Κατερίνα Γώγου – Για πάντα ανάμεσά μας


ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Ανάμεσα σ’ αυτές /λέγω/ τις ξυραφισμένες εγκοπές
όπου οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονοματίζουν
μάτια
εκεί όπου υπάρχει φυτρωμένος ένας μικρός τάφινος + σταυρός
και μια
μεγάλη γυναίκα καταθλιπτική με μαύρα γυαλιά
κι ένα καφέ λουρί σκύλου στο χέρι
σπάνε εκεί τις τελευταίες μέρες μου
μεγάλα σκοτεινά νερά σταλμένα από δυνάμεις σκοτεινές
καλώντας με να προχωρήσω…
Μπρούμυτα πεθαμένοι με σακάκια ανε6αίνουν σταυρωτά
μέσα από τα νερά
τάματα μπούστο πρησμένα
κολλάνε σα πεταλίθρες στο πίσω μέρος του κρανίου μου
εκεί όπου αρχίζει το τριχωτόν μου /πεινάνε
είναι πεινασμένοι όλοι τους /καταλα6αίνετε/ θέλουν να ζήσουν
κό6ουν εδώ πίσω με κοφτερές δαγκωνιές
την τελευταία μου κοινωνική μου άμυνα
αυτό που οι άνθρωποι συνήθισαν να ονοματίζουν
μυαλό μου
γι ‘ αυτό τώρα εμένα που με βλέπετε δεν τρώω δεν κλαίω δεν
φο6άμαι δεν 6λέπω δεν μιλώ δεν εκκενώνω δεν αντιστέκομαι
είμαι αυτάρκης και λεία των νεκρών φωσφορίζουσα
θά προχωρήσω.

———————————-

Η ζωή μας είναι σουγιάδες
Σε βρώμικά αδιέξοδα
Σάπια δόντια, ξεθωριασμένα συνθήματα…
Πάνω – κάτω. Πάνω – κάτω, η Πατησίων.
Μια ζωή λιγούρια ταξιδεύουμε
την ίδια διαδρομή
Ξευτίλα – μοναξιά – απελπισία
Κι ανάποδα
Εντάξει δεν κλαίμε. Μεγαλώσαμε
Μονάχα όταν βρέχει
βυζαίνουμε κρυφά το δάχτυλό μας
Και καπνίζουμε….
Η ζωή μας είναι άσκοπα λαχανητά…

—————————-

Από τα “Τρία κλικ αριστερά…” (απόσπασμα).

Καλημέρα γιατρέ μου.
Μη.
Μη σηκώνεστε. Άλλωστε δεν έχω τίποτα σοβαρό.
Τα γνωστά.
Γράψτε βάλιουμ μαντράξ στεντόν τριπτιζόλ – ξέρετε τώρα εσείς –
Κάντε με κοινωνικό πρόσωπο
βολέψτε με τέλος πάντων με τους ομοίους σας
περάστε με στους χαφιέδες σας
πηδήξτε με αν θέτε
ωραίες οι γκραβούρες στους τοίχους σας.
Τσάκω τώρα στα σβέλτα το χιλιάρικο
και φέρ’ τη συνταγή
γιατί τέρμα η υπομονή μου παλιόπουστε
κι όπου νάναι θα εκραγεί.
Μη. Μη σηκώνεστε γιατρέ μου. Δεν είναι σοβαρό.
Ευχαριστώ.
Καλημέρα σας.

13332744_1722749934674674_392151663428136883_n

E. Μύρων, Οκτώ ποιήματα

flying-with-me

Ορυμαγδός

Κάθομαι και χαζεύω το τασάκι
ώρες ώρες
Φορτωμένο με σκέψεις
κι αποτσίγαρα καθώς είναι,
θυμίζει χωματερή
ή νεκροταφείο
Καμιά φορά ρίχνω
λίγο νερό,
ίσως για να σιγουρευτώ
ότι έσβησαν οι καύτρες
ίσως για να μην ενοχλεί
η μυρωδιά της αποσύνθεσης

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_21.html

Σκήπτρο και λύρα

Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.

Κώστας Καρυωτάκης “Υποθήκαι”

Εκεί ψηλά ελπίζω να γράφεις στίχους και νότες
Ξύπνιος από τη νύστα του βραχνά καταλύτη
Ελεύθερος καβαλάρης στων ονείρων τα μήκη
με αερικά και νεράιδες συνταξιδιώτες

Εκεί δε θα σε κυνηγούν πια για τις επωμίδες
θα έχεις γλυτώσει από τα τετράκρυα χιόνια
Απέναντι στο λογικό θα ‘βαλες ωτασπίδες
ώστε να μην έχει δαιμόνια και τελώνια

Εφηύρες τελικά κείνο ‘κει το παυσώδυνο
για το βάσανο του χρόνου, τον βαρύ κασμά,
που θα ‘κανε το ρυθμό τού κόσμου πιο ρόδινο;

Να περιγράφεις με ρίμα, τον ουράνιο μπασμά
Εσύ, χορευτής του θεϊκού ρυθμού υποφήτης
Τα ψηλά να μαγεύει της τέχνης σου η βαθύτις

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_19.html

Ξόρκι

Θα σκύψω μόνο για να
φιλήσω τον ουρανό
για κανένα άλλο λόγο
για κανένα ιερό χώμα

Κι αν δε μας κάνει,
θα σκάψουμε μέσα του
να βρούμε άλλον,
με καινούργιο χρώμα

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_11.html

Άτιτλο ξόρκι

Κάποιο μπαρουτοκαπνισμένο ξόρκι
μου ‘γνεψε
με στίχους αμόλυντους,
ακέραιους, τρισδιάστατους

Βούλιαξα μαζί του
και ξύπνησα με το φως
της νύχτας
σ΄ένα, σαν όνειρο αναποδογυρισμένο

Όλα φάνηκαν θρύψαλα
κομμάτια ιδεών
πτώματα λέξεων

Όλα γυρνούσαν ξανά
με υπόκρουση το αίμα
στις εσχατιές της μνήμης

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_3.html

”Σε τούτο το χωριό λοιπόν”

Σε τούτο το χωριό λοιπόν
όλοι, στην κόγχη του χρόνου
ακούμε εν είδει δεκτών
το ίδιο σήμα ραδιοφώνου

Το τέλος είναι μη ανακλιτόν
μα όλοι μας παρέα τραγουδούμε
τάχα εν’ άσμα ισοβιτών
σάμπως με ζωή αιώνια δεθούμε

Νέοι, μεσήλικες και γέροι
παρέα ας χορέψουμε
πιασμένοι χέρι- χέρι

σιμά στο καμπαναριό
σαν να μη μισέψουμε
ποτέ απ’ το μικρό χωριό.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/07/blog-post_4.html

Άτιτλο

Καβαλάρηδες φασμάτων
πασχίζουμε μ’ ένα δόρυ,
να τρυπήσουμε την
παλαιόθεν πανοπλία του αδιαφόρετου.

Ξεζεύοντας τ’ άλογο,
– μήτε ζυγούς, μήτε χαλινάρια –
να γλυκάνουμε τις θύελλες
να πλατύνουμε τη διαδρομή.
Έχοντας ακούσει όμως
και τις καταρρακτώδεις θύελλες
μα και τις αγνές απλωσιές
του ήλιου, να διαστείλουμε
τη μουσικότητα του αύριο.

Να “παίζει” μέσα μας αλλεοτρόπως
το μέλλον.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/06/blog-post_26.html

Φαντασία

Σαν συμμαζευτούν τα σύγνεφα,
να τους ανοίξουμε μια τρύπα
να πέσουν οι κεραυνοί
πριν ζωντανέψουν.
Να τους γραπώσουμε με τα μάτια,
να δούμε λίγο παραπέρα
Να ξεχάσουμε για λίγο τη φτώχεια της όρασης.
Α! Τι βάλσαμο:
Πόσο μαλάκωσαν τα μάτια,
πόσα καλοκαίρια βλέπουμε
ενώ κοπανιούνται έξω χίλιοι χειμωνες;
Να κρατήσει κι άλλο η μαγεία αυτή…!
Να την κρατήσουμε κι άλλο τη μαγεία αυτή!
Σ’ ένα κηπάκι να τη βάλουμε
να τη φροντίζουμε.
Ποιος ξέρει; μπορεί κάτι να φυτρώσει…

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/06/blog-post_8.html

Κι αν σας φαίνεται σκληρό

Κι αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα
να ξέρατε μονάχα, πόσο ωραιοποίησα τον πόνο.

Πόσο σφιχτά βούλωσα το στόμα μου
να μην ακουστούν ολόκληρες οι κραυγές της γέννας.

Πόσα παγάκια κατάπια
για να μην κάψω το χαρτί με την ανάσα μου.

Πόσο λευκό χρειάστηκα
για να σπάσει το μαύρο
και να σπείρω ορχιδέες
δίπλα στα κοφτερά μου δόντια.

Αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό
αυτό το ποίημα,
που να βλέπατε
πόσο τραχύ είν’ το βλέμμα
του όταν σας κοιτά
να απορείτε.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/04/blog-post_1.html

Αντώνης Αντωνάκος, Οκτώ ποιήματα

11698456_1034236109955172_5398195143189514711_n

ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ

κουβαλάει το μυρμήγκι μέσ’ την τρύπα του

ψίχουλα θεόρατα απ’ την αγορά των σκλάβων

τα αφεντικά κι οι πονηροί παπάδες

το βάφτισαν εργατικό μα είναι τεμπελάκος

ότι θα κλέψει είν’ γι’ αυτό τα λάφυρά του

και το τσουκάλι του δε μένει αδειανό ποτέ

γιατί γεμάτα σπόρους είναι τα χωράφια

και περπατά εδώ κάτω απ’ τον ήλιο

και περπατά στις αμμουδιές

επάνω στα ζεματιστά κορμιά

γλείφοντας την αλμύρα απ’ τα βυζιά

να νοστιμίσει αργότερα τα πλούσια φαγιά

και περπατά και χάνεται

βαθιά μέσα στη νύχτα

και τραγουδά μονάχο του

μέχρι να’ ρθεί να το συντρίψει

η αρβύλα ενός μαλάκα.

ΕΒΙΒΑ

εβίβα άξιοι δολοφόνοι

εβίβα φασίστες του ντουνιά

εβίβα εφοπλιστές βιομήχανοι ρουφιάνοι

σεις που πλουτίζετε σκοτώνοντας παιδιά

εβίβα τεχνοκράτες υπουργοί

καθάρματα ακαδημαϊκοί

χορτάτοι νταβατζήδες

στο καπιταλιστικό παχνί

εβίβα εσύ μικροαστέ

πρεζάκια καταναλωτή

που κάθεσαι μαστουρωμένος

μπροστά απ’ την τιβί

δουλεύοντας όλη τη μέρα σα σκυλί

διαβάζοντας τ’ αθλητικά

βλέποντας ματς την Κυριακή

βίβα εσύ αγρότη μερακλή

που έσφαξες τον κόκορα

και στην πρωτεύουσα έτρεξες

κι αγόρασες κελί.

ΕΙΝ’ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ

είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία

σαν να σηκώνεις λίγο τον πέπλο απ