Γιάννης Γιαννουλέας, Πέντε ποιήματα

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight.blogspot.com

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight.blogspot.com

ΕΝΑ ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
— ο κούκος απέναντι
μου βγάζει τη γλώσσα του —
μέχρι να θυμηθείς τη φωνή
στην άλλη άκρη
της γραμμής.
Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
και μια αστραπιαία θύμηση
Ξημέρωμα στην άδεια πολιτεία
Η άσκοπη η βόλτα στο λιμάνι
Ένα ταξίδι μας χωρίς αποσκευές.
Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
μέχρι ν’ απαντήσεις
σ’ αυτήν την αψυχολόγητη πρόταση
μ’ ένα σου
γέλιο.
Χρόνια μετά
επτά παράξενα δευτερόλεπτα
για να συνειδητοποιήσω τρέμοντας
ότι
επτά παράξενα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για το
μεθυσμένο
βίαιο
απελπισμένο
πέρασμά σου
στη χώρα της σκιάς.

***

ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Για ποίηση είναι τούτο το χαρτί
όχι για υπολογισμούς
και καιροσκοπικές προσθαφαιρέσεις
δεν είναι τεφτέρι ευκαιρίας
λογιστική απόδειξη
χρεωστικό υπόλοιπο
ή όπως αλλιώς λέγεται
στην αργκό
των επιτυχημένων
— είναι μόνο πρώτη ύλη για απογείωση

***

ΑΝΑΡΘΡΗ ΣΙΓΗ

Με νύχια και με δόντια αγωνίζομαι
να αποκρούω την ασθένεια με χάρη
οι λυσσαλέοι άνεμοι να μη με ξεριζώνουν
στους πέτρινους τους τοίχους να μην
αντιμιλώ.
Αποκηρύσσω τις ετήσιες ταυρομαχίες!
Στα μανιασμένα στίφη αντίθετα
σκιά αλλόκοτη για μια στιγμή περνά
σκιά τρελού κιόλας
χάθηκε…
Γι’ αυτό
με νύχια και με δόντια αγωνίζομαι
σ’ έναν αγώνα άνισο
αναλογιζόμενος
με την επιμονή του γαλιλαίου
ότι το σύμπαν όλο ποντάρει
στην αργοπορημένη ευφυΐα
τoυ ταύρου.

***

ΕΡΗΜΗ ΠΛΑΤΕΙΑ

Όχι,
δεν βρέχει ακόμα!
έχει σκοτεινιάσει όμως
για τα καλά —
σύννεφα σκοτεινά σαν λάκκοι
ανοίγονται μπροστά στα μάτια μου
Κάθε πρωί
ένα καινούριο χελιδόνι
ειδοποιεί για την
επερχόμενη καταιγίδα
Όχι,
καμία ανάγκη
να λάβουμε τα μέτρα μας
προς το παρόν.
Σκοτεινιάζει, μόνο, ραγδαία
και μια ησυχία νεκρική
κλείνει των σπιτιών
τις τελευταίες πόρτες

***

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Τη μέρα που
κηρύχτηκε επίσημα
εκτός νόμου
η νηφαλιότητα
και το γέλιο
— ο δημοσιογράφος τραύλιζε
την ώρα της ανακοίνωσης —
ξύπνησα — όπως άλλοτε
ντύθηκα — όπως άλλοτε
βγήκα έξω — επίσης
στο αδιανόητο πλήθος βάδισα
στις πλατείες και τα πολύβουα καφενεία
αναζητώντας μάταια
το αυτονόητο.
Κι όσο ο ήλιος επέμενε
να χαμογελά
συνέχισα το δρόμο μου
ανοίγοντας διάλογο
με τα περαστικά σκυλιά.

*Από τη συλλογή “Απροσδόκητος κήπος”, Αθήνα 2005.

Νίκος Καρούζος, Νεολιθική Νυχτωδία Στην Κρονστάνδη

Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη .

(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας.)

Ένας ναύτης: Το μυαλό πως μαλακώνει στα Ουράλια;
Ένας άλλος ναύτης: Τι θέλεις να πεις; Δεν κατάλαβα.

μουχλιάζει το τηλέφωνο, ευδαιμονία

…………..

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είναι ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω .

– Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα .
– Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα .

………….
– Φθέγγομαι τρόμο . Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι
τα ιδανικά; Είναι όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν
από το τηγάνισμα.

………..

Δούλα του φωτός πεταλούδα, φτερά και χνούδι
σε εξωφρένεια!
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κι η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του
κενού με άφρη κοσμικής ύλης.
Ασθενοφόρο γρήγορα για τον βασιλέα Ληρ !
Ευωδιάζουμε από τρέλα.
Δεν πιάνουν τα φρένα,
χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα .

…………….

