Fernando Pessoa, Ο φύλακας των κοπαδιών Ι

fernando_pessoa_heteronimia-cover

Εγώ ποτέ δεν φύλαξα κοπάδια,
αλλά σαν να τα φύλαξα είναι.
Η ψυχή μου είναι ένας βοσκός,
γνωρίζει τον άνεμο και τον ήλιο
κι απ’ τα χέρι κρατώντας τις Εποχές
ακολουθεί και κοιτάζει.
Όλη ή γαλήνη της Φύσης δίχως ανθρώπους
έρχεται να καθίσει δίπλα μου.
Άλλα εγώ μένω θλιμμένος όπως ένα ηλιοβασίλεμα
στη Φαντασία μας,
όταν πέφτει παγωνιά μακριά στην κοιλάδα
και νιώθεις τη νύχτα να μπαίνει
σαν πεταλούδα από τό παράθυρο.

Αλλά η θλίψη μου είναι ηρεμία
γιατί είναι φυσική και δίκαιη
και είναι αυτό που πρέπει να νιώθει η ψυχή
σαν σκέφτεται πως υπάρχει
και τα χέρια μαζεύουν λουλούδια χωρίς καν να το βλέπει.

Σαν θόρυβος από κουδούνια
πέρα από τη στροφή του δρόμου,
οι σκέψεις μου είναι ευχαριστημένες.
Λυπάμαι μόνο που ξέρω πως είναι ευχαριστημένες,
γιατί, αν δεν το ήξερα,
αντί να είναι εύχαριστημένες και θλιμμένες,
θα ήταν ευχαριστημένες και χαρούμενες.

Να σκέφτεσαι είναι ενοχλητικό σαν να βαδίζεις στη βροχή
όταν ο άνεμος δυναμώνει και μοιάζει σαν να βρέχει περισσότερο.

Δεν έχω φιλοδοξίες μήτε επιθυμίες
να ’μαι ποιητής δεν είναι δική μου φιλοδοξία.
Είναι ο τρόπος μου να είμαι μόνος.

Κι αν κάποτε επιθυμώ,
με τη φαντασία μου, αρνάκι να ’μαι
(ή το κοπάδι ολόκληρο
σκόρπιο να τρέχει σ’ όλη την πλαγιά,
να ’μαι πολλά πράγματα ευτυχισμένα τήν ίδια στιγμή),
είναι μόνο γιατί αισθάνομαι αυτό που γράφω στο ηλιοβασίλεμα,
ή όταν ένα σύννεφο απλώνει το χέρι του πάνω από το φως
κι η σιωπή τρέχει έξω στο χορτάρι.

Όταν κάθομαι να γράψω στίχους ή,
βαδίζοντας σε δρόμους και μονοπάτια,
γράφω στίχους στο χαρτί που υπάρχει στη σκέψη μου,
νιώθω μιαν αγκλίτσα στα χέρια
και βλέπω το περίγραμμα του εαυτού μου
στην κορφή του λόφου,
να κοιτάζει το κοπάδι μου και να βλέπει τις ιδέες μου
ή να κοιτάζει τις ιδέες μου και να βλέπει το κοπάδι μου,
και να χαμογελάει αόριστα σαν κάποιος που δεν καταλαβαίνει τι λένε
και θέλει να παριστάνει πως καταλαβαίνει.

Χαιρετάω όλους όσοι θα με διαβάσουν,
βγάζοντάς τους το πλατύγυρο καπέλο μου
όταν θά με δουν στην πόρτα μου
μόλις η άμαξα φανεί στην κορφή του λόφου.
Τους χαιρετώ και τους εύχομαι ήλιο,
και βροχή, όταν η βροχή είναι αναγκαία,
και τα σπίτια τους να ’χουν
ένα παράθυρο ανοιχτό και στο πλάι
την αγαπημένη τους καρέκλα
για να κάθονται να διαβάζουν τους στίχους μου.
Και διαβάζοντάς τους να σκέφτονται
πως είμαι κάτι φυσικό —
για παράδειγμα, το αρχαίο δέντρο
που στη σκιά του παιδιά όταν ήταν
σωριάζονταν, κουρασμένα απ’ το παιχνίδι,
σκουπίζοντας τον ιδρώτα του ζεστού μετώπου τους
με το μανίκι της ριγέ ποδιάς τους.

*Από το βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέϊρο”, σε μετάφραση Μαρίας Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg 2014.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

sadness1

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Σε λίγο θα περάσει το λεωφορείο
Ο θάνατος με δίπλωμα οδήγησης
Στην πόρτα θ’ αφήσει ένα γράμμα
Κάποια παιδιά θα το διαβάσουν
Εγώ θα τρέξω να σε συναντήσω
Θα σε βρω σε μια στάση να κλαις
Μετά θα μπούμε στο λεωφορείο
Θα καθίσουμε δίπλα στον οδηγό
Μοναδικοί επιβάτες του εμείς
Θα έχεις χρόνο να μ’ αγαπήσεις
Και περισσότερο να με μισήσεις
Θα ανοίξω όλα τα παράθυρα
Να μπούνε τα μαύρα πουλιά
Ο δρόμος για την άβυσσο μακρύς
Δυστυχώς τελειώνει κι η βενζίνη

Κι ήθελα τόσο να πεθάνουμε μαζί.

