Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

Έλκη

Γιατί η έκκριση του υγρού ανεξέλεγκτη

το οξύ πριν απ’ την ώρα του να καίει

σάλιο ή δάκρυ ποτέ την πρέπουσα στιγμή

γιατί το ερέθισμα καθυστερεί τη σκέψη μου

***

Τέχνη

Πάμε μαζί
μες απ’ τους ορεινούς σταυρούς κι από τα δάση

προς την πρωτεύουσα. Εκεί η νύχτα αναπνέει την πόλη

σαν συλλαβή υγρή μέσα στη λέξη, σαν παραθαλάσσιο μπαρ.

Πάμε μαζί να μελετήσουμε στους κήπους

τους ποιητές, τους γλύπτες και τους μουσικούς της

κάτω από τον ασπρογάλαζο νυχτερινό ουρανό

είναι ωραία η ζωή με τέχνη

***

Οι ξεχασμένοι ποιητές

Οι ξεχασμένοι ποιητές δεν έφυγαν, φυλλορροούν

σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας

στους κήπους της Δεξαμενής και στο Βοτανικό

και στους συνοικισμούς του Πειραιά μέχρι τα κρηπιδώματα
του λιμανιού, και στα παλιά διώροφα αργοσβήνουν

Οι ποιητές της σκοτεινής παράδοσης ενέδωσαν – εις πείσμα των καιρών

καταρρακώνουν τα καινούργια σχήματα

Και ταξιδεύουν προς την αντίθετη φορά

προς τους κατάφωτους συνοριακούς σταθμούς

στα ακραία φυλάκια

***

Ψευτίζοντας τον διορισμό

Το πρόβλημα δεν είναι αυτό που εκφράζεται

σε σπίτια ή εκκλησιές, σε σκέψη από κρύσταλλο

μες στο νερό ή πάνω στην καμένη γη

στη μουσκεμένη άσφαλτο προς τα χωριά

φώτα και μούχλα μες στις φυλλωσιές

της λασπωμένης γης, Βαγγέλη μου

του λέω

Ναυαγισμένος ουρανός που δεν νυχτώνει

τα μάτια σου χωρίς λεπτούς μηχανισμούς

απάντησε δακρύζοντας, κόβοντας τους πυράκανθους

αναπολώντας πιο τεχνητές κατασκευές

όχι πια πιστευτές, αληθινές τάχα

είμαστε αυτό σου λέω

scan547

Λίνα Φι, Δύο ποιήματα

images-4

επιτάφιος

άγιο φως περιφερόμενο.
κίνα της χριστιανοσύνης
ακροβατεί σε τακουνάκια
μετανάστες σταματούν το λεωφορείο
με ναζιστικό χαιρετισμό.
-τώρα όλοι είναι ύποπτοι-
και πρώτα απ’ όλα ο χριστός.
λένε πως πέθανε ξανά
μα εγώ τον είδα να κοιμάται
στην αγκαλιά ενός άστεγου.
άλλον βάλανε στο φέρετρο οι υποκριτές
και οι απατημένοι για άλλον κλαίνε.
όλοι τους την επομένη
ζωγραφίζουνε στην πόρτα ένα σταυρό
τον κυκλώνουνε
-οι άτιμοι-
τον κυκλώνουνε
και για θάνατο ξανά αδημονούν
των αδυνάμων.
μα η ανάσταση δικιά μας
ούτ’ η κόλαση ούτ’ ο παράδεισος
δε μας χωρά.
τους σβήσαμε τους στόχους σας
και καθαγιασμένα από φωτιά αληθινή σύμβολα χαράξαμε
“άγια” φωτιά
φωτιά επεκτεινόμενη.

***

δημιουργικό μηδέν

τώρα
βλέπω ξεκάθαρα ανθρώπους
γύρω μου να περιστρέφονται
σαν θύματα δολοφονικού κυκλώνα.
σώματα -κάποτε-
τώρα χέρια, δάχτυλα, κεφάλια
που δε θα μπω στον κόπο να συναρμολογήσω
μιας και η επανένωση μοιάζει αδύνατη.
νιώθω ξεκάθαρα μέσα στην ύπαρξή μου
τις επισκέπτριες αντιφάσεις να συζητάνε
σα να ‘χανε άπλετο χρόνο για μία τελική -άχρηστη- συμφωνία.
μόνο κατόρθωμα
σπατάλη χρόνου και μερικές στομαχικές διαταραχές
μιας και εκεί αποφασίζουν να τα πούνε.
προσπάθεια ακατόρθωτη να σώσει ο ένας τον άλλον
αφού ο ένας δεν υφίσταται και όλοι είναι μισοί.
οι άλλοι, το άτομο, διασπώνται στο μυαλό μου
και για ώρες πολλές η επανένωση γίνεται στόχος
προσπάθεια να πάρουμε τα όλα απ’ την αρχή.
το νόημα εντέλει ακαθόριστο
μόνο η τελεία
ελπίδα που θα σώσει απ’ τη σύγχυση.
το αποδέχτηκα επιτέλους το σκοτάδι
και είδα πως υπάρχουν πράγματα κι εκεί
άψυχα μεν αλλά τι σημασία έχει αφού και οι εν ζωή άηχοι είναι.
τώρα
απ’ το μηδέν έως το άπειρο διαλέγω αριθμούς
και επιστρέφω στο μηδέν που μου είναι πιο οικείο.
η μάχη του ήλιου σε μια γραμμή του Νοβατόρε ακτίδα φωτός
αν βγω σ’ αυτή με περηφάνεια, τολμηρή
χωρίς να ‘χω ξεχάσει
τα όπλα μου σ’ εκείνη τη γραμμή.

