Για το φευγιό του Ηλία Λάγιου

Στις 5 Οκτωβρίου 2005 αποδημεί, «χωρίς εισιτήριο», ο ποιητής Ηλίας Λάγιος. Επιχειρεί το απονενοημένο διάβημα με ένα salto mortale από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Στα 47 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει απέδειξε πως ο διανοούμενος, ο πνευματικός άνθρωπος, μπορεί να είναι «οργανωτής» μιας μαχητικής ουτοπίας.

Ο Λάγιος ρίχνει τον ποιητή από το βάθρο του, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται χωρίς να γίνεται γραφικός. Ο λόγος του είναι αψύς. Του αρέσει να «παίζει» με διάφορους τρόπους γραφής.Καταπιάνεται με την καθημερινότητα, την σαπίλα, το θεό και τον Έρωτα. Κυρίαρχο μοτίβο ο θάνατος. Η ποίηση του φοβίζει τον απαίδευτο και τρομάζει τον βολεμένο. Τίθεται ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία, μισεί τους καθωσπρέπει και αγαπά τους περιθωριακούς. Γράφει για τη ζωή όπως είναι και λέει τα πράγματα με το όνομα τους.

Γεννήθηκε το 1958 στην Άρτα, μεγάλωσε στο Ναύπλιο και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα. Εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων μεταξύ των οποίων η Νέα Εστία και η Αυγή. Μαζί με τον Γιώργο Κοροπούλη εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό “Ωλήν”.

Κατηγορήθηκε από τα μέσα, ως κακοποιός της ελληνικής γλώσσας.

****”Το πέρασμα [‘Ενας αθώος άνθρωπος να συμφωνεί / Του κάνω νεύματα απεγνωσμένα / ‘Οπως πάντα έφτασα αργά] / Το πέρασμα στον θάνατο / Είναι μια κόκκινη στρογγυλή γουλιά / Τη σκουπίζεις στα χείλια / στο πάτωμα ή στο μαξιλάρι / Τα ίχνη φεύγουν λίγο αργότερα.”

***Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;
[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]

****«Κι από μακριά κιόλας εμείς (παγώνουν οι ώρες κι οι μέρες και δεν αντέχονται κι αποχωρούμε), όσοι ακόμα μέσα στη ζωή μας ζωντανοί, πομποί και δείκτες μνήμης αυριανής – οι μηδέ φωνασκούντες, μηδέ είρωνες. Από μακριά, με το μακριά που βάζουν τάχα για εγγύηση οι λέξεις. Με όλες τις λέξεις που πήρε δανεικές και έκανε δικές του – χρησιδάνειο. ‘Οσες μιλούσαν, κι όσες παραμιλούσαν μέσα σε ό,τι ακατανόητο του καθενός για τον καθένα. Με από κοντά τις λέξεις να τον χαιρετούν».

Απόσπασμα από το ποίημα «Δεν βλέπω τίποτ’ άλλο», του Ηλία Λάγιου: Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης έγραψε στην “Καθημερινή” της 9.10.2005: “Τρυφερός έφηβος 47 ετών, ανήλικος και υπερώριμος μαζί, αστραφτερό ταλέντο, σπάταλος με τις λέξεις και τα αισθήματα, σπάταλος προ πάντων με τον εαυτό του. Ποιητής. […]”

****Το έργο του είναι χρήσιμο σε κάθε άνθρωπο που θέλει να ζει ελεύθερος

**********************

Έργα:
Πρόοδοι εν προόδω (Ωλήν, 1981, ως Αλέξης Φωκάς)
Ασκήσεις Ι-ΙΧ (Ωλήν, 1984, ως Αλέξης Φωκάς)
Το κατά Αλέξιον και Μαρίαν (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1990)
Συνεστίασις (1991)
Τριώδιο (Άγρα, 1991, με τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992)
Το βιβλίο της Μαριάννας (Ίκαρος, 1993)
Ανθοδέσμη (Άγρα, 1993, με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Ο Μικρός Ήρως: το σκετσάκι (Αντί, 1996)
Η έρημη γη (Ερατώ, 1996)
Περί ζώου (Παρουσία, 1996)
Μουζικούλες (Ερατώ, 1997)
Το εικοσιτετράωρο της Δηούς (Καστανιώτης, 1998)
Θεατρολογία (Καστανιώτης, 1998)
Της γυναικογυναίκας (Ερατώ, 1998)
Πράξη υποταγής (Ερατώ, 2000)
Φεβρουάριος 2001 (Ερατώ, 2002)
Η αρπαγή της κούτας (Ερατώ, 2003)
Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία (Ερατώ, 2004)