***

ΤΑ ΦΤΕΡΑ

Δεν τα πουλάω τα φτερά μου
Τα δίνω μόνο για ανακατασκευή
Έμαθα μ’ αυτά να μην αυτοκτονώ
Να πέφτω γυμνός απ’ την ταράτσα
Και να προσγειώνομαι στον κήπο
Να επισκέπτομαι τη στρατόσφαιρα
Να συναντώ μέλισσες στο φεγγάρι
Γυρνώντας από ταξίδι αναψυχής
Να τα δανείζω στα αεροπλάνα
Σε περίπτωση μηχανικής βλάβης
Ν’ ακολουθώ τις ψυχές μεσάνυχτα
Που ανηφορίζουν στον ουρανό.

Δεν τα πουλάω τα φτερά μου
Τα προσφέρω μόνο για σωτηρία
Στις πεταλούδες που ζαλίστηκαν
Κι έπεσαν στο χώμα αιμόφυρτες
Στα σακάτικα πουλιά των πόλεων
Που πηδούν απ’ τις πολυκατοικίες
Σ’ όσους σκαρφάλωσαν στον ήλιο
Άνοιξαν μετά τις ομπρέλες τους
Και λιπόθυμοι βούτηξαν στο κενό
Στα μόρια απ’ τη σκόνη του αέρα
Που έχασαν τις αισθήσεις τους
Σωματίδια σε κατακόρυφη πτώση.

Άλλωστε κανείς πια δεν αγοράζει
Δυο παλιά μεταχειρισμένα φτερά.

***

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Γυρίζοντας στην παλιά γειτονιά
Θα σκοντάψω τυχαία σε φίλο
Σε ακέφαλο σώμα που με κοιτά
«Αν είσαι όπως σε ήξερα φύγε»
Τότε αρχίζω να τον πυροβολώ
Σκοτώνω την αθωότητά του
Μετά μπαίνω στο πατρικό σπίτι
Όλα είναι όπως τα άφησα τότε
Ο γάτος κοιμάται στον καναπέ
Δε με αναγνωρίζει καθόλου
Έχουν ασπρίσει τα γένια μου
Σκοντάφτω πάνω σε δυο βιβλία
Που δεν κατάφερα να διαβάσω
Μέσα απ’ το κάδρο ένα παιδί
Πετά στ’ αυτοκίνητα νεράντζια
Κι ο πατέρας με τις παντόφλες
Ξέχασε πια πως είχε πεθάνει
Ψάχνει το κλειδί στη γλάστρα
Μαζεύω το χώμα για ενθύμιο
Με περίμενε κι η μητέρα μου
«Αν θέλεις απόψε να κοιμηθείς
Ξάπλωσε σε αυτό το κρεβάτι
Μόλις έβαλα καθαρά σεντόνια».

Βέβαια κανείς δεν της είπε
Πως υπήρχε κάποια απόσταση
Μεταξύ κρεβατιού και ουρανού.

Γρηγόριος Σακαλής, Παζάρι

5539745183_4ded1b0502_b

Τρέξτε, τρέξτε
στο μεγάλο παζάρι
όλη η πλατεία γέμισε
εδώ πωλούνται όλα
από χρυσό μέχρι μπακίρια
από καρφίτσα μέχρι λευκή σάρκα
πωλούνται κι αγοράζονται
πένες και στιχουργοί
στοχαστές και δημιουργοί
όλοι στον κοινό παρονομαστή
το χαρτονόμισμα
αυτό το παζάρι
δεν σταματάει ποτέ
τρέξτε λοιπόν
προλάβετε
υπάρχουν ευκαιρίες πολλές
για επενδύσεις καλές
μα πριν πάτε, σκεφτείτε
πως ήδη
έχετε πουληθεί κι εσείς.

Γεωργία Τρούλη, Υψηλός Αιματοκρίτης

14365298_944343425688443_1147166022_n

Το στόμα του πατέρα μου μπορεί να μας καταπιεί όλους.

Έχει μυθική καταγωγή

Όταν γελά, νευριάζει ή ειρωνεύεται παίρνει πάντα το ίδιο σχήμα

Νομίζω το κληρονόμησα.
 
Το χέρι της μητέρας μου μπορεί να μας πνίξει κύτταρο κύτταρο

Έχει ευκαρυωτική καταγωγή

Όταν ακούει μουσική το δωμάτιο γίνεται υγρό και αιωρείται

Νομίζω την κληρονόμησα
 
Τα μάτια του αδερφού μου αλλά κυρίως τα αυτιά μπορούν να φτιάξουν

από σάπια υλικά- παιχνίδια. Έπειτα τα χαρίζει χωρίς περιτύλιγμα.