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”.

dm

Γρηγόρης Σακαλής, Δικαιοσύνη

005-fan-ho-theredlist-1-960x585

Καθημερινά γράφω.
Καθημερινά έχω το άγχος
να γράψω καλύτερα από άλλους
για να έχω ελπίδες
ν’ ακουστεί κι η δική μου φωνή.
Ακούγεται ίσως εγωϊστικό
μα δεν είναι.
Δεν είμαι ο μόνος
υπάρχουν κι άλλοι
σαν εμένα.
Εμείς ανεβαίνουμε
απ’ τη σκάλα
άλλοι με ασανσέρ.
Ας είναι.
Σε μια κοινωνία άδικη, ταξική
όλα της είναι άδικα.
Συνεχίζουμε ακλόνητοι
μας ωθεί η πίστη
ότι στο τέλος
ο χρόνος θ’ αποδώσει δικαιοσύνη.

Η περίπτωση Γιάζρα: Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνη

1040356_giazra

Το «Γκρόζνι» είναι η πρώτη συλλογή του πιο μεταφρασμένου νέου Έλληνα ποιητή που δίνει φωνή στη «γενιά της λιτότητας».

Φωτογραφίες: Solarski Liboska

Από τον Μ.ΗULOT*

Τα ποιήματα του Γιάζρα (ως Jazra Khaleed) εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο blog του το 2009. Σκληρά, με στίχους σαν ραπάρισμα που θύμιζαν την άγρια πλευρά του χιπ χοπ, κοφτερά, βίαια, ήταν η αστική ποίηση του τέλους των ’00s και πρελούδια της νέας, απρόβλεπτης δεκαετίας που δεν είχε ακόμα δείξει την αγριότητά της. Τα ποιήματα του Γιάζρα αντιπροσωπεύουν όσο τίποτα άλλο τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά το 2008, είναι κραυγές, είναι πολιτική στάση, είναι η δύναμη του δρόμου και φωνές διαμαρτυρίας με την ίδια ένταση που είχαν το «The Message» του Grandmaster Flash, οι δυναμικοί στίχοι των Public Enemy ή οι οργισμένες και ενάντια στο σύστημα ρίμες των NWA. Ακόμα και αν λείπει το beat, αισθάνεσαι ότι το ακούς ως υπόβαθρο όταν συστήνεται «βουτώντας τα ποιήματά του στη βενζίνη»:

Με λένε Γ-Ι-Α-Ζ-Ρ-Α, γεννήθηκα στης Δύσης το σκοτάδι,
Λαθραίος μένω όσο κι αν λεν’ οι αριστεροί˙ όμορφα περνά το βράδυ, τσακίζοντας φασίστες στου Ψυρρή.
(…)

Δεν έχω ανθρώπους· η μοναξιά μου σαν ακονισμένο ξυράφι πάνω στη γυμνή σου καρωτίδα ακουμπά (σπόνσοράς μου η Gillete).

Μη με μπερδεύεις για Σάββατο, είμαι απλά μια γαμημένη Τρίτη, χωρίς ήλιο, χωρίς βροχή, τρώω σίδηρο για να ’χω καλή μνήμη.

Με το κεφάλι γεμάτο ρίμες βάζω την πένα στον αυτόματο, σκάβω το λάκκο σε κάθε νεοναζί·
γροθιές οι λέξεις, τον αφήνω να διαλέξει.

Μα θέλω να ξέρεις, αυτούς τους στίχους τούς έγραψα με τα γυμνά μου χέρια·
έκαψα τα δάχτυλά μου προσπαθώντας να βουτήξω τα ποιήματά μου στη βενζίνη.

Σε λίγο τα πιτσιρίκια στο δρόμο θα φωνάζουν τ’ όνομά μου: Γιάζρα, η πουτάνα της ποίησης.

Τ’ όνομά μου ήταν Παναγιώτης (τι σιχασιά!)·

θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου τη ντροπή του λευκού αρσενικού· επίτρεψέ όμως να κρατήσω λίγη απ’ τη βαρβαρότητα ενός καλού χριστιανού (προκαταβολικά).

Εγώ είμαι ο Γιάζρα, τραμπούκος ποιητής, σχιζομητροπολιτάνος, γιος μουσουλμάνας, πατέρας κανενός.
Εσύ ποια είσαι; Εσύ ποιος είσαι;

Θα μπορούσαν να είναι γραμμένα στους τοίχους, να γίνουν συνθήματα, να τραγουδιούνται σε αυτοσχέδια πάρτι στις γειτονιές, είναι η ποίηση της εργατικής τάξης που σχεδόν ποτέ δεν είχε χρόνο να γράφει ποιήματα. Ή δεν είχε τον τρόπο να τα δείξει στον κόσμο.

