Lawrence Ferlinghetti, Ποιήματα

D3ED5146E525A892098D71CC95B92F44

Εκείνος ο συνταξιδιώτης μου στο τραίνο που επέμενε
να παίξουμε μπλακ-τζακ
είχε κάτι δόντια που ξεπρόβαλλαν
όπως οι φάροι σε βραχώδεις παραλίες

αλλά
δεν είχε μάτια για να δει
την ακαθόριστη αστραπή που πέρασε

άλογα μέσα σε δενδρόκηπους
να τρέχουν αθόρυβα

σμήνη πουλιών
να εξακοντίζονται

και τις πεταλούδες του χτες
να φτερουγίζουν
στο μυαλό μου

* * *

Τούτη η ζωή δεν είναι τσίρκο όπου
τα ντροπαλά σκυλιά του έρωτα
χαζεύοντας εκτελούν το νούμερό τους
καθώς ο χρόνος κροταλίζει
το πανούργο του μαστίγιο
για να επιταχύνει τα βήματά μας

Ωστόσο χαρωπά κυλάει η πομπή των αρμάτων
στολισμένων μ’ εξαίσιες κούκλες σε μεταξωτά καλσόν
κι ακολουθούν ζαλισμένες μαϊμούδες
υποτιθέμενοι καλόγεροι
γερο-ινδιάνοι με κέρατα
και μπαμπουίνοι καβάλα σ’ εξημερωμένες τίγρεις
που έχουν γυναίκες μες στο στόμα τους

ενώ στριφογυριστά κόρνα παίζουν μουσική του λούνα-παρκ
και πιερότοι της παντομίμας ευνουχίζουν τη συμφορά
με παράξενο θλιμμένο γέλιο
και φρικαλέοι γορίλες εκτοξεύουν τρυφερές παρθένες στον ουρανό

ενώ καμαρωτοί χορευτές και λαχανιασμένοι καρνάβαλοι
όλοι με τ’ άντερα σκασμένα στο πιοτό
παίρνουν θεατρινίστικες πόζες
τρεκλίζοντας πίσω από κάθε
τροχοφόρο

Κι ενώ ακόμα γύρω απ’ την πίστα
καλπάζουν οι παραμορφωμένες καμήλες του πόθου
όλοι εμείς οι κλόουν σαν τον Έμετ Κέλλυ
σκαρώνουμε συνέχεια φανταστικά δράματα
μέχρι που τρώμε ψεύτικους Μυστικούς Δείπνους
σε καταρρέουσες τράπεζες
και σταυροκοπιόμαστε κοροϊδεύοντας
μ’ αχυρένιους σταυρούς

Και τελικά καταβροχθίζουμε
προς άφεσιν αμαρτιών
την επίσης φανταστική
Θεία Μετάληψη

*Από το βιβλίο “Λόρενς Φερλινγκέτι, Ποιήματα”, σε μετάφραση Ρούμπης Θεοφανοπούλου, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1989.

Ένα ποίημα από την υπό έκδοση “Black Lungs”

images3

BREAK

Dim light: his company
walls drain pain to wet floor
comrades eat slowly
bites mix with coal
sitting on lips and outer layer
of flesh cocktail dives
down their throat to stomach
acidic lining embalmed
dark layer of coal-dust
painting inside as the outside
let no piece of flesh stay white
but in their snowwhite dreams

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΠΑΥΣΗ

Ημίφως: η συντροφιά του
τα τοιχώματα του τούννελ
στάζουν πόνο στο υγρό πάτωμα
καθώς τρώνε όλοι συντροφικά
μπουκιές ανακατεμένες με κάρβουνο
στα χείλη και στο εξωτερικό
της σάρκας τους, το μείγμα βουτά
απ’ το φάρυγγα στο στομάχι
που είναι ταριχευμένο από οξέα
μαύρη επιφένεια σαν καρβουνόσκονη
εσωτερικό βαμμένο όπως και το έξω
κανένα σημείο μη μείνει λευκό
εκτός απ’ τα κατάσπρά τους όνειρα

*”BLACK LUNGS”, collection in progress, Libros Libertad, 2016.
**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το https://vequinox.wordpress.com/2015/07/29/black-lungs/