Νομίζω με μιμήθηκε.
 
-Όταν κάνει πολύ θόρυβο καταλαβαίνεις πως κάποιος του στέρησε χρόνο

Και αφή-
 
Το σώμα του γιου μου έχει πάντα έναν τονισμό μεγαλύτερο.

Όλα τα μέλη τα συνθέτει απότομα και με ένταση. Το κεφάλι του ένα συνεχές καρουζέλ.

Όταν με κοιτάει στα μάτια καταλαβαίνω τι θα πει μεγάλο νιώσιμο σε μικρό εμβαδό.

Νομίζω κάπως του μεταγγίστηκε

Η κόρη μου αφήνεται εύκολα σε έναν ύπνο που μοιάζει ατάραχο

Όταν μου ζητάει μελάνη, διαρκώς ξέρω πως η ροή της είναι οικεία

Νομίζω την αγαπάμε μαζί.

Ξέρω – θα κληρονομήσει μυρωδιά και σκληρότητα=
 
Όταν συναντιόμαστε όλοι μαζί στο διάδρομο ή σε κάποιο στικάκι φωτογραφιών

Ξέρουμε ο ένας για τον άλλον τα πάντα
 
Όταν τρώμε, εγώ κρύβομαι κάτω από το τραπέζι και τους δένω όλους

Με μακαρόνια. Περίτεχνα χωρίς τίποτα

να καταλάβουν. Όταν σηκώνονται διαλύεται το πλέγμα, το πατάνε, λένε ‘μάλλον κάποιος

Θα έφαγε άτσαλα’

Δεν με ενοχλεί γιατί ό,τι έχει σημασία παράγεται σαν μια διαρκής ροή σημασίας
Δεν αιχμαλωτίζεται

Έπειτα με φιλούν ένας- ένας

Φεύγουν και μου λένε περιπαικτικά

‘Ξέρουμε τι καπνό φουμάρεις‘

Κι εγώ τους απαντώ

‘Ξέρω καλά τι σόι είστε’

Φεύγουν ήρεμοι

Τους κληρονομώ κάθε μέρα

Τους στέλνω μια ευχή από τα σωθικά μου

Επιστρέφουν μετά από χρόνια

Θέλουν αίμα

Τους μεταγγίζω-

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Φάνης Παπαγεωργίου, Πέντε ποιήματα

Vimark, Ghost city

Vimark, Ghost city

Ψαλίδισμα χειλιών

Η τελευταία μέρα που χτυπιόταν σαν το ψάρι
είδε τα καμπαναριά να χύνονται στον ήλιο
καθώς σέρνονταν μέσα στις αχτίδες τους

τα δοκάρια να στάζουν μέλι
ίσως πατάγανε σε πόδια μελισσών

τα χάδια πηγαινόερχονταν σαν αφετηρίες
χωρίς να ξέρουν που ανήκουν

ήταν τυλιγμένα με σφυρίγματα των ξακουστών
των ανθρώπων που μεταφέρουν ρυμουλκά
κρεμώντας τους πάνω από τα νέφη

στον προορισμό της συντριβής, της πτώσεως
με μαύρα περιλαίμια στους ναύτες

ευθεία για την οδό των αγαλμάτων

***

38 βαθμοί ακριβώς

Η γλώσσα ήταν θυροκολημμένη

με ένα ρίγος, σπαραγμοί από α-

βέβαια μπορούσες να διακρίνεις
μεταξύ των λέξεων, αυτές:
ασταμάτητα, αβυσσαλέα, αλησμόνητη,
αλλοίμονο
ασφαλώς μιλούσε για κάποια γυναίκα
κινούταν προς τον αρνητικό του πόλο
σερνόταν σε μαγνητικό πεδίο

και με τον ονειροκρίτη ανά χείρας
τον βαστούσε η Μοίρα
θα ήταν βεβαίως χαμερπής

καθώς ξεφυσούσε και φυσούσε έμοιαζε

να επιθυμεί να θηλάσει τα λουλούδια
βέβαιος ίσως πως άγγιζε την έρημο

και πως αυτή κολλούσε πάνω του σαν άμμος
του είχε γίνει πυρετός

***

Βυρσοδεψείο Νο. 12231

Η σημασία κύλησε

από κάτι λέξεις όπως
αγαπημένη, φυλάγομαι, σημαίνω

και από το κύλισμα

γεννήθηκαν άλλες όπως
πυροβληματική, γλωτός, ασφυρί

κι έτσι αυτός κι αυτή

έμαθαν να ξελασπώνουν την αγάπη τους
αμέσως πριν την φάνε

***

Δυνατότητες δύο νέων

Θα γύριζαν την υδρόγειο/

συζητούσαν την ύπαρξη ηπείρων

θα βούλιαζαν στο λευκό χυλό του φωτός/
μετρούσαν τις αποστάσεις των αστεριών

θα περιπολούσαν τον κόσμο/

γκρεμιζόταν αστέρι στο φιλί τους

θα γέμιζαν το κενό/

οι χορδές εκτόπιζαν τους ήχους

θα γινόντουσαν δίκοπο πρόσωπο/

τα ποτάμια κρεμόντουσαν πάνω από τη θάλασσα
θα ήταν μέλλον/
αν είχαν παρόν

***

Μέσος ή Μεστός

Δυο κτήρια, αν αγγίζονταν

θα τα αποκαλούσαμε μεσοτοιχία
με τον ίδιο τρόπο που ένα τυχαίο
άγγιγμα ανθρώπων θα το λέγαμε
μεσοβέζικο