Δε μοιάζω στους άλλους ανθρώπους,
Είμαι ένα τέρας, ένας τρομοκράτης, είμαι ένας λαθροεισβολέας.
Δεν θα πεθάνω ποτέ, δεν έχω τίποτα να χάσω, δεν
υπάρχει τίποτα να διακινδυνεύσω.
Κάθε πράξη έχει νόημα πλέον: να κλέβεις παγκάρια εκκλησιών, να ξυλοφορτώνεις φασίστες, να καις το πανί με τις γαλάζιες κι άσπρες ρίγες, ν’ απαλλοτριώνεις σουπερμάρκετ.
Νοσταλγώ την εποχή των αναμορφωτηρίων και των ομάδων επανένταξης, την όμορφη εποχή των οδοφραγμάτων.
Κάθε δουλειά είναι ντροπή˙ ένας πωλητής παπουτσιών αξίζει όσο κι ένας χωροφύλακας.
Η εποχή των γενετιστών και των βιοτεχνολόγων αντικατέστησε επιτέλους αυτή των δικαστών και των ψυχιάτρων.
θα γίνω καρκίνος και θα σας χτυπήσω στον προστάτη,
θα βγάλω απ’ τη μέση κάθε υγιή˙
θα ζήσω μια στιγμή και θα εξαφανιστώ, σαν πυροτέχνημα στον ουρανό, σαν μολότοφ στο οδόστρωμα.
θα ουρλιάξω λέξεις από μέταλλο, λέξεις από κεραυνό˙ μέχρι να σπάσει η σιωπή, μέχρι η ζωή να επιστρέψει πεζή.
Δεν φοβάμαι πια.

«Στην Ελλάδα η ποίηση θεωρείται τέχνη της ανώτερης τάξης» λέει ο Γιάζρα στην επεισοδιακή συνέντευξή του στην Guardian, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής Austerity Measures: The New Greek Poetry που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό η Penguin με υλικό από νέους Έλληνες ποιητές. «Αν θες να κυκλοφορήσεις ένα βιβλίο με ποίηση στην Ελλάδα, πρέπει να πληρώσεις τον εκδοτικό. Οι πιο πολλοί εκδοτικοί θεωρούν ότι είναι φίρμες και ζητούν από δύο έως πέντε χιλιάδες ευρώ για σου εκδώσουν το βιβλίο. Αυτό σημαίνει ότι οι πιο πολλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν την ποίησή τους στην Ελλάδα ανήκουν στη μεσαία τάξη ή έχουν λεφτά να ξοδέψουν.

Το σημαντικό με την Austerity Measures είναι ότι περιλαμβάνει ποιητές που δεν είναι γνωστοί στους ποιητικούς κύκλους ή δεν έχουν πρόσβαση στους εκδοτικούς οίκους. Αυτή τη στιγμή στους δρόμους της Αθήνας συμβαίνουν συναρπαστικά πράγματα. Πολλά συγκροτήματα δεύτερης γενιάς Ελλήνων κάνουν χιπ χοπ και είναι πραγματικά underground, οργανώνουν δωρεάν συναυλίες μόνοι τους. Αισθάνομαι ότι όλο και πιο πολλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης γράφουν ποίηση σήμερα. Υπάρχει κάποιος που ονομάζεται Ωμέγα που γράφει για τις εμπειρίες του ως εργάτης ή ως άνεργος. Η ποίησή του είναι άμεση, κατά πρόσωπο, κάτι που δεν είναι πολύ συνηθισμένο στην Ελλάδα». Στην παρουσίαση του βιβλίου στον Observer το μόνο ποίημα που χρησιμοποίησαν ήταν το Words του Γιάζρα (μεταφρασμένο από τον Peter Constantine).

1040355_20160428_164327

Tα ποιήματά του Γιάζρα προκάλεσαν την προσοχή του Peter Constantine από την αρχή, τα μετέφρασε στα αγγλικά και τα δημοσίευσε στο αμερικάνικο λογοτεχνικό περιοδικό World Literature Today. Από τότε άρχισε το μπαράζ των μεταφράσεων σε διάφορες γλώσσες και οι δημοσιεύσεις των ποιημάτων του σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά του κόσμου. Το 2012 το World Literature Today του έκανε μια μεγάλη συνέντευξη ως εξαιρετική σύγχρονη περίπτωση Έλληνα ποιητή -η οποία ήταν υποψήφια ως μία από τις πέντε καλύτερες της δεκαετίας.

Με τα ποιήματά του ο Γιάζρα ταξίδεψε στη Γερμανία, εκπροσωπώντας την Ελλάδα (μαζί με τον Τίτο Πατρίκιο, τη Δήμητρα Κοτούλα και το Γιάννη Στίγκα) στο Literaturwerkstatt, ένα από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά φεστιβάλ του κόσμου που γίνεται στο Βερολίνο. Την επόμενη φορά ξαναπήγε καλεσμένος, μαζί με την Κική Δημουλά. Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή: άρχισαν να τον καλούν σε διεθνή φεστιβάλ, έγινε ο πιο πολυμεταφρασμένος νέος Έλληνας ποιητής (χωρίς να έχει κυκλοφορήσει τίποτα σε βιβλίο), τα ποιήματά του βραβεύτηκαν και έγινε πρωτοσέλιδο σε γερμανικές εφημερίδες, κι όλα αυτά χωρίς καμία δημοσιότητα στα ελληνικά μέσα, χωρίς ούτε μία αναφορά. Από το 2009 ανήκει στη συντακτική ομάδα του Τεφλόν, του περιοδικού για την ποίηση που κυκλοφορεί δωρεάν συστήνοντας στο ελληνικό κοινό μια γενιά Ελλήνων δημιουργών που κινείται στο περιθώριο -από επιλογή ή από ανάγκη- και έργα σημαντικών ποιητών από κάθε μέρος του κόσμου που δεν είχαν ποτέ μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Γιάζρα έχει μεταφράσει ποιήματα αγνώστων ποιητών, έχει συστήσει στα ελληνικά την ποίηση των Αβοριγίνων, έχει μεταφράσει underground Γερμανική ποίηση και σύγχρονες Αραβίδες ποιήτριες.