Βασίλης Βασιλειάδης, Απόσπασμα από το FUCK OFF long poem

110

Κοιτάζω
τήν κατασταλαγμένη υπόσταση τού Δολοφόνου κατάματα
σκέφτομαι καθαρά καί απασφάλιστα
πώς είναι ό ακαμουφλάριστος εχθρός τής δικαιοσύνης(όχι τής νομιμότητας) μου
καί τού ανθρωπισμού(όχι τής σκατένιας φιλανθρωπίας) μου
ζυγίζω τή δύσοσμη δύναμη του
καί αποφασίζω αδιαπραγμάτευτα
χωρίς ευλιγισίες περιστασιακές
νά μήν δείξω κατάφαση στήν επικινδυνότητα αυτής τής οντότητας
πού στέκεται απέναντι μου
εξ άλλου
μετά τήν άρνηση του γιά αυτορρύθμιση
πού σημαίνει τήν άνευ όρων παράδοση τού μπαλτά πού αιμοστάζει
στά πόδια τού Πολύτιμου καί τού Μοναδικού τής ανθρώπινης ζωής
επιδόθηκαν τά διαβήματα από τόν έναν στόν άλλον
γιά ακύρωση τών διαπραγματεύσεων καί κατάργηση τών ισσοροπιών
πλέον
ξέρουμε καί οί δύο πώς είμαστε εχθροί.
Κοιτάζω
τήν κατασταλαγμένη υπόσταση τού Φασίστα κατάματα
αναθυμιάζουν οί θρομβώσεις τού μυαλού του
παθολογικές βαρβαρότητες καί ανθρωπολογίες ετοιμοπόλεμες
γιά ακρωτηριασμούς τής Ζωής καί τού Ανθρώπου,
ρατσισμό,σεξισμό,μιλιταρισμό,πατριδογνωσίες διαστροφικές,
κλινικό ενστικτωδισμό,μικροεγκεφαλική απλοικότητα,θρησκειοφανατισμό,
αρρωστημένες οικογενειοκρατείες
καί άλλα εκκολαπτήρια σφαγείων,
σκέφτομαι καθαρά καί απασφαλισμένα
πώς είναι ό ακαμουφλάριστος εχθρός
τής δημοκρατίας(όχι τής τυφλής νομουποταγής) μου
τής ελευθερίας τού μυαλού μου νά είναι ακατάστατο καί παρορμητικό
(όχι τής αποδοχής τής γεννημένης από τούς μηχανισμούς τής κοινωνικοποίησης
νά ζήσω δήθεν ελεύθερος καί ανενόχλητος σέ χωροταξίες τρόπων σκέψεων
καί συμπεριφορών),
τής παιδείας(όχι τής ειδικής ακαδημαικής μορφωσης) μου
καί αποφασίζω αδιαπραγμάτευτα
χωρίς δεύτερες σκέψεις εκπτωτικές
νά μή δείξω αποδοχή στήν αποτροπιαστική ανθρωποφαγία αυτής τής οντότητας
πού στέκεται απέναντι μου,
εξ άλλου
μετά τήν άρνηση της γιά αναίμακτη αυτορρύθμιση
πού σημαίνει τήν άνευ όρων παράδοση τής ερεθισμένης εγκληματικότητας
καί μανιακής ετοιμότητας γιά ανθρωποκτονίες
στά πόδια τών μελών τής επιτροπής τής Ανθρώπινης Ζωής
τής Δημοκρατίας,τής Ελευθερίας,τής Παιδείας καί τού Ανθρωπισμού,
επιδόθηκαν τά διαβήματα από τόν έναν στόν άλλον
γιά κατάργηση τής αναμονής καί τής ανοχής
εξαιτίας ελλειματικής προνόησης τών συνταγματικών παραμέτρων,
ακυρώνεται τό ακαταλόγιστο τής φολκλορικής μαλάκυνσης εγκεφάλου
πλέον
ξέρουμε καί οί δυό μας πώς είμαστε εχθροί.
Αλλά
αυτόν πού δέν μπορώ νά κοιτάξω κατάματα
όντας δίπλα μου
γιατί είναι τόσο ζαρωμένος πού πέτυχε τήν αορατότητα του,
τόν πιό επικίνδυνο καριόλη εχθρό μου από όλους αυτούς,
είναι ή ανυπόστατη λέρα
ό Ουδέτερος,
πού μέ τή λογιστική αντίληψη τής εαυτοκεντρικότητας του
γιά μέγιστη κατά περίσταση κερδοφορία τής τσογλανίστικης ζωής
ή επιβίωσης του,
καταντημένος τζογαδόρος
πού μειώνοντας τή πιθανότητα χασούρας ποντάρει σταθερά
στά χρώματα τής συστημικής τσόχας,
αυτός
πού ή ασυναρτησία του καί οί λογικοφανείς προνοήσεις του γιά αυτοπροστασία
αρνούνται συνειδητά νά πάρουν δημόσια στάση ζωής,
σπεκουλαδόρικη ή υπόφυση παλαντζάρει κατά περίσταση
πότε μέ τό έγκλημα πότε μέ τή δικαιοσύνη
πότε μέ τήν ελευθερία πότε μέ τή καταπίεση
πότε μέ τή δημοκρατία πότε μέ τή βαρβαρότητα
πότε μέ τόν ανθρωπισμό πότε μέ τόν εξανδραποδισμό τού ανθρώπου,
αυτόν τόν άρτιας φυσιολογικότητας καί σωστής κοινωνικότητας
κωλοπαιδαρισμό τής διπλανής πόρτας φοβάμαι
πώς θά μέ ξαφνιάσει τό απόβρασμα
μαχαιρώνοντας με πισώπλατα
σέ στιγμή άοπλης ανυποψίας καί απασφαλισμένης οικειότητας
τό φτύσιμο,
χωρίς νά έχουν πολεμήσει οί υποστάσεις μας ή μία απέναντι στήν άλλη
εξ αιτίας αυτού τού εχθρού μου
τού τζογαδόρου
τού Ουδέτερου
τού φίλου,τού γνωστού,
ακόμη καί τής πλειοψηφίας ενός λαού
κοιμάμαι ανήσυχα.
………………………………………………………………………….
…………………………………………………………………………

