Tristan Tzara, Ο κύριος ΑΑ, αντι-φιλόσοφος

13912313_286433211729655_6459768386820653645_n

Λοχαγέ!
οι βολίδες, οι ανοιχτές δυνάμεις του καταρράκτη μας απειλούν,
η θηλειά των φειδιών,

οι αλυσίδες των μαστιγίων,

προχωρούν θριαμβικά μέσα στις χώρες πού μόλυνε η συνεχής φρενίτις,


Λοχαγέ!

Όλες οι κατηγορίες τών βασανισμένων ζώων,

υπό μορφήν δαγκωμάτων πόνου απ’ το κρεββάτι,

χάσκουν σαν αιμάτινοι κύκλοι,

μια βροχή πέτρινων δοντιών και τα ίχνη των ακαθαρσιών

μέσα στις κλούβες μας σκεπάζουν

μέσα σε παλτά ατέλειωτα σαν το χιόνι.


Λογαγέ!

Οι λάμψεις απ’ τα κάρβουνα έγιναν φώκια,

αστροπελέκι, έντομο κάτω απ’ τα μάτια σου,

οι έφιππες ομάδες των οραματιζομένων,

τα τροχοφόρα τέρατα,

οι φωνές των αυτομάτων υπνοβατών,

τα ρευστά στομάχια πάνω στις ασημένειες πλάκες

οι ωμότητες των σαρκοβόρων λουλουδιών

θα κυριέψουν την απλή κι’ υπαίθρια ζωή

και τον κινηματογράφο τού ύπνου σου.


Λοχαγέ!

φυλάξου απ’ τα γαλανά μάτια.

Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Bacon, Study for a nude

Bacon, Study for a nude

……..
είναι στο χέρι σου
να μην τους αφήσεις να σε νικήσουν
γιατί
χωρίς ήττες καιηττημενους
δεν υπάρχουν ούτε νίκες ούτε νικητές. …..

……………………………………
λέγεται πως
όλα είναι θέμα ορισμών
και οι κάθε φορά ορισμοί τους
που φτιάχνουν για εμάς
με εμάς
ή χωρίς εμάς
είναι ζήτημα του ρεύματος
-αποφεύγουν να πουν των αναγκών-
των καιρών
γι’ αυτό επιβάλλεται στους υπηκόους
η καθημερινή άσκηση
στα πισωπατήματα της ευκαμψίας
και η ειδίκευση
στις απρουπόθετες παραχωρήσεις της ευελιξίας
με τα δύο αυτά προσόντα
σου εγγυώνται πως εκταμιεύεις
ως υπάκουος παρακεντές
μία ευκαιρία για επιβίωση στα μπρούμυτα
σε συμβουλεύουν έξαλλοι
να παραμείνεις
κοινωνικά και πολιτισμικά ορθός
μαλάκας
κι αν ακράτητος τολμήσεις την υπέρβαση να τους παραδοθείς
αποκτώντας φωνή βέλασμα
σε ονοματίζουν
κοινωνικά και πολιτισμικά ορθό
λεβεντομαλάκα
γι’ αυτό επιμένουν
νά αποφεύγεις τις δυσκαμψίες
τις αμφισβητήσεις στους κάθε φορά ορισμούς τους
γιατί τέτοιες συμπεριφορές διασύρονται δημόσια ως πάθηση
“παράλογη απιστία προς τους ορισμούς των καιρών
εξαιτίας ανεπιτυχούς κοινωνικοποίησης”…………………

……………………………………………………………..
Τον φώναξε με φωνή δυνατή,
λίγο πριν χαθεί στη στροφή των αναζητήσεων.
Ακούς; εκεί στις περπατησιές σου,
κοίταξε να ερωτευτείς με τρόπο έρωτα κι όχι αλλοιώς, γιατί……..
όταν ερωτεύονται
οι ανολοκλήρωτες προθέσεις μας
τα σημάδια της αλήθειας μας καλά κρυμμένα
οι φωνές μας που μιμούνται άλλες φωνές
το κλάμα μας που από ανάγκη βγαίνει γέλιο
οι υποδόρροιες απελπισίες καιί ανασφάλειές μας
οι εμμονές και οι ανάγκες μας
τότε ο έρωτας
όσο μεγάλος κι αν φαίνεται
όσο και να ταιριάζουμε σωματοαισθητικά
είναι ένα εκκωφαντικό σπεκουλαδόρικο τίποτα……………