και τη θάλασσα μεταξύ ηπείρων
μεσόγειο

το κατάρτι μέσα σε αυτήν
μεσιανό

και φωτισμένο ίσως,

μεσημέρι
στην μεγάλη τρύπα

από την ανατολή μέχρι τη δύση

μέσα της δεν έβλεπε

τα μάτια της ήταν μεστά μέσα στο βάδισμα τους

και τα χέρια της δεν τον οδηγούσαν στις σπηλιές

στο μέσα των δαχτύλων της

κι είχε μια μέση ξύλινο δοκάρι

για να βαστάει το μεστό της στόμα

είχε μέσο και σκοπό να την παγιδεύσει

στα μεσαία κύμματα που εξέπεμπε από το κεφάλι του
δεν ήταν δα και μεσόκοπος

το κενό μεταξύ τους ήταν κομήτης
μεσουρανούσε

*Από τη συλλογή “Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα”, Εκδόσεις Κουκούτσι.

Nanja Noterdaeme, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Tom Clark

Artwork: Tom Clark

Δεν ξέρουμε τι ήταν

Δεν ξέρω τι ήταν
μια μέρα που πήγα
να σε πάρω
σε βρήκα στις
φαγωμένες σκάλες
στο ύπαιθρο θεατράκι

Δεν ξέρουμε αν ήταν
εντελώς ανώδυνη
η βροχούλα που δάκρυσε
γιατί
η σιωπή μετά την καταιγίδα
μου έλεγε

Δεν ξέρουμε γιατί
η μικρή βροχή
μου έλεγε τόσο απαλά
ότι περνάει
η ζωή
ότι είμαστε μόνοι.

Δύσκολα τα λόγια
Δύσκολες οι αγάπες
Δύσκολη η δουλειά
που σαν μονοτονία
μας θλίβει και μας
κλέβει την ενέργεια.

Από μακριά πατριάρχης
πάντα φαίνεσαι
κι εγώ
που πλέον δεν είμαι βασίλισσα
ακούω την βροχή να κλαίει.

***

Ο πατέρας

Δυο το πρωί
Δυο πουλιά
κελαηδούσαν
αγκαλιασμένα
ανέβηκαν ψιλά ψιλά
εκεί που το λένε
Ζενίθ.
Τιτίβιζαν κάτι,
σαν να είχαν ψυχή.

Η μέρα πριν
ένα ποτήρι
έπεσε,
το παράθυρο
χτύπαγε
Ο πατέρας μου
θύμωσε
Δεν μπορούσε
να μπει.

Η μέρα μετά
Τρεις καφέδες
στα σκαλιά
του υπόγειου,
η μάνα μου κι
εγώ,
τρεις καφέδες,
στα σκαλιά,
έλα μπαμπά!

Δυο κούπες
αδειάσαμε,
η τρίτη
με τον καφέ
έμεινε.

Ο πατέρας μου
δεν ήρθε πια.
Τον είχαν πάρει τα δυο πουλιά.

***

Αλόγιστα

Και στους παππούδες
δώσε μια ευκαιρία
να σφίξουν τα χαλινάρια
στις γροθιές της ιστορίας.

Να σκάψουν με την γλώσσα τους
βαριά,
καρύδες, καρδιές, και κόκαλα.

Τον γείτονά της ο
Γάκης η γιαγιά να ποθεί
και αυτός ο παππούς, ας
ξαναγίνει παλικάρι
όχι μόνο στην εκδρομή.

Δώσε τους ένα ποίημα
να τους θυμάται η ζωή
για να περάσει η ώρα
αυτή που πέρασε πια
όταν πριν το πάρεις
χαμπάρι, θα πάψει
το ρολόι να χτυπά.

***

Φωτογραφία

Έσκισα την φωτογραφία
και άναψα μια μικρή φωτιά
και στο ναό στρωμένο
με γαρίφαλα και πανσέδες
έθαψα το τσουρουφλισμένο απόκτημα.

Έτσι έθαψα 20 χρόνια,
ναι, porca miseria, 20
χρόνια οργή,
όπου για άσπρη μέρα
μάλλον υπήρξε η πρώτη.

Τρία μαύρα άλογα

Τρία μαύρα άλογα διέσχισαν
το πλακόστρωτο του χωριού.
Το μεγάλο μπροστά, το μικρό στη μέση και το μεσαίο
να κλείνει τη σειρά,
μαύρα βελούδινα, με τις θεϊκές χαίτες να ανεμίζουν ελαφριά
πριν εξαφανιστούν οριστικά
με την φευγαλέα εικόνα του άγνωστου.