«Όταν τα αγαθά μειώνονται και δεν επαρκούν, οι άνθρωποι παλεύουν, αρπάζουν, σκληραίνουν» γράφει η Karen Van Dyck, ποιήτρια και επιμελήτρια του βιβλίου Austerity Measures στην Guardian. «Τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με περισσότερες στερήσεις από το μερίδιο που τους αναλογεί. Η πείνα, η ανεργία, οι περικοπές των συντάξεων και οι κατεστραμμένες επιχειρήσεις χαρακτηρίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα. Οι ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό φτάνουν σε επίπεδα που συναντά κανείς σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περισσότεροι από το 27% των Ελλήνων είναι άνεργοι. Το 55% των νέων, ιδιαίτερα εκείνων που (θα έπρεπε να) απασχολούνται στους τομείς της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, έχουν φύγει από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά αλλού. Το 40% των παιδιών ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας το 2014, και το ποσοστό τώρα πλησιάζει το 50%. Το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ, ενώ τα μέτρα λιτότητας κάνουν τη παραμονή στην ευρωζώνη τόσο δύσκολη όσο και το Grexit (…) Η ποίηση, όμως, αφθονεί. Υπεραφθονεί. Ποιητές γράφουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν δημοσίως σε πλατείες, θέατρα και αλάνες, απαγγέλουν σε φτωχογειτονιές, φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούν σε συλλαλητήρια, μπλογκάρουν και ποστάρουν στο ίντερνετ, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν παιδιά και μετανάστες σε εργαστήρια. Μέσα στην όλη δυστυχία και την αταξία, η νέα ποίηση βρίσκεται παντού. Όσα γράφονται είναι τόσο πολλά και ποικίλα που δεν ταιριάζουν σε καμία πλευρά οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος. Μολονότι βιβλιοπωλεία συνεχώς κλείνουν, οι ποιητές καταφέρνουν και περνάνε τα ποιήματά τους στον κόσμο. Τα καθιερωμένα λογοτεχνικά περιοδικά ακμάζουν· οι μικροί εκδοτικοί οίκοι και τα νέα περιοδικά αφθονούν. Η παραγωγή ποίησης όχι μόνο αψηφά την οικονομική ύφεση, αλλά επίσης ξεπερνά και τις εθνικές, ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Τέτοια αφθονία νέας ποίησης έχει να σημειωθεί από την εποχή της στρατιωτικής χούντας, γνωστής ως η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη. Πράγματι, η ιστορική συγγένεια δεν σταματά εκεί: είναι και πάλι οι ποιητές που έχουν τη μερίδα του λέοντος στην καθοδήγηση της νέας γενιάς».

Μέσα σε αυτή τη νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί κοινωνικά και λογοτεχνικά ο Γιάζρα κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, την ποιητική συλλογή με τίτλο «Γκρόζνι» (είναι η πρωτεύουσα της Τσετσενίας), ίσως το πιο ενδιαφέρον βιβλίο ποίησης που μπορείς να βρεις στα ελληνικά αυτή τη στιγμή από νέο ποιητή.

Τα ποιήματα του Γιάζρα είναι σκληρά και ταυτόχρονα τρυφερά:

Δεν έχω τίποτα να προτείνω, είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο˙
η ζωή μου, ενδεκασύλλαβη και σχοινοτενής, χωρίς μαχαίρι και κουτάλι, μα με τα μάτια δεκατέσσερα,
δε συμφωνεί ούτε σε γένος ούτε σε αριθμό μ’ όσα γράφουν οι εφημερίδες, μ’ όσα ψιθυρίζουν οι εραστές.
Κρυώνει από θάνατο η ζωή μου –πώς ορθώνεται κι αγροικά!- καθώς απομακρύνονται με τα κόκαλά τους υπό μάλης
το αλέτρι και το άλογο, η μάνα και οι εννιά της μήνες˙ μαζεύει τα χρόνια της, τον Μαρξ και τον Ένγκελς της,
ετοιμάζεται για την ξεροκαιριά, το θάνατο του σκύλου.

