Kenneth Rexroth, Αντίστροφα, ενώ το τετράγωνο των αποστάσεών τους χωριστά

I

Αδύνατο να δω οτιδήποτε
Σ’ αυτό το σκοτάδι — μα ξέρω πως τούτο είμαι ’γώ, ο Ρέξροθ,
Βαθαίνοντας μέσα στη νύχτα σ’ έναν παγερό πλανήτη.
Είναι ζεστά και πολυάσχολα σ’ αυτό το φυτικό
Σκοτάδι που αόρατα ελάφια μασούν ήσυχα.
Ο ουρανός είναι ζεστός και βαρύς, ακόμα και τα δέντρα
Πάνω από το κεφάλι μου δεν ξεχωρίζουν,
Μα ξέρω πως είναι κουκουναριές που τα κουκουνάρια τους
Παραμένουν κλειστά πάνω στα κλαδιά, ώσπου ν’ ανοίξουν
Τελικά και να ξανασπείρουν το καμένο δάσος.
Και περιμένω μόνος στα βουνά,
Στα δάση, στο σκοτάδι, κι ο κόσμος
Πέφτει γοργά στη μετρημένη του έλλειψη.

IV

Είμαι ξαπλωμένος σε ένα άγνωστο
Κρεβάτι σε ένα παράξενο σπίτι και το πρωί
Πιο αμείλικτα από κάθε μεσονύχτι
Ξεχύνει από το παράθυρο τη λάμψη του —
Κλαδιά κερασιάς με μαραμένα άνθη,
Και πίσω τους τα χρυσά αρχοντικά
Του σφενταμιού στολίδια,
Και πίσω από αυτά ο αγνός απέραντος ουρανός
Του Απρίλη, κι ένα λευκό αμυδρό σύννεφο,
Και μέσα και πίσω από όλα
Η αναπόφευκτη κενή
Της μοναξιάς απόσταση.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014, σε μετάφραση και επιμέλεια Γιάννη Λειβαδά.

Octavio Paz, Δύο ποιήματα

Έργο Diego Rivera

Έργο Diego Rivera

ΠΕΤΡΑ ΑΣΠΡΗ ΚΑΙ ΜΑΥΡΗ

Ο Σίμα*
σπέρνει μια πέτρα
στον αέρα
Η πέτρα ανεβαίνει
Μέσα
υπάρχει ένας γέροντας που κοιμάται
Αν ανοίξει τα μάτια
η πέτρα σκάει
μύλος από φτερά και ράμφη
πάνω σε μια γυναίκα
που κυλάει
ανάμεσα στις γενιάδες του φθινόπωρου
Η πέτρα κατεβαίνει
φλέγεται
στην πλατεία του ματιού
ανθίζει
στην παλάμη του χεριού
μιλάει
μετέωρη
aνάμεσα στα στήθη σου
διάλεκτοι του νερού
Η πέτρα ωριμάζει
Από μέσα
τραγουδούν σπόροι
Είναι εφτά
Εφτά αδελφές
Εφτά οχιές
Εφτά στάλες νεφρίτη
Εφτά λόγοι
αποκοιμισμένοι
σέ γυάλινο κλινάρι
Εφτά φλέβες νερού
στο κέντρο
της πέτρας
που ανοίχτηκε απ’ το βλέμμα

Σίμα: Ζωγράφος τσέχικης καταγωγής.

***

Η ΕΠΙΟΥΣΙΑ ΦΩΤΙΑ

Στον Juan Garcia Ponce

Σαν τον αέρα
κάνει και ξεκάνει
πάνω στις σελίδες της γεωλογίας,
πάνω στις γήινες τράπεζες
τα αθέατα χτίσματά του:
ο άνθρωπος.
Η διαλεκτός του μόλις κι είναι ένας σπόρος,
μα κοφτερός,
στην παλάμη του διαστήματος
Συλλαβές είναι πυρακτώσεις
Είναι και φυτά:
οι ρίζες τους
συντρίβουν τη σιωπή,
τa κλαδιά τους
κατασκευάζουν τα σπίτια των ήχων.
Συλλαβές:
δένονται και λύνονται,
παίζουν
με τις ομοιότητες και τις ανομοιότητες.
Συλλαβές:
ωριμάζουν στα μέτωπα
ανθίζουν στα στόματα.
Οι ρίζες τους
πίνουν νύχτα τρώνε φως.
Διάλεκτοι:
δέντρα πυρακτωμένα
με βροχής φυλλώματα.

Βλάστηση κεραυνών
γεωμετρίες της ηχού:
πάνω στο φύλλο του χαρτιού
το ποίημα γίνεται
καθώς η μέρα
πάνω στην παλάμη του διαστήματος.

*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας – Ποιήματα”, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 1986, σε μετάφραση Μάγιας Μαρίας Ρούσσου.

Philip Levine, Τα φυσίγγια

Κοιμάσαι χωρίς βάρος στην παλάμη μου, το περίστροφο
που έμπασα λαθραία από έντεκα σύνορα
κρυμμένο στο αδιάβροχό μου, κρυμμένο από τη γυναίκα μου,
τα παιδιά μου, τον εαυτό μου. Αλλά τώρα είμαστε

μόνοι με το ραδιόφωνο και τις κραυγές του
στη βίλα διακοπών στην ακτή,
έτσι σ’ αυτό το παρεκκλήσι των κοινοτοπιών
σου δίνω το χέρι μου, σου δίνω τη ζωή μου.

Έξι μικρές σφαίρες τουφεκιού των 22
χρυσοστολισμένοι σαν φύλακες άγγελοι,
τα λιγδιάρικα σκυθρωπά πρόσωπά τους, είναι πάνω στο τραπέζι
δίπλα σ’ ένα φύλλο απλού χαρτιού γραφομηχανής.

Στο σπίτι στην Καλιφόρνια το τουφέκι μου,
κλεισμένο και τυλιγμένο τώρα σε ένα σχισμένο σεντόνι,
θα σημαίνει τίποτα, το τελικό άνοιγμα
του εγκεφάλου του κουνελιού, η απελευθέρωση των κλισέ,

η απελευθέρωση των αερίων, ο πόνος των ζώων,
ή το σχίσιμο του γυαλιού. Τίποτα απολύτως.
Εδώ στα μουδιασμένα μου δάχτυλα, ένα προς ένα,
τα παίρνω και τα δίνω στους σταθμούς τους.

Πρώτα, μικρέ μου Αμερικανέ, φέρνεις
αναφορές για ό,τι άφησα πίσω,
και εσύ, η ελπίδα της μέσης ηλικίας, παίζεις
το παιχνίδι με τον ύπνο όταν ο ύπνος είναι το παν.

Και εσύ, ηλίθιε, είσαι μια μαύρη τρύπα στον αέρα
και τίποτα περισσότερο. Αρνούμαι να εξηγήσω.
Και εσύ, όλα τα ονόματα των οποίων είναι απλώς Ισπανία,
και κάθε καθαρή πράξη εγώ δεν τολμώ.

Αυτό και μόνο δεν έχει όνομα και κανένα έθνος
και είναι μαζί μου από την αρχή. Και εσύ,
τελικά, έχεις ένα όνομα που δεν θα το ονομάσω, ένα πρόσωπο
δεν μπορώ να αντικρίσω, θα μπορούσες να είσαι μουσική, θα

μπορούσες να είσαι η μουσική του χιονιού στο ζεστό κάμπο
του Μίτσιγκαν, θα μπορούσες να είσαι η φωνή μου
καλώντας με επιτέλους, τηλεφωνώντας μου από την Ισπανία,
να μου τηλεφωνείς σπίτι, το σπίτι, το σπίτι, με οποιαδήποτε τίμημα.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην Ανθολογία με τον τίτλο “Visions of poesy – An Anthology of 20th Century Anarchist Poetry” (με την επιμέλεια των Clifford Harper, Dennis Gould and Jeff Cloves) και εκδόθηκε από την Freedom Press, στο Λονδίνο το 1994. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Για τον Philip Levine: http://www.theparisreview.org/blog/2015/02/15/philip-levine-1928-2015/

Λουκάς Λιάκος, Στροφορμή

liakoscover

ISBN: 978-9963-2135-3-5
Αριθμός σελίδων: 82
Διαστάσεις: 23Χ15
ESD04
Σειρά Ποίηση
Μάιος 2016

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΦΙΛΙ

Το πεπρωμένο εδώ κυλά, εκεί. Σ’ ακούει.
Σ’ α κ ο ύ ω

Είμαι ένα καλό φιλί που πια δεν εξηγείται κι ανηφόριζες·
την Αγίου Κωνσταντίνου αφήνοντας πίσω την παραφροσύνη του Σταθμού Λαρίσης.
Είχες το μερίδιό σου -είχα το μερίδιό μου- ένας βρικόλακας μπροστά στον όγκο της Ομόνοιας.
Έκανες τον κύκλο μπουκώνοντας με νυχτερινό κόσμο.
Για το χατίρι μιας γριάς κι ενός μαχαιροβγάλτη την προτροπή έπρεπε να αποφασίσεις.
Θα ‘σουν ο Πέτρος ή ο Ιούδας;
Το χάραμα σε αγνοεί.
Έστω ο Ιωάννης, έστω ο Θωμάς.
Καλημέρα κύριε, είμαστε από το μαντείο των Δελφών.
Στα τέσσερα σημεία οι άνθρωποι θα σας αντιμετωπίσουν.
Νεραϊδόπαρμα. Σε μια γωνιά δεν είχες τίποτα πέρα από αδιέξοδο εν εξελίξει.
Κι ούτε φόβο βέβαια, μόνο άγριο δικαίωμα εμπρός στο θρίαμβο -άφησέ με να ζήσω-
πέρα και δώθε του θανάτου. Να πικραθείς, γιατί αυτές είναι οι ικανότητες του ζώου.
Συνεχώς να ξεφεύγουμε. Οι άνθρωποι θα εμπλακούν. Κι ακόμη:

πρέπει να ρέει
αυτό που παράγεις
αγάπησα το βράδυ που περιστρέφεις
αγάπησα το σύντομο
το φίλησα
ήταν ο τελευταίος πόνος
μια λευκή στιγμή
θλιβερή σαν την αγκαλιά σου
που τρέμει
ξεχνώντας
ικανοποιήθηκα
…………………………………………………

Έγραψαν για το βιβλίο:

Βιογραφικά στοιχεία κι αφιέρωση, τα προσπερνώ, είναι τα -ενδεχομένως- αναγκαία των εκδόσεων, τα σέβομαι αλλά δικά μου είναι άλλα, δικά μου είναι οι μέσα του σελίδες. Ξεφυλλίζω το βιβλίο, υποψιάζομαι, η δομή της σελίδας 11, της σελίδας εισόδου στο βιβλίο, το πάνω αριστερά της, με υποψιάζει, με προδιαθέτει σε αυτό που με βεβαιώνει η σελίδα εξόδου, η σελίδα 77 του τέλους της συλλογής με το κάτω δεξιά της: ο Λουκάς Λιάκος πήρε καρέκλα, κάθισε απέναντί μου, ανοίξαμε μια μπύρα και άρχισε να (“μου”) απευθύνεται, (“μου”) μιλάει…
… υποψιάζομαι λοιπόν και προχωράω, ψάχνω στο σώμα του βιβλίου ύφος λέξεις νοήματα εικόνες συνδέσεις στόχο, κάποια στιγμή ξαφνιάζομαι όπως αντιλαμβάνομαι πως ο τίτλος ενός κειμένου μοιάζει όχι μόνο να εισάγει στο κείμενο αλλά να συνδέει αυτό με το προηγούμενό του σα μια συνέχεια που απλώς τονίζει, δίνει έμφαση σε λέξεις κλειδιά προεισαγάγοντας στο κυρίως σώμα κάθε φορά κι απαντώντας ή συμπληρώνοντας το τέλος μιας κάποιας διερώτησης του προηγούμενου…
… εργάτης της σκέψης (του) ο Λ.Λ. την κόπιασε, την πόνεσε, την έστρωσε ακόμπιαστη, σε μια γλώσσα ρέουσα, ανεπιτήδευτη, γερή αλλά γυμνωμένη τόσο και με τέτοιο τρόπο που σε κερδίζει, σε καθηλώνει, σε εξυψώνει…
… η αμεσότητα του λόγου του Λ.Λ, η θέση/στάση του η φιλοσοφική, ο τρόπος του στην περιγραφή, η γυμνότητα της έκφρασης, με τοποθετούν “φύλακα στη σίκαλη” “στον δρόμο” των Σάλιντζερ και Κέρουακ ενώ είμαι σίγουρη πως θα μπορούσα κάπου να δω και έναν Μπάροουζ να βγάζει για να μου προσφέρει, ένα αποξηραμένο μα πλήρες χρωμάτων κι ομορφιάς, ρόδο μέσα από το Τζάνκι του, αν ο Λουκάς ήθελε. Τη γενεαλογία όμως του Λ.Λ θα την δώσουν άλλοι και με τρόπο ενδεδειγμένο και καλό. Ό,τι έγραψα εδώ είναι οι δικές μου εντυπώσεις και θαυμασμός για την δουλειά αυτή του Λ.Λ. Ένα βιβλίο ποίησης με προσεγμένη έκδοση στο σύνολό της από την ομάδα του Straw Dogs Editions. Ένα βιβλίο που μαζί με το πρώτο του Λουκά, “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”, εκδ. Ενδυμίων, 2011 και τα 14 κείμενά του στο Straw Dogs magazine σαν απάντηση στο ερώτημα: γιατί γράφω, δίνουν την εικόνα ενός ποιητή που γράφει επειδή αυτός είναι ο τρόπος του να μιλήσει κι όταν μιλάει έχει κάτι άξιο και δυνατό να πει…

Ασημίνα Λαμπράκου

Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»…
… Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί. Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες.

Στράτος Φουντούλης

Βιογραφικό:
Ο Λουκάς Λιάκος γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα. Είναι πατέρας τριών παιδιών. Η «Στροφορμή» είναι το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο.

Του ιδίου:
Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα, εκδόσεις Ενδυμίων, 2011
……………………………………………………………………………………..

Μπορείτε να κάνετε τις παραγγελίες σας στο
strawdogsmagazine[at]yahoo[dot]com
και να σας αποσταλεί ταχυδρομικά
Τιμή: 8 € (μαζί με τα ταχυδρομικά έξοδα)

Νότης Γέροντας, Ορισμός

http://zoitaxa.net/ixografisi/ηχογράφηση-πρόβας-23-03-2013/

Θα ξεριζώσω τα δέντρα, θα διαλύσω τα αυτοκίνητα

Θα στείλω τους πύραυλους στο διάολο,
Θα κηρύξω τον πόλεμο στα BARBADOS

Θα κάμω τον κόσμο γήπεδο να παίζουν ποδόσφαιρο οι καλικάντζαροι

Και θα γεμίσω την έρημο άδεια, μεγάλα, στρογγυλά πηγάδια

Θα στείλω τον ήλιο φυλακή και θα τεντώσω την ελπίδα

Θα καβαλήσω τη σελήνη και θα καλπάσω στο γαλαξία

Θα πιω κρασί ανακατωμένο πουλιά και σκόνη αστρική

Θα βλαστημήσω τα θεία και θα μεταλάβω σε πείσμα της θάλασσας

Θα προκηρύξω εκλογές χωρίς κανέναν υποψήφιο

Θα στείλω τους στρατιώτες να μαζέψουν μανιτάρια στην αστροφεγγιά

Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς-διακορευτής

Που μπαίνω μέσα σου πριόνι και σου λιανίζω τα κόκαλα

Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς- διακορευτής

Είμαι πέρα απ’ τ’ όνομά μου το ασανσέρ που πάει στα ύψη

Για τον Νότη Γέροντα:
http://notisgerontas.blogspot.com
http://www.biblionet.gr/author/81327/%CE%9D%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82
http://www.mykonostour.gr/mykonos_people/notis-gerontas.html
http://www.vakxikon.gr/content/view/1302/4678/lang,el/
http://www.vakxikon.gr/content/view/1017/4678/lang,el/

Θεοχάρης Α. Παπαδόπουλος, “Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας – Παρουσίαση

unknown

Οι εκδόσεις Μανδραγόρας σας προσκαλούν τη Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016 και ώρα 20:00 στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Θεοχάρη Α. Παπαδόπουλου “Έξυπνες βόμβες”, στην εναλλακτική καφετέρια Άνω Πουρναρούσα, οδός Ευφράνορος 10, Παγκράτι (κοντά στην πλατεία Πλαστήρα).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Φαίη Ρέμπελου και η Ελένη Καρασαβίδου.
Ποιήματα θα διαβάσουν η Καρίνα Βέρδη και ο ίδιος ο ποιητής.
Συντονίζει η Καρίνα Βέρδη.

Δείγμα γραφής

Σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Χειμώνας βαρύς.
Τυλίγομαι στο παλτό
της συντροφιάς σου.

Φθινοπώριασε
Συννέφιασε γύρω μου.
Μέσα μου βρέχει.

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

Özdemir İnce, Βir kuş / Ένα πουλί

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında,
anlayamadım bir türlü Türk müydü yoksa Yunan mı,
bir başka yerden mi yoksa? Hiçbir belirti yok.

Denize sordum onu: “O bir dalıcı kuştur, dedi,
danteller örer durmadan bağrımda”.
Gökyüzüne sordum onu: “o benim ulağımdır, dedi,
mordan, gülrenginden eflatuna kadar”.
Balıklara sordum onu, öteki kuşlara,
teknelere sordum, bayraklı flamalı,
hepsi bir şey söyledi bir cevap alamadım.

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında
anlayamadım bir türlü Türk müydü Yunan mı,
bir başka yerden mi hangi milletten?
“Ey kuş dedim, kimlerden olursun, hangi ülkeden?”
“Ben bir martıyım, dedi, yaşım evrenin yaşında,
ülkemi sorarsan: yeryüzü, gökyüzü ve deniz,
sınırlarımı sorarsan: topraktır, su ve hava.”

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι
και που να καταλάβω;
τούρκικο πουλί ήταν ή ελληνικό;
Ή αν μήπως από κάπου αλλού ερχόταν;
Κανένα σημάδι.

Τη θάλασσα ρώτησα
δύτης είναι, μου’πε.
Πλέκει, όλο πλέκει
νταντέλες στο στήθος μου.
Τον ουρανό ρώτησα
αγγελιοφόρος είναι, μου’πε
Απ’ το ανοιχτό βιολέ
και το τριανταφυλλένιο
ως το μενεξελί.
Τα ψάρια ρώτησα
και τ’άλλα τα πουλιά
και τα καράβια με λογιώ – λογιώ σημαίες.
Όλα κάτι άλλο μου’ πανε
απάντηση δεν πήρα.

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.
Έ, που να καταλάβω
τούρκικο ήτανε πουλί ή ελληνικό;
Μην κι απ’ αλλού ερχότανε
Και ποιά είναι η φυλή του;
Έ πουλί, του είπα
Ποιοί είναι οι δικοί σου;
Ποιά είναι η χώρα σου;
Γλάρος είμαι, μου’πε
Πόσο χρονώ είμαι;
Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι;
Απ’τη γη, απ’ τον ουρανό, απ’ τη θάλασσα
Τα σύνορά μου ποιά;
Το χώμα, το νερό, ο αγέρας..

*Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε σε τρεις γλώσσες (τουρκικά, ελληνικά, γερμανικά) στην Ανθολογία με τον τίτλο “Kalimerhaba”, που εκδόθηκε το 1992 από τις εκδόσεις Romiosini/Κολωνία, με την επιμέλεια της Νίκης Eideneier και της Arzu  Toker και τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Ipekci! Απόδοση: Ηρακλής Μήλλας.

Elefant, Άτιτλα ποιήματα

13769611_670679013092003_94830325371467682_n

Έρημες πόλεις απο χαρά
Μετράνε τρύπια νομίσματα
Ξεχνούν πως πετάει ένα πουλί
Στου απογεύματος τη γλύκα αδιαφορούν.
Ήσυχες πόλεις από πάθος
πνιγείτε μέσα στο αλκοόλ
Πνιγείτε μέσα στους υπολογισμούς και τις μεταρρυθμίσεις.
Βουλιάξτε στον πάτο της εκπομπής μαγειρικής.
Γυρίστε τον κόσμο μέσα από μια πρίζα.
Όταν ήμασταν παιδιά, η μέρα ήταν ένας ήσυχος δράκος.
Τώρα είναι μια βόμβα που πηγαίνει άτσαλα απο χέρι σε χέρι.

***

Ο σοβαρός κυβερνήτης
αγαπάει τις χοντρές μπριζόλες
τα αυτοκίνητα που γυαλίζουν
να νιώθει οτι μπορεί να διατάζει
έχει κρεμασμένα τα μάτια
σαν παλαίμαχος μποξέρ
ρυθμίζει την χοληστερίνη του
με τις τιμές των μετοχών
βατραχωμένος σε δερμάτινες πολυθρόνες
σχεδιάζει τους επόμενους βομβαρδισμούς
σπάζοντας μια οδοντογλυφίδα
ανάμεσα στα δόντια του.

***

Σου γράφω μέσα από την φλούδα
του πορτοκαλιού της αϋπνίας.
Μέσα από τεχνητά δάκρυα
της αδύνατης κόρης του φαρμακοποιού.
Μόλις που ακούγεται η θάλασσα
σαν τσαλακωμένο σεντόνι εραστών.
Σου γράφω μέσα από κρύσταλλα κλειστών μαγαζιών.
Απο ιπτάμενα εργοστάσια νυχτερινή βάρδια.
Αυτή η πόλη τι όμορφα αραιώνει το κέφι μας.

***

Είσαι η καταστροφή
Γλυκεία φωνή
Ανεμίζεις τη φωτιά σου
να σταματήσουν τα καράβια
Χείλια που μπορούν να πουν λόγια που ανοίγουνε παράθυρα
ή που κλείνουν πόρτες κάστρων.
Μια έκρηξη είσαι.
Ειδικό εφφέ πάθους.
Πνίγεσαι μέσα στην ίδια σου την θάλασσα.

***

Η κάθε πόλη είναι ένα μισοτελειωμένο τραγούδι
Ένα πεύκο αλατισμένο
Το ξεβαμμένο γαλάζιο των σκουπιδιών
Είναι μια μηχανική καρδιά που καίει νύχτα
Αεροπλάνο που διαλύεται ενώ πετάει και όλοι οι επιβάτες σκάνε στα γέλια
Η κάθε πόλη ανάβει τα φώτα σαν λαμπερό κόσμημα της προσωρινής μας γης
Η κάθε πόλη συλλογή κρανίων και φρέσκων λουλουδιών.

***

Να με θυμάσαι τις ώρες αιχμής
όπως κρέμεται το καναρίνι απο τα πόδια του
τις περίεργες ώρες που γεννιούνται οι αστερισμοί
και οι άνθρωποι κλείνουν τα παράθυρα για τον χειμώνα.
Να με θυμάσαι οταν βάφεσαι μπροστά στον καθρέφτη
όταν ανοίγει σαν λουλούδι το αιδοίο σου
μπροστά στον κάθε τυχαίο άντρα.
Να με θυμάσαι τις ώρες αιχμής
το πρωί που βγάζουν τα φουγάρα τα χτεσινά τους απωθημένα.

***

Το βράδυ είναι μια κουρτινούλα φιλικού αεροπλάνου
που ανοίγοντάς την εμφανίζεται φωτισμένη μια καινούργια πόλη
νοσοκομεία μπαρ τρελάδικα μεγάλοι δρόμοι
Κεραίες υψωμένες σαν κατάρτια ακίνητου πλοίου.
Το βράδυ είναι μια ευλογημένη εφεύρεση
που κάνει την τρέλλα να μοιάζει με κοχυλάκι
που κάνει τα κοσμήματα να λιώνουν από κάβλα στο λαιμό σου.

***

Μέρες κανονικές η μία πίσω απο την άλλη
σαν κατάδικοι με λουλούδι στο πέτο.
Μέρες σαν βαρετή συλλογή από γραμματόσημα.
Μέρες σαν απλά κουτιά που μέσα τους κρύβουν φορητούς καταρράκτες.
Μέρες ιπτάμενες που κάτω από τη μεγάλη τους σκιά γευματίζουν τσιγγάνοι.
Μέρες αργές σαν απόσταξη με δερβίσηδες
να περιμένουν ήσυχοι κάτω από τον σωλήνα να πιούν μια γουλιά.
Μέρες ψυχρού μπλε σαν τεράστιες πινακίδες
που δείχνουν μετά την στροφή τον επόμενο χειμώνα.

***

Δεν έχει σημασία που περνάει ο καιρός
αν έχει ο καθένας θαμμένο το κουτάκι
με τα φανταστικά του εργαλεία σε μια άκρη του κήπου.
Μέσα θα βρείς τα τρυπάνια των δέντρων για δροσερό νερό
τις μυρωδιές των κοριτσιών μέσα σε άλμπουμ με γιαπωνέζικο εξώφυλλο
μηχανάκια -αεροπλανάκια για τις μέρες με ήλιο
μικρό δεντράκι που μιλάει τα βράδυα για τα αστέρια
καραμέλες που μόλις τις γευτείς θέλεις να τραγουδήσεις με πάθος
τη μικρή κατσαρόλα με την μυρωδιά του σπιτιού όταν γιορτάζουμε
τα χειρόγραφα ποιήματα του σκύλου σου
κυάλια που βλέπεις μακριά προς τα μέσα
ερωτικές καρτ ποστάλ σταλμένες προσωπικά
από τις πόλεις που αγάπησες.

***

Χιλιάδες μίλια στα ανοιχτά
κάθε μέρα κάθε νύχτα
να φτιάχνεις το σπίτι σου
να το παίρνει ο αέρας
να το φτιάχνεις πάλι
να γελάς με τις ουρές των πουλιών
να πέφτουν τα άστρα σα χιόνι επάνω μας.
Κορίτσια γαλανά
να κάθονται να σε κοιτούν
με κόκκινα μαλλιά να σε φωτίζουν
τα σπίτια να δροσίζονται
τα φλαμίνγκο να ξυπνάνε μεσα στο όνειρό τους
ο ελέφαντας να ξεκινά για το ταξίδι του.

*Από το http://elefantelefant.blogspot.com Η εικόνα της ανάρτησης είναι το logo του ιστολογίου στη σελίδα του στο Facebook.

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη Νύχτα

Artwork: Renata Vogl

Artwork: Renata Vogl

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.
 
Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.
 
Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.
 
Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.
 
Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.
 
Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.
 
Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.
 
Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.
 
*Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/42292

Νίκος Νομικός (Nikos Nomikos), Από τις “Σημειωμένες Διαφάνειες” / “Noted Transparencies”

nomikos053

1
Μικρό το δωμάτιο, τρία επί τρία,
μα με πελώριες ασκητικές διαστάσεις,
γεμάτες φωτιές και πάθη, που ό,τι κι αν
πούμε, αντέχουν στις μακρινές χρονολογίες,
κι ο λόγος τους, ακούγεται βαθιά, στην ακοή
των αγαπόντων, την ευπρέπεια του πνευματικού
φωτός.

2
Χθες, στις βουβές ώρες της νύχτας, που τα όνειρα,
παιδεύουν τον ύπνο του δικαίου, είδα έναν
πανύψηλο αρχοντάνθρωπο, με μια περγαμηνή
απλωμένη στο στήθος του, προσπάθησα να την
διαβάσω, μα παράξενα ήταν τα λόγια της, και
μου θύμισε, έναν παλιό κόσμο ευτυχισμένο, που
είχα ζήσει κάποτε.

3
Μπροστά στο ύψος του, φαινόμουνα μερμήγκι, κι απάνω
που πήγα να του πω, κάτι δικό μου, άνεμος αφιλότιμος
μου άρπαξε την μόνη αμοιβή, που μου ’φερνε
ο άρχοντας αυτός, και μια βαριά ανάσα
σκέπασε, τον μόνο γλυκόν ορίζοντα που μ’ απέμεινε.

4
Μα τότε η δροσερή μου Πανωραία, με κείνα
τα πλούσια μάτια της ευαισθησίας, σταμάτησε
να τραγουδά, και ο ομοτράπεζος σύντροφος,
άρχισε με μεράκι, ένα δικό του τραγούδι, μια
παλιά επιτυχία, «το νερωμένο κρασί»

ποιος είναι αυτός
από μακριά
που τραγουδεί
λυπητερά
ποιος είναι αυτός
που κλαίει.

5
Κι εκεί που άνοιγε η φωνή του διάπλατα
τρεις σκάλες τ’ ουρανού πιο πάνω. Φάνηκαν
δυο δάκρυα, μεγάλου ανθρώπου, που έχει εκ
γενετής, την ακρίβεια της τέχνης μέσα του,
και τότε φυσικά, μας πήρε όλους η συγκίνηση,
ήταν η εποχή των ανθέων, και της απλότητας,
«άνευ βαΐων και κλάδων» και το σπουδαιότερο,
ότι που είχα αρχίσει, να ζωγραφίζω,
τον χειμώνα της Περσεφόνης.

Ο ποιητής Νίκος Νομικός

Ο ποιητής Νίκος Νομικός

1

The room is quite small, three by three,
but with vast ascetic dimensions,
full of fires and passions, which whatever we
say, outlast distant measures of time,
and their word, is heard deep, in the hearing
of lovers, the decency of spiritual
light.

2
Yesterday, in the mute hours of the night, when dreams,
pester the sleep of the just, I saw a
towering lord-like man, (1) with a parchment
spread across his chest, I tried to
read it, but strange were its words, and
it reminded me, of an old happy world, in which
I had once lived.

3
Confronted by his stature, I seemed an ant, and just
when I went to tell him, something of mine, an ungenerous wind
took my only reward, brought to me
by this lord, and a heavy breath
covered, the only sweet horizon left to me.

4
But then my cool Panorea, with those
luxuriant eyes of sensitivity, ceased
her singing, and my table companion,
began with passion, a song of his own, an
old hit, “the watered-down wine”

who is he
from far away
who sings
sadly
who is he
who weeps.

5
And there where his voice was opening up wide
three steps above the sky. There appeared
two tears, of a big man, who possesses from
birth, the precision of the art within him,
and then naturally, we were all taken by emotion,
it was the season of blooms, and of simplicity,
“without palm leaves and branches” and most significandy,
just as I had started, to draw,
the winter of Persephone.

(1) While in Nomikos’ Greek text the word “αρχοντάνθρωπος” (ar-hon-tan-thro-pos), which is compounding of the words “άρχοντας” (ar-hon-tas) ‘ “lord” and “άνθρωπος” (ahn-thro-pos) ‘ “person”, transliterates as “lordperson”, the most suitable translation is “lord-like man” given the consistency of this recurring term’s context and significance in the work.

*Από την δίγλωσση ποιητική συλλογή του Νίκου Νομικού “Σημειωμένες Διαφάνειες” / “Noted Transparencies”, Owl Publishing, σε αγγλική μετάφραση Γιώργου Μουρατίδη. Το βιβλίο παρουσιάστηκε πριν μερικές βδομάδες στο ποιητικό βιβλιοπωλείο της Μελβούρνης Collected Works, από την εκδότρια Ελένη Νίκα (Helen Nickas – Owl Publishing) και τον μεταφραστή Γιώργο Μουρατίδη (George Mouratidis) ο οποίος έχει γράψει και τον πρόλογο.

**Ο Νίκος Νομικός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934 και εκτός από την ποίηση ασχολείται από μικρός και με την ζωγραφική. Το σχέδιο στο εξώφυλλο της συλλογής είναι δικό του. Στην Αυστραλία μετανάστευσε το 1964 και εργάστηκε 30 χρόνια ως αεροδυναμικός σχεδιαστής της Αυστραλιανής Αεροπορίας. Εκτός από την παρούσα, έχει δημοσιεύσει 9 ακόμα ποιητικές συλλογές και ετοιμάζεται μία ακόμα με τον τίτλο “Πορεία της Βαθιάς Πηγής”. Είναι ένας από τους πιο δυναμικούς ποιητές που έχει αναδείξει ποτέ η ελληνική παροικία της Μελβούρνης και της Αυστραλίας. Είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται ποιήματα του Νίκου Νομικού στα αγγλικά, κάτι που σύμφωνα με τους εκδότες θα συνεχιστεί και στο μέλλον.

***Ο Γιώργος Μουρατίδης γεννήθηκε στην Ελλάδα αλλά ήρθε με την οικογένειά του στην Αυστραλία (Μελβούρνη) σε νηπιακή ηλικία. Φιλόλογος της σύγχρονης λογοτεχνίας, ποιητής και μεταφραστής. Ήταν επιμελητής του έργου “Jack Kerouac’s On the Road: The Original Scroll” (2007). Δίδαξε Πολιτισμικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο RMIT και Αμερικανική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, από το οποίο έλαβε Μάστερ με θέμα τα λογοτεχνικά κινήματα του νταντά και του σουρεαλισμού. Αυτόν τον καιρό ολοκληρώνει το διδακτορικό του με θέμα τη γενιά μπιτ με τίτλο “Becoming Beat: Re-cognising the Beat Generation and the Search for Authenticity”. Η ποιητική του συλλογή με τίτλο “Angel Frankenstein αναμένεται προς το τέλος του χρόνου από το Soulbay Press.

#Για περισσότερες πληροφορίες για το Owl Publishing επισκεφθείτε την ιστοσελίδα τους στο http://www.owlpublishing.com.au

Στην παρουσίαση του βιβλίου. Από αριστερά, ο ποιητής Γιώργος Μουρατίδης (μεταφραστής των ποιημάτων), ο ποιητής Νίκος Νομικός και η εκδότρια Ελένη Νίκα

Στην παρουσίαση του βιβλίου. Από αριστερά, ο ποιητής Γιώργος Μουρατίδης (μεταφραστής των ποιημάτων), ο ποιητής Νίκος Νομικός και η εκδότρια Ελένη Νίκα