Όπου και να δημιουργείται στον χρόνο πού δημιουργείται…….ή Ποίηση
παλεύει για να πλάσει έστω μία στιγμή,
μόνο μία στιγμή, ανάποδη με το πνεύμα των καιρών,
αγωνιά και ιδρώνει για να κάνει έστω για μια στιγμή μανάχα
τη ζωή ζωή
και τον άνθρωπο άνθρωπο
————————————————————————————–
———————————-
………………………………………………
ας είναι να χάσω κι άλλη ζωή
μα θα επιμένω να διαφέρω
αρνούμενος να προσαρμοστώ στα χαχανα και στις σακατεμένες νόρμες που μας υποδεικνύει επιτακτικά η νέα τάξη των Πολλών,
απέναντι στη νομιμότητα μιας τέτοιας καθεστωτικής πολιτισμοκρατεΊας,
το μόνο που απομένει στην αλήθεια μου
είναι να περπατήσει το σοκάκι τής πολιτισμικής της εντιμότητας
και ή πράξη της να με προσδιορίσει ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΠΑΡΆΝΟΜΟ,
εξ άλλου το είπαν οι λεχρίτες
τέλος οι ανοχές και οι αθωώσεις τής διαφορετικότητας τού εγκεφάλου. ..

Φοβάμαι
τίς στιγμές
πού τό άθροισμα κατανάλωσης μυαλού σύν λέξεων
είναι ένα μικρό ή μεγάλο αποτέλεσμα εγκεφαλικοτητας καί
επικοινωνιακής δεξιότητας
μία γαμημένη κατάντια αυτή ή σούμα ικανοτήτων τής ανθρώπινης
φυσιολογίας
γιά νά μην βιωνω τέτοιες στιγμές
(ρίχνω) ιδρώτα καθημερινό
τούς βλέπω δίπλα μου
Homo numericus ή επιβίωση τους
-ποιός είναι ο μαλάκας πού παραγνωριζει τό χάσμα μεταξύ
επιβίωσης καί ζωής-
ό ιδρώτας τους βρωμάει ταχύτητα και κέρδος
click,copy,paste
click,copy,paste
καί σέρνουν τά πόδια τους
εμμονικοί τής προσπάθειας
εξαντλημένοι από τή κατάσταση win-win
προχωρούν. όπως-όπως.
Απόσπασμα από τό long poem (FUCK OFF ) ……σε δημιουργία

——————————————————————————————
———————–
Εκείνο τό βράδυ
ό πρωτοκοσμικός μου εγκεφαλικός ναρκισσισμός
σέ ρόλο αλληλεγγυόκαυλου
μού εκμυστηρεύτηκε μέ φωνή σαλταρισμένη από τή κούραση
τις στιγμές τής σιωπής μου
τότε πού σιωπούσα
γιατί οι συνθήκες αυγάτιζαν τά μικροσυμφέροντα καί τά μικροκέρδη μου
τά χρόνια τής σιωπής μου
τότε πού σιωπούσα
γιατί από κάθε σημείο τής γαμημένης τζογαδόρικης ύπαρξης μου
μπορούσες νά στραγγίσεις καλοπέραση αυτιστική και αμνησία εγωπαθή
τότε
πού μέ καταργημένες τίς συνέχειες
καί ακυρωμένες τίς καταγωγές
βρομούσα τσογλανισμό
αυτές τίς στιγμές
αυτά τά χρόνια
τά πληρώνω τώρα
μέ απειθαρχίες και εξεγέρσεις καθυστερημένες
μήπως και καταφέρω νά μού δανείσουν λίγες μάρκες
γιά νά μπορέσω να ξανατζογάρω
φοβάμαι πώς δέν έβαλα μυαλό ο μπάσταρδος
δέν κόβει εύκολα τό χούι ο τζογαδόρος)