Είναι άγρια αλλά και σπαρακτικά, βλάσφημα και ιερά -ακόμα και όταν φαίνεται να περιφρονεί και να βαριέται την ελληνική ποίηση:

Διαβάζω ελληνική ποίηση: τους αναγνωστάκηδες, τους πατρίκιους και τους βάρναλεις, όλους αυτούς που θέλουν να φορτώσουν τις ήττες τους στην πλάτη μου.
Πίστεψαν σε μια ιδέα αλλά αυτή τους πρόδωσε τελικά (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων)
Προσπαθώ ν’ ακούσω τη χαμηλοφωνηποίησή τους, την τολμηρηγραφή τους, αλλά δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι δικό μου πρόβλημα (δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις).
Μπαίνω στο ίντερνετ και βλέπω τους «νέους ποιητές» να ποζάρουν για λαΪφστάιλ περιοδικά φορώντας ολ στάρ˙
μιλάνε για τη λοξή τους ματιά
ενώ κοιτάνε πάντα μπροστά.
Βγαίνω στο δρόμο, μπάτσοι σε κάθε γωνία και τικανειςτετοιαωρασταεξάρχεια, και ησουνμεεκεινουςπουεπιτεθηκανστηδιμοιρία˙ παίρνω μπίρες απ’ το περίπτερο κι έχω ξεχάσει σε ποια σελίδα ήμουν.

Ο Γιάζρα γράφει ποιήματα σαμπλάροντας φράσεις από χιπ χοπ ύμνους και σκόρπια κομμάτια από την έκδοση Πολεοδομία και δημόσια τάξη: Αθήνα οχυρωμένη πόλη της Λέσχης κατασκόπων του 21ου αιώνα. Καταγράφει την σημερινή πραγματικότητα με έναν τρόπο τολμηρό και to the face, χτυπάει κατά μέτωπο φτιάχνοντας μια περσόνα που είναι παγκόσμια και ρεαλιστική, σύγχρονη αλλά και διαχρονική, κάνει το διαμέρισμά του το όχημα για να ακουστεί η φωνή του παντού. Και πετυχαίνει τον σκοπό του. Τα ποιήματά του είναι κοφτερά σαν μαχαίρι και επικίνδυνα σαν σφαίρα, είναι οι αγωνιώδεις κραυγές των προσφύγων και των μεταναστών που όλοι ακούν ξώφαλτσα και αγνοούν:

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος, γροθιά, κνήμη, πούτσος.
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου (δεν έχω πατρίδα).
Είμαι μια υγειονομική απειλή, ένα μίασμα, δεν ανήκω σε καμία πολιτισμένη φυλή…

Γράφει για την καταπίεση, το ταξικό μίσος, για τους ανέργους και τους φτωχούς, για τη Συρία και τις χαμένες πατρίδες, για τα παιδιά της φωτιάς και την πόλη του.

«Η πόλη αυτή μοιάζει με τους προλετάριους προγόνους της, έχει τραχιά χέρια και μια σφαίρα βαθιά σφηνωμένη στη ραχοκοκαλιά της, μοιάζει με τον ταξικό πόλεμο που έθρεψε την πολεοδομία της, κηρύττει τον εμφύλιο δίχως ν’ απαρνιέται τη θλίψη, αυτή η πόλη είναι σάρκινη και υλική, ιδρώνει ολόκληρη, απ’ τον αφαλό ως τον αυχένα˙ προλετάριοι βλασταίνουν στην υγράδα της, εκείνη τους μετράει έναν έναν και τους βγάζει κοντούς σε καιρό πολέμου και ψηλούς σε καιρό ειρήνης, αυτή η πόλη είναι άνυδρη όπως η νύχτα που πιάστηκε στα μαλλιά της, αντιπαραγωγική όπως ένα ποίημα, σκανδαλιστική όπως ένα σαββατόβραδο, η πόλη αυτή πάντα με μάγευε με το ζοριλίκι της και τα σπασμένα πεζοδρόμιά της, πάντα με αποπλανούσε προφασιζόμενη τον διπλό χαρακτήρα της εργασίας, είναι μια πόλη που αν σε διασχίσει πάει, τελείωσες, θα σε καταπιεί μαζί με όλη τη θεολογία σου.
(…)
Αυτή η πόλη έχει μια αρρώστια στο αίμα, νοικοκυραίοι ιοί, μικροαστοί μύκητες, εθνίκια βακτήρια κρύβονται στο κόλον της, στο πίσω μέρος της γλώσσας της, κάτω απ’ την μπανέλα του σουτιέν της, περιμένουν ένα νεύμα του κράτους για να ξεχυθούν στις αρτηρίες της, να προκαλέσουν θρομβώσεις, πνευμονικές εμβολές, πογκρόμ, είναι ένας πόνος πισώπλατος, απ’ τα δυτικά προς τ’ ανατολικά, του λείπει ένα χέρι να δαγκάσει, του λείπει ένα πόδι να βαστάξει, αλλά του περισσεύει πατριωτισμός, του περισσεύει ρατσισμός, αυξάνονται τα λευκά αιμοσφαίρια, πιέζονται οι ιστοί, προκαλείται συμφόρηση καθώς πήζει το αίμα στους δρόμους, στις πλατείες, πρόκειται για μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ακολουθεί εθνική ενότητα, λαϊκή κυριαρχία, ακολουθούν ακρωτηριασμοί, αυτή η αρρώστια είναι γενετική, έχει μια συνέχεια, κληροδοτείται από πατέρα σε γιο, το ιατρικό ιστορικό περιλαμβάνει εσχάτως συλλαλητήρια για τη μακεδονία, εθνοπανηγύρια και κυνήγι μεταναστών, σιωπηλές διαμαρτυρίες και αγανακτισμένους, στενεύουν οι αρτηρίες, συσσωρεύεται ο θυμός, ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι˙ όλ’ αυτά σε συνδυασμό με έλλειψη πρωτεΐνης C μπορεί να οδηγήσουν σε κεραυνοβόλο πορφύρα ή αλλιώς χούντα».
(…)
Στη γειτονιά μου οι μέρες περνάνε εν λευκώ, τα γεγονότα είναι κολλημένα στους τοίχους, η ευτυχία σαπίζει στα βουλκανιζατέρ. Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες˙ γράφω ένα ποίημα κάθε που πηγαίνω απ’ το σπίτι μου στο μετρό. Αναμένω μια συγκίνηση.