Η Άννα (που πλησιάζει): Τι νέα έχουμε απ’ την πραγματικότητα;
……
Νικολάι: Φοβάμαι, σύντροφε. Και η επίθεση επίκειται .
Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα.

– Πανάκριβα ραφτικά.
………….
– Ουτοπία.
– Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος.
– Βροχές μανάδες… Άραχλε!

Να και ο τρισάθλιος ήλιος. Μια χλεμπόνα
στ’ ουρανού το κατεστημένο.
…………..
– Με σφίγγει μια αλήθεια, της παραδίνομαι. Με σφίγγει μια
άλλη, κι αυτηνής της παραδίνομαι. Διατρέχοντας του μυαλού
την ωμότητα. Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως
οσφραίνομαι ρούμι.

– Παραδέρνεις. Αλλά εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα
οπτικής, εκκένωση τραγωδίας. Ουδέποτε υπέφερα τις
αντιφάσεις. Αμφί και ρέπω, όχι!

– Χρεμετίζεις φαντασία.

[Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου , δεν είχα βιολογικό
προηγούμενο . Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής .
Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα . ]

Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα!
Τι ναν τα λέμε. Αυτοψυχίατρος είναι ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα.
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προ-ιούσα σφήκα.
Θα γαλαζώσει πάλι.

– Μα είναι κι ο άλλος έρωτας, ο γενετήσιος.

– Τι να σου κάνει αυτός. Αν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στη
μελαγχολία μου.

…………………

Είθε να μην υπήρχα
μαβής ο χτύπος της καρδιάς, αλητεία.
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία.
Θες το ζώο θες ο άγιος τίμημα η απουσία.
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία.
Δεν αναμέτρησα κινδύνους, αποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου.

………………………….

Είτε στον ύπνο (παξ) είτε στην εγρήγορση (κοάξ) ονομάζομαι
γοργά μελλοθάνατος.

…………..

Θρομβώδη φυλλώματα, συνεσθίομαι
μαζί με τ’ άνθη
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος.
…………

Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν.
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι
δε θα ξυπνήσω
κάθε πρωί ξεριζώνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια.
Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη.
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης.

– Θρησκευτική υπόθεση. Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι
μαγνητοταινία της αιωνιότητας. Ανακρούεται επιστήμη,
κουκιά μετρημένα. Μα είναι αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς
τη θάλασσα.
Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα .

……………
– Τι εστί λάμψη;

– Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας;

——————–

– Ξέχειλα τα οράματά μας. Εμπλουτισμένοι αθανασία.
– Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι.

[Λάμπουμε όλοι στην Κρονστάνδη. Στην πιο περήφανη γεωγραφία]

………………..

Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου να ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο.
Θα ‘τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα, τυραγνία του βήχα, σκελετός από μέσα…
………..

[Βραδυάζει στο κείμενο. Η κατακρήμνιση του απογεύματος: ωριμότητα.]

– Αν έλιωνε ο πάγος, αν τους προλάβαινε η Άνοιξη…

……..δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
και αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ’ ασπράδι.

…………………

Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο ύψος.
Εδώ επιμένουμε όλοι.

– Άννα, τι συμβαίνει;

– Άρχισε η επίθεση.

– Άννα, έχε γεια, θα πεθάνουμε.

– Νικολάι, σ’ αγαπούσα ολόκληρη.

– Μιαν άλλη φορά, θα ξαναγίνει, Άννα

……………………………

διεδίδοτο δε εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν –

Tέλλος Φίλης, Ονομαστική εορτή

Cyril Zannettacci, “Avenue de Flandres”, Paris 2016

Cyril Zannettacci, “Avenue de Flandres”, Paris 2016

Σοφία Αγάπη Πίστη Ελπίδα
ό,τι μας λείπει γιορτάζει σήμερα
μου το υπενθυμίζουν τα ημερολόγια
δεξιά πάνω από τη σημείωση με τους ανεξόφλητους λογαριασμούς
αυτές που προσπερνάμε γρήγορα ― με τύψεις

Tα πρόσωπα θυμόμαστε ― σ’ αυτά να στείλουμε ευχές
στις λέξεις μη στεκόμαστε
άγνωστες παραμένουν, αν όχι ενοχλητικές
κάτι για να γελάσουμε ζητάμε ―μια πλάκα να σπάσουμε―
μην και θρυμματιστούμε
να περάσει η αδίστακτη μέρα

Tα άλλα ζητάνε αντοχές
κι επιμονές και μνήμες και σιωπές
Σοφία Αγάπη Πίστη Ελπίδα
―σοκολατένια να τους πάρω
και μετά την απουσία να θρηνώ στα διαδίκτυα―

*Ο Τέλλος Φίλης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσε στο Νέο Ψυχικό και, ύστερα από πολυετείς περιπλανήσεις εντός και εκτός, επανεγκαταστάθηκε πριν από λίγα χρόνια, οριστικά, στη Θεσσαλονίκη. Δημιούργησε την ομάδα «Η Ποίηση Γυμνή» και συντονίζει τη δράση της. Έχει εκδώσει τα βιβλία “Η αποσιωποιητική ηλικία” (2014) και “Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ και άλλα κείμενα” (2015).