…………………………………………………………………..
Μετά την μαγιατικη απόλαυση γεύσης στο ble
ανηφοριζοντας οικειες χωροταξίες 
θυμάμαι αυτή τήν ανηκουστη ιστορία,
ο Τζανγκο 
πού καθόλου μετεωρος 
περπατάει πάντα δύο σπιθαμες ψηλότερα 
από τήν εδαφιαια όνειροφοβία 
πήρε τό μαντάτο 
να προσορμιστει έφεδρος στο μιλιταρισμό 
προς εκκόλαψη συμμόρφωσης 
στη διαταγμενη από τόν εθνικιστικο ναρκισσισμο πατριδογνωσια 
γιά προστασία νεκρών κιονοστοιχειων καί άλλων εστιών 
επιτευγμάτων προγόνων 
δήθεν τού θεού καί τού σύμπαντος εκλεκτών αρχετυπων,
νά γονυπετησει μέ ευλάβεια στη θέα αγιογραφιων 
αυτών τών λαθρεμπορων μηνυμάτων καί σημαινομενων 
γιά μεταφυσική ζήση άβαρη,
στήν υπεράσπιση μέ ιαχες αλλοφρονης εμπροσθοφυλακης
τών νοθευμενων θεωρηματων κι άλλων απονερων 
γιά τάχα παντελή απουσία φλεγμονων καί τραυματικων παραμορφωσεων
από τήν εναρετη βιογραφία τής οικογένειας, 
εκείνο λοιπόν τό απόγευμα 
αποφασισμενος ό Τζανγκο γιά ανυπακοή 
στις προθέσεις τέτοιων παραπληγιων 
έκρυψε καλά τήν αντίσταση τού ευνουχισμου,
τήν αναιδεια τής Ποίησης,
στη θαλπωρή τών αχαμνων του
καί τράβηξαν οί δυό τους γιά τό εκκολαπτήριο φρονηματων παραλογιας 
εκεί 
οί μονολεκτες βραδυγλωσιες φαλλικων παραγγελματων 
προσοχή, παρουσιαστε, arm 
σαστιζαν μπροστά στήν ακυριευτη από τήν αποδοχή ευθυτενεια τού Τζανγκο,
απαράδεκτη κατάσταση 
ν αναλάβουν τή ξεπιτουτου ζυγοσταθμιση τού νεοσυλλεκτου 
οί προπηλακισμοι μυαλού 
διέταξαν οί εμμισθοι λαρυγγισμοι τού υποδεκανεα, 
μα καί πάλι δέν ακούστηκε από τόν εφεδρο τό προβλέψιμο 
απεταξαμην τόν σατανά τής αλλοτροπιας μου,
δέν καταλάβαιναν 
μέ ποιο αντινοο παυσιπονο 
ο Τζανγκο πατημένος από τό λυσσαλεο πείσμα τής μετάλλαξης 
ακυρωνε τόν πονο 
χωρίς νά δηλώνει παύση αντίστασης, 
μέ αυτά καί τά άλλα 
τελείωσε η θητεία 
κι ακόμη αναρωτιουνται πώς σώθηκε ο Τζανγκο 
όντας αντιδιαμετρος 
από τις ενεδρες τις θανατηφόρες γιά τούς λοβους τού εγκεφάλου,
κανείς δέν ξέρει τό μυστικό ,
παρά μονάχα ό Τζανγκο καί ή Ποίηση 
πού πάντα τήν έκρυβε καλά στά αχαμνά του
γιά νά μήν συλληφθεί από τά χάχανα τής βαρβαριας. ………………….

Γιώργος Αναγνώστου, Τρία ποιήματα

anagnostou034

Refracting the Greek American Dream
ή Ευρυχωρία εθνότητος

Βρήκε
η κοινότητα τον ντοκουμενταρίστα της
ο αντιαριστερός το μπεστ σέλερ του
ο αριστερός την καταξίωσή του
ο υποψήφιος δήμαρχος τον βιογράφο του
ο επιχειρηματίας τον φωτογράφο του
ο ακαδημαϊκός την έδρα του
ο ποιητής τον εκδότη του
ο συγγραφέας το κοινό του
ο δημοσιογράφος τις προσβάσεις του
ο φωτογράφος το θέμα του
το ελληνοαμερικανικό όνειρο τον καθρέφτη του.

Δημιουργεί
η κοινότητα βιβλιόφιλους
ο αντιαριστερός διαφωνίες ο αριστερός κοινό
ο υποψήφιος δήμαρχος κοινωφελές έργο
ο επιχειρηματίας ενδοσκόπηση
ο ακαδημαϊκός ανατρεπτικότητα
ο ποιητής πολιτική θέση
ο συγγραφέας παρέμβαση
ο δημοσιογράφος διεισδυτικότητα
ο φωτογράφος κοινωνική συνείδηση
το ελληνοαμερικανικό όνειρο τους πληθυντικούς του.

Αναγνωρίζει
η κοινότητα την πολλαπλότητα
ο αντιαριστερός τα προνόμια καταγωγής
ο αριστερός τον διαρκή αγώνα
ο υποψήφιος δήμαρχος το κοινό καλό
ο επιχειρηματίας τις αδικίες
ο ακαδημαϊκός την ποίηση
ο ποιητής την έρευνα
ο συγγραφέας την ιστορία
ο δημοσιογράφος τη μόρφωση
ο φωτογράφος την κοινωνική ευθύνη
το ελληνοαμερικανικό όνειρο τα ψεγάδια του.