Ο Γιάζρα είναι 37 ετών και ζει στα Εξάρχεια.

###Η ποιητική συλλογή «Γκρόζνι» του Γιάζρα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υποκείμενο.

*O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO.
**Πηγή: http://www.lifo.gr

Έρμα Βασιλείου, Αυστραλία, Αγνή, Αγνή, Αγία των προβάτων

australias-lake-hillier-maintains-its-vibr
 
Και νομίζεις πως δεν έχω πάει τον παράδεισο; Είδες άλλο περίστροφο που να μην σε σκοτώνει από τις καμπύλες της Ηπείρου μου; Είναι φασκιές του παράδεισου οι κόλποι και οι αμυχές της θάλασσας. Είναι γιατρειά των πνευμόνων τα δάση και τα γυμνασμένα δέντρα της, είναι πλεξούδες του ανέμου τα κύματα στους κόλπους της και οι άσπρες βελονιές του εργόχειρου ύπνου σου οι καταρράκτες της. Η Αυστραλία είναι μια κόκκινη πενιά στο κίτρινο τετράδιο του ήλιου με τα τραγούδια των θαλασσοπόρων να ακούγονται από τις γωνιές του σπηλιών, στις θαλάσσιες άκρες του απόμακρου ονείρου… Τα πετράδια που χαρίζει το φεγγάρι κάθε τόσο είναι μια άλλη γέννα του ήλιου! Η Αυστραλία μια γεροντοκόρη που αναπνέει ακόμα τον αέρα της νιότης της… αθάνατη… περίτρανη…αγέραστη γόησσα που σε κρατά στα κλειδωμένα μυστικά της και σε αφήνει να την γνωρίσεις μέσα από την ίδια την φιλοσοφία που απέκτησες γι’ αυτήν…Η Αυστραλία… χορεύει ένα κουίκ στεπ που θυμάται ακόμα τόσο πιστά στα περασμένα βήματα του δεκάτου ογδόου αιώνα! Είναι το μυστικό που δεν μπορείς να πεις σε κανένα, γιατί δεν θα το πιστέψουν το αμίλητό της όνειρο που είπε σε σένα, σε σένα μόνο. Η Αυστραλία που γίνεται κορίτσι, αν το θελήσει, το παραχαϊδεμένο κορίτσι που σε κρατά κοντά της με τα νάζια της, κι ας μην βλέπεις ήλιο, κι ας μην χτενίζεις τα μαλλιά σου στη βροχή, έρχονται τα βότανά της και σε ορθώνουν, το επόμενο πρωί, όταν σε φωνάζουν με τ’ όνομά της!

– Αγνή, Αγνή, Αγία των προβάτων, Αγία των μισεμένων… Σε έχει αγιάσει η απόσταση, σε έχει στήσει η πλησίον του ήλιου αγνότητα, η τόσο θερμή η τόσο ήρεμη η τόσο αγαπημένη ανέχεια, πως δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς, γιατί όλα σου φαίνονται μικρά και περασμένα μέσα στον ηρωισμό σου να μείνεις εδώ, στον τόπο που ίδρωσες ν’ αγιάσεις. Έγινες πια η ανθεκτική ίνα του καμβά σου.

Θαρρείς η μέρα σε θυμάται; Το λιάσιμο στο φως σε ταριχεύει στην αλήθεια που σε χρειάζεται…Από το πρωί τ’ αδέλφια σου σε άφησαν να φύγεις….Η σκέψη μεγαλώνει μέσα σου την ποίηση… ξεπροβοδίζει τις αχτίνες…και στέκει ακλόνητη στα λόγια της…η σκέψη…η ποίηση αποφάσισε να σε βρει εδώ κάτω, στο κάτεργο των ωρών και στην νιρβάνα των λεπτών…κάνε τα δύο ένα…κάτεργο και νιρβάνα σ’ ένα σώμα…Η κτένα ανέγγιχτη σήμερα…πρέπει να της αφήσεις τα αισθητήρια της θηλυκής σου σκέψης…στο πάτωμα χαρτιά από ποιήματα που αξίζουν το διάβα της μέρας…δεν έχεις μείνει στο τώρα σήμερα, παρά δυο πικράδια του λεπτού που ήθελες να δώσεις τη φωνή σου…όλη γέλιο για τις επιτυχίες της νύχτας που έγιναν και ψες η μέρα σου στο σήμερα…
 
Πήρα τέλος το βραβείο που μου άξιζε, ένα βραβείο μετανάστευσης…Και σαν τον ιερό Βούδα εγκατέλειψα τα πάντα να βρω όσα δεν πρέπει να είχα αφήσει… Για να ψάξεις αυτά που σε σώζουν το  μπορείς, εσένα και το βάρος της ταλαιπώριας σου, εσένα και το βάρος των χρόνων σου, εσένα και το βάρος των αποριών σου… τις αποφάσεις της μνήμης σου, το μαντείο της θυσίας σου και της πλατυτέρας υγείας σου, με το μοσχοβολημένο σου περπάτημα στα χρόνια της μετουσίωσης. Η Αυστραλία, η εμπειρία των μακρινών συνόρων, της μεγάλης επιβίωσης, της μεταμόρφωσης, η μικρή Αγία, η Αγνή αθάνατη εγκάρσια τομή στην καρδιά σου σε θέλει να μην πονάς, τα πόνεσες όλα γι’ αυτήν, φτάνει!

