Θεοχάρης Α. Παπαδόπουλος, “Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας – Παρουσίαση

unknown

Οι εκδόσεις Μανδραγόρας σας προσκαλούν τη Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016 και ώρα 20:00 στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Θεοχάρη Α. Παπαδόπουλου “Έξυπνες βόμβες”, στην εναλλακτική καφετέρια Άνω Πουρναρούσα, οδός Ευφράνορος 10, Παγκράτι (κοντά στην πλατεία Πλαστήρα).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Φαίη Ρέμπελου και η Ελένη Καρασαβίδου.
Ποιήματα θα διαβάσουν η Καρίνα Βέρδη και ο ίδιος ο ποιητής.
Συντονίζει η Καρίνα Βέρδη.

Δείγμα γραφής

Σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Χειμώνας βαρύς.
Τυλίγομαι στο παλτό
της συντροφιάς σου.

Φθινοπώριασε
Συννέφιασε γύρω μου.
Μέσα μου βρέχει.

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

Özdemir İnce, Βir kuş / Ένα πουλί

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında,
anlayamadım bir türlü Türk müydü yoksa Yunan mı,
bir başka yerden mi yoksa? Hiçbir belirti yok.

Denize sordum onu: “O bir dalıcı kuştur, dedi,
danteller örer durmadan bağrımda”.
Gökyüzüne sordum onu: “o benim ulağımdır, dedi,
mordan, gülrenginden eflatuna kadar”.
Balıklara sordum onu, öteki kuşlara,
teknelere sordum, bayraklı flamalı,
hepsi bir şey söyledi bir cevap alamadım.

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında
anlayamadım bir türlü Türk müydü Yunan mı,
bir başka yerden mi hangi milletten?
“Ey kuş dedim, kimlerden olursun, hangi ülkeden?”
“Ben bir martıyım, dedi, yaşım evrenin yaşında,
ülkemi sorarsan: yeryüzü, gökyüzü ve deniz,
sınırlarımı sorarsan: topraktır, su ve hava.”

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι
και που να καταλάβω;
τούρκικο πουλί ήταν ή ελληνικό;
Ή αν μήπως από κάπου αλλού ερχόταν;
Κανένα σημάδι.

Τη θάλασσα ρώτησα
δύτης είναι, μου’πε.
Πλέκει, όλο πλέκει
νταντέλες στο στήθος μου.
Τον ουρανό ρώτησα
αγγελιοφόρος είναι, μου’πε
Απ’ το ανοιχτό βιολέ
και το τριανταφυλλένιο
ως το μενεξελί.
Τα ψάρια ρώτησα
και τ’άλλα τα πουλιά
και τα καράβια με λογιώ – λογιώ σημαίες.
Όλα κάτι άλλο μου’ πανε
απάντηση δεν πήρα.

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.
Έ, που να καταλάβω
τούρκικο ήτανε πουλί ή ελληνικό;
Μην κι απ’ αλλού ερχότανε
Και ποιά είναι η φυλή του;
Έ πουλί, του είπα
Ποιοί είναι οι δικοί σου;
Ποιά είναι η χώρα σου;
Γλάρος είμαι, μου’πε
Πόσο χρονώ είμαι;
Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι;
Απ’τη γη, απ’ τον ουρανό, απ’ τη θάλασσα
Τα σύνορά μου ποιά;
Το χώμα, το νερό, ο αγέρας..

*Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε σε τρεις γλώσσες (τουρκικά, ελληνικά, γερμανικά) στην Ανθολογία με τον τίτλο “Kalimerhaba”, που εκδόθηκε το 1992 από τις εκδόσεις Romiosini/Κολωνία, με την επιμέλεια της Νίκης Eideneier και της Arzu  Toker και τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Ipekci! Απόδοση: Ηρακλής Μήλλας.

Elefant, Άτιτλα ποιήματα

13769611_670679013092003_94830325371467682_n

Έρημες πόλεις απο χαρά
Μετράνε τρύπια νομίσματα
Ξεχνούν πως πετάει ένα πουλί
Στου απογεύματος τη γλύκα αδιαφορούν.
Ήσυχες πόλεις από πάθος
πνιγείτε μέσα στο αλκοόλ
Πνιγείτε μέσα στους υπολογισμούς και τις μεταρρυθμίσεις.
Βουλιάξτε στον πάτο της εκπομπής μαγειρικής.
Γυρίστε τον κόσμο μέσα από μια πρίζα.
Όταν ήμασταν παιδιά, η μέρα ήταν ένας ήσυχος δράκος.
Τώρα είναι μια βόμβα που πηγαίνει άτσαλα απο χέρι σε χέρι.

***

Ο σοβαρός κυβερνήτης
αγαπάει τις χοντρές μπριζόλες
τα αυτοκίνητα που γυαλίζουν
να νιώθει οτι μπορεί να διατάζει
έχει κρεμασμένα τα μάτια
σαν παλαίμαχος μποξέρ
ρυθμίζει την χοληστερίνη του
με τις τιμές των μετοχών
βατραχωμένος σε δερμάτινες πολυθρόνες
σχεδιάζει τους επόμενους βομβαρδισμούς
σπάζοντας μια οδοντογλυφίδα
ανάμεσα στα δόντια του.

***

Σου γράφω μέσα από την φλούδα
του πορτοκαλιού της αϋπνίας.
Μέσα από τεχνητά δάκρυα
της αδύνατης κόρης του φαρμακοποιού.
Μόλις που ακούγεται η θάλασσα
σαν τσαλακωμένο σεντόνι εραστών.
Σου γράφω μέσα από κρύσταλλα κλειστών μαγαζιών.
Απο ιπτάμενα εργοστάσια νυχτερινή βάρδια.
Αυτή η πόλη τι όμορφα αραιώνει το κέφι μας.

***

Είσαι η καταστροφή
Γλυκεία φωνή
Ανεμίζεις τη φωτιά σου
να σταματήσουν τα καράβια
Χείλια που μπορούν να πουν λόγια που ανοίγουνε παράθυρα
ή που κλείνουν πόρτες κάστρων.
Μια έκρηξη είσαι.
Ειδικό εφφέ πάθους.
Πνίγεσαι μέσα στην ίδια σου την θάλασσα.