%ce%bb%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82

Ζήσης Αϊναλής, Ένα ποίημα για τη μοναξιά

mp

Φίλοι που έφυγαν, φίλοι που φεύγουνε κάθε μέρα

Φίλοι που λύγισαν, φίλοι που γύρισαν 

και ξανάφυγαν και γύρισαν πίσω ξανά

εδώ ή κάπου αλλού 

Φίλοι που νιώθουν ξένοι παντού 
κλαίνε τα βράδια και καταπίνουν σκοτάδια

θυμώνουν και βρίζουν μια πουτάνα πατρίδα

που τους γαμάει αλύπητα και τους σπάει τ’ αρχίδια
Φίλοι που τους κατάπιε ο κρατικός μηχανισμός αμήχανους
Φίλοι που λάκισαν, φίλοι που απελπιστήκαν
Φίλοι που ‘ριξαν ποτάμια νερό στο κρασί τους
Φίλοι που προπαγανδίζουν τώρα τον Λεβιάθαν
μεμψιμοιρώντας πως δεν γινόταν αλλιώς
– Είναι πανίσχυρος, ρε συ, ο Καπιταλισμός!
Φίλοι που μείνανε μόνοι μ’ ένα ξυράφι στα χέρια και λοιδορήθηκαν
Φίλοι στο δρόμο, φίλοι στη φυλακή
Φίλοι που απολύθηκαν, φίλοι στην ανεργία
Φίλοι βορά στα φρενοκομεία
Φίλοι που το ‘ριξαν στην πρέζα και άλλοι στο αλκοόλ
Φίλοι που κουμπώνονται για να την παλέψουν
αλλά δεν την παλεύουν
και τρέχουν πάνω-κάτω τις νύχτες δίχως σκοπό
Φίλοι με πολλά πτυχία που τα ‘βαλαν στον κώλο τους
κι άλλοι που ακρωτηριάστηκαν σ’ εργατικές εγκαταστάσεις του κώλου
Φίλοι που τρίβουν πατώματα και πεινάνε
Φίλοι που βδελύσσονται το φαί που διανέμουν
κλέβοντας φραγκοδίφραγκα απ’ τα ρέστα για να ξεχρεώσουν τις δόσεις της ΔΕΗ
Φίλοι που αγωνίζονται μόνοι τους στο σκοτάδι
Φίλοι που προσφέρουν στους πρόσφυγες το υστέρημα της τσέπης και της καρδιάς τους
Φίλοι που τρέχουν και δεν ξέρουν γιατί
Φίλοι που πίστεψαν και πια δεν πιστεύουν
Φίλοι που δεν πίστευαν και τώρα απελπίζονται
Φίλοι που έφυγαν
κυνηγημένοι από την οικογένεια τους μπάτσους το στρατό τις τράπεζες την εφορία
Φίλοι που θέλουν να επιστρέψουν και δεν μπορούν
Φίλοι που δεν θέλουν να φύγουν και φεύγουν
Φίλοι φίλοι φίλοι
Φίλοι που φεύγουνε κάθε μέρα
Φίλοι που χάνονται
Φίλοι που πια δεν υπάρχουν

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

14593209_960690304053755_1755395032_n

Οι τρελοί λαγοί

Εδώ και χρόνια
Άνθρωποι ζώα μέιλ και αποφάσεις
Μεταφέρουν κομμάτια παζλ
Στις νότιες χώρες
Έχουν βάλει σκοπό ν’ αλλάξουν κλίμα,
Θερμοκρασία, ταπεραμέντο.
Δεν τα πήγαν κι άσχημα
Έχουν καταφέρει να φτιάξουν τεράστιους χιονανθρώπους
Να ‘χουν να παίζουν οι γενιές οι επόμενες
Κάθε τρία τέσσερα χρόνια υπόσχονται ότι στην επόμενη
Χιονομεταφορά θα φέρουν μεγαλύτερα καρότα.
Σκέφτηκαν τα παιδιά, αυτά που τώρα μαθαίνουν
για τον Δούρειο Ίππο,
στην επόμενη κίνηση να κλείσουν μέσα
τυλιγμένα σε εσωθερμική φόδρα
κοπάδια τρελών λαγών
Κι έτσι κάποιοι να νομίζουν πως έχουν γνώση οι φύλακες
Κι έτσι κάποιοι να νιώθουν πως κοιμούνται ήσυχοι.

***

Πατητή τσιμεντοκονία

Σου είπα θα έρθω
Όταν θα έχουμε χορτάσει πανύψηλα λάθη
Μια εξομολόγηση που θα έρχεται
Από τα βάθη της γης
Που δεν έχει κέντρο βάρους και εύπλαστο χώμα

Σου είπα θα ακονίσω την γλώσσα μου
Τα οβάλ των ονείρων μου θα έχουν αγκυλώσεις
Γωνιώσεις και εσοχές
θα μ΄ακούσεις
Και θα χτίσω εκ νέου

Σου είπα ότι πηγαίνω τοίχο τοίχο
Τη διαδρομή, διαβάζω συνθήματα
Γράφω αποτυπώνω μουτζουρώνω
Και περιμένω το πιο τρυφερό λουλούδι
Να χει αντέξει
Να χει τολμήσει
Να βγει
Απ’ το τόσο τσιμέντο

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο της Γεωργίας Τρούλη.

Giosue Carducci, Φωνή των ιερέων

14495513_1748878015378243_4850322917488717958_n

Ακόμα και σχολή της ευτέλειας και της απάτης
Ήσουν ώ! ναέ “άσυλο καταφρονημένων”, όταν
Τ’ αδέλφια, την πατρίδα σου και το Θεό αρνιόσουν
Και σαν ερμηνευτής του Θεού πήγες με τους τυράννους.
Ώ! Ανόσιοι! Ξένοι στις αγωνίες μας ευλογείτε
Των καταπιεστών μας την αγέλη στα ουράνια,
Και καταριόσαστε τους δυστυχείς στην κόλαση,
που ετόλμησαν να εξεγερθούν ενάντια στους δυνάστες.
Έτοιμοι στου αυτοκράτορα την κάθε ανόσια βία,
Κόλακες της παράνομης και άδικης κατάκτησης:
Ο προφήτης του Θεού ψεύδεται με τη φωνή του κλήρου.
Ω! μέρα θλιβερή της ατιμίας που ανέτειλες
Όταν λάβαρο της σκλαβιάς έγινε ο σταυρός,
Κι έκαμαν το Χριστό πρωταθλητή των τυράννων!