Χρωματίζει
η κοινότητα εκκεντρικότητα
ο αντιαριστερός φράχτη ο αριστερός μετάξι
ο υποψήφιος δήμαρχος ομίχλη
ο επιχειρηματίας πολιτισμό
ο ακαδημαϊκός μουσική
ο ποιητής κανό καγιάκ
ο συγγραφέας ζάρια
ο δημοσιογράφος ποδήλατο
ο φωτογράφος σκοτεινό θάλαμο
το ελληνοαμερικανικό όνειρο αγριολούλουδα.

***

Με αφορμή ένα χαστούκι, μια ταπείνωση

αποκλεισμοί/εκτοπισμοί/διασυρμοί/ανηλεείς κατατρεγμοί/
τραύματα/ βάναυσα τρεχάματα/ οριακά δράματα/
φρικιαστικά φαντάσματα/
εκμεταλλευτές βίαια καθάρματα/
πρόωρα γεράματα / άσε φίλε γάματα/
τάματα χαράματα/
ατυχήματα μη μας καταπιούν
θάλασσες μη μας ξεβράσουν
εργοδότες μη μας απομυζήσουν
νταβατζήδες μην τα διαβατήριά μας σκίσουν
πολίτες μη μας ποδοπατήσουν
γείτονες μη μας μισήσουν
από την Ελλάδα ως την Αμερική
πέρα από την αρνητική διαλεκτική
ίσως πιθανόν είναι δυνατόν
με συνανθρώπους κατάματα κοιτάγματα/
αποστάσεων αποστάγματα/
αλληλεγγύης άσματα / πολύχρωμα πλεονάσματα/
απρόβλεπτα κοιτάσματα/
αλλαγή σε διατάγματα / κάτω τα προστάγματα/
συνειδητοί αυτοσχεδιασμοί/ υποσχέσεων κραδασμοί/
φαντασίας γιασεμί/
μερίδιο στη ζωή/
εγώ / εσύ / αυτός / εμείς / εσείς / αυτοί /
εαυτός / εαυτοί / εαυτή/ εαυτές/
κυρίες και κύριοι/
ένα το ζήτημα/
μία η απορία/
σε ποιο μέρος του λόγου η αφεντιά μας /
σ’ αυτό το δράμα/
σ’ αυτήν την ιστορία/
σ’αυτό το τίμημα;

***
Διασπορικό καμπανάκι

Αναντίρρητα διασπορικός. Τα καλοκαίρια εξάπαντος Ελλάδα,
ενίοτε Χριστούγεννα, αλλά κάθε Πάσχα εννοείται
(she can afford τη διπλή Ανάσταση). Πίσω στο Kissostown,
τι είπε ποιος, πού, και γιατί στα ελληνικά Μ Μ Ε, απόλυτα
κατέχει. Για την πολιτική της διαφοράς κάνει συχνά λόγο,
«κυματοθραύστης στο αλλού» ακούστηκε να υπογραμμίζει
τις πολιτιστικές του επιτεύξεις. «Μια εξαίρετη Ελληνίδα
της διασποράς, ένα κεφάλαιο για τη χώρα μας»
αναφέρεται πολλάκις το όνομά του στον αθηναϊκό τύπο, κοτζάμ
και η φωτογραφία. Ρουτίνα πλέον οι διακρίσεις σε εθνικά σαλόνια.

Έχουμε βολτάρει και μαζί στο Main Street, Middletown,
όταν μας είχε ένα φεγγάρι επισκεφθεί. Απέφυγα τότε, θυμάμαι,
να αναφέρω στη συζήτηση τη φτώχεια, την γκετοποίηση, την απελπισία,
μόλις ένα χιλιόμετρο πέρα από τα καλογυαλισμένα πεζοδρόμια·
να μιλήσω για τις αιτίες τους. Δεν άντεχα, βλέπεις, μην και
η διασπορική σου ταυτότητα τρέφει το άλλοθι να μη νοιαστείς ποτέ.

*Από την ποιητική συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, εκδόσεις Απόπειρα, 2012. Ο Γιώργος Αναγνώστου γεννήθηκε στην Ορεστιάδα, έζησε στη Θεσσαλονίκη και στο Baton Rouge του Los Angeles των ΗΠΑ και τώρα ζει στο Columbus του Ohio, όπου διδάσκει στο εκεί πανεπιστήμιο. Διατηρεί ερευνητικά ενδιαφέροντα σε θέματα αμερικανικών εθνοτήτων, διασποράς και ελληνοαμερικανικών ταυτοτήτων. Έχει γράψει το βιβλίο Contours of White Ethnicity: Popular Ethnography and the Making of Usable Pasts in Greek America (Ohio University Press, 2009), το οποιο είναι υπό μετάφραση στα ελληνικά.

Γιώργος Βλάχος, Τέσσερα ποιήματα

vlahos031

Μια παράφωνη νύχτα
τα δόντια μου λύθηκαν:

Η αγάπη μου δουλεύει σε Bar
σερβίρει ποτά σε ρεμάλια, χαφιέδες
και μπράβους.
Ο έρωτας μεροκάματο είναι
τα βράδια.
Τα πρωινά κοιμάται σε μονόκλινες
μοναξιές.
Αγάπη μου κοιμήσου μέσα σε νοθευμένη
vodka και whisky.
Το καρουμπαλάδικο σε πήγε
στ’ αυτόφωρο.
Η αγάπη μου στο κρατητήριο
κι εγώ
σ’ αίθουσα αναμονής ψυχοπαθών.