Και τα παιχνίδια τα κέρδισες το ίδιο, μόνη σου!
 
 *Ποίημα σε πρόζα που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Νηρηίδες” (υπό έκδοση).

Tristan Tzara, Ο κύριος ΑΑ, αντι-φιλόσοφος

13912313_286433211729655_6459768386820653645_n

Λοχαγέ!
οι βολίδες, οι ανοιχτές δυνάμεις του καταρράκτη μας απειλούν,
η θηλειά των φειδιών,

οι αλυσίδες των μαστιγίων,

προχωρούν θριαμβικά μέσα στις χώρες πού μόλυνε η συνεχής φρενίτις,


Λοχαγέ!

Όλες οι κατηγορίες τών βασανισμένων ζώων,

υπό μορφήν δαγκωμάτων πόνου απ’ το κρεββάτι,

χάσκουν σαν αιμάτινοι κύκλοι,

μια βροχή πέτρινων δοντιών και τα ίχνη των ακαθαρσιών

μέσα στις κλούβες μας σκεπάζουν

μέσα σε παλτά ατέλειωτα σαν το χιόνι.


Λογαγέ!

Οι λάμψεις απ’ τα κάρβουνα έγιναν φώκια,

αστροπελέκι, έντομο κάτω απ’ τα μάτια σου,

οι έφιππες ομάδες των οραματιζομένων,

τα τροχοφόρα τέρατα,

οι φωνές των αυτομάτων υπνοβατών,

τα ρευστά στομάχια πάνω στις ασημένειες πλάκες

οι ωμότητες των σαρκοβόρων λουλουδιών

θα κυριέψουν την απλή κι’ υπαίθρια ζωή

και τον κινηματογράφο τού ύπνου σου.


Λοχαγέ!

φυλάξου απ’ τα γαλανά μάτια.

Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Bacon, Study for a nude

Bacon, Study for a nude

……..
είναι στο χέρι σου
να μην τους αφήσεις να σε νικήσουν
γιατί
χωρίς ήττες καιηττημενους
δεν υπάρχουν ούτε νίκες ούτε νικητές. …..

……………………………………
λέγεται πως
όλα είναι θέμα ορισμών
και οι κάθε φορά ορισμοί τους
που φτιάχνουν για εμάς
με εμάς
ή χωρίς εμάς
είναι ζήτημα του ρεύματος
-αποφεύγουν να πουν των αναγκών-
των καιρών
γι’ αυτό επιβάλλεται στους υπηκόους
η καθημερινή άσκηση
στα πισωπατήματα της ευκαμψίας
και η ειδίκευση
στις απρουπόθετες παραχωρήσεις της ευελιξίας
με τα δύο αυτά προσόντα
σου εγγυώνται πως εκταμιεύεις
ως υπάκουος παρακεντές
μία ευκαιρία για επιβίωση στα μπρούμυτα
σε συμβουλεύουν έξαλλοι
να παραμείνεις
κοινωνικά και πολιτισμικά ορθός
μαλάκας
κι αν ακράτητος τολμήσεις την υπέρβαση να τους παραδοθείς
αποκτώντας φωνή βέλασμα
σε ονοματίζουν
κοινωνικά και πολιτισμικά ορθό
λεβεντομαλάκα
γι’ αυτό επιμένουν
νά αποφεύγεις τις δυσκαμψίες
τις αμφισβητήσεις στους κάθε φορά ορισμούς τους
γιατί τέτοιες συμπεριφορές διασύρονται δημόσια ως πάθηση
“παράλογη απιστία προς τους ορισμούς των καιρών
εξαιτίας ανεπιτυχούς κοινωνικοποίησης”…………………

……………………………………………………………..
Τον φώναξε με φωνή δυνατή,
λίγο πριν χαθεί στη στροφή των αναζητήσεων.
Ακούς; εκεί στις περπατησιές σου,
κοίταξε να ερωτευτείς με τρόπο έρωτα κι όχι αλλοιώς, γιατί……..
όταν ερωτεύονται
οι ανολοκλήρωτες προθέσεις μας
τα σημάδια της αλήθειας μας καλά κρυμμένα
οι φωνές μας που μιμούνται άλλες φωνές
το κλάμα μας που από ανάγκη βγαίνει γέλιο
οι υποδόρροιες απελπισίες καιί ανασφάλειές μας
οι εμμονές και οι ανάγκες μας
τότε ο έρωτας
όσο μεγάλος κι αν φαίνεται
όσο και να ταιριάζουμε σωματοαισθητικά
είναι ένα εκκωφαντικό σπεκουλαδόρικο τίποτα……………

………..
ζήλεψα ακούγοντας τις αλλότροπες ενατενισεις της νόησης του
να λένε
πως σε αυτούς τους μεταβιομηχανικους καιρούς
ο νέος άνθρωπος
από Homo oeconomicus
οπαδός της φαλλικής αντίληψης που έχει η δύναμη της εξουσίας
να γίνει παθιασμένος Ηδονιστής
της ελευθερίας,
της ανεκτικότητας του διαφορετικού,
τής πολυχρωμίας,
να γίνει με μεγάλη επιθυμία δημιουργικός
ακάθεκτα και υπερβατικα περίεργος για τη δημιουργία,
να υπάρξει δηλαδή
σαν Homo artisticus e poeticus της ζωής
σαάν ποιητής της δικής του ζωής,
όχι, δεν είναι αλαζονεία μυαλού να ονειρευόμαστε
να αλλάξει επιτέλους η ονοματολογία των πραγμάτων της ιστορίας
ο Προλετάριος να γίνει Ποιητάριος
και το Προλεταριάτο Ποιηταριάτο. …….

Francesco Marotta, Αποτυπώματα στο νερό

14502874_654336984743790_1834160142726324307_n

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

*Από τη συλλογή “Αποτυπώματα στο νερό”. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Ανδρονίκη, Δύο ποιήματα

2386328252_45054b965d_z

Άτιτλο

Είμαι στεγνός, καθαρός.
Έχω διαύγεια.

Θα βγω στο ντάλα ήλιο.
Η βρώμα από τα σκουπίδια άμεση, επιτακτική.
Μικρά τοσοδούλικα αυτοκινητάκια
έρχονται καταπάνω μου.
Είμαι τεράστιος ρε!
Χοντρός και λιγωμένος.
Θα βήξω και θα σας φτύσω.

Ζεστή σκόνη και γλιτσερά ρούχα
με τσιμεντώνουνε.
Και να φυσάει ο ερμαφρόδιτος αέρας
σαν πιστόλι για τα μαλλιά και για τα μυαλά.

***

Αυπνίες

Από το γραφείο χρόνια έχω να βγω
και δε με θυμάται το καλό μου το αφεντικό.
Έτσι, γλιτώνω από ενοχλήσεις
και άλλες παρεξηγήσεις.
Συνδικαλιστής ή μη,
κανένας δε γνωρίζει τη δική μου τη μορφή.

Όταν πάω να ψωνίσω,
τα βερεσέδια φροντίζω να μην αργήσω.
Μόνο μια τσάντα για το σπίτι κουβαλάω,
μα όλες τις τιμές κοιτάω.

Στο γιατρούλη μου πηγαίνω
και γράμματα πολλά του στέλνω,
να του πω ευχαριστώ
που με κρατάει τόσο γερό.

Το απόγευμα, την Κυριακή,
παρέα μου κρατάει η τιβί.
Σ’ άλλους κόσμους τότε ζω
και με ανθρώπους ειδικούς σαν να μιλώ.

Κι ενώ, όλα πάνε, κατ’ ευχή
στον ύπνο, πάντα, με ξυπνάει, μια απόκοσμη φωνή.

*Από το ιστολόγιο Άνω Θρώσκω στο http://anwthrwskw.espivblogs.net/2016/06/05/δυο-ποιηματα/

Arthur Rimbaud, Το μεθυσμένο καράβι… / Le bateau ivre…

………………………….
Dans les clapotements furieux des marées,
Moi, l’autre hiver, plus sourd que les cerveaux d’enfants,
Je courus ! Et les Péninsules démarrées
N’ont pas subi tohu-bohus plus triomphants.

Μέσα στους φοβερούς παφλασμούς των πλημμυρίδων,

Τον άλλο χειμώνα, Εγώ, πιο κουφός κι από μυαλό παιδιού,

Έτρεξα! Κι οι λυμένες Χερσόνησοι

Ποτέ τους δεν έσυραν Χάος πιο θριαμβικό.
………………………………………………………….
J’aurais voulu montrer aux enfants ces dorades
Du flot bleu, ces poissons d’or, ces poissons chantants.
– Des écumes de fleurs ont bercé mes dérades
Et d’ineffables vents m’ont ailé par instants.

Πόσο θα ‘θέλα να δείξω στα παιδιά τα λυθρίνια

Του γαλάζιου κύματος, τα χρυσά ψάρια, τα ψάρια που τραγουδούν

Αφροί λουλουδιών νανούρισαν τα φευγιά μου

Κι άνεμοι ανείπωτοι, στιγμές, με φτέρωσαν.
…………………………………………………………………
Je sais les cieux crevant en éclairs, et les trombes

Et les ressacs et les courants : je sais le soir,

L’Aube exaltée ainsi qu’un peuple de colombes,
Et j’ai vu quelquefois ce que l’homme a cru voir!

Ξέρω ουρανούς που σκάζουν σ ‘αστροπελέκια, και σίφουνες,

Και τ ‘αντιμάμαλα, τα ρεύματα: Ξέρω το βράδυ,

Την εξαρσιωμένη Αυγή, ίδια λαός περιστεριών

Κι είδα αυτό που ο άνθρωπος κάποτε πίστεψε ότι είδε!

bateau1