***

Η κάθε πόλη είναι ένα μισοτελειωμένο τραγούδι
Ένα πεύκο αλατισμένο
Το ξεβαμμένο γαλάζιο των σκουπιδιών
Είναι μια μηχανική καρδιά που καίει νύχτα
Αεροπλάνο που διαλύεται ενώ πετάει και όλοι οι επιβάτες σκάνε στα γέλια
Η κάθε πόλη ανάβει τα φώτα σαν λαμπερό κόσμημα της προσωρινής μας γης
Η κάθε πόλη συλλογή κρανίων και φρέσκων λουλουδιών.

***

Να με θυμάσαι τις ώρες αιχμής
όπως κρέμεται το καναρίνι απο τα πόδια του
τις περίεργες ώρες που γεννιούνται οι αστερισμοί
και οι άνθρωποι κλείνουν τα παράθυρα για τον χειμώνα.
Να με θυμάσαι οταν βάφεσαι μπροστά στον καθρέφτη
όταν ανοίγει σαν λουλούδι το αιδοίο σου
μπροστά στον κάθε τυχαίο άντρα.
Να με θυμάσαι τις ώρες αιχμής
το πρωί που βγάζουν τα φουγάρα τα χτεσινά τους απωθημένα.

***

Το βράδυ είναι μια κουρτινούλα φιλικού αεροπλάνου
που ανοίγοντάς την εμφανίζεται φωτισμένη μια καινούργια πόλη
νοσοκομεία μπαρ τρελάδικα μεγάλοι δρόμοι
Κεραίες υψωμένες σαν κατάρτια ακίνητου πλοίου.
Το βράδυ είναι μια ευλογημένη εφεύρεση
που κάνει την τρέλλα να μοιάζει με κοχυλάκι
που κάνει τα κοσμήματα να λιώνουν από κάβλα στο λαιμό σου.

***

Μέρες κανονικές η μία πίσω απο την άλλη
σαν κατάδικοι με λουλούδι στο πέτο.
Μέρες σαν βαρετή συλλογή από γραμματόσημα.
Μέρες σαν απλά κουτιά που μέσα τους κρύβουν φορητούς καταρράκτες.
Μέρες ιπτάμενες που κάτω από τη μεγάλη τους σκιά γευματίζουν τσιγγάνοι.
Μέρες αργές σαν απόσταξη με δερβίσηδες
να περιμένουν ήσυχοι κάτω από τον σωλήνα να πιούν μια γουλιά.
Μέρες ψυχρού μπλε σαν τεράστιες πινακίδες
που δείχνουν μετά την στροφή τον επόμενο χειμώνα.

***

Δεν έχει σημασία που περνάει ο καιρός
αν έχει ο καθένας θαμμένο το κουτάκι
με τα φανταστικά του εργαλεία σε μια άκρη του κήπου.
Μέσα θα βρείς τα τρυπάνια των δέντρων για δροσερό νερό
τις μυρωδιές των κοριτσιών μέσα σε άλμπουμ με γιαπωνέζικο εξώφυλλο
μηχανάκια -αεροπλανάκια για τις μέρες με ήλιο
μικρό δεντράκι που μιλάει τα βράδυα για τα αστέρια
καραμέλες που μόλις τις γευτείς θέλεις να τραγουδήσεις με πάθος
τη μικρή κατσαρόλα με την μυρωδιά του σπιτιού όταν γιορτάζουμε
τα χειρόγραφα ποιήματα του σκύλου σου
κυάλια που βλέπεις μακριά προς τα μέσα
ερωτικές καρτ ποστάλ σταλμένες προσωπικά
από τις πόλεις που αγάπησες.

***

Χιλιάδες μίλια στα ανοιχτά
κάθε μέρα κάθε νύχτα
να φτιάχνεις το σπίτι σου
να το παίρνει ο αέρας
να το φτιάχνεις πάλι
να γελάς με τις ουρές των πουλιών
να πέφτουν τα άστρα σα χιόνι επάνω μας.
Κορίτσια γαλανά
να κάθονται να σε κοιτούν
με κόκκινα μαλλιά να σε φωτίζουν
τα σπίτια να δροσίζονται
τα φλαμίνγκο να ξυπνάνε μεσα στο όνειρό τους
ο ελέφαντας να ξεκινά για το ταξίδι του.

*Από το http://elefantelefant.blogspot.com Η εικόνα της ανάρτησης είναι το logo του ιστολογίου στη σελίδα του στο Facebook.

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη Νύχτα

Artwork: Renata Vogl

Artwork: Renata Vogl

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.
 
Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα συρματόσκοινα.
 
Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.
 
Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.
 
Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνία της χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.
 
Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.
 
Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.
 
Έβλεπα τα χέρια μου και είταν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.
 
*Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/42292

Νίκος Νομικός (Nikos Nomikos), Από τις “Σημειωμένες Διαφάνειες” / “Noted Transparencies”

nomikos053

1
Μικρό το δωμάτιο, τρία επί τρία,
μα με πελώριες ασκητικές διαστάσεις,
γεμάτες φωτιές και πάθη, που ό,τι κι αν
πούμε, αντέχουν στις μακρινές χρονολογίες,
κι ο λόγος τους, ακούγεται βαθιά, στην ακοή
των αγαπόντων, την ευπρέπεια του πνευματικού
φωτός.

2
Χθες, στις βουβές ώρες της νύχτας, που τα όνειρα,
παιδεύουν τον ύπνο του δικαίου, είδα έναν
πανύψηλο αρχοντάνθρωπο, με μια περγαμηνή
απλωμένη στο στήθος του, προσπάθησα να την
διαβάσω, μα παράξενα ήταν τα λόγια της, και
μου θύμισε, έναν παλιό κόσμο ευτυχισμένο, που
είχα ζήσει κάποτε.

3
Μπροστά στο ύψος του, φαινόμουνα μερμήγκι, κι απάνω
που πήγα να του πω, κάτι δικό μου, άνεμος αφιλότιμος
μου άρπαξε την μόνη αμοιβή, που μου ’φερνε
ο άρχοντας αυτός, και μια βαριά ανάσα
σκέπασε, τον μόνο γλυκόν ορίζοντα που μ’ απέμεινε.

4
Μα τότε η δροσερή μου Πανωραία, με κείνα
τα πλούσια μάτια της ευαισθησίας, σταμάτησε
να τραγουδά, και ο ομοτράπεζος σύντροφος,
άρχισε με μεράκι, ένα δικό του τραγούδι, μια
παλιά επιτυχία, «το νερωμένο κρασί»

ποιος είναι αυτός
από μακριά
που τραγουδεί
λυπητερά
ποιος είναι αυτός
που κλαίει.