*Από τη σελίδα Spyros Stasei Ekpiptones στο Facebook.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Έτσι κι αλλιώς

without_you_the_party__s_over__by_dibutade

Ένα χαμόγελο πικρό θά ‘χες στα χείλη.
Πίσω από τα βλέφαρα μόλις που θα κρατούσες το δάκρυ,
σκύβοντας ν’ απιθώσεις στα χείλη μου απαλά

το στερνό σου φιλί.

΄Υστερα με αργό, επίσημο βήμα

θα κινούσες να βγείς από την κάμαρη,

αφήνοντας να σέρνεται ελαφρά στο πάτωμα

το μακρύ σου πανωφόρι.
΄Ετσι ωραία τα είχα φανταστεί. Ποιητικά.
΄Ομως γελάστηκα και πάλι. Γιατί,
αφού κατακόκκινη μ’ έβρισες υστερικά,
έφυγες βιαστική,
βροντώντας πίσω σου την πόρτα,
χωρίς να σου περάσει ούτε στιγμή από το νου,
πως έτσι κι αλλιώς,
εγώ τους στίχους θα τους έγραφα.

*Από την ποιητική συλλογή “Εκτός προγράμματος”, εκδ. “Διογένης”, Αθήνα 1991, σελ. 28. Αναδημοσίευση απο τη σελίδα του ποιητή στο Facebook

Κατερίνα Γώγου – Για πάντα ανάμεσά μας


ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Ανάμεσα σ’ αυτές /λέγω/ τις ξυραφισμένες εγκοπές
όπου οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονοματίζουν
μάτια
εκεί όπου υπάρχει φυτρωμένος ένας μικρός τάφινος + σταυρός
και μια
μεγάλη γυναίκα καταθλιπτική με μαύρα γυαλιά
κι ένα καφέ λουρί σκύλου στο χέρι
σπάνε εκεί τις τελευταίες μέρες μου
μεγάλα σκοτεινά νερά σταλμένα από δυνάμεις σκοτεινές
καλώντας με να προχωρήσω…
Μπρούμυτα πεθαμένοι με σακάκια ανε6αίνουν σταυρωτά
μέσα από τα νερά
τάματα μπούστο πρησμένα
κολλάνε σα πεταλίθρες στο πίσω μέρος του κρανίου μου
εκεί όπου αρχίζει το τριχωτόν μου /πεινάνε
είναι πεινασμένοι όλοι τους /καταλα6αίνετε/ θέλουν να ζήσουν
κό6ουν εδώ πίσω με κοφτερές δαγκωνιές
την τελευταία μου κοινωνική μου άμυνα
αυτό που οι άνθρωποι συνήθισαν να ονοματίζουν
μυαλό μου
γι ‘ αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δεν
φο6άμαι δεν 6λέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαι
είμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσα
θά προχωρήσω.

———————————-

Η ζωή μας είναι σουγιάδες
Σε βρώμικά αδιέξοδα
Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα…
Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω, η Πατησίων.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή
Ξευτίλα – μοναξιά – απελπισία
Κι ανάποδα
Εντάξει δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας
Και καπνίζουμε….
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…

—————————-

Από τα “Τρία κλικ αριστερά…” (απόσπασμα).

Καλημέρα γιατρέ μου.
Μη.
Μη σηκώνεστε. Άλλωστε δεν έχω τίποτα σοβαρό.
Τα γνωστά.
Γράψτε βάλιουμ μαντράξ στεντόν τριπτιζόλ – ξέρετε τώρα εσείς –
Κάντε με κοινωνικό πρόσωπο
βολέψτε με τέλος πάντων με τους ομοίους σας
περάστε με στους χαφιέδες σας
πηδήξτε με αν θέτε
ωραίες οι γκραβούρες στους τοίχους σας.
Τσάκω τώρα στα σβέλτα το χιλιάρικο
και φέρ’ τη συνταγή
γιατί τέρμα η υπομονή μου παλιόπουστε
κι όπου νάναι θα εκραγεί.
Μη. Μη σηκώνεστε γιατρέ μου. Δεν είναι σοβαρό.
Ευχαριστώ.
Καλημέρα σας.

13332744_1722749934674674_392151663428136883_n

E. Μύρων, Οκτώ ποιήματα

flying-with-me

Ορυμαγδός

Κάθομαι και χαζεύω το τασάκι
ώρες ώρες
Φορτωμένο με σκέψεις
κι αποτσίγαρα καθώς είναι,
θυμίζει χωματερή
ή νεκροταφείο
Καμιά φορά ρίχνω
λίγο νερό,
ίσως για να σιγουρευτώ
ότι έσβησαν οι καύτρες
ίσως για να μην ενοχλεί
η μυρωδιά της αποσύνθεσης

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_21.html

Σκήπτρο και λύρα

Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.