Ιούνιος 2000

***

Όταν
κάποτε
βρέθηκα
στη
Βουλή
των
πολυεθνικών
εταιρειών
και
με
ρώτησαν
ποιος
είμαι
είπα:
Είμαι ο Κόκκινος Βούδας
Είμαι η Μουσουλμάνα νύχτα
Είμαι η Αγία Τράπεζα.

***

Με το στίχο τσεκούρι,
κόβω τον ουρανό στα τέσσερα.

Καίω τη γενειάδα του
Σολζενίτσιν στον κάμπο
της τέχνης.

Με το δρεπάνι έρωτα θερίζω
τα γκουλάνγκ και τις σοδειές
κλασικών δημιουργών.

1961 χτες

Η Σβετλάνα Αλεξάνδροβνα
γεννήθηκε στον πάγο.

Χτενίστηκε η στέπα
Λούστηκε ο άνεμος κόκκινη βροχή
0 ήλιος είχε πράσινα μάτια
Κίτρινα πάρκα τραγούδησαν
Οι βράχοι ανάσαναν.

0 πάγος βούρκωσε
Δάκρυσε και ο Βόλγας
με τα κόκκινα μάτια
των ψαριών του.

Τα βράδια παίζουν βιολί
με τη χορωδία των άστρων
πάνω στα μαλλιά του Μαγιακόβσκι.

Η τρέλα πήρε το δρόμο του Εμιγκρέ.

Σήμερα 2001 λεωφόροι
οδηγούν τη Σβετλάνα Αλεξάνδροβνα
στο ορθόδοξο ψυχιατρείο
«η Ελλάς».

27.11.2000

***
Όταν κάποτε αποδημήσω εις Κύριον
το τριαντάφυλλο – γη θα τραγουδάει
τη χαμένη του Διεθνή.
Εκατομμύρια Άγιοι Εμιγκρέδες θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Εκατομμύρια δάκρυα – στίχοι θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Κι ο ποιητής με τη γλώσσα – Σειρήνα θα καλεί
εκατομμύρια Άγιες πόρνες να ραίνουν το
σώμα – ποίημα με ανθόστιχους
για τη χαμένη τους Διεθνή.

19-20.9.2000

*Από τη συλλογή “δεν έχω visa για την ελευθερία”, Εκδόσεις Δυτικός Άνεμος, Αθήνα 2005.

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Δύο ποιήματα

Zalibarek: Golems (2002)

Zalibarek: Golems (2002)

Ανεπαρκείς χαρτογραφήσεις

Η θερμάστρα που κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου δεν έχει μέλλον
και το παρελθόν της μου προκαλεί ταραχή. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω
τους τόπους απ’ τους οποίους πέρασα και δεν καταλαβαίνω τι απέγινε
η βασανισμένη ακρογιαλιά που μέχρι πέρυσι ήταν ακόμα εφικτή μπροστά μου,
ακριβώς δίπλα στο λιμάνι, που επενδύθηκε έξυπνα με κόκκινα τούβλα
και συνεχίζει το έργο του ως σφαγείο βοοειδών.
Θα κλαις, δεν μπορείς παρά να κλαις, επαναλαμβάνει η προστακτική φωνή
που ασφαλώς μου ανήκει, ενώ εγώ αναγνώρισα, σε μια συνάντηση
ποιος ξέρει ποιων δυνάμεων που διέσχισαν τον πατραϊκό κόλπο
ηλεκτροδοτώντας ακαριαία το βυθό του, πως αυτό είναι το τέλος του κλάματος,
το ξέφτισμα της θλίψης που γεννιέται μέσα στη θλίψη και απλώνοντας το χέρι
μου δείχνει με συγκατάβαση το album με τις πολύτιμες καρτ-ποστάλ που συνέλεγα καθ’ όλη τη διάρκεια
της «λεγόμενης» ζωής μου άδειο και ωστόσο διάστικτο
από τα ανεπίστρεπτα ίχνη των μικρών πουλιών της Νορμανδίας
που στάθηκαν για λίγο πάνω του πριν φύγουν πάλι

Mister Swiz

Mister Swiz

Μια μάλλον ανησυχητική διαπίστωση

Ο μαγνήτης έπαψε να είναι διαλεκτικός
και οι συναλλαγές που παρ’ όλα αυτά συνεχίζω να επιθυμώ
κρύβουν παγίδες
Στο ζαχαροπλαστείο —για παράδειγμα—
οι τούρτες τελείωσαν και ο κρεοπώλης, με δάκρυα στα μάτια
ανακαλύπτει πως ο κιμάς είναι τελικά τρούφα.
Αλλά δεν πτοούμαι, κάτι τέτοιο εξάλλου δεν έχει και μεγάλο νόημα
αφού βρίσκομαι για τέταρτη συνεχή άνοιξη παγιδευμένος
μέσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο με το πράσινο μεταλλικό χρώμα,
που μου προκαλεί πράσινα μεταλλικά συναισθήματα