5
Κι εκεί που άνοιγε η φωνή του διάπλατα
τρεις σκάλες τ’ ουρανού πιο πάνω. Φάνηκαν
δυο δάκρυα, μεγάλου ανθρώπου, που έχει εκ
γενετής, την ακρίβεια της τέχνης μέσα του,
και τότε φυσικά, μας πήρε όλους η συγκίνηση,
ήταν η εποχή των ανθέων, και της απλότητας,
«άνευ βαΐων και κλάδων» και το σπουδαιότερο,
ότι που είχα αρχίσει, να ζωγραφίζω,
τον χειμώνα της Περσεφόνης.

Ο ποιητής Νίκος Νομικός

Ο ποιητής Νίκος Νομικός

1

The room is quite small, three by three,
but with vast ascetic dimensions,
full of fires and passions, which whatever we
say, outlast distant measures of time,
and their word, is heard deep, in the hearing
of lovers, the decency of spiritual
light.

2
Yesterday, in the mute hours of the night, when dreams,
pester the sleep of the just, I saw a
towering lord-like man, (1) with a parchment
spread across his chest, I tried to
read it, but strange were its words, and
it reminded me, of an old happy world, in which
I had once lived.

3
Confronted by his stature, I seemed an ant, and just
when I went to tell him, something of mine, an ungenerous wind
took my only reward, brought to me
by this lord, and a heavy breath
covered, the only sweet horizon left to me.

4
But then my cool Panorea, with those
luxuriant eyes of sensitivity, ceased
her singing, and my table companion,
began with passion, a song of his own, an
old hit, “the watered-down wine”

who is he
from far away
who sings
sadly
who is he
who weeps.

5
And there where his voice was opening up wide
three steps above the sky. There appeared
two tears, of a big man, who possesses from
birth, the precision of the art within him,
and then naturally, we were all taken by emotion,
it was the season of blooms, and of simplicity,
“without palm leaves and branches” and most significandy,
just as I had started, to draw,
the winter of Persephone.

(1) While in Nomikos’ Greek text the word “αρχοντάνθρωπος” (ar-hon-tan-thro-pos), which is compounding of the words “άρχοντας” (ar-hon-tas) ‘ “lord” and “άνθρωπος” (ahn-thro-pos) ‘ “person”, transliterates as “lordperson”, the most suitable translation is “lord-like man” given the consistency of this recurring term’s context and significance in the work.

*Από την δίγλωσση ποιητική συλλογή του Νίκου Νομικού “Σημειωμένες Διαφάνειες” / “Noted Transparencies”, Owl Publishing, σε αγγλική μετάφραση Γιώργου Μουρατίδη. Το βιβλίο παρουσιάστηκε πριν μερικές βδομάδες στο ποιητικό βιβλιοπωλείο της Μελβούρνης Collected Works, από την εκδότρια Ελένη Νίκα (Helen Nickas – Owl Publishing) και τον μεταφραστή Γιώργο Μουρατίδη (George Mouratidis) ο οποίος έχει γράψει και τον πρόλογο.

**Ο Νίκος Νομικός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934 και εκτός από την ποίηση ασχολείται από μικρός και με την ζωγραφική. Το σχέδιο στο εξώφυλλο της συλλογής είναι δικό του. Στην Αυστραλία μετανάστευσε το 1964 και εργάστηκε 30 χρόνια ως αεροδυναμικός σχεδιαστής της Αυστραλιανής Αεροπορίας. Εκτός από την παρούσα, έχει δημοσιεύσει 9 ακόμα ποιητικές συλλογές και ετοιμάζεται μία ακόμα με τον τίτλο “Πορεία της Βαθιάς Πηγής”. Είναι ένας από τους πιο δυναμικούς ποιητές που έχει αναδείξει ποτέ η ελληνική παροικία της Μελβούρνης και της Αυστραλίας. Είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται ποιήματα του Νίκου Νομικού στα αγγλικά, κάτι που σύμφωνα με τους εκδότες θα συνεχιστεί και στο μέλλον.

***Ο Γιώργος Μουρατίδης γεννήθηκε στην Ελλάδα αλλά ήρθε με την οικογένειά του στην Αυστραλία (Μελβούρνη) σε νηπιακή ηλικία. Φιλόλογος της σύγχρονης λογοτεχνίας, ποιητής και μεταφραστής. Ήταν επιμελητής του έργου “Jack Kerouac’s On the Road: The Original Scroll” (2007). Δίδαξε Πολιτισμικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο RMIT και Αμερικανική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, από το οποίο έλαβε Μάστερ με θέμα τα λογοτεχνικά κινήματα του νταντά και του σουρεαλισμού. Αυτόν τον καιρό ολοκληρώνει το διδακτορικό του με θέμα τη γενιά μπιτ με τίτλο “Becoming Beat: Re-cognising the Beat Generation and the Search for Authenticity”. Η ποιητική του συλλογή με τίτλο “Angel Frankenstein αναμένεται προς το τέλος του χρόνου από το Soulbay Press.

#Για περισσότερες πληροφορίες για το Owl Publishing επισκεφθείτε την ιστοσελίδα τους στο http://www.owlpublishing.com.au

Στην παρουσίαση του βιβλίου. Από αριστερά, ο ποιητής Γιώργος Μουρατίδης (μεταφραστής των ποιημάτων), ο ποιητής Νίκος Νομικός και η εκδότρια Ελένη Νίκα

Στην παρουσίαση του βιβλίου. Από αριστερά, ο ποιητής Γιώργος Μουρατίδης (μεταφραστής των ποιημάτων), ο ποιητής Νίκος Νομικός και η εκδότρια Ελένη Νίκα

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

Έλκη

Γιατί η έκκριση του υγρού ανεξέλεγκτη

το οξύ πριν απ’ την ώρα του να καίει

σάλιο ή δάκρυ ποτέ την πρέπουσα στιγμή

γιατί το ερέθισμα καθυστερεί τη σκέψη μου

***

Τέχνη

Πάμε μαζί
μες απ’ τους ορεινούς σταυρούς κι από τα δάση

προς την πρωτεύουσα. Εκεί η νύχτα αναπνέει την πόλη

σαν συλλαβή υγρή μέσα στη λέξη, σαν παραθαλάσσιο μπαρ.

