο τη διάθεση
ρολόι το σφυγμό σου
και προορισμό ένα όνειρο
σε χρόνο Παρατατικό ή Αόριστο.
Νοσταλγία ή σχιζοφρένεια;

*Από τη συλλογή “Βερντάντι”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.

Πελαγία Φυτοπούλου, Πέντε ποιήματα

tumblr_o0vvar5JRI1s85tq7o1_1280

ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ

εκεί
στις φουντουκιές της μάνας
το δάκρυ φέγγει
αποστροφή
στο αίτιον οίδα
κάτι σαν υπογλώσσιο στο ρουθούνι
έτσι να ρουφιανέψουμε λιγάκι
την ταξική φλεγμονή
και

και φυτρώνουν
άγρια περιστέρια
-σαμποτέρ στην εργολαβία της ενηλικίωσης-
και

με ψημένο το φανελάκι
στο φράχτη
οι γυναίκες σωριασμένες
στη σκόνη

ψαρεύουν λέπια
μυωπικού πεπρωμένου

για μας που στο μεροκάματο
βρίσκουμε δόξα
περισσή
και

και
ονειρεύομαι μια βιολέτα να χορεύει στον πάγο
και οι μέλισσες δηλώνουν οροθετικές
και
δυο λευκά τριαντάφυλλα κλέβουν το τοπίο
και

ονειρεύομαι
σαν από χρόνια σαν που οι άνθρωποι
δε γεννήθηκαν ακόμη
σαν την απόλυτα πραξικοπηματική συντέλεια

και
στο σκοτάδι μυρίζουν τα λουλούδια
το επιφώνημα απαγορεύεται
και
ονειρεύομαι

ένα θάνατο σπουδαστή

“θα ΄ρθουν τα φορτηγά στοιβαχτείτε”

και ονειρεύομαι
μα
η
προκατάληψη με νίκησε
ένοπλη ούσα
ζζζζζζζζζζζζζζζζ
ζζζζζζζζζζζζζ
ζζζζ
ζ
ζ
ζ
ζ

μη

***

ΣΥΜΠΤΩΣΗ

απόψε κάποιοι δε θα κοιμηθούν
περιμένουν
αδελφό να τους πυροβολήσει
ή έστω
έναν περαστικό ν’ ανάψει το φως
σε χαλεπούς καιρούς ακόμη και αυτό
μπορεί να σκοτώσει
απόψε τοποθετούν στον ουρανό
παιδικά καθίσματα

***

ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ

ναι, ναι σφουγγάρισα
έπλυνα ναι
οι νυχιές στον τοίχο
είναι η γδαρμένη απ’ τη νοσταλγία
αφηρημάδα σου
το ξέρω ότι είσαι νεκρός
μα φαίνεται ακόμα λερώνεις
κι αυτό πικρό
τα ποντίκια το φτύνουν
σκεπάσου τουλάχιστον
τώρα ταΐζω

***

ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ

και είναι
που σκόνταψες
μέσα μου
και είναι
που δεν μπορώ
να σε σηκώσω
και είναι
που έμοιαζες
με τον Batman
και είναι
που τα παράθυρα
είναι κλειστά
και οι μεντεσέδες
πάνοπλοι
οι ανόρεχτες θυγατέρες
αγαπούν τα πουλιά
ο πατέρας το επιτρέπει
και είναι
που εσύ ακόμη
δεν έγινες μπαμπάς
και το πουλί
ξυπνά τ’ αγόρι
έκλαψε
κανείς δεν κατάλαβε τη διαφορά
είναι που
στα κελιά
χωρίς ρήμα ο πόνος
τρέχει

***

ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Βυθιζομαι στα χρόνια των άλλων, στα σπίτια τους
Οι θεοσεβούμενοι αγαπούν τις παρθένες
Αναπαύομαι στην έμπιστη, του αρχηγού, πολυθρόνα
Ανοίγω την τηλεόραση
τα πόδια μου ανθίζουν στο τραπέζι που θα φάμε
Ο Μπάστερ Κίτον δε γελά
Ντρέπομαι να με βλέπουν γυμνή, μ’ ευχαριστεί
ωστόσο, η επετειακή τους αμηχανία
Ενός λεπτού σιγή
Τελείωσα λεβέντες
Ναι, ναι έφτασα σε οργασμό
Μπορείτε να κουρδίσετε το τανκ
Ο δονητής υποχώρησε

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδόσεις Θράκα 2016.