Ατενίζοντας μέσα στο σκοτάδι αυτοκτονίες αρχιτεκτόνων,
πραγματοποιούμενες με χάρη και τις απαραίτητες μακέτες
που ανεμίζουν κατά την πτώση απ’ τις ταράτσες του Πολυτεχνείου.
Ήρθε η ώρα να πάρω το τσάι μου
ή μάλλον το τσάι σου
καθώς εσύ θα συσπάσαι τρυφερά,
αποπλανώντας εκείνον που είναι τόσο νέος
ακριβώς γιατί εσύ δεν είσαι πια τόσο νέα
και που ωστόσο θα έδινε τα πάντα
για να είναι μεγαλύτερος

*Από το πρώτο τεύχος (Σεπτέμβρης 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Οι εικόνες της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν μαζί με τα ποιήματα.

Νάιρα Ρακίνη, Ποιήματα

naira2030

Ηρεμία
— όχι αδράνεια, ηρεμία.
Μετά από τόση ανησυχία και στριφογυρίσματα στο κρεβάτι
σχεδόν γαλήνιο είναι αυτό το πρωινό
έχει κάτι από το φως της γαλήνης
να σε ακούω να αλλάζεις θέση στο κρεβάτι
και ο ήχος από τα σκεπάσματα είναι η ωραιότερη μουσική.
Μπορεί να ακούγομαι υπερβολική, αλλά τι σημασία έχει;
Είχα καιρό να γράψω… από χαρά.

6.11.05

Οι ορμονικές διαταραχές
επηρεάζουν σημαντικά τα πλυντήρια ρούχων
και τις μελωδίες των μουσικών.
Κανένας διαχωρισμός καμία θλίψη
για τις ώρες που χάθηκαν
ανέγγιχτες
ανέπαφες
από την απόλυτα ιδιωτική ονειρόσκονη.
Κάτι σαν δικαίωμα…

24.1.06

Δημιουργική μανία, εκείνη που αφήνει η πηγή πίσω της.
Εκτόνωση, ίσως και διέξοδος
για τα ανείπωτα σ’ αγαπώ ή τις ακροβασίες του νου.
Σκοτάδι.
Τα μυστικά φιλιά παίρνουν το δρόμο που τους γνέφω.
Πού πηγαίνουμε;

Κάποτε έρχεται η ώρα
να συμφιλιωθείς με τη φθαρτή σου φύση.
Ένα ρομαντικό τίποτα.

Χάραζα
εύθραυστες μολυβένιες γραμμές
υποκειμενικός χρόνος.
Πάντοτε!

Οι γενναίοι του κάστρου περιπλανώνται
και χάνονται στα υπόγεια μπαρ
και στις άγονες μέρες.
Η φυγή
και το τραίνο της λήθης.

naira1029

*Από το πρώτο τεύχος (Σεπτέμβρης 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Οι εικόνες της ανάρτησης είναι της Νάιρας Ρακίνη και δημοσιεύτηκαν μαζί με τα ποιήματα.

Σπύρος Μαρούλης, Έξω ο άνεμος φυσάει λέξεις

14102585_1189964517726600_9069968060417863029_n

Έξω ο άνεμος φυσάει λέξεις
Που ο ποιητής δε κατέχει
Και η ώχρα των εποχών
Μου προσφέρει αδικοχαμένες οσμές
………
Απόψε, από σεβασμό
Η βροχή είναι σιωπηλή.
Αλλά η νύχτα δεν μπορεί
Να πει ψέματα
Είναι ταραχώδης
Κραυγάζει θλίψη
Κάτω απ’ τα βλέμματα των πεθαμένων νερών.

Ευριπίδης Κλεόπας, Τα υπόλοιπα είναι σιωπή (αποσπάσματα)

14063777_10210305269689782_7664714027095457016_n

Οι ανολοκλήρωτοι έρωτες διαρκούν για πάντα.
Οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι.
————————–
Οι νυχτερινοί δρόμοι
δεν έχουν μνήμη από μόνοι τους
—————————-
Την πιο σαδιστική φυλακή
την είδα χτισμένη πάνω
στα βράχια της Κυανής Ακτής.
Τα κάγκελα κοιτούσαν
προς τη θάλασσα.
———————
Μόνο η δημιουργία έχει σημασία.
Ολα τ’ άλλα είναι πόλεμος.
———————
Τι κακιά μετάλλαξη έπαθε ο πίθηκος
και προέκυψε το είδος μας;
Ε, κύριε Δαρβίνε;
——————-
Στο βυθό της Μεσογείου
σαπιοκάραβο με εφτακόσιους μετανάστες
με εισιτήριο, συνήθως πιο ακριβό
από αυτό των επιβατών του Τιτανικού

Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…

Fragmented Society

——————————–
——————–

μπροστά στην ελευθερία μου.