………..
ζήλεψα ακούγοντας τις αλλότροπες ενατενισεις της νόησης του
να λένε
πως σε αυτούς τους μεταβιομηχανικους καιρούς
ο νέος άνθρωπος
από Homo oeconomicus
οπαδός της φαλλικής αντίληψης που έχει η δύναμη της εξουσίας
να γίνει παθιασμένος Ηδονιστής
της ελευθερίας,
της ανεκτικότητας του διαφορετικού,
τής πολυχρωμίας,
να γίνει με μεγάλη επιθυμία δημιουργικός
ακάθεκτα και υπερβατικα περίεργος για τη δημιουργία,
να υπάρξει δηλαδή
σαν Homo artisticus e poeticus της ζωής
σαάν ποιητής της δικής του ζωής,
όχι, δεν είναι αλαζονεία μυαλού να ονειρευόμαστε
να αλλάξει επιτέλους η ονοματολογία των πραγμάτων της ιστορίας
ο Προλετάριος να γίνει Ποιητάριος
και το Προλεταριάτο Ποιηταριάτο. …….

Francesco Marotta, Αποτυπώματα στο νερό

14502874_654336984743790_1834160142726324307_n

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

*Από τη συλλογή “Αποτυπώματα στο νερό”. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Ανδρονίκη, Δύο ποιήματα

2386328252_45054b965d_z

Άτιτλο

Είμαι στεγνός, καθαρός.
Έχω διαύγεια.

Θα βγω στο ντάλα ήλιο.
Η βρώμα από τα σκουπίδια άμεση, επιτακτική.
Μικρά τοσοδούλικα αυτοκινητάκια
έρχονται καταπάνω μου.
Είμαι τεράστιος ρε!
Χοντρός και λιγωμένος.
Θα βήξω και θα σας φτύσω.

Ζεστή σκόνη και γλιτσερά ρούχα
με τσιμεντώνουνε.
Και να φυσάει ο ερμαφρόδιτος αέρας
σαν πιστόλι για τα μαλλιά και για τα μυαλά.

***

Αυπνίες

Από το γραφείο χρόνια έχω να βγω
και δε με θυμάται το καλό μου το αφεντικό.
Έτσι, γλιτώνω από ενοχλήσεις
και άλλες παρεξηγήσεις.
Συνδικαλιστής ή μη,
κανένας δε γνωρίζει τη δική μου τη μορφή.

Όταν πάω να ψωνίσω,
τα βερεσέδια φροντίζω να μην αργήσω.
Μόνο μια τσάντα για το σπίτι κουβαλάω,
μα όλες τις τιμές κοιτάω.

Στο γιατρούλη μου πηγαίνω
και γράμματα πολλά του στέλνω,
να του πω ευχαριστώ
που με κρατάει τόσο γερό.

Το απόγευμα, την Κυριακή,
παρέα μου κρατάει η τιβί.
Σ’ άλλους κόσμους τότε ζω
και με ανθρώπους ειδικούς σαν να μιλώ.

Κι ενώ, όλα πάνε, κατ’ ευχή
στον ύπνο, πάντα, με ξυπνάει, μια απόκοσμη φωνή.

*Από το ιστολόγιο Άνω Θρώσκω στο http://anwthrwskw.espivblogs.net/2016/06/05/δυο-ποιηματα/

Arthur Rimbaud, Το μεθυσμένο καράβι… / Le bateau ivre…

………………………….
Dans les clapotements furieux des marées,
Moi, l’autre hiver, plus sourd que les cerveaux d’enfants,
Je courus ! Et les Péninsules démarrées
N’ont pas subi tohu-bohus plus triomphants.

Μέσα στους φοβερούς παφλασμούς των πλημμυρίδων,

Τον άλλο χειμώνα, Εγώ, πιο κουφός κι από μυαλό παιδιού,

Έτρεξα! Κι οι λυμένες Χερσόνησοι

Ποτέ τους δεν έσυραν Χάος πιο θριαμβικό.
………………………………………………………….
J’aurais voulu montrer aux enfants ces dorades
Du flot bleu, ces poissons d’or, ces poissons chantants.
– Des écumes de fleurs ont bercé mes dérades
Et d’ineffables vents m’ont ailé par instants.