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/09/t.html

Carlos Javier Morales, Τρία ποιήματα

SONY DSC

SONY DSC

ΣΙΓΟΥΡΙΑ

Ένας άνθρωπος ερωτευμένος μπορεί να μιλάει για τη ζωή,
τους ανθρώπους να πείθει και να τους ενώνει στο σκοπό του.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος είναι ένας κίνδυνος:
μπορεί να καταλύει τείχη, μάνταλα,
και τα φέρετρα ν’ ανοίγει.
Μέσα στη σάρκα του την πιο βαθιά αξιοκαταφρόνητος να είναι μπορεί
γιατί όλη του η τύχη βρίσκεται στο άλλο κορμί˙
μπορεί να μη γνωρίζει τίποτα, αλλά θα μιλάει για πράγματα εμφανή,
γιατί αυτού του κόσμου το μεδούλι θα αγγίζει:
τις πιο γόνιμες ζώνες του και τα πληγωμένα του μέλη,
και παθιασμένος με τα χείλη του φιλάει
όλες τις επιπτώσεις του λατρεμένου δέρματος,
που είναι το ασφαλές του λιμάνι.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος ποτέ δεν είναι ανόητος
και όταν σφάλλει, κατευθείαν θα το διαπιστώσει:
οι φράσεις του δεν εξαρτώνται απ’ την υπερηφάνεια, αλλά απ’ την υπακοή
στο ρυθμό που το στήθος από το οποίο τρώει του σφραγίζει,
κι όταν έχει καταβροχθίσει πιο πέρα απ’ το δίκαιο,
η δαγκωματιά του θα τον κάνει να επανορθώσει
και να επιστρέψει τους καρπούς στο δέντρο της ζωής.
Ένας άνθρωπος έτσι να μας κάνει κακό δεν μπορεί:
με τις γραμμές του στόματος που αγαπά θα έχει εμμονή
και νιώθει πως ο κορμός του βρίσκεται σε άλλη μέση
και πως βαδίζει με ξένα πόδια ξέρει
και ψηλαφίζει τη συνειδητοποίηση πως είναι ανολοκλήρωτος,
πως είναι ένας άθλιος όταν σκέφτεται τον ίδιο του τον εαυτό.
Αλλά αυτό να μας προσβάλλει ποτέ δεν θα μπορέσει:
γιατί σε οποιοδήποτε άτομο καταφύγιο θα ζητήσει
σαν να ήταν όλοι το μπράτσο που του λείπει.
Εμείς είμαστε ελεύθεροι να του ανοίξουμε τις πόρτες μας:
αν τίποτα δεν του ανοίξουμε, ευτυχισμένος θα πορευτεί
στη φωτιά της σάρκας που χαϊδεύει χωρίς παύση για να τυλιχτεί
γιατί δική του είναι.
Ένας άνθρωπος ερωτευμένος είναι η σιγουριά
πως φυλάει κάποιο μυστικό η ζωή
που θα πρέπει να συλλάβουμε γρήγορα ή αργά.

(Μαδρίτη σαν παραλήρημα, 1996)

ΚΟΥΒΑΝΕΖΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ

Αν σκέφτεσαι πως σου ανοίγει αυτή η μουσική
άλλων καιρών παράλληλων τις πόρτες,
και πως ένα μπολερό, από μόνο του, μπορεί
να ακυρώσει τη μνήμη σου την τόσο φειδωλή,
μην το αμφισβητείς, έχε πίστη σ’ αυτή τη σπασμένη φωνή
για μια αγάπη πιο σκληρή και πιο όμορφη
από όλες τις αγάπες σου˙
άκου αυτό το τραγούδι που μόνο του μπορεί
να σε ελευθερώσει από το παρελθόν και από το μέλλον
το τόσο πια προβλέψιμο, που αηδία σου προκαλεί.
Ξέχνα, ονειρέψου, άκου, μόνο άκου:
άκου για πάντα αυτή τη σπασμένη φωνή
από ένα παραλήρημα ωραίο κι αξιοζήλευτο
που την αγάπη και την τιμωρία στέφει ένδοξο
για τόσο που έχει αγαπηθεί. Μόνο άκου
οι πιο απαγορευμένες πόρτες πώς ανοίγουνε
για μια φτωχή καρδιά όπως η δική σου
που επιτέλους, ν’ αναπνεύσει λαχταρά, άλλους αέρηδες˙
πώς διαγράφονται όλα αυτά που έζησε, όλα αυτά για να ζήσει:
και είναι όλα μια ωδή, που βιώνεται την ίδια στιγμή που γιορτάζεται.
Άκου, μόνο άκου
καθόσον το τραγούδισμα διαρκεί.