——-
Δεν είμαι ελεύθερος
ούτε τις αλυσίδες μου να φτιάξω.
Αυτό με κάνει ελεύθερο.
——————–

μπροστά στο μέλλον της δημόσιας σφαίρας.
———————–
«Όταν της νύχτας το ποτάμι κυλήσει από τους σκυφτούς φανοστάτες της πόλης, θα ουρλιάξουν όλοι οι φωτοστεφανωμένοι. Από τους ωκεανούς θα αναδυθεί ο πιο παγωμένος ήλιος…Βοναπάρτηδες και γοργόνες, αγκιτάτορες και ιππότες, οι ψηφίδες όλες της παραμυθένιας ηρωοποιείας θα  καρφιτσωθούν πάνω του σαν χαρταετοί που δεν ανακυκλώθηκαν ποτέ. Τρισέγγονα του Λεβιάθαν -σχολικοί σπασίκλες που είχαν μεταμορφωθεί σε κερδομόλες πεταλούδες-  θα γίνουν η λεία των  θρόνων τους, καθώς το σκότος γλιστερό θα εισβάλλει στην γυάλινη αίθουσα των ακροάσεων. Άγγελοι σχοινοβάτες θα εκπίπτουν από τις συννεφένιες ταράτσες και στο στόμα της απόγνωσης θα πέσουν για να αλεστούν από της οργής  το στομάχι. Τότε από τα πέρα σύνορα θα εμφανιστούν αγέλες κύκνων, κοπάδια λύκων, και άοπλες όλες οι λεγεώνες των υστερορωμαικών σφραγίδων. Θα ζητούνε Σύνταγμα και θα τους δοθεί ο Θάνατος. Ο Θάνατος του Παρόντος. Και τότε παρελθόν και μέλλον βουτηγμένα μέχρι τα γόνατα στην λευτερωμένη σκοτεινιά θα ζητούνε Έλεος, για να ξεκινήσει η Εποχή η Επόμενη,  η πέραν των γνωστών τεσσάρων.»
—————————
μπροστά στο χιόνι.
——————
Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων πονηρών νομάδων, εθισμένων στην κάψα και την μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα καυτά σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών
———————–
μπροστά στο δίλημμα κίνηση ή ακινησία;
——————
Δεν περπάτησα ακόμα ούτε μια σπιθαμή τούτης της γης. Κι όμως όλο βαδίζω. Ακατάπαυστα οργώνω τον κόσμο πότε ως έφοδος και πότε ως υποχώρηση. Ταυτόχρονα βέβαια παραμένω αθεράπευτα ακίνητος, προσηλωμένος τρυγητής  των θαλασσόκηπων που εκτείνονται κάτω από τον μέσα ουρανό, ερωτευμένος βαθιά με τα ψάρια που τραγουδιστά πετούνε με ακλάδευτα πτερύγια στα σπλάχνα μου. Κι όμως όλο βαδίζω και σκέφτομαι πως ούτε μια σπιθαμή γης δεν ανήκει στο βήμα μου -είναι αμαρτία που με αυτή τη διαπίστωση νιώθω αναμάρτητος;
——————

μπροστά σε κάποιο νυχτερινό του Chopin.
————————–
«Θεόρατη η σκιά του λεπτού της χεριού πάνω στην λεπίδα σελήνη. Τα μαλλιά της λευτερώνονται και φτιάχνουν πεντάγραμμα για το τριβελιστό τραγούδι των γρύλλων. Οι παράνυμφες πορτοκαλιές την καμαρώνουν. Με την μυρωδιά της φλούδας τους ραντίζουν το  στροβίλισμά της. Καθώς βαρυπατά τον αέρα της νύχτας, ανοίγονται πηγάδια σε κάθε της βήμα,
–στον πάτο τους το φεγγαρόφωτο πολλαπλασιάζεται. Κοιλάδα νυχτερινών ουρανών η πίστα της. Καθώς λυγίζει στο πλάι το λαιμό, ένα μικρό αστέρι πέφτει απ’ τις κόγχες των βλεφάρων της. Ύστερα πιάνει την ουρά της βραδινής δροσιάς, και χάνεται στον αυλό της σελήνης. Ναι, πάει καιρός που μένω να κοιτώ τον κήπο πίσω απ’ το τζάμι. Πάνω του πέφτουν κάτι ψιχάλες. Σαν χαμηλόφωνες νότες  λυγίζουν τα χέρια που κρατούν το άδειο της φόρεμα..»
—————–

μπροστά στην όραση
——————–
Μια κοπέλα μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα αληθινό. Έτσι πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί -και πότε όχι-, πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη -και πότε όχι-, πότε τα κορμιά κάτω απ’ τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα -και πότε όχι-, πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα -και πότε όχι-, πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού -και πότε όχι-, πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της Ιστορίας -και πότε όχι-. Κι όμως στην χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγοριά:  η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους. Τυφλός, θα είμαι ο πρόγονος μιας νέας όρασης.