Πόσο θα ‘θέλα να δείξω στα παιδιά τα λυθρίνια

Του γαλάζιου κύματος, τα χρυσά ψάρια, τα ψάρια που τραγουδούν

Αφροί λουλουδιών νανούρισαν τα φευγιά μου

Κι άνεμοι ανείπωτοι, στιγμές, με φτέρωσαν.
…………………………………………………………………
Je sais les cieux crevant en éclairs, et les trombes

Et les ressacs et les courants : je sais le soir,

L’Aube exaltée ainsi qu’un peuple de colombes,
Et j’ai vu quelquefois ce que l’homme a cru voir!

Ξέρω ουρανούς που σκάζουν σ ‘αστροπελέκια, και σίφουνες,

Και τ ‘αντιμάμαλα, τα ρεύματα: Ξέρω το βράδυ,

Την εξαρσιωμένη Αυγή, ίδια λαός περιστεριών

Κι είδα αυτό που ο άνθρωπος κάποτε πίστεψε ότι είδε!

bateau1

Για το φευγιό του Ηλία Λάγιου

Στις 5 Οκτωβρίου 2005 αποδημεί, «χωρίς εισιτήριο», ο ποιητής Ηλίας Λάγιος. Επιχειρεί το απονενοημένο διάβημα με ένα salto mortale από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Στα 47 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει απέδειξε πως ο διανοούμενος, ο πνευματικός άνθρωπος, μπορεί να είναι «οργανωτής» μιας μαχητικής ουτοπίας.

Ο Λάγιος ρίχνει τον ποιητή από το βάθρο του, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται χωρίς να γίνεται γραφικός. Ο λόγος του είναι αψύς. Του αρέσει να «παίζει» με διάφορους τρόπους γραφής.Καταπιάνεται με την καθημερινότητα, την σαπίλα, το θεό και τον Έρωτα. Κυρίαρχο μοτίβο ο θάνατος. Η ποίηση του φοβίζει τον απαίδευτο και τρομάζει τον βολεμένο. Τίθεται ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία, μισεί τους καθωσπρέπει και αγαπά τους περιθωριακούς. Γράφει για τη ζωή όπως είναι και λέει τα πράγματα με το όνομα τους.

Γεννήθηκε το 1958 στην Άρτα, μεγάλωσε στο Ναύπλιο και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα. Εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων μεταξύ των οποίων η Νέα Εστία και η Αυγή. Μαζί με τον Γιώργο Κοροπούλη εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό “Ωλήν”.

Κατηγορήθηκε από τα μέσα, ως κακοποιός της ελληνικής γλώσσας.

****”Το πέρασμα [‘Ενας αθώος άνθρωπος να συμφωνεί / Του κάνω νεύματα απεγνωσμένα / ‘Οπως πάντα έφτασα αργά] / Το πέρασμα στον θάνατο / Είναι μια κόκκινη στρογγυλή γουλιά / Τη σκουπίζεις στα χείλια / στο πάτωμα ή στο μαξιλάρι / Τα ίχνη φεύγουν λίγο αργότερα.”

***Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;
[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]

****«Κι από μακριά κιόλας εμείς (παγώνουν οι ώρες κι οι μέρες και δεν αντέχονται κι αποχωρούμε), όσοι ακόμα μέσα στη ζωή μας ζωντανοί, πομποί και δείκτες μνήμης αυριανής – οι μηδέ φωνασκούντες, μηδέ είρωνες. Από μακριά, με το μακριά που βάζουν τάχα για εγγύηση οι λέξεις. Με όλες τις λέξεις που πήρε δανεικές και έκανε δικές του – χρησιδάνειο. ‘Οσες μιλούσαν, κι όσες παραμιλούσαν μέσα σε ό,τι ακατανόητο του καθενός για τον καθένα. Με από κοντά τις λέξεις να τον χαιρετούν».

Απόσπασμα από το ποίημα «Δεν βλέπω τίποτ’ άλλο», του Ηλία Λάγιου: Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης έγραψε στην “Καθημερινή” της 9.10.2005: “Τρυφερός έφηβος 47 ετών, ανήλικος και υπερώριμος μαζί, αστραφτερό ταλέντο, σπάταλος με τις λέξεις και τα αισθήματα, σπάταλος προ πάντων με τον εαυτό του. Ποιητής. […]”