«Πρέπει να τα σκοτώσουμε», είπε ένας χωριανός.
«Θα μας πλακώσουν μια μέρα, όλο και πολλαπλασιάζονται».

Γιώργος Β. Μακρής, Τρία ποιήματα

makis-4-256x300

Απόσταση


Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας

μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους

κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο

πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους

από φόβο

μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αιτία…

Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί

Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.

Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα

Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.

Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι

εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.

Είμαστε πάντα εκεί

που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές

ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.

Έχουμε την απόλαυση του θεάματος

μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών

όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν

Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.

Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή

Μάσκα της καλοσύνης..

Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή

μάσκα της κακίας.

Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι

δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.

Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά

ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε

όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει

τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.

Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο

Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός

ή και χαμογελάμε…

Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό

και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα

που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.

Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες

ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο

πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

(1941)

***

Φθινόπωρο


Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν

να γελούν και να αμύνονται.

Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν

ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα.

Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν

Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.

Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν

η γη μυρίζει.

Οι νέοι άνθρωπο φεύγουν

τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.

Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα

στην αποθήκη.

Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.

Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν

κάτι είναι και αυτό.


[1941;]

***

Εμείς που δεν μας κούρασε να λέμε ολοένα

και τι θα γίνει αύριο

και τι έγινε χτές

που δεν μας έγινε ακόμα βαρετό

ν’ αθροίσουμε ολοένα τις μέρες μας

και να’ ναι πάντα πενιχρό το άθροισμα

σαν το συμπέρασμα που βγαίνει από τις συμβουλές

που θεσπίσαμε πια νόμους από πάνω μας

κι έχουμε πια τα μικρά μας έθιμα

πόσο ποτέ μας δε θα ανοίγαμε πανιά

πόσο δε θα λιμάραμε συρματένια κιγκλιδώματα

αν μας δινόταν ευκαιρία.

Είμαστε πια ένας μικρός λαός

Ο’ πιο μικρός λαός…

Δε ζητάμε αλλά δικαιώματα

γιατί ξεχάσαμε πια το χειρισμό τους.

Δε ζητάμε πιο πολλή επιείκεια

Γιατί δεν ξέρουμε καλά τον εαυτό μας.


[1942;]


Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το αφιέρωμα στον Γιώργο Β. Μακρή του Χαράλαμπου Οταμπάση, με τον τίτλο «Γιώργος Μακρής: θραύσματα ενός γυάλινου “εμείς”», που δημοσιεύτηκε στο Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Γιώργος Βέης, Ποιήματα για το Χαρτούμ

the-university-of-khartoum

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ
 
 Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη
με τρύπια λάστιχα βλέπεις εικόνες στίγματα
ένα ακόμα οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας
κακοφορμισμένο απόγευμα
κεφάλι που έγινε μπάλα στα πόδια της Κυριακής
διαστημόπλοιο χωρίς καύσιμα
που έχασε την τροχιά του
οι αστροναύτες  θυμώνουν
που δεν έχουν πια Γη να βλέπουν
αλλά σπασμένα αγγεία των θεών από κομήτες
ξεχασμένοι, γεμάτοι σκουπίδια του νου αυτοί που ήμασταν
κι αυτό το υπέροχο γράμμα Α
ο αριθμός 2014 μπαμπάκι που μούσκεψε
δεν μπορεί να κρατήσει άλλα ούρα και δάκρυα
 
πώς αυτό είναι ο εφιάλτης
όλων των αλκοολικών του κόσμου
 
***

ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΒΑΣΗ
 
Μέσα στο ίδιο σπίτι κατοικούν κι άλλοι
δεν φαίνονται, αναπνέουν όμως μαζί μας
δεν ζητούν εκδίκηση ή θυσίες στο βωμό της ανάμνησης
έχουν χορτάσει φαίνεται μ΄ αυτά
όχι μνήμη, αλλά ενόραση ψιθυρίζουν
όχι μνήμη, αλλά ενόραση,
με το πρώτο φως της αυγής
θέλουν στοργή να δείξουν
στα παιδιά που έφυγαν
μέσα στο κλάμα.
 
***

ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ
 
«Να μη διαλυθεί καμιά μέσα στο σύννεφο
από πολλή γνώση κι άλλη τόση ανέχεια σημαδεμένες
τρωτές και λαβωμένες ήδη του καιρού
αθύρματα της άγριας τύχης
ανάβουμε από την έγνοια
φωτοχυσία ξόδεμα σαγήνης
κάρβουνα μετά και στάχτη ονείρων
ή κάρβουνα σε τιμή ευκαιρίας
ή μήπως πλάνη;»
πρόλαβε να ρωτήσει η μέλισσα
λίγο προτού την καταπιεί ο κότσυφας.
 