Πάμε μαζί να μελετήσουμε στους κήπους

τους ποιητές, τους γλύπτες και τους μουσικούς της

κάτω από τον ασπρογάλαζο νυχτερινό ουρανό

είναι ωραία η ζωή με τέχνη

***

Οι ξεχασμένοι ποιητές

Οι ξεχασμένοι ποιητές δεν έφυγαν, φυλλορροούν

σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας

στους κήπους της Δεξαμενής και στο Βοτανικό

και στους συνοικισμούς του Πειραιά μέχρι τα κρηπιδώματα
του λιμανιού, και στα παλιά διώροφα αργοσβήνουν

Οι ποιητές της σκοτεινής παράδοσης ενέδωσαν – εις πείσμα των καιρών

καταρρακώνουν τα καινούργια σχήματα

Και ταξιδεύουν προς την αντίθετη φορά

προς τους κατάφωτους συνοριακούς σταθμούς

στα ακραία φυλάκια

***

Ψευτίζοντας τον διορισμό

Το πρόβλημα δεν είναι αυτό που εκφράζεται

σε σπίτια ή εκκλησιές, σε σκέψη από κρύσταλλο

μες στο νερό ή πάνω στην καμένη γη

στη μουσκεμένη άσφαλτο προς τα χωριά

φώτα και μούχλα μες στις φυλλωσιές

της λασπωμένης γης, Βαγγέλη μου

του λέω

Ναυαγισμένος ουρανός που δεν νυχτώνει

τα μάτια σου χωρίς λεπτούς μηχανισμούς

απάντησε δακρύζοντας, κόβοντας τους πυράκανθους

αναπολώντας πιο τεχνητές κατασκευές

όχι πια πιστευτές, αληθινές τάχα

είμαστε αυτό σου λέω

scan547

Λίνα Φι, Δύο ποιήματα

images-4

επιτάφιος

άγιο φως περιφερόμενο.
κίνα της χριστιανοσύνης
ακροβατεί σε τακουνάκια
μετανάστες σταματούν το λεωφορείο
με ναζιστικό χαιρετισμό.
-τώρα όλοι είναι ύποπτοι-
και πρώτα απ’ όλα ο χριστός.
λένε πως πέθανε ξανά
μα εγώ τον είδα να κοιμάται
στην αγκαλιά ενός άστεγου.
άλλον βάλανε στο φέρετρο οι υποκριτές
και οι απατημένοι για άλλον κλαίνε.
όλοι τους την επομένη
ζωγραφίζουνε στην πόρτα ένα σταυρό
τον κυκλώνουνε
-οι άτιμοι-
τον κυκλώνουνε
και για θάνατο ξανά αδημονούν
των αδυνάμων.
μα η ανάσταση δικιά μας
ούτ’ η κόλαση ούτ’ ο παράδεισος
δε μας χωρά.
τους σβήσαμε τους στόχους σας
και καθαγιασμένα από φωτιά αληθινή σύμβολα χαράξαμε
“άγια” φωτιά
φωτιά επεκτεινόμενη.

***

δημιουργικό μηδέν

τώρα
βλέπω ξεκάθαρα ανθρώπους
γύρω μου να περιστρέφονται
σαν θύματα δολοφονικού κυκλώνα.
σώματα -κάποτε-
τώρα χέρια, δάχτυλα, κεφάλια
που δε θα μπω στον κόπο να συναρμολογήσω
μιας και η επανένωση μοιάζει αδύνατη.
νιώθω ξεκάθαρα μέσα στην ύπαρξή μου
τις επισκέπτριες αντιφάσεις να συζητάνε
σα να ‘χανε άπλετο χρόνο για μία τελική -άχρηστη- συμφωνία.
μόνο κατόρθωμα
σπατάλη χρόνου και μερικές στομαχικές διαταραχές
μιας και εκεί αποφασίζουν να τα πούνε.
προσπάθεια ακατόρθωτη να σώσει ο ένας τον άλλον
αφού ο ένας δεν υφίσταται και όλοι είναι μισοί.
οι άλλοι, το άτομο, διασπώνται στο μυαλό μου
και για ώρες πολλές η επανένωση γίνεται στόχος
προσπάθεια να πάρουμε τα όλα απ’ την αρχή.
το νόημα εντέλει ακαθόριστο
μόνο η τελεία
ελπίδα που θα σώσει απ’ τη σύγχυση.
το αποδέχτηκα επιτέλους το σκοτάδι
και είδα πως υπάρχουν πράγματα κι εκεί
άψυχα μεν αλλά τι σημασία έχει αφού και οι εν ζωή άηχοι είναι.
τώρα
απ’ το μηδέν έως το άπειρο διαλέγω αριθμούς
και επιστρέφω στο μηδέν που μου είναι πιο οικείο.
η μάχη του ήλιου σε μια γραμμή του Νοβατόρε ακτίδα φωτός
αν βγω σ’ αυτή με περηφάνεια, τολμηρή
χωρίς να ‘χω ξεχάσει
τα όπλα μου σ’ εκείνη τη γραμμή.

*Από τη συλλογή “δημιουργικό μηδέν”.

dm

Γρηγόρης Σακαλής, Δικαιοσύνη

005-fan-ho-theredlist-1-960x585

Καθημερινά γράφω.
Καθημερινά έχω το άγχος
να γράψω καλύτερα από άλλους
για να έχω ελπίδες
ν’ ακουστεί κι η δική μου φωνή.
Ακούγεται ίσως εγωϊστικό
μα δεν είναι.
Δεν είμαι ο μόνος
υπάρχουν κι άλλοι
σαν εμένα.
Εμείς ανεβαίνουμε
απ’ τη σκάλα
άλλοι με ασανσέρ.
Ας είναι.
Σε μια κοινωνία άδικη, ταξική
όλα της είναι άδικα.
Συνεχίζουμε ακλόνητοι
μας ωθεί η πίστη
ότι στο τέλος
ο χρόνος θ’ αποδώσει δικαιοσύνη.

Η περίπτωση Γιάζρα: Ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνη

1040356_giazra

Το «Γκρόζνι» είναι η πρώτη συλλογή του πιο μεταφρασμένου νέου Έλληνα ποιητή που δίνει φωνή στη «γενιά της λιτότητας».

Φωτογραφίες: Solarski Liboska

Από τον Μ.ΗULOT*

Τα ποιήματα του Γιάζρα (ως Jazra Khaleed) εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο blog του το 2009. Σκληρά, με στίχους σαν ραπάρισμα που θύμιζαν την άγρια πλευρά του χιπ χοπ, κοφτερά, βίαια, ήταν η αστική ποίηση του τέλους των ’00s και πρελούδια της νέας, απρόβλεπτης δεκαετίας που δεν είχε ακόμα δείξει την αγριότητά της. Τα ποιήματα του Γιάζρα αντιπροσωπεύουν όσο τίποτα άλλο τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά το 2008, είναι κραυγές, είναι πολιτική στάση, είναι η δύναμη του δρόμου και φωνές διαμαρτυρίας με την ίδια ένταση που είχαν το «The Message» του Grandmaster Flash, οι δυναμικοί στίχοι των Public Enemy ή οι οργισμένες και ενάντια στο σύστημα ρίμες των NWA. Ακόμα και αν λείπει το beat, αισθάνεσαι ότι το ακούς ως υπόβαθρο όταν συστήνεται «βουτώντας τα ποιήματά του στη βενζίνη»:

Με λένε Γ-Ι-Α-Ζ-Ρ-Α, γεννήθηκα στης Δύσης το σκοτάδι,
Λαθραίος μένω όσο κι αν λεν’ οι αριστεροί˙ όμορφα περνά το βράδυ, τσακίζοντας φασίστες στου Ψυρρή.
(…)

Δεν έχω ανθρώπους· η μοναξιά μου σαν ακονισμένο ξυράφι πάνω στη γυμνή σου καρωτίδα ακουμπά (σπόνσοράς μου η Gillete).

Μη με μπερδεύεις για Σάββατο, είμαι απλά μια γαμημένη Τρίτη, χωρίς ήλιο, χωρίς βροχή, τρώω σίδηρο για να ’χω καλή μνήμη.

Με το κεφάλι γεμάτο ρίμες βάζω την πένα στον αυτόματο, σκάβω το λάκκο σε κάθε νεοναζί·
γροθιές οι λέξεις, τον αφήνω να διαλέξει.

Μα θέλω να ξέρεις, αυτούς τους στίχους τούς έγραψα με τα γυμνά μου χέρια·
έκαψα τα δάχτυλά μου προσπαθώντας να βουτήξω τα ποιήματά μου στη βενζίνη.

Σε λίγο τα πιτσιρίκια στο δρόμο θα φωνάζουν τ’ όνομά μου: Γιάζρα, η πουτάνα της ποίησης.

Τ’ όνομά μου ήταν Παναγιώτης (τι σιχασιά!)·

θέλησα να ξεπλύνω από πάνω μου τη ντροπή του λευκού αρσενικού· επίτρεψέ όμως να κρατήσω λίγη απ’ τη βαρβαρότητα ενός καλού χριστιανού (προκαταβολικά).

Εγώ είμαι ο Γιάζρα, τραμπούκος ποιητής, σχιζομητροπολιτάνος, γιος μουσουλμάνας, πατέρας κανενός.
Εσύ ποια είσαι; Εσύ ποιος είσαι;

Θα μπορούσαν να είναι γραμμένα στους τοίχους, να γίνουν συνθήματα, να τραγουδιούνται σε αυτοσχέδια πάρτι στις γειτονιές, είναι η ποίηση της εργατικής τάξης που σχεδόν ποτέ δεν είχε χρόνο να γράφει ποιήματα. Ή δεν είχε τον τρόπο να τα δείξει στον κόσμο.

Δε μοιάζω στους άλλους ανθρώπους,
Είμαι ένα τέρας, ένας τρομοκράτης, είμαι ένας λαθροεισβολέας.
Δεν θα πεθάνω ποτέ, δεν έχω τίποτα να χάσω, δεν
υπάρχει τίποτα να διακινδυνεύσω.
Κάθε πράξη έχει νόημα πλέον: να κλέβεις παγκάρια εκκλησιών, να ξυλοφορτώνεις φασίστες, να καις το πανί με τις γαλάζιες κι άσπρες ρίγες, ν’ απαλλοτριώνεις σουπερμάρκετ.
Νοσταλγώ την εποχή των αναμορφωτηρίων και των ομάδων επανένταξης, την όμορφη εποχή των οδοφραγμάτων.
Κάθε δουλειά είναι ντροπή˙ ένας πωλητής παπουτσιών αξίζει όσο κι ένας χωροφύλακας.
Η εποχή των γενετιστών και των βιοτεχνολόγων αντικατέστησε επιτέλους αυτή των δικαστών και των ψυχιάτρων.
θα γίνω καρκίνος και θα σας χτυπήσω στον προστάτη,
θα βγάλω απ’ τη μέση κάθε υγιή˙
θα ζήσω μια στιγμή και θα εξαφανιστώ, σαν πυροτέχνημα στον ουρανό, σαν μολότοφ στο οδόστρωμα.
θα ουρλιάξω λέξεις από μέταλλο, λέξεις από κεραυνό˙ μέχρι να σπάσει η σιωπή, μέχρι η ζωή να επιστρέψει πεζή.
Δεν φοβάμαι πια.

«Στην Ελλάδα η ποίηση θεωρείται τέχνη της ανώτερης τάξης» λέει ο Γιάζρα στην επεισοδιακή συνέντευξή του στην Guardian, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής Austerity Measures: The New Greek Poetry που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό η Penguin με υλικό από νέους Έλληνες ποιητές. «Αν θες να κυκλοφορήσεις ένα βιβλίο με ποίηση στην Ελλάδα, πρέπει να πληρώσεις τον εκδοτικό. Οι πιο πολλοί εκδοτικοί θεωρούν ότι είναι φίρμες και ζητούν από δύο έως πέντε χιλιάδες ευρώ για σου εκδώσουν το βιβλίο. Αυτό σημαίνει ότι οι πιο πολλοί άνθρωποι που κυκλοφορούν την ποίησή τους στην Ελλάδα ανήκουν στη μεσαία τάξη ή έχουν λεφτά να ξοδέψουν.

Το σημαντικό με την Austerity Measures είναι ότι περιλαμβάνει ποιητές που δεν είναι γνωστοί στους ποιητικούς κύκλους ή δεν έχουν πρόσβαση στους εκδοτικούς οίκους. Αυτή τη στιγμή στους δρόμους της Αθήνας συμβαίνουν συναρπαστικά πράγματα. Πολλά συγκροτήματα δεύτερης γενιάς Ελλήνων κάνουν χιπ χοπ και είναι πραγματικά underground, οργανώνουν δωρεάν συναυλίες μόνοι τους. Αισθάνομαι ότι όλο και πιο πολλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης γράφουν ποίηση σήμερα. Υπάρχει κάποιος που ονομάζεται Ωμέγα που γράφει για τις εμπειρίες του ως εργάτης ή ως άνεργος. Η ποίησή του είναι άμεση, κατά πρόσωπο, κάτι που δεν είναι πολύ συνηθισμένο στην Ελλάδα». Στην παρουσίαση του βιβλίου στον Observer το μόνο ποίημα που χρησιμοποίησαν ήταν το Words του Γιάζρα (μεταφρασμένο από τον Peter Constantine).

1040355_20160428_164327

Tα ποιήματά του Γιάζρα προκάλεσαν την προσοχή του Peter Constantine από την αρχή, τα μετέφρασε στα αγγλικά και τα δημοσίευσε στο αμερικάνικο λογοτεχνικό περιοδικό World Literature Today. Από τότε άρχισε το μπαράζ των μεταφράσεων σε διάφορες γλώσσες και οι δημοσιεύσεις των ποιημάτων του σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά του κόσμου. Το 2012 το World Literature Today του έκανε μια μεγάλη συνέντευξη ως εξαιρετική σύγχρονη περίπτωση Έλληνα ποιητή -η οποία ήταν υποψήφια ως μία από τις πέντε καλύτερες της δεκαετίας.

Με τα ποιήματά του ο Γιάζρα ταξίδεψε στη Γερμανία, εκπροσωπώντας την Ελλάδα (μαζί με τον Τίτο Πατρίκιο, τη Δήμητρα Κοτούλα και το Γιάννη Στίγκα) στο Literaturwerkstatt, ένα από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά φεστιβάλ του κόσμου που γίνεται στο Βερολίνο. Την επόμενη φορά ξαναπήγε καλεσμένος, μαζί με την Κική Δημουλά. Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή: άρχισαν να τον καλούν σε διεθνή φεστιβάλ, έγινε ο πιο πολυμεταφρασμένος νέος Έλληνας ποιητής (χωρίς να έχει κυκλοφορήσει τίποτα σε βιβλίο), τα ποιήματά του βραβεύτηκαν και έγινε πρωτοσέλιδο σε γερμανικές εφημερίδες, κι όλα αυτά χωρίς καμία δημοσιότητα στα ελληνικά μέσα, χωρίς ούτε μία αναφορά. Από το 2009 ανήκει στη συντακτική ομάδα του Τεφλόν, του περιοδικού για την ποίηση που κυκλοφορεί δωρεάν συστήνοντας στο ελληνικό κοινό μια γενιά Ελλήνων δημιουργών που κινείται στο περιθώριο -από επιλογή ή από ανάγκη- και έργα σημαντικών ποιητών από κάθε μέρος του κόσμου που δεν είχαν ποτέ μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Γιάζρα έχει μεταφράσει ποιήματα αγνώστων ποιητών, έχει συστήσει στα ελληνικά την ποίηση των Αβοριγίνων, έχει μεταφράσει underground Γερμανική ποίηση και σύγχρονες Αραβίδες ποιήτριες.

«Όταν τα αγαθά μειώνονται και δεν επαρκούν, οι άνθρωποι παλεύουν, αρπάζουν, σκληραίνουν» γράφει η Karen Van Dyck, ποιήτρια και επιμελήτρια του βιβλίου Austerity Measures στην Guardian. «Τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ζουν με περισσότερες στερήσεις από το μερίδιο που τους αναλογεί. Η πείνα, η ανεργία, οι περικοπές των συντάξεων και οι κατεστραμμένες επιχειρήσεις χαρακτηρίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα στην Αθήνα. Οι ελλείψεις σε ηλεκτρικό ρεύμα και νερό φτάνουν σε επίπεδα που συναντά κανείς σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Περισσότεροι από το 27% των Ελλήνων είναι άνεργοι. Το 55% των νέων, ιδιαίτερα εκείνων που (θα έπρεπε να) απασχολούνται στους τομείς της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, έχουν φύγει από την Ελλάδα για να βρουν δουλειά αλλού. Το 40% των παιδιών ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας το 2014, και το ποσοστό τώρα πλησιάζει το 50%. Το δημόσιο χρέος είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, πάνω από το 180% του ΑΕΠ, ενώ τα μέτρα λιτότητας κάνουν τη παραμονή στην ευρωζώνη τόσο δύσκολη όσο και το Grexit (…) Η ποίηση, όμως, αφθονεί. Υπεραφθονεί. Ποιητές γράφουν γκράφιτι στους τοίχους, διαβάζουν δημοσίως σε πλατείες, θέατρα και αλάνες, απαγγέλουν σε φτωχογειτονιές, φωνάζουν συνθήματα και τραγουδούν σε συλλαλητήρια, μπλογκάρουν και ποστάρουν στο ίντερνετ, συνεργάζονται με καλλιτέχνες και μουσικούς, διδάσκουν παιδιά και μετανάστες σε εργαστήρια. Μέσα στην όλη δυστυχία και την αταξία, η νέα ποίηση βρίσκεται παντού. Όσα γράφονται είναι τόσο πολλά και ποικίλα που δεν ταιριάζουν σε καμία πλευρά οποιουδήποτε ιδεολογικού ρεύματος. Μολονότι βιβλιοπωλεία συνεχώς κλείνουν, οι ποιητές καταφέρνουν και περνάνε τα ποιήματά τους στον κόσμο. Τα καθιερωμένα λογοτεχνικά περιοδικά ακμάζουν· οι μικροί εκδοτικοί οίκοι και τα νέα περιοδικά αφθονούν. Η παραγωγή ποίησης όχι μόνο αψηφά την οικονομική ύφεση, αλλά επίσης ξεπερνά και τις εθνικές, ταξικές και φυλετικές διακρίσεις. Τέτοια αφθονία νέας ποίησης έχει να σημειωθεί από την εποχή της στρατιωτικής χούντας, γνωστής ως η Δικτατορία των Συνταγματαρχών, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν εμφανίστηκαν για πρώτη φορά ποιήτριες όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, η Τζένη Μαστοράκη και η Παυλίνα Παμπούδη. Πράγματι, η ιστορική συγγένεια δεν σταματά εκεί: είναι και πάλι οι ποιητές που έχουν τη μερίδα του λέοντος στην καθοδήγηση της νέας γενιάς».

Μέσα σε αυτή τη νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί κοινωνικά και λογοτεχνικά ο Γιάζρα κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, την ποιητική συλλογή με τίτλο «Γκρόζνι» (είναι η πρωτεύουσα της Τσετσενίας), ίσως το πιο ενδιαφέρον βιβλίο ποίησης που μπορείς να βρεις στα ελληνικά αυτή τη στιγμή από νέο ποιητή.