(Νέα Εποχή, 2007)

ΔΟΚΙΜΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Για της φωνής τον τονισμό, για το ποίημα,
είναι ανάγκη ο άνθρωπος σε ειρήνη με τον εαυτό του να βρεθεί:
προς το μέλλον να κοιτάζει και να μη βλέπει τίποτα
περισσότερο από έναν πλατύ δρόμο, με ομίχλη αν είναι δυνατόν.
Πόσες φωνές τον επικαλούνται να ακούει
και να καταλαβαίνει πως δεν είναι εύκολο να απαντήσει άμεσα.
Το παρελθόν του να ξεχνάει εντελώς,
γιατί δεν εξυπηρετεί η εμπειρία σε τίποτα.
Να ξέρει πως η ήδη ακουσμένη μουσική
ποτέ δεν θα ηχήσει όμοια με εκείνη τη νύχτα
όπου όλα είναι πιθανά. Να καταλαβαίνει
πως ο χρόνος δεν είναι γνωστός, πως δεν υπάρχει προθεσμία
για να ολοκληρώσει το έργο του, και πως δεν υπάρχει έργο
που διαρκεί για πάντα από μόνο του.

Για της φωνής τον τονισμό, για το ποίημα,
είναι ανάγκη να μην είναι μόνος ο άνθρωπος,
να βρίσκει πάντα κάποιον ικανό να τον διορθώνει,
ν’ αρχίσει νέα ζωή να του ζητά,
να του απαιτεί
τη ζωή ολοκληρωτικά.

(Αυτή η αγάπη και αυτή η φωτιά, 2011)

SONY DSC

SONY DSC

*Ο Carlos Javier Morales (Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1967), είναι διδάκτωρ Ισπανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης και καθηγητής ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Τενερίφη. Έχει εκδώσει 6 ποιητικές συλλογές και έχει ασχοληθεί με την κριτική σύγχρονης ισπανόφωνης ποίησης. Διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://www.carlosjaviermorales.com
**Από την Ανθολογία ΣύγχρονηςΙσπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Φαίδων Μουδόπουλος, Τρία ποιήματα

moon

Ζατρίκιον

Σπουδή Μ. Αναγνωστάκη

Θέλω να παίξουμε.
Τον στρατό μου θα τον συγκεντρώσω προσεκτικά,
θα τον τοποθετήσω τακτικά
–όπως μ’ ορμήνευσαν σύμβουλοι συμβουλατόροι. Μ
ε τα πιόνια μου αρμονικά,
με μαεστρία στημένα,
θα παγιδεύσω τον τρελό σου
και στου σκακιού το τάρταρο θα τον αφήσω.

Τα άλογά μου και τους πύργους θα κρατήσω,
που ξέρουν να καταπατούν τα χρώματα
–και τα χώματα
ξανά και ξανά.
Και την βασίλισσά μου,
παντρεμένη με συνοικέσιο, ομοίως.
Γιατί αυτή ξέρει
πότε να ακολουθεί και πότε όχι
τα χρώματα,
ανάλογα με το συμφέρον.

Τον τρελό μου όμως θα τον θυσιάσω
–παράπλευρη απώλεια.
Έτσι ρομαντικός που είναι,
απρόβλεπτος και πιστός σ’ αξίες
δεν μου χρειάζεται διόλου!
Κι αυτή η παρτίδα, βέβαιον έχει
το Τέλος.

***

Απάντηση

Μα τα άσπρα και τα μαύρα
κόκκινα θα φανούν στη μάχη.
Και οι στρατιώτες κάποτε
τον τρελό θα τον λατρέψουν.
Και τότε θα μιλούμε με άλλες
αναλογίες και στατιστικές.

***

Τα παραμύθια μας

Ένας έμπορος, επαγγελματίας οδηγός καραβανιών,
στην Μεσοποταμία την αρχαία, διηγείται.

Εμάς τα παραμύθια μας,
γύρω απ’ την φωτιά είναι δοσμένα
για χαμένους παραδείσους,
έρωτες,
φίλους και ξεχασμένους τόπους.

Με αίμα και ιδρώτα
είναι ποτισμένοι οι στίχοι μας.
Από ταξίδια μακρυνά,
απέραντες διαδρομές,
ανείπωτες μάχες,
ανέκφραστα χείλη
αυτών που μείνανε πίσω.

Όχι.
Για φλύαρους πολιτικούς,
κοντυλοφόρους και γραμματικούς,
δεν ομιλούν τα παραμύθια μας.
Ούτε για πρωταπριλιάτικα αστεία,
που εν τέλει δεν αρέσουν σε κανέναν.

Γι’ αυτό και κείτονται στο σκοτάδι,
πιο ξεχασμένα κι απ’ την αδηφάγο έρημο,
πιο λησμονημένα κι απ’ τους νεκρούς μας,
τα παραμύθια μας.