***

ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΟΙ
 
Βήματα πάλι του κατοικίδιου σπορέα
εκτός κι αν είναι το πέρασμα
από την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα
εκείνου του αόρατου ζώου των σπηλαίων
ναι
του χρωστάμε ακόμη λίγο αίμα
από τότε που μας βοήθησε να επιζήσουμε
την εποχή της μεγάλης ξηρασίας.
 
***
 
ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ          
 
Πρέπει ν΄ αντέξω όπως ο κάστορας
την ορμή του ποταμού
ν΄ αρνηθώ όπως ο κόρακας το ξεφτισμένο σκιάχτρο του
να εξαντλήσω όπως η μύγα
όλες τις εκδοχές της εισβολής στη ζάχαρη
ν΄ ανεχτώ όλες τις ύβρεις του στερεώματος
όπως ο εκ γενετής ζητιάνος έχει μάθει ν΄ ανέχεται
και μετά να πετάξω πάνω από τα χαλάσματα του κόσμου
ένα καλαθάκι άχρηστες πράξεις και παραλείψεις
αερόστατο κήρυκας χωρίς καν λέξεις.
 
***
 
ΗΜΕΡΗΣΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
 
Ακούω: Πανορμίτης.χρυσελεφάντινο.Κομοτηνή…
τις θυμάμαι
ακριβώς όπως τις συλλάβισα τότε για πρώτη φορά
τις ήθελα όμως αποκλειστικά δικές μου στο άμεσο μέλλον
ο θησαυρός του Δημοτικού Σχολείου
όπου η κάθε καινούργια λέξη
από τον Δάσκαλο κυρίως
ή τον διπλανό μου στο θρανίο
που δεν σήκωνε κεφάλι από τα βιβλία του
η κάθε καινούργια χώρα στον ρυτιδιασμένο χάρτη
δίπλα στον μαυροπίνακα
 
έκπληξη από ύπαρξη.
 
***
 
ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
 
Μια βδομάδα στεγνός, λάβαρο της πείνας
άλλοι βαστάνε δυο βδομάδες
μεγάλο ζόρι, μισοσπασμένα κλαδιά της αντοχής
το δικό του όριο οι δέκα μέρες
μετά θα λυγίσει μέσα στα ένδοξα χρώματα του φθινοπώρου
για μια μπουκιά εξάρτηση
στον περίβολο της Εκκλησίας των Βαπτιστών
με τα Φύλλα Χλόης αγκαλιά
ανυπόταχτο Χάρλεμ, ματωμένο Μπρονξ.
 
***
                              
Η ΦΕΝΑΚΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

 
Συνοικία μοιάζει απέξω, μέσα κρύβει το χάος
εξοντωτική ήπειρος αχανής των ματαιοτήτων
η μαύρη τρύπα των ματιών
θυμάσαι μήπως πού έμενα;
Επιστρέφω μετά από χρόνια και είναι κρύο
σειρήνες όχι πανικού αλλά εκδίκησης τώρα
δεν είχα προβλέψει εμφύλιο
σε λίγο άδειες πλατείες
θα μας χωρέσουν φαντάσματα.
      
*Η εικόνα της ανάρτησης είναι από εδώ: https://pandoxeio.com/2012/12/11/veis2/the-university-of-khartoum/

Ο ποιητής Θάνος Ανεστόπουλος

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από λίγες μέρες, μας ήρθε η είδηση του θανάτου του Θάνου Ανεστόπουλου. Αφήσαμε να περάσει λίγο ο θόρυβος της είδησης, «να κατακάτσει ο κουρνιαχτός», όπως λέει εύστοχα ένα δημοτικό τραγούδι, έτσι ώστε να μπορέσουμε με ησυχία και τον απαιτούμενο σεβασμό να αγγίξουμε το έργο του.

Το έργο του Ανεστόπουλου είναι πολυσχιδές, όμως, εδώ δεν θα ασχοληθούμε με τα σκίτσα του, ούτε με τους ποιητές, που μελοποίησε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη των Διάφανων Κρίνων, αλλά με την ποίησή του. Γιατί ο Θάνος Ανεστόπουλος ήταν πάνω από όλα ποιητής.

Θα μπορούσε να πει κανείς, πως χαρακτηρίζουμε εύκολα ποιητή κάποιον, που εξέδωσε μόλις μία ποιητική συλλογή, μόλις το 2015 όταν ήταν 48 ετών, όμως, τότε θα έπρεπε να ξεχάσουμε τον Καβάφη, που δεν εξέδωσε ποτέ ποιητική συλλογή όσο ζούσε και αν δεν θέλουμε να πάμε τόσο πίσω, έχουμε το παράδειγμα του Νίκου Γκάτσου, που σε όλη του τη ζωή εξέδωσε μόλις μία ποιητική συλλογή. Βέβαια, ο Νίκος Γκάτσος είχε την τύχη να μελοποιήσουν στίχους του συνθέτες-ογκόλιθοι, όπως ο Χατζηδάκις, ο Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος. Ο Θάνος Ανεστόπουλος έγραφε στίχους, που τους μελοποιούσε και τους ερμήνευε ο ίδιος. Πολλά, λοιπόν, από τα τραγούδια της δισκογραφίας των Διάφανων Κρίνων είναι ποιήματα του Θάνου Ανεστόπουλου γι’ αυτό δεν θα σταθούμε στη μία και μόνη ποιητική συλλογή, που εξέδωσε, αλλά σε ορισμένα ποιήματα, που βρίσκονται αναρτημένα στο διαδίκτυο.