Τα ποιήματα του Γιάζρα είναι σκληρά και ταυτόχρονα τρυφερά:

Δεν έχω τίποτα να προτείνω, είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο˙
η ζωή μου, ενδεκασύλλαβη και σχοινοτενής, χωρίς μαχαίρι και κουτάλι, μα με τα μάτια δεκατέσσερα,
δε συμφωνεί ούτε σε γένος ούτε σε αριθμό μ’ όσα γράφουν οι εφημερίδες, μ’ όσα ψιθυρίζουν οι εραστές.
Κρυώνει από θάνατο η ζωή μου –πώς ορθώνεται κι αγροικά!- καθώς απομακρύνονται με τα κόκαλά τους υπό μάλης
το αλέτρι και το άλογο, η μάνα και οι εννιά της μήνες˙ μαζεύει τα χρόνια της, τον Μαρξ και τον Ένγκελς της,
ετοιμάζεται για την ξεροκαιριά, το θάνατο του σκύλου.

Είναι άγρια αλλά και σπαρακτικά, βλάσφημα και ιερά -ακόμα και όταν φαίνεται να περιφρονεί και να βαριέται την ελληνική ποίηση:

Διαβάζω ελληνική ποίηση: τους αναγνωστάκηδες, τους πατρίκιους και τους βάρναλεις, όλους αυτούς που θέλουν να φορτώσουν τις ήττες τους στην πλάτη μου.
Πίστεψαν σε μια ιδέα αλλά αυτή τους πρόδωσε τελικά (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων)
Προσπαθώ ν’ ακούσω τη χαμηλοφωνηποίησή τους, την τολμηρηγραφή τους, αλλά δεν ξέρω αν όλα αυτά είναι δικό μου πρόβλημα (δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις).
Μπαίνω στο ίντερνετ και βλέπω τους «νέους ποιητές» να ποζάρουν για λαΪφστάιλ περιοδικά φορώντας ολ στάρ˙
μιλάνε για τη λοξή τους ματιά
ενώ κοιτάνε πάντα μπροστά.
Βγαίνω στο δρόμο, μπάτσοι σε κάθε γωνία και τικανειςτετοιαωρασταεξάρχεια, και ησουνμεεκεινουςπουεπιτεθηκανστηδιμοιρία˙ παίρνω μπίρες απ’ το περίπτερο κι έχω ξεχάσει σε ποια σελίδα ήμουν.

Ο Γιάζρα γράφει ποιήματα σαμπλάροντας φράσεις από χιπ χοπ ύμνους και σκόρπια κομμάτια από την έκδοση Πολεοδομία και δημόσια τάξη: Αθήνα οχυρωμένη πόλη της Λέσχης κατασκόπων του 21ου αιώνα. Καταγράφει την σημερινή πραγματικότητα με έναν τρόπο τολμηρό και to the face, χτυπάει κατά μέτωπο φτιάχνοντας μια περσόνα που είναι παγκόσμια και ρεαλιστική, σύγχρονη αλλά και διαχρονική, κάνει το διαμέρισμά του το όχημα για να ακουστεί η φωνή του παντού. Και πετυχαίνει τον σκοπό του. Τα ποιήματά του είναι κοφτερά σαν μαχαίρι και επικίνδυνα σαν σφαίρα, είναι οι αγωνιώδεις κραυγές των προσφύγων και των μεταναστών που όλοι ακούν ξώφαλτσα και αγνοούν:

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος, γροθιά, κνήμη, πούτσος.
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου (δεν έχω πατρίδα).
Είμαι μια υγειονομική απειλή, ένα μίασμα, δεν ανήκω σε καμία πολιτισμένη φυλή…

Γράφει για την καταπίεση, το ταξικό μίσος, για τους ανέργους και τους φτωχούς, για τη Συρία και τις χαμένες πατρίδες, για τα παιδιά της φωτιάς και την πόλη του.

«Η πόλη αυτή μοιάζει με τους προλετάριους προγόνους της, έχει τραχιά χέρια και μια σφαίρα βαθιά σφηνωμένη στη ραχοκοκαλιά της, μοιάζει με τον ταξικό πόλεμο που έθρεψε την πολεοδομία της, κηρύττει τον εμφύλιο δίχως ν’ απαρνιέται τη θλίψη, αυτή η πόλη είναι σάρκινη και υλική, ιδρώνει ολόκληρη, απ’ τον αφαλό ως τον αυχένα˙ προλετάριοι βλασταίνουν στην υγράδα της, εκείνη τους μετράει έναν έναν και τους βγάζει κοντούς σε καιρό πολέμου και ψηλούς σε καιρό ειρήνης, αυτή η πόλη είναι άνυδρη όπως η νύχτα που πιάστηκε στα μαλλιά της, αντιπαραγωγική όπως ένα ποίημα, σκανδαλιστική όπως ένα σαββατόβραδο, η πόλη αυτή πάντα με μάγευε με το ζοριλίκι της και τα σπασμένα πεζοδρόμιά της, πάντα με αποπλανούσε προφασιζόμενη τον διπλό χαρακτήρα της εργασίας, είναι μια πόλη που αν σε διασχίσει πάει, τελείωσες, θα σε καταπιεί μαζί με όλη τη θεολογία σου.
(…)
Αυτή η πόλη έχει μια αρρώστια στο αίμα, νοικοκυραίοι ιοί, μικροαστοί μύκητες, εθνίκια βακτήρια κρύβονται στο κόλον της, στο πίσω μέρος της γλώσσας της, κάτω απ’ την μπανέλα του σουτιέν της, περιμένουν ένα νεύμα του κράτους για να ξεχυθούν στις αρτηρίες της, να προκαλέσουν θρομβώσεις, πνευμονικές εμβολές, πογκρόμ, είναι ένας πόνος πισώπλατος, απ’ τα δυτικά προς τ’ ανατολικά, του λείπει ένα χέρι να δαγκάσει, του λείπει ένα πόδι να βαστάξει, αλλά του περισσεύει πατριωτισμός, του περισσεύει ρατσισμός, αυξάνονται τα λευκά αιμοσφαίρια, πιέζονται οι ιστοί, προκαλείται συμφόρηση καθώς πήζει το αίμα στους δρόμους, στις πλατείες, πρόκειται για μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ακολουθεί εθνική ενότητα, λαϊκή κυριαρχία, ακολουθούν ακρωτηριασμοί, αυτή η αρρώστια είναι γενετική, έχει μια συνέχεια, κληροδοτείται από πατέρα σε γιο, το ιατρικό ιστορικό περιλαμβάνει εσχάτως συλλαλητήρια για τη μακεδονία, εθνοπανηγύρια και κυνήγι μεταναστών, σιωπηλές διαμαρτυρίες και αγανακτισμένους, στενεύουν οι αρτηρίες, συσσωρεύεται ο θυμός, ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι˙ όλ’ αυτά σε συνδυασμό με έλλειψη πρωτεΐνης C μπορεί να οδηγήσουν σε κεραυνοβόλο πορφύρα ή αλλιώς χούντα».
(…)
Στη γειτονιά μου οι μέρες περνάνε εν λευκώ, τα γεγονότα είναι κολλημένα στους τοίχους, η ευτυχία σαπίζει στα βουλκανιζατέρ. Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες˙ γράφω ένα ποίημα κάθε που πηγαίνω απ’ το σπίτι μου στο μετρό. Αναμένω μια συγκίνηση.

Ο Γιάζρα είναι 37 ετών και ζει στα Εξάρχεια.

###Η ποιητική συλλογή «Γκρόζνι» του Γιάζρα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υποκείμενο.

*O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO.
**Πηγή: http://www.lifo.gr

Έρμα Βασιλείου, Αυστραλία, Αγνή, Αγνή, Αγία των προβάτων

australias-lake-hillier-maintains-its-vibr
 
Και νομίζεις πως δεν έχω πάει τον παράδεισο; Είδες άλλο περίστροφο που να μην σε σκοτώνει από τις καμπύλες της Ηπείρου μου; Είναι φασκιές του παράδεισου οι κόλποι και οι αμυχές της θάλασσας. Είναι γιατρειά των πνευμόνων τα δάση και τα γυμνασμένα δέντρα της, είναι πλεξούδες του ανέμου τα κύματα στους κόλπους της και οι άσπρες βελονιές του εργόχειρου ύπνου σου οι καταρράκτες της. Η Αυστραλία είναι μια κόκκινη πενιά στο κίτρινο τετράδιο του ήλιου με τα τραγούδια των θαλασσοπόρων να ακούγονται από τις γωνιές του σπηλιών, στις θαλάσσιες άκρες του απόμακρου ονείρου… Τα πετράδια που χαρίζει το φεγγάρι κάθε τόσο είναι μια άλλη γέννα του ήλιου! Η Αυστραλία μια γεροντοκόρη που αναπνέει ακόμα τον αέρα της νιότης της… αθάνατη… περίτρανη…αγέραστη γόησσα που σε κρατά στα κλειδωμένα μυστικά της και σε αφήνει να την γνωρίσεις μέσα από την ίδια την φιλοσοφία που απέκτησες γι’ αυτήν…Η Αυστραλία… χορεύει ένα κουίκ στεπ που θυμάται ακόμα τόσο πιστά στα περασμένα βήματα του δεκάτου ογδόου αιώνα! Είναι το μυστικό που δεν μπορείς να πεις σε κανένα, γιατί δεν θα το πιστέψουν το αμίλητό της όνειρο που είπε σε σένα, σε σένα μόνο. Η Αυστραλία που γίνεται κορίτσι, αν το θελήσει, το παραχαϊδεμένο κορίτσι που σε κρατά κοντά της με τα νάζια της, κι ας μην βλέπεις ήλιο, κι ας μην χτενίζεις τα μαλλιά σου στη βροχή, έρχονται τα βότανά της και σε ορθώνουν, το επόμενο πρωί, όταν σε φωνάζουν με τ’ όνομά της!

– Αγνή, Αγνή, Αγία των προβάτων, Αγία των μισεμένων… Σε έχει αγιάσει η απόσταση, σε έχει στήσει η πλησίον του ήλιου αγνότητα, η τόσο θερμή η τόσο ήρεμη η τόσο αγαπημένη ανέχεια, πως δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς, γιατί όλα σου φαίνονται μικρά και περασμένα μέσα στον ηρωισμό σου να μείνεις εδώ, στον τόπο που ίδρωσες ν’ αγιάσεις. Έγινες πια η ανθεκτική ίνα του καμβά σου.

Θαρρείς η μέρα σε θυμάται; Το λιάσιμο στο φως σε ταριχεύει στην αλήθεια που σε χρειάζεται…Από το πρωί τ’ αδέλφια σου σε άφησαν να φύγεις….Η σκέψη μεγαλώνει μέσα σου την ποίηση… ξεπροβοδίζει τις αχτίνες…και στέκει ακλόνητη στα λόγια της…η σκέψη…η ποίηση αποφάσισε να σε βρει εδώ κάτω, στο κάτεργο των ωρών και στην νιρβάνα των λεπτών…κάνε τα δύο ένα…κάτεργο και νιρβάνα σ’ ένα σώμα…Η κτένα ανέγγιχτη σήμερα…πρέπει να της αφήσεις τα αισθητήρια της θηλυκής σου σκέψης…στο πάτωμα χαρτιά από ποιήματα που αξίζουν το διάβα της μέρας…δεν έχεις μείνει στο τώρα σήμερα, παρά δυο πικράδια του λεπτού που ήθελες να δώσεις τη φωνή σου…όλη γέλιο για τις επιτυχίες της νύχτας που έγιναν και ψες η μέρα σου στο σήμερα…
 
Πήρα τέλος το βραβείο που μου άξιζε, ένα βραβείο μετανάστευσης…Και σαν τον ιερό Βούδα εγκατέλειψα τα πάντα να βρω όσα δεν πρέπει να είχα αφήσει… Για να ψάξεις αυτά που σε σώζουν το  μπορείς, εσένα και το βάρος της ταλαιπώριας σου, εσένα και το βάρος των χρόνων σου, εσένα και το βάρος των αποριών σου… τις αποφάσεις της μνήμης σου, το μαντείο της θυσίας σου και της πλατυτέρας υγείας σου, με το μοσχοβολημένο σου περπάτημα στα χρόνια της μετουσίωσης. Η Αυστραλία, η εμπειρία των μακρινών συνόρων, της μεγάλης επιβίωσης, της μεταμόρφωσης, η μικρή Αγία, η Αγνή αθάνατη εγκάρσια τομή στην καρδιά σου σε θέλει να μην πονάς, τα πόνεσες όλα γι’ αυτήν, φτάνει!

Και τα παιχνίδια τα κέρδισες το ίδιο, μόνη σου!
 
 *Ποίημα σε πρόζα που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Νηρηίδες” (υπό έκδοση).