*Από τη συλλογή “Ιστορίες κρίσης (και άλλων παραγόντων”), εκδόσεις Μύρτιλο 2016.

Ζήσης Αϊναλής, Στον εγκέφαλο του Ιλχάν

14d1c-25ce25a025ce259525ce25a125ce259125ce25a325ce25a425ce2595

Και καμιά φορά τύχαινε καθώς που κοιμόμουν
να κρεμάζει το χέρι μετέωρο
έπαιρνα τότε το μικρό ψαλιδάκι
που κρύβοντας πάντα στο κομοδίνο μου
για να κόβω τα νύχια μου
και προσεχτικά μη ξυπνήσω
τη γυναίκα γυμνή γυρισμένη στο πλάι
έπαιρνα να κόβω το χέρι μου
σκάλων’ η λάμα στο κόκαλο πάντα
σκριτς σκρατς
θα μπορούσα και να ουρλιάξω
αν δεν με είχανε
χρόνια τώρα
ακρωτηριάσει

***

Τη μέσα μου μέρα μετρώντας
χαραγμένη
το χέρι κορμί
αναμνήσεις σπαράγματα
ν’ αμφιβάλλεις
σάρκες πληγές
πρόωρα
χαραμάδες
διαμελισμένες κραυγές τα χαράματα
υπήρξε άραγε στ’ αλήθεια
κανείς απ’ τους δυο μας
εκεί;

***

Τυφλωμένος την υδρωπικία του πάθους
που ο χρόνος ανατινάσσοντας
την υστερόβουλη αναμονή
μέχρι ξανά
που μέρες ξοδεύοντας
τις νύχτες αναπολώντας
που μόνος μακριά
η μέσα μου ματιά σκίζει τα στήθια σου σ’ άλλα χείλη
το φύλο σου
άπληστα χιλιάδες δάχτυλα διατρέχουνε τον ιδρώτα σου
άλλα
κορμιά
του κορμιού σου φωτιά
αίμα ποτάμι με πονάς

***

Χώμα κορμί ορίζοντας
ο μεθυσμένος πόνος
άσπρο του άστρου στο άκρο η σιωπή
ο επιδεινωμένος χρόνος
πλατύγυρη βουή εφήμερο μαρμαρυγή
και διχοτομημένος μόνος
στο βάθος πλήθος πλάτος
παράταιρος
η ήττα κράτος

***
Continue reading

Ισμήνη Γ. Λιόση, Δύο ποιήματα

14333705_983568995121928_1700715101496586393_n

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΟΡΝΕΙΟ

α
το σπίτι μας είναι μια κλειδωμένη νύχτα
η μέσα γυναίκα τρομαχτική
με βαθυκόκκινο φρουρό και ενώτια από δυναμίτη
μιλάει με οιωνούς
απόψε κι άλλοι άνδρες του Άδη
θα μαγαρίσουν το φουστάνι της

β
κύριοι αλητεύουν καπνίζουν διαπομπεύουν
το βασανισμένο σώμα της
ενδεδυμένο ακόμη
πριν τίξει τη σάρκα του και γίνει ψυχή

γ
κάτω από την γλώσσα
επί της γλώσσας
η γλώσσα της λειχίας και της ποίησης
είναι το κλειδί της ευτυχίας τους
δεν το γνωρίζουν

δ
είμαστε δώρα
νταν ντιν νταν σήμαντρα σήμαντρα σωματικών ειδήσεων
εν ποιήσει γυναίκες νυχτερίδες
κρεμασμένες ανάποδα
απ’ τα σιβυλλικά μαλλιά μας
οιωνίζουμε την μοίρα των κυριών

ε
αθανασία στο ποίημα
η ποιήτρια καταζητείται
τα νύχια της ποίησης βοηθάνε
να χαράξετε ονόματα χαράς
πάνω στους τάφους σας

ζ
η ποίηση φοράει πάντα μαύρα φτερά
και ακριβά μωβ παντελόνια
αντιγράψτε την ποίηση
φορέστε μαύρα φτερά
κι ακριβά μωβ παντελόνια
.
ΕΠΙΘΥΜΙΑ

πάμε να κολυμπήσουμε στους καθρέφτες
με λυτά μαλλιά χωρίς μάτια
μόνο με χαριτωμένες κοιλιές
από σαρκοβόρα μικρούτσικα στόματα
μόνο με στήθη ρύγχη
ας παίξουμε ως χαρίεντα τελώνια
στον υδράργυρο των ματιών τους
και λιγωμένους έρωτες ας υιοθετήσουμε
το γένος των φαντασμάτων υπηρετούμε
μα γυναίκες χειροπιαστές θα ξαναγίνουμε
μόνο από αρσενικό φιλί
προς ώρας
φορέματα εμείς ανήξερα από πλεκτάνες
ω πόσο θέλουμε πόσο παρακαλούμε
να ε ξ α π α τ ή σ ο υ μ ε τους ά ν τ ρ ε ς
να αγαπήσουμε την σάρκα μακριά απ’ την ψυχή
και την ψυχή εντός κερματισμένη στην σάρκα

*Από τη συλλογή “Νεκροταφείο φορεμάτων”, εκδόσεις Τύρφη 2016.

Κυριάκος Ραμολής, Πέντε ποιήματα

cf80ceb9cebdceb1cebaceb1cf82-1

(ταξ)ιδιώτες

Μια θάλασσα κάμπια
της πανώλης εξάγγελος,
τα μάγουλα των εμπόρων
τα θρύψαλα των νεκρών μας,
οι παραθεριστές να παζαρεύουν
με τα σωσίβια στη ράχη:
-Ένας φακός! μια σφαίρα!

Ωστόσο πάντα ο άνεμος
πληρώνει το λογαριασμό.
Πριν ανοίξει τα γκαρσόνια
που σκύβουν να του ξεφύγουν
κι εσύ θαρρείς πως υποκλίνονται.

***

Κίτρινα

Στο Θόδωρο Αγγελόπουλο

Ήμουν πάντα ο φαντάρος
που ναύλωσε τη γριά
σχεδία της Μέδουσας
Εισέπλευσα στον ωκεανό
απλά για να χαϊδέψω
τη χαίτη ενός προβάτου
Δεν υπήρξα θαλασσοπόρος
Σε ένα ποτάμι στάθηκα
και κάρφωσα την παλάμη μου
Έκτοτε ακόμα περιμένω
τη μάνα του αντάρτη
την ερωμένη του αστού
να φιληθούν, να φιληθούν
πάνω στην άδεια γέφυρα

***

Πριαπισμός

Μία διεύθυνση
της χειρονομίας μας
Στο μπαλόνι
που εξαπολύει
ο ξυπόλητος ήλιος
Η βελόνα στο χέρι σου.
να υφάνουμε το φως
που ολοένα υπόσχεται
την επιείκιά του
στις ανεμώνες
κάποιας άνοιξης

***

Μπράλος

Συγκερασμός ή ένωση
μια κωδωνοκρουσία
κυοφορεί το σύννεφο
τρομάζει τα σπουργίτια
που πεταρίζουν ξέροντας
μονάχα τη νεροποντή.

***

Αποχαιρετισμός στα (ρ)όπ(α)λα

Σάπισε η μεμβράνη μου
και δε βροντά το ταμπούρλο
μιας ψυχής σερπετής
στο καρφί και το κάρβουνο

μόνο ο τρελός κηπουρός
με το μπκιρένιο ποτιστήρι
φυτεύει τις σταγόνες του
στο στέρνο που λαχτάρησε
να πει ένα τραγούδι

*Από τη συλλογή ‘Εσωτερικό σωλήνα”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, Δεκέμβρης 2008.

Ε. Μύρων, Τρία ποιήματα

ayta2_0

Ο Αζόρ

Δεν είναι από pet-shop
(δεν είναι καν ημίαιμος)
Δεν τρώει σκυλοτροφές
ούτε κονσέρβες

Δε δέχεται λουρί στο λαιμό
κι ας λατρεύει τις βόλτες
Είναι αλλεργικός στα ψεύτικα
χάδια και στα κουνούπια
Δεν κουνάει την ουρά του
όταν χαίρεται (δεν έχει τρόπους)
Συνήθως γυρνάει με άλλους
ανυπάκουους σκύλους,
που γαβγίζουν αλλιώτικα
ή τρέχει μονάχος στους δρόμους
Πάντα μισούσε τις αγέλες
ο μπαγάσας,
όσο και το λουρί
Γι΄αυτό δεν επωλήθη

***

Για ‘κείνους γράφω

…που τσακώθηκαν με την άνοιξη
κι έζησαν μόνο με χειμώνες
αναλωμένοι
σ’ ένα ημιτελές και
άρρυθμο πολλές φορές, περπάτημα.
Μ’ένα βηματισμό που αγνοεί
τις όποιες χειρολαβές
αυτού του κόσμου.

Με τους απόκληρους
του συρμού θέλω να μιλώ,
που κραδαίνοντας το ακυρωθέν
εισιτήριό τους, ήλπιζαν
σ’ ένα βαγόνι επόμενο
μα τακτοποιήθηκαν στριμωχτά
σε λίγα εκατοστά φτωχού τσιμέντου.
Ξεχασμένοι απ’ το κομβόι
σε κάποιο αδιέξοδο
χωρίς καν μια ειδοποίηση,
έστω μια πινακίδα επικίνδυνης στροφής
μια έξοδο κινδύνου.
Θα ΄χουν, φαντάζομαι,
έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης
των όσων γράφω.

***

Αερόστατο

Έχω ένα αερόστατο
μέσα μου κρυμμένο
Ίσως κάποιες φορές
το αέριο του είναι ελλιπές
ή ο αέρας μέσα μου βαρύς
και δεν πετά
– ζαρώνει στάσιμο στα χαμηλά.
Βαρίδι γίνεται στα πόδια
και το σέρνω.
Είναι όμως εν δυνάμει πτητικό
Αυτό το αιθεροβάμων υλικό
που κρύβω μέσα μου
με στιλώνει και με κρατά ορθό
όταν απογειώνεται.
Γι’ αυτές τις πτήσεις του
και μόνο
αξίζει το κουβάλημα.

*Ο Ε. Μύρων διατηρεί το ιστολόγιο Αλέκτωρ στη διεύθυνση http://a-lektor.blogspot.gr

Jennifer Mackenzie Reviews Lưu Diệu Vân

unnamed

M of December
by Lưu Diệu Vân
Vagabond Press, 2016

Reading M of December is rather like going to a spectacular exhibition at a gallery where images of all kind swirl, proclaim, collide and re-form – the viewer takes the opportunity of a brief leave to attempt to come up with a coherent response. Having gone into this gallery, and exited on a number of occasions, what I have come up with is a response to the formed fragmentation of its individual poems, travelling through discordancy via the robust vigour of forceful lines and sharp elisions.

In the first section of the collection, ‘December’, individual poems read as constructed assemblages with dazzling juxtapositions of imagery. In ‘B.C. bees’, perception is presented as molten, contested, as chthonically and chronologically unsettled:

the fire has eyes that glide through lies
beyond B.C. and cunning centuries
the sage offers secrets to the universe
seeing is a plague
the distance between heaven and death is a U turn

The artist at work then makes a selection process by constructing a verbal installation:

each century’s special promotion
written in the DNA of people making headlines
the telling bees dash for the wedlocked bedrock
like thumbtacks on a topsoil cork board
sucking out stories as big as Vesuvius’ pumice
mortality preserves in conceding hives

This sense of poem as installation, or constructed artefact, is also on display in ‘micro exhibition’, where images of the artefact and that of the natural world play off each other, reflecting both boldness and uncertainty – wonderment in the faith of what the poet has created. The poem starts out with a strong image:

a religious artefact stands imposingly, sanctimoniously reflecting
the recondite sea beneath

The imposing nature of the image could be seen to conflate into the act of perception itself:

the glass incrustation patiently collects black and white
stones of uncertainty, downplays the six senses, magnifies the
perception

This culminates in the final verse, where the act of writing itself presents ambivalently:

on top of the mountain lays a hesitating temple of ink, half
wanting to leap, half keeping hold of subsistence
Essentially, Vân works herself out of hesitation; boldly placing the natural and the constructed to achieve a momentary interlocking of effect.

In ‘imaginary holy friend’, the robust somehow distils itself into an evocation of lyric, socially sanctioned violence. Here, the gendered de-formations of ‘people playing god’ merge into a joint reflection of the abused body and nature, with the short lines being particularly effec-tive:

god frolicking people
elongated neck binding
people playing god
moon-blade foot binding
slippers stumped by lotus ponds
punctured meat of the bony flute
meshes pain
filtered cries
hair side-parted
slope of decisiveness
gossamer crease hidden in plain terrain
mountain
goiter of the soil
lake
urethra of the deep
volcano
mouth of the inflamed
smoke
lung of the unsung

a favourite blacksmith of mortal parts
to play Operation with in the bedridden darkness
The poem ‘inside an armoured chrysalis’ pursues the vision of metaphysical clash in its expressionistic and apocalyptic tableau of war:

the cloak of war rips open like a caterpillar’s final grip on innocence
seas of poppies barrage from rising towers

Its imagery is strong and confrontational, for instance: ‘stench of fresh fir’, ‘molecules of gassed up bodies’ and ‘thinning polyskies of barebones and sulking skulls’. The delicacy (and the shorter line) seen in ‘imaginary holy friend’ effectively returns in the final two lines, playing out the metamorphic import of ‘chrysalis and caterpillar’:

the rest of us frantically disperse
in search of a butterfly that can cry

The section, ‘December’, continues with an enthralling juxtaposition of imagery from nature, the world of objects, and the body, all morphing into each other in unexpected combinations. ‘coiling forest’ presents a take on the Cinderella story, of ‘tales of a princess always needing rescues / of a prince.’ Vân portrays a set in motion, in which ‘a vanishing forest [is] coiling into itself’ and ‘doors are pushing upwardly silently within the forest like wild / mushrooms.’ The poet abruptly segues from this protean vision, into savage reflection:

Cinderella never made it
that last second of the forest’s final new year’s eve
when no one can own sadness
but merely takes care of it for the next victim in line

In a similar vein, ‘melancholia of caramel afternoons’ moves from the mythical to the contemporary with spectacular elision:

nirvana
the night’s cologne caging in
missing hinges from its macho wings
on the wall of memory
Sabrina arrives through the urgent ringtone

The second section of the collection, ‘M’ is akin to work seen in Poems of Lưu Diệu Vân, Lưu Mêlan & Nhã Thuyên (Vagabond Press, 2013), extending Vân’s poetry both in theme and imagery, nailing the acerbic line. ‘to a younger poet self’ and ‘naïve writer’ respectively look back in sardonic reappraisal: of, firstly, an early love affair; and, secondly, of early flurries onto the literary circuit. In ‘to a younger poet self’, the ‘Big Heartbreak’ is framed with literary reference:

all your twenty-two self-pities
a fatal infatuation for Rumi and e.e.cummings
insomnias yet of age
jolts of maiden pain
love smog tints grays of verses
laments vicariously postaged to Neruda

Its references morph into an effectively crafted take on writing and the body:

you shatter into creation
the feminist phoenix way
riding in the dark on the biro’s horn
rendering poisoned sensations savable
chastity’s optional to tame metaphors
you jump through a needle’s eye
avoiding the thread’s pull

‘naïve writer’ also sees the collection open itself up to some narrative savagery. In Vân’s view, literary PR appears as the selling of self, where ‘the writer’s skin must be as thick as their copious flows of / topless appearance on the fictional bed’, this ‘literary reception / bed, on which not a single space is deserted’, from which the speaker is suddenly excluded, ‘forever trapped outside’.

‘M’ explores the evolving world of feminist critique, drawing on history, culture and patriarchy, putting the poet’s skills at dramatic scene-setting to good effect. ‘feminine reconciliation’ reads as a pithy riff on popular magazines and their penchant for advice columns: ;what a woman wants is shoes that go with every mood / what she needs is an attitude that can wear many hats.’ In ‘the bindi escape’, a living deity leaves ritual behind:

12 days of purifying in isolation
she wipes the red sun
belated dreams off her charcoal-rimmed eyes
the spirit vacates the body
light escaping between her remoistenable thighs
two entities lie languidly
in the corona of midnight innocence
making bolts out of peepal with burgeoning tongues

the bindi’s making a scandalous cross
towards freedom

In ‘here comes the truth’ the rituals of a traditional upbringing are laid waste by sudden flight at the end of the Vietnam War, when the refrain of ‘White Christmas’ signalled the urgency to evacuate:
she was not privy to
the monk’s staged self-immolation
White Christmas and Bing Crosby’s common key
the entire village fumbling in the red land

The poem concludes with an epiphany of arrival in the United States, where the speaker ‘got all the answers from the immaculate self-cleaning airport toilets / no P. M. of W. C. forcing a tip from her.’

‘my would be sister’ reflects on this flight, and the alternative histories it represents. Growing up as ‘an au fait young woman’, she sees her home country as a place where ‘female laborers’ [sic] take ‘routine / beatings from their husbands like cultural norms.’ However, ‘if the night-sea escape had failed’ she might be, at 15, ‘prime age for pre-arranged marriage, lying leisurely on the hammock in the coconut grove.’

Another particularly strong poem in the collection, ‘on the 7thfloor’ skillfully employs the trope of a movie shot to suggest dark emotions within a contained and eroticised space – the theatre of the room:

the ceiling fan’s blades decapitate the plump moon of the 7th floor
flashes of light contaminate the eerie air
absolute silence
spirit possessed with an obvious sixth sense
a woman
plunging a needle through each fingernail
sewing a secret lover’s name on the inside of her longing thighs
without uttering a cry

Although issues of gender predominate in the second section of the collection, it is not an exclusive preoccupation. Among poems of a different timbre and subject, ‘the cloud hunter’ is a delightful, witty response to pareidoia, as the poem transforms from observations of cultural predilections: ‘the Vietnamese see a pixy dragon / the Chinese see a bad omen’, to being a somewhat rueful celebration of poetry:

I am proud of my trade regardless
protecting the hangover of our fading faction
there are so few of us left
surviving barely on the illicitly traded puff of time
and in order to avoid detection
we now call ourselves poets

Overall, this lively and impressive collection showcases feminist humour shaping the sharp cut of the poetic line. It sees Lưu Diệu Vân extending her range, and presenting a number of compelling poems, which invite rewarding re-reading.

*Jennifer Mackenzie is the author of Borobudur (Transit Lounge, 2009), republished in Indonesia as Borobudur and Other Poems (Lontar, 2012) and has been busy promoting it at festivals and conferences in Asia. She is now working on a number of projects, including an exploration of poetry and dance, ‘Map/Feet’. Her participation in the Irrawaddy Festival was supported by a writer’s travel grant from the Australia Council for the Arts.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/mackenzie-van/