Το πρώτο, που παρατηρούμε, όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ποίηση του Θάνου Ανεστόπουλου είναι ότι ο ποιητής ήταν γλωσσοπλάστης. Έφτιαχνε δικές του λέξεις, που φαντάζουν πιο ποιητικές και δίνουν μια άλλη χροιά στην ποίησή του. Για παράδειγμα, η λέξη «αΰπνωτος», που είναι πολύ πιο εύηχη από τη λέξη άυπνος. Επίσης, η λέξη «ηλιοκράτορας» παραπέμπει στη λέξη ηλιάτορας του Οδυσσέα Ελύτη.

Η ποίηση του Θάνου Ανεστόπουλου είναι ορμητική σαν χείμαρρος. Η πλούσια φαντασία του και η ευχέρεια του λόγου του και το πλούσιο και δημιουργικό λεξιλόγιό του φαίνονται κυρίως στα ποιήματα: «Αΰπνωτος», «Βλέφαρα του Φλεβάρη», «ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΠΑΝΘΕΟΝ ΣΤΙΓΜΩΝ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΩΝ», «Ο Ρόντια στον πάγο» κ.α.

Όμως, οι καλύτερες στιγμές του Θάνου Ανεστόπουλου είναι στα κοινωνικά του ποιήματα(*). Εκεί, ο στίχος του γίνεται ασυμβίβαστος και αναρχικός. Εκεί, ο ποιητής οικτίρει τον άνθρωπο, που είναι κλεισμένος στον εαυτό του και δεν τον φτάνουν οι φωνές των κολασμένων της γης. Τον άνθρωπο, που έχει κλειστεί στον δικό του γυάλινο πύργο και φοβάται να βγει παραέξω. Ο άνθρωπος αυτός καταλήγει: «Να φθείρεται ακίνδυνα…. Χωρίς ποτέ ο ίδιος να υπήρξε. / Πεθαίνοντας χωρίς να έχει γεννηθεί.» Στο αφηγηματικό ποίημα «Οι κρεμάστρες» θα συναντήσουμε έναν μετανάστη ρακοσυλλέκτη, που δέχεται ρατσιστική επίθεση από έναν φασίστα μικροαστό.

Στα ποιήματα, που αναλύσαμε πιο πάνω ο Θάνος Ανεστόπουλος περιγράφει με αδρές πινελιές τις κοινωνικές αδικίες, όμως, σε άλλα ποιήματα δεν περιγράφει απλά, αλλά προτρέπει. «Ανοίξτε όλες τις φυλακές», γράφει στο ποίημα «Παράθυρα», για να καταλήξει: «Ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών / και κλείστε την τηλεόραση.» Σε άλλο ποίημα θα δείξει ότι η ελπίδα μένει ακέραια, όσες προδοσίες κι αν γίνουν χρησιμοποιώντας τον εύστοχο τίτλο: «Κάποτε τα δεσμά θα σπάσουνε», ενώ στο ποίημα «το αναντικατάστατο οστεοφυλάκιο» θα γράψει: «Είναι όλα έτοιμα. Οι καιροί αλλάζουν!»

Με αυτή, λοιπόν, τη σύντομη ανάλυση αποχαιρετάμε τον ποιητή Θάνο Ανεστόπουλο και κρατάμε ως παρακαταθήκη τους στίχους του, όπως και τους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Σκάψιμο», που θα μπορούσε να είναι η ποιητική διαθήκη του: «Εγώ ο άγνωστο που υπήρξα / δεν είμαι πια εδώ. ……. ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΩ…/ όταν πεθάνω.»

(*) Τα κοινωνικά ποιήματα του Θάνου Ανεστόπουλου βρίσκονται αναρτημένα στο διαδίκτυο σε αφιέρωμα, που έγινε στο blog: «ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ» και μπορείτε να τα διαβάσετε ακολουθώντας τον σύνδεσμο: http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast food & Κέρματα

theoxaris2034

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Σε προηγούμενη παρουσίαση ποιημάτων του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου σημειώναμε ότι η ποίηση του «είναι άμεση, απλή, ελεύθερη από δύσκολα νοήματα, με διάθεση για πειραματισμό – φέρνοντας έτσι τον ποιητή σε άμεση επαφή με την σύγχρονη ποιητική παραγωγή στη χώρα μας, αναδεικνύοντας φαινόμενα, καταστάσεις και προβληματισμούς όπως ακριβώς είναι». (Ατέχνως, 24/10/2015). Αυτή μας την εκτίμηση έρχεται να επιβεβαιώσει με τον καλύτερο τρόπο η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου «Fast food & Κέρματα» (2015) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.