****Το έργο του είναι χρήσιμο σε κάθε άνθρωπο που θέλει να ζει ελεύθερος

**********************

Έργα:
Πρόοδοι εν προόδω (Ωλήν, 1981, ως Αλέξης Φωκάς)
Ασκήσεις Ι-ΙΧ (Ωλήν, 1984, ως Αλέξης Φωκάς)
Το κατά Αλέξιον και Μαρίαν (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1990)
Συνεστίασις (1991)
Τριώδιο (Άγρα, 1991, με τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992)
Το βιβλίο της Μαριάννας (Ίκαρος, 1993)
Ανθοδέσμη (Άγρα, 1993, με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Ο Μικρός Ήρως: το σκετσάκι (Αντί, 1996)
Η έρημη γη (Ερατώ, 1996)
Περί ζώου (Παρουσία, 1996)
Μουζικούλες (Ερατώ, 1997)
Το εικοσιτετράωρο της Δηούς (Καστανιώτης, 1998)
Θεατρολογία (Καστανιώτης, 1998)
Της γυναικογυναίκας (Ερατώ, 1998)
Πράξη υποταγής (Ερατώ, 2000)
Φεβρουάριος 2001 (Ερατώ, 2002)
Η αρπαγή της κούτας (Ερατώ, 2003)
Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία (Ερατώ, 2004)

%ce%bb%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82

Ζήσης Αϊναλής, Ένα ποίημα για τη μοναξιά

mp

Φίλοι που έφυγαν, φίλοι που φεύγουνε κάθε μέρα

Φίλοι που λύγισαν, φίλοι που γύρισαν 

και ξανάφυγαν και γύρισαν πίσω ξανά

εδώ ή κάπου αλλού 

Φίλοι που νιώθουν ξένοι παντού 
κλαίνε τα βράδια και καταπίνουν σκοτάδια

θυμώνουν και βρίζουν μια πουτάνα πατρίδα

που τους γαμάει αλύπητα και τους σπάει τ’ αρχίδια
Φίλοι που τους κατάπιε ο κρατικός μηχανισμός αμήχανους
Φίλοι που λάκισαν, φίλοι που απελπιστήκαν
Φίλοι που ‘ριξαν ποτάμια νερό στο κρασί τους
Φίλοι που προπαγανδίζουν τώρα τον Λεβιάθαν
μεμψιμοιρώντας πως δεν γινόταν αλλιώς
– Είναι πανίσχυρος, ρε συ, ο Καπιταλισμός!
Φίλοι που μείνανε μόνοι μ’ ένα ξυράφι στα χέρια και λοιδορήθηκαν
Φίλοι στο δρόμο, φίλοι στη φυλακή
Φίλοι που απολύθηκαν, φίλοι στην ανεργία
Φίλοι βορά στα φρενοκομεία
Φίλοι που το ‘ριξαν στην πρέζα και άλλοι στο αλκοόλ
Φίλοι που κουμπώνονται για να την παλέψουν
αλλά δεν την παλεύουν
και τρέχουν πάνω-κάτω τις νύχτες δίχως σκοπό
Φίλοι με πολλά πτυχία που τα ‘βαλαν στον κώλο τους
κι άλλοι που ακρωτηριάστηκαν σ’ εργατικές εγκαταστάσεις του κώλου
Φίλοι που τρίβουν πατώματα και πεινάνε
Φίλοι που βδελύσσονται το φαί που διανέμουν
κλέβοντας φραγκοδίφραγκα απ’ τα ρέστα για να ξεχρεώσουν τις δόσεις της ΔΕΗ
Φίλοι που αγωνίζονται μόνοι τους στο σκοτάδι
Φίλοι που προσφέρουν στους πρόσφυγες το υστέρημα της τσέπης και της καρδιάς τους
Φίλοι που τρέχουν και δεν ξέρουν γιατί
Φίλοι που πίστεψαν και πια δεν πιστεύουν
Φίλοι που δεν πίστευαν και τώρα απελπίζονται
Φίλοι που έφυγαν
κυνηγημένοι από την οικογένεια τους μπάτσους το στρατό τις τράπεζες την εφορία
Φίλοι που θέλουν να επιστρέψουν και δεν μπορούν
Φίλοι που δεν θέλουν να φύγουν και φεύγουν
Φίλοι φίλοι φίλοι
Φίλοι που φεύγουνε κάθε μέρα
Φίλοι που χάνονται
Φίλοι που πια δεν υπάρχουν

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

14593209_960690304053755_1755395032_n

Οι τρελοί λαγοί

Εδώ και χρόνια
Άνθρωποι ζώα μέιλ και αποφάσεις
Μεταφέρουν κομμάτια παζλ
Στις νότιες χώρες
Έχουν βάλει σκοπό ν’ αλλάξουν κλίμα,
Θερμοκρασία, ταπεραμέντο.
Δεν τα πήγαν κι άσχημα
Έχουν καταφέρει να φτιάξουν τεράστιους χιονανθρώπους
Να ‘χουν να παίζουν οι γενιές οι επόμενες
Κάθε τρία τέσσερα χρόνια υπόσχονται ότι στην επόμενη
Χιονομεταφορά θα φέρουν μεγαλύτερα καρότα.
Σκέφτηκαν τα παιδιά, αυτά που τώρα μαθαίνουν
για τον Δούρειο Ίππο,
στην επόμενη κίνηση να κλείσουν μέσα
τυλιγμένα σε εσωθερμική φόδρα
κοπάδια τρελών λαγών
Κι έτσι κάποιοι να νομίζουν πως έχουν γνώση οι φύλακες
Κι έτσι κάποιοι να νιώθουν πως κοιμούνται ήσυχοι.

***

Πατητή τσιμεντοκονία

Σου είπα θα έρθω
Όταν θα έχουμε χορτάσει πανύψηλα λάθη
Μια εξομολόγηση που θα έρχεται
Από τα βάθη της γης
Που δεν έχει κέντρο βάρους και εύπλαστο χώμα

Σου είπα θα ακονίσω την γλώσσα μου
Τα οβάλ των ονείρων μου θα έχουν αγκυλώσεις
Γωνιώσεις και εσοχές
θα μ΄ακούσεις
Και θα χτίσω εκ νέου

Σου είπα ότι πηγαίνω τοίχο τοίχο
Τη διαδρομή, διαβάζω συνθήματα
Γράφω αποτυπώνω μουτζουρώνω
Και περιμένω το πιο τρυφερό λουλούδι
Να χει αντέξει
Να χει τολμήσει
Να βγει
Απ’ το τόσο τσιμέντο

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο της Γεωργίας Τρούλη.

Giosue Carducci, Φωνή των ιερέων

14495513_1748878015378243_4850322917488717958_n

Ακόμα και σχολή της ευτέλειας και της απάτης
Ήσουν ώ! ναέ “άσυλο καταφρονημένων”, όταν
Τ’ αδέλφια, την πατρίδα σου και το Θεό αρνιόσουν
Και σαν ερμηνευτής του Θεού πήγες με τους τυράννους.
Ώ! Ανόσιοι! Ξένοι στις αγωνίες μας ευλογείτε
Των καταπιεστών μας την αγέλη στα ουράνια,
Και καταριόσαστε τους δυστυχείς στην κόλαση,
που ετόλμησαν να εξεγερθούν ενάντια στους δυνάστες.
Έτοιμοι στου αυτοκράτορα την κάθε ανόσια βία,
Κόλακες της παράνομης και άδικης κατάκτησης:
Ο προφήτης του Θεού ψεύδεται με τη φωνή του κλήρου.
Ω! μέρα θλιβερή της ατιμίας που ανέτειλες
Όταν λάβαρο της σκλαβιάς έγινε ο σταυρός,
Κι έκαμαν το Χριστό πρωταθλητή των τυράννων!

*Από τη σελίδα Spyros Stasei Ekpiptones στο Facebook.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Έτσι κι αλλιώς

without_you_the_party__s_over__by_dibutade

Ένα χαμόγελο πικρό θά ‘χες στα χείλη.
Πίσω από τα βλέφαρα μόλις που θα κρατούσες το δάκρυ,
σκύβοντας ν’ απιθώσεις στα χείλη μου απαλά

το στερνό σου φιλί.

΄Υστερα με αργό, επίσημο βήμα

θα κινούσες να βγείς από την κάμαρη,

αφήνοντας να σέρνεται ελαφρά στο πάτωμα

το μακρύ σου πανωφόρι.
΄Ετσι ωραία τα είχα φανταστεί. Ποιητικά.
΄Ομως γελάστηκα και πάλι. Γιατί,
αφού κατακόκκινη μ’ έβρισες υστερικά,
έφυγες βιαστική,
βροντώντας πίσω σου την πόρτα,
χωρίς να σου περάσει ούτε στιγμή από το νου,
πως έτσι κι αλλιώς,
εγώ τους στίχους θα τους έγραφα.

*Από την ποιητική συλλογή “Εκτός προγράμματος”, εκδ. “Διογένης”, Αθήνα 1991, σελ. 28. Αναδημοσίευση απο τη σελίδα του ποιητή στο Facebook