Κώστας Καρυωτάκης “Υποθήκαι”

Εκεί ψηλά ελπίζω να γράφεις στίχους και νότες
Ξύπνιος από τη νύστα του βραχνά καταλύτη
Ελεύθερος καβαλάρης στων ονείρων τα μήκη
με αερικά και νεράιδες συνταξιδιώτες

Εκεί δε θα σε κυνηγούν πια για τις επωμίδες
θα έχεις γλυτώσει από τα τετράκρυα χιόνια
Απέναντι στο λογικό θα ‘βαλες ωτασπίδες
ώστε να μην έχει δαιμόνια και τελώνια

Εφηύρες τελικά κείνο ‘κει το παυσώδυνο
για το βάσανο του χρόνου, τον βαρύ κασμά,
που θα ‘κανε το ρυθμό τού κόσμου πιο ρόδινο;

Να περιγράφεις με ρίμα, τον ουράνιο μπασμά
Εσύ, χορευτής του θεϊκού ρυθμού υποφήτης
Τα ψηλά να μαγεύει της τέχνης σου η βαθύτις

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_19.html

Ξόρκι

Θα σκύψω μόνο για να
φιλήσω τον ουρανό
για κανένα άλλο λόγο
για κανένα ιερό χώμα

Κι αν δε μας κάνει,
θα σκάψουμε μέσα του
να βρούμε άλλον,
με καινούργιο χρώμα

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_11.html

Άτιτλο ξόρκι

Κάποιο μπαρουτοκαπνισμένο ξόρκι
μου ‘γνεψε
με στίχους αμόλυντους,
ακέραιους, τρισδιάστατους

Βούλιαξα μαζί του
και ξύπνησα με το φως
της νύχτας
σ΄ένα, σαν όνειρο αναποδογυρισμένο

Όλα φάνηκαν θρύψαλα
κομμάτια ιδεών
πτώματα λέξεων

Όλα γυρνούσαν ξανά
με υπόκρουση το αίμα
στις εσχατιές της μνήμης

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_3.html

”Σε τούτο το χωριό λοιπόν”

Σε τούτο το χωριό λοιπόν
όλοι, στην κόγχη του χρόνου
ακούμε εν είδει δεκτών
το ίδιο σήμα ραδιοφώνου

Το τέλος είναι μη ανακλιτόν
μα όλοι μας παρέα τραγουδούμε
τάχα εν’ άσμα ισοβιτών
σάμπως με ζωή αιώνια δεθούμε

Νέοι, μεσήλικες και γέροι
παρέα ας χορέψουμε
πιασμένοι χέρι- χέρι

σιμά στο καμπαναριό
σαν να μη μισέψουμε
ποτέ απ’ το μικρό χωριό.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_4.html

Άτιτλο

Καβαλάρηδες φασμάτων
πασχίζουμε μ’ ένα δόρυ,
να τρυπήσουμε την
παλαιόθεν πανοπλία του αδιαφόρετου.

Ξεζεύοντας τ’ άλογο,
– μήτε ζυγούς, μήτε χαλινάρια –
να γλυκάνουμε τις θύελλες
να πλατύνουμε τη διαδρομή.
Έχοντας ακούσει όμως
και τις καταρρακτώδεις θύελλες
μα και τις αγνές απλωσιές
του ήλιου, να διαστείλουμε
τη μουσικότητα του αύριο.

Να “παίζει” μέσα μας αλλεοτρόπως
το μέλλον.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/06/blog-post_26.html

Φαντασία

Σαν συμμαζευτούν τα σύγνεφα,
να τους ανοίξουμε μια τρύπα
να πέσουν οι κεραυνοί
πριν ζωντανέψουν.
Να τους γραπώσουμε με τα μάτια,
να δούμε λίγο παραπέρα
Να ξεχάσουμε για λίγο τη φτώχεια της όρασης.
Α! Τι βάλσαμο:
Πόσο μαλάκωσαν τα μάτια,
πόσα καλοκαίρια βλέπουμε
ενώ κοπανιούνται έξω χίλιοι χειμωνες;
Να κρατήσει κι άλλο η μαγεία αυτή…!
Να την κρατήσουμε κι άλλο τη μαγεία αυτή!
Σ’ ένα κηπάκι να τη βάλουμε
να τη φροντίζουμε.
Ποιος ξέρει; μπορεί κάτι να φυτρώσει…

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/06/blog-post_8.html

Κι αν σας φαίνεται σκληρό

Κι αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα
να ξέρατε μονάχα, πόσο ωραιοποίησα τον πόνο.

Πόσο σφιχτά βούλωσα το στόμα μου
να μην ακουστούν ολόκληρες οι κραυγές της γέννας.

Πόσα παγάκια κατάπια
για να μην κάψω το χαρτί με την ανάσα μου.

Πόσο λευκό χρειάστηκα
για να σπάσει το μαύρο
και να σπείρω ορχιδέες
δίπλα στα κοφτερά μου δόντια.

Αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα,
που να βλέπατε
πόσο τραχύ είν’ το βλέμμα
του όταν σας κοιτά
να απορείτε.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/04/blog-post_1.html

Αντώνης Αντωνάκος, Οκτώ ποιήματα

11698456_1034236109955172_5398195143189514711_n

ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ

κουβαλάει το μυρμήγκι μέσ’ την τρύπα του

ψίχουλα θεόρατα απ’ την αγορά των σκλάβων

τα αφεντικά κι οι πονηροί παπάδες

το βάφτισαν εργατικό μα είναι τεμπελάκος

ότι θα κλέψει είν’ γι’ αυτό τα λάφυρά του

και το τσουκάλι του δε μένει αδειανό ποτέ

γιατί γεμάτα σπόρους είναι τα χωράφια

και περπατά εδώ κάτω απ’ τον ήλιο

και περπατά στις αμμουδιές

επάνω στα ζεματιστά κορμιά

γλείφοντας την αλμύρα απ’ τα βυζιά

να νοστιμίσει αργότερα τα πλούσια φαγιά

και περπατά και χάνεται

βαθιά μέσα στη νύχτα

και τραγουδά μονάχο του

μέχρι να’ ρθεί να το συντρίψει

η αρβύλα ενός μαλάκα.

ΕΒΙΒΑ

εβίβα άξιοι δολοφόνοι

εβίβα φασίστες του ντουνιά

εβίβα εφοπλιστές βιομήχανοι ρουφιάνοι

σεις που πλουτίζετε σκοτώνοντας παιδιά

εβίβα τεχνοκράτες υπουργοί

καθάρματα ακαδημαϊκοί

χορτάτοι νταβατζήδες

στο καπιταλιστικό παχνί

εβίβα εσύ μικροαστέ

πρεζάκια καταναλωτή

που κάθεσαι μαστουρωμένος

μπροστά απ’ την τιβί

δουλεύοντας όλη τη μέρα σα σκυλί

διαβάζοντας τ’ αθλητικά

βλέποντας ματς την Κυριακή

βίβα εσύ αγρότη μερακλή

που έσφαξες τον κόκορα

και στην πρωτεύουσα έτρεξες

κι αγόρασες κελί.

ΕΙΝ’ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία

σαν να σηκώνεις λίγο τον πέπλο απ’ τα μυστήρια

όταν η πλήξη γίνεται λεηλασία

και πρέπει να ξαναβρούμε τη γύμνια μας

όπως ο εργάτης που σπάει τις αλυσίδες του

και ρίχνεται στη θάλασσα ντάλα μεσημέρι.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου

Τον Οκτώβρη του 17

Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια

Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας

Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια

Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες

Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά

Σαν λύκος μες’ τη νύχτα

Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα

Ο άνεμος κι η θύελλα

Γλείφοντας του κόσμου το κορμί

Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του

Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος

Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού

Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη

Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.

Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει

Νέος ακόμα στο κορμί

Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα

Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του

Φεύγω και

Χαιρετίζω τις γυναίκες

που μέλλονται να γεννηθούν

για να στοιχειώσουνε

τον ύπνο των αρσενικών.

Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις

του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,

των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.

Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με

με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

ΑΧ!

Αχ! οι άνθρωποι
πράγματα αγοράζουν και ξεχνούν.

Καταναλώνουν τα σκουπίδια που παράγουν και ξεχνούν.

Ξεχνούν το σώμα του ήλιου

που σφηνώνει ανάμεσα στων δέντρων τα κλαδιά.

Ξεχνούν το πέπλο της ομίχλης

που ο άνεμος σπρώχνει απαλά
στη φωτεινή πεδιάδα.

Ξεχνούν οι άνθρωποι

τα πουλιά του πρωινού

που κελαηδούν αιώνες τώρα

κρατώντας τον αρχαίο ρυθμό.

Αχ! η ματαιοδοξία πράγματα άχρηστα

τους κάνει να αγοράζουν

πετώντας τα μέσα στο στόμα του κενού

που τους ακολουθεί,

ταΐζοντας το αχόρταγο θηρίο.

Το αβυσσαλέο στομάχι του καιρού.

Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι

τα ένδοξα γαμήσια που τους φέραν στη ζωή.

Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι

τα ένδοξα γαμήσια που τους κρατάνε στη ζωή.

Ω! έρωτα σκληρέ, τραχύ, αλλά με γεύση εξαίσια

εσύ ότι έχουμε για την αιώνια πείνα μας.

ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΔΙΨΑ ΚΟΥΒΑΛΩ

Την άγρια δίψα κουβαλώ

για τα βιβλία που δε γράφτηκαν

την άγρια καύλα

για τα κορμιά που δεν έζησαν

και κάθε τόσο κατεβαίνω στην κόλαση

μαγαρίζω το στόμα μου

με κατάρες και όρκους

γιατί η εποχή αυτή με ταράζει

με την αβρότητα του διανοητή

που την κουκούλα θέλει

να τραβήξει απ’ το παιδί

κι αντί μπροστά

απ’ τα τουφέκια αυτός να βγει ο δυνατός

αγωνιστής κι έντιμος πατριώτης

για να φυλάξει το παιδί

την αστική φυλλάδα υπηρετεί

που ένα ξεροκόμματο του δίνει για φαΐ

γνωρίζοντας καλά πως οι αστοί

τον έχουνε για εμπροσθοφυλακή.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ

Ο πόλεμος έφτασε στα σπίτια μας

φύτρωσε στη γλάστρα μας
ο πόλεμος είναι στο δρόμο μας

στο κρεβάτι μας και το καθιστικό μας

είναι στο παιχνίδι των παιδιών

στο μελάνι των ποιητών

που περιμένουνε τις μάχες

για να γράψουνε τους στίχους

ο πόλεμος μαύρος κότσυφας

του πατέρα μου η μελαγχολία στο βουνό

όπου μια τουφεκιά κάθε βράδυ περίμενε

τα τσακάλια να διώξει, όπου περίμενε

να τελειώσει ο πόλεμος στο σχολείο του

να πάει να διαβάσει τ’ αδιάβαστα βιβλία ξανά

να ξεχάσει τη μήτρα του ζώου που

γεννούσε το θάνατο τα κουφάρια τα μαύρα

που αχνίζαν στον ήλιο που διψασμένες

τα βοσκούσανε σφήκες που περίμενε να στεγνώσει

το αίμα να ζυμώσει ψωμί για το μέλλον

ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα

να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες

να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία

θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν

ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί

να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία

να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος

σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου

μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις

κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

Δεκέμβρης 2008

*Από τη συλλογή “Γλυκόλογα για μολότοφ”. Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από τη δημοσίευση του ποιήματος “Είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία” στο ιστολόγιο Greek Poetics στο http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/08/blog-post_4.html

Αντιγόνη Ηλιάδη, Κεφάλαια για μία γνωριμία ερωτικού περιεχομένου

19

Ι.
σε δωμάτιο μετέωρων προσώπων φιλικών
βλέμμα υποβόσκοντος ερωτισμού
ξέρουμε ότι θα γαμηθούμε
μία ακτινογραφική χειραψία
πρόκειται για μία ανάποδη γνωριμία

ΙΙ.
θυμάμαι πολύ καλά τι συνέβη
ήταν το πάρτι στα ανατολικά
με πρόσωπα φιλικά κι ανάμεικτα
αλκοόλ μουσική και αυτοκίνητα
στο πέρασμα του ορίζοντα
ένα μπαλκόνι και σιγά να νυχτώνει
η φασαρία κάτω από τα μάτια μας
δίπλα σου εγώ
μία νυχτερινή οικειότητα
δίπλα μου εσύ
μια καιόμενη προθυμία

ΙΙΙ.
και σου είπα
έχουμε κλειστεί σε ένα μπουκάλι
και είμαστε δύο κάποιοι άλλοι
όχι εμείς
σε ένα πλάνο στην κουζίνα
δίπλα στις πιατέλες τα ποτήρια τα πιατικά
πράσινα ανθισμένα χόρτα
οι αναπνοές οι παύσεις
και οι λάμψεις μας καθώς κατά λάθος
πέφτανε λέξεις στα χέρια μας
όλα ήταν τόσο ερμητικά
η δίψα μας έγραφε στη σάρκα μας

IV.
σε κοιτούσα στα μάτια κι εσύ παντού
με ρωτούσες για τη φιλοσοφία
η ουσία μεταγγιζόταν στις γουλιές μας
και δεν με άφηνες από τα λόγια σου
και το ήξερα
το κατάλαβα από την αρχή
η νύχτα ήταν δική μας
θα σε αφήσω να με πάρεις μαζί
σήμερα θα φύγουμε μαζί
μαζί χυμένοι σε μία ανάποδη γνωριμία

V.
βγήκες να πάρεις λίγο αέρα
και στο σαλόνι ο κόσμος σπιλώνει τον χρόνο
κι εσύ χάνεσαι μόνο στο έξω κι εγώ
πού να έχεις πάει ψάχνω πού να σαι
οι στρώσεις σου τα χείλη σου με βρήκαν
στα χέρια οι προτάσεις σου μη φύγεις
δεν φεύγω
θα μείνω θα με γυρίσεις εσύ
δεν έχεις πιει πολύ και μπορείς να οδηγήσεις
σε πιστεύω σε αφήνω
πάρε με μαζί σου

VI.
αιχμάλωτη στο γέλιο σου
έκρυβες κάθε πόρτα
δεν ήθελα να φύγω
δεν ήθελες να με χάσεις
στη μουσική κάπου σμιλεμένο σε είδα
γυμνό και φυσικό
και κάποτε απομακρυσμένο
από τα φώτα τα γέλια και τα παραμιλητά
το πρόσωπό σου λιωμένο από το πιώμα
σαν μία από αυτοκίνητα και δρόμους
συμπιεσμένη της πόλης ευθεία
σε ρωτώ
είσαι καλά
με καταλαβαίνεις
σε καταλαβαίνω
είμαι καλά
θέλω να σε φιλήσω
το ξέρω
κι εγώ θέλω να φιλήσω εσένα

VIΙ.
κι αν καταλαβαίνεις από λόγια τέτοια
που καταλήγουν σε μικρά κρυφά φιλιά
απάντησες και με φίλησες στην αρχή απαλά
και μετά δυνατά και με κράτησες σφιχτά
και δεν με άφηνες και η μουσική σου έκανε παύση
σε ψάχνανε να σε ακούσουνε σαν τα θηρία
κι είχαμε γίνει ένα όλο μία νύχτα κάπου στις δύο
το κέντρο του κόσμου στην ανατολική πλευρά
κι εμείς ραμμένοι σε όλα τα ζωτικά σημεία
και το πρόσωπό σου ήταν για πάντα μέσα στο δικό μου

VIII.
μέσα μας μάχονται τα άλογα τα αντίθετα
το δάχτυλό σου στην κουζίνα στα πιο υγρά
και να με έχεις αγκαλιά να μη με αφήνεις
φεύγεις κι έρχεσαι ξανά χαμογελώντας
και κάθε αίσθησή σου διοχετεύοντας
μέσα από τα μαλλιά, τα δάχτυλα
τον πούτσο να ρέει παντού μουνί κι ιδρώτας
επιστρέψαμε καθίσαμε δίπλα
στην ώρα κάτσαμε για να βιαστεί
φύγαμε κι άλλαξες απότομα τη δεύτερη ταχύτητα

IX.
στο ασήμαντο μεθύσι σου έκρυβα
κάθε μου μικρή πνοή με σύνεση και προσοχή
και στο σπίτι σου μπήκα πανέτοιμη
να σε λιώσω να με λιώσεις να χαθούμε
με καμιά απολύτως ιδέα για το τι θα συμβεί
ότι θα με γαμήσεις έτσι που θα γίνει
μία ακμάζουσα εξαίσια ηδονή
που να την κρατάμε θέλαμε τρυφερά
για εμάς στην αρχή και μετά
να την ανοίγουμε δημοσίως ανοιχτά
σαν μία μελωδία ηλεκτρική που θέλει τα πάντα να πει

X.
κι ένα άλλο βράδυ
τα πόδια μου τρέχουν στην κιθάρα σου
από τη Μητρόπολη ως τα αγχωμένα δάχτυλά σου
το κραγιόν μου στο σαγόνι και στο αυτί σου
περίμενέ με δεν θα αργήσω
και μου είχες πει θα ξεκινήσω μόνο
αν σε έχω πιο μπροστά
και δεν άργησα
από τη μία στιγμή μπροστά σε άγνωστα μάτια
τα χέρια μου σε έχουν σφιχτά
δεμένο στα λεπτά το κορμί μου αλυχτά να σε φτάσει
έρχομαι και θα με δεις μες στο σκοτάδι
να σε ψάχνω θεριεμένη μες στον κόσμο
που με σπρώχνει μας χωρίζει μη με χάνεις
είναι όλα σκοτεινά και είμαι ήδη δίπλα σου ξανά
και με φιλάς με τα ιδρωμένα σου μάγουλα
με κρατάς στους κόσμους των χεριών σου
χύνεσαι με τα ρούχα καυλωμένα στη σκηνή
ηδονίζεσαι παράνομα μου χαμογελάς
κι όλα γυρίζουν αισθαντικά τα μάτια μας μαζί
καθώς χορεύω μες στις ακτίνες και τα φλας
κι εσύ σε βλέπω είσαι εκεί στη μέση όλων
ξέρω πολύ καλά πως με κοιτάζεις και γελάς
και η νύχτα μωρό μου φτιάχτηκε για εμάς

XI.
κι όταν με σηκώνεις στην αγκαλιά σου
μες στα δυνατά τα χέρια σου
θέλω να κρατώ κάθε σκιά σου
μη φύγεις αν δεν με σφίξεις δυνατά
να αφήνουμε τον κόσμο να γυρίζει
και να ριχνόμαστε η μία στον άλλον
σαν φεγγίτες σε σκοτεινά εργοστάσια

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν http://www.poiein.gr σε καταχώρηση Σωτήρη Παστάκα.

Ισμήνη Εσμέρ Λιόση, Mικρές Aρκάνες – Esmeray

12804822_917895894955217_8766625069291651855_n-300x300

ΜΙΚΡΕΣ ΑΡΚΑΝΕΣ
`
Ντάμα Μπαστούνι

Με πούδρα κιμωλίας
Και μαύρο γαρύφαλλο Στόμα
Απλώνει τα Χέρια
Στο έλεος Της βροχής
Είναι Άντρες τα σύννεφα
Χαίνουν
Κοιμάται στις Άδειες λίμνες
Των μικρούτσικων Τυφλών της ματιών
Είναι Κωφή και Άλαλη
Την διακονούν Οι
Πεινώντες την Σάρκα
Ωραία Άσχημη
Άσχημη ομορφιά Της
Ανδρόγυνο πλάσμα Μαρία Imperio
Ντάμα κομμένο Σπαθί
Βαλές Σαμουράι

*
Τρία Σπαθί

Ξέρω γιατί Τρελαίνονται
Άγονη η θλιβερή πραγματικότητά Τους
Κι η Ποίησις Προάστιο
Φορώ παπούτσια Τού πούμα
Γάντια από Χρυσάνθεμα
Καπέλο Παγωνιού
Πίσω μου σέρνω Ουρά από
Βελούδινα Σκυλιά
Και νάνους από Πορσελάνη
Μία σκοτεινή τζενεράλια Με
Μωβ φιλήδονα Στόματα
Ένα εκατόχρονο έπιπλο Φωλιά
Τρομαγμένης οικόσιτης Σαύρας
Δεν θα γυρίσω Ποτέ
Σωσμένη Επιτέλους
Από την ρασιοναλιστική Κρυπτεία τους
Πλήρης Υγεία Η Υπερρεαλιστική Παραφροσύνη
Γελάω βρίζοντας Γελάω (σ)τα Πρόσωπά τους

*
Τέσσερα Σπαθί

酔った
Σε άπταιστη Nihongo
Θα Απαντήσω
Στην πρότασή Σου
Ιάπωνα Σαρκοτρίφτη
Ερωμένη της θάλασσάς Μου
Είσαι
Ερωμένε Μου Εγώ
Του βούρκου της Ωραιότητας
Είμαι
Το μεθυσμένο στόμα Σου
Yo-tta-ku-Chi
酔った
Που με Λείχει
Με Τρώει
Δεν δίνει αλλού Την γεύση Μου

*

Ντάμα Πεντάλφα

α.
Ντάμα Πεντάλφα χέλι
(Εγ)κατοικώ Τον άντρα βυθό
Τον Πνίγω
Στο φιλιατρό Τού πηγαδιού
Γυαλίζομαι Γυναίκα
Ρωτάει αν είμαι Όμορφη
Το Κόκκινο Νερό

β.
Η Σάρα Κέην είναι Και
Φοράει μαύρο Κοκκινάδι
Στον μονόλογο Ενός φαντάσματος
Η Σάρα Κέην Είμαι
Και βάφω με Μαύρο κοκκινάδι
Τον μονόλογο ενός Φαντάσματος
Δεν θέλω πράγματι να Αγαπηθώ
Ερωτευθήκατε ποτέ ένα Πτώμα;

γ.
Ερωτεύτηκα ένα ξύλινο Πόδι
Μία σπασμένη γέφυρα Προς το Πουθενά
Ένα τραίνο παλαιό από Κισσό φαγωμένο
Η τρέλα είναι ο μαραμένος Φίλος Μου
Καλύτερα να Φύγετε Μην δείτε
Πως δέρνομαι Άγρια
Από τις λέξεις μου και τα Οράματα

δ.
Με γδύνουνε τα μεγάλα προϊστορικά σας δόντια
Μαδημένες οι Φτερούγες Μου πώς Να κρυφτούν;

ε.
Σβήστε επί Τέλους
Τα φώτα μέσα στο Ποίημα
Το μουνί μου δεν
Είναι το στοίχημα Είναι η στάχτη
Από τη χθεσινή Γιορτή σας

ζ.
Αγαπητή Ζωή Με Δειπνήσατε Ωραία
Δεν συγχωρώ το στόμα Σας
Ας είναι Καταραμένη Η γεύση Του και ο Λόγος

`
*************

ESMERAY
`
Πρόλογος Β΄

η λέξη κυλάει
αίμα
στο χαρτί του Ποιήματος
στάξη
με άργητα χελώνας
η χελώνα λέξη στο όστρακό Της
κρύβει ένα μυστικό
δεν θα το μάθει
κανείς ποτέ
θα το εικάσει
η Ποίηση είναι
αράχνη που κλείνει
τέτοια μυστικά
στον ιστό της γλώσσας
δεν είναι μυστικά
αποκεφαλισμένα έντομα
ή μαύρα ρόδα
δεν είναι μηνύματα
είναι κλειστά παράθυρα
φανταστείτε το εσωτερικό
σκηνοθετείστε το δωμάτιο
ευφυολογήστε στην δράση
η Ποίηση
θα σας κάνει
ανώνυμους Ποιητές
οι καλύτεροι Ποιητές είναι
Ποιητές
Περιθωρίου

`
*
22/2/2016-7.49΄

ήλθαν στο όνειρό μου
η Νανά Ησαΐα με την Ελένη Βακαλό
κεντούσαν το νυφιάτικο πέπλο
με μαύρα και ρόδινα πουλιά
απ’ την αλφάβητο
-προσέξτε, τους είπα, θα αποδημήσουν
– να πετάξουν κι ας αποδημήσουνε
αποκρίθηκαν ομού
και ακούτε;
ακούτε
το ξεκαρδιστικό γέλιο Τους
μέσα στο δάκρυ
του πρώτου Ποιήματος;
`
*Από τις συλλογές «Μικρές Αρκάνες» και «Esmeray».
`
******************************************************

dheiaeao-eoicico-256x300

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ποίηση και ζωγραφική: Δυο τέχνες με εικονοπλαστική δύναμη που συνδιαλέγονται και ανταμώνουν στην αντισυμβατική φωνή της Ισμήνης Εσμέρ Λιόση. Ίσως γιατί «η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει», όπως γράφει στο επίγραμμά του ο λυρικός ποιητής Σιμωνίδης, η Ισμήνη, από τότε που ήταν ένα δεκατετράχρονο κορίτσι στις γειτονιές του Πειραιά, βρίσκεται σε μια διακαή αναζήτηση της ουσίας και των ορίωντους μέσω των δημιουργιών της. Στο χώρο της ποίησης εμφανίζεται το 1976και τα κείμενά της είναι ιδιαίτερηςαισθητικήςποιητικής. Η πρώτη συλλογή της, τα «Σεληνοτρόπια»,δημοσιεύεται το 1980 (εκτός εμπορίου). Ακολουθεί η δεύτερη το 1984 με τίτλο «(Ωλήν) Poesienoire-Eγχειρίδιον ονειροδράματος» και το 2016 η συλλογή «ArcanaLustra-Nεκροταφείο φορεμάτων»(εκδόσεις «Τύρφη»).Έχει συνεργαστεί με έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά ποίησης, μεταξύ των οποίων:«ΟδόςΠανός», «Ανοικτή πόλη» και «Ιδεοδρόμιο». Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά και γαλλικά.

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/33026/index.html σε επιμέλεια-επίμετρο Ευαγγελίας Πολύμου.