Ο τίτλος της συλλογής εύκολα μας παραπέμπει (κι αν τον διαβάσουμε κυριολεκτικά, δηλαδή χωρίς φαντασία) σε κάτι που είναι γρήγορο και ευτελές, όχι απαραίτητα καλό, που ικανοποιεί τις ανάγκες μας για να ξεχαστεί αμέσως μετά. Αντίθετα τα ποιήματα του βιβλίου φαίνεται να παίζουν με τις παραπάνω καθιερωμένες έννοιες και να τις ανατρέπουν, γιατί ούτε γρήγορα είναι (ακόμα και η ανάγνωση τους θέλει προσοχή κι όχι ένα γρήγορο ξεπέταγμα, γιατί μετά θα χάσουμε την ουσία των λόγων του ποιητή), ούτε πρόχειρα και ευτελή. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα αντιληφθεί με ευχαρίστηση ότι τα χαικού της συλλογής (γιατί σε αυτή τη μορφή επιλέγει να εκφραστεί ο ποιητής στο «Fast food & Κέρματα») δεν είναι ένα εύκολο είδος αλλά ένα απαιτητικό είδος όπου για να εκφράσεις με απλότητα τα συναισθήματα και τις απόψεις σου, απαιτείται μαστοριά, σκληρή δουλειά και γνώση των ποιητικών κανόνων, κάτι που κατέχει με πληρότητα ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος. Δεν ξεχνάμε ότι στα χαικού μέσα σε δεκαεπτά (17) συλλαβές μπορούν να εκφραστούν τόσα πολλά νοήματα που ίσως ούτε σ’ ένα μακροσκελές ποίημα , δεν θα μπορούσε κάποιος να παρουσιάσει.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ενότητες (ή αν προτιμάτε, σε δύο ποιητικές συλλογές που συνδιαλέγονται μεταξύ τους) και με ποιήματα που θα μπορούσαν να βρίσκονται στη μία ή και στην άλλη ενότητα. Τα ποιήματα του βιβλίου, είναι ποιήματα λυρικά, γήινα, βαθειά ανθρώπινα κι εκφράζουν την απώλεια των ονείρων και των αγαπημένων προσώπων (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δεύτερη ενότητα του βιβλίου, τα «Κέρματα», είναι αφιερωμένα στην αλησμόνητη Μάρα, δηλαδή στην αγαπημένη σύντροφο του ποιητή), υπαρξιακά (με την έννοια ότι αναφέρονται σε καθημερινές εμπειρίες και εικόνες), κοινωνικά και πολιτικά (εδώ ο ποιητής δεν πολιτικολογεί αλλά αναφέρεται ρητά στην πόλη και στους ανθρώπους της – κατά τη γνώμη μας πολιτικός λόγος δεν είναι μόνο οι πολιτικές διακηρύξεις αλλά και η αίσθηση ότι δεν είσαι μόνος σε αυτό τον κόσμο). Η απώλεια του σώματος, τα φιλιά που δεν θα ‘ρθουν, τα λόγια αγάπης τα χαμένα αλλά όχι λησμονημένα, οι ανίεροι χτύποι της μοίρας αλλά κι ο αγώνας του ποιητή να μη λυγίσει, ο ήχος του μπουζουκιού που μένει φίλος παντοντινός ως στήριγμα και παρηγοριά, σκέψεις και προβληματισμοί, να τι εκφράζεται στην ποιητική συλλογή «Fast food & Κέρματα» εμποτισμένα με τη σοφία και την απλότητα που εκφράζει τον ποιητή.

Κλείνοντας, αξίζει να σημειώσουμε ότι το «Fast food & Κέρματα» αξίζει να διαβαστεί απ΄ όλους, τόσο από τη νέα γενιά ποιητών για να δει πόσο η παλαιότερη γενιά αναζητά και πειραματίζεται (πετυχημένα) με νέες μορφές ποιητικής έκφρασης, όσο κι από κάθε αναγνώστη που θεωρεί πως η διατήρηση της μνημοσύνης μπορεί να αποτελέσει φάρο φωτεινό για μια ζωή που δεν θα ξεχνά, που δεν θα απεμπολεί τις εμπειρίες και τα παθήματά της αλλά που θα προσπαθεί και για καλύτερες συνθήκες από τις προηγούμενες. Αυτό είναι το μήνυμα που κατά τη γνώμη μας πάντα, περνάει, ακούσια ή εκούσια δεν έχει σημασία, τούτο το αισιόδοξο μέσα στη μελαγχολία του βιβλίο.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Fast food

IV
Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
οι λίγοι στίχοι.

V

Έρχονται… Φεύγουν…
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.

ΧΧ
Να γράψει στίχους
στο χαρτί ήθελε. Μα
αυτοί πετούσαν.

Κέρματα

Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.

Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.

Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα
σε βλέπω παντού.

*Από το http://atexnos.gr/antonis-8-papadopoulos-fast-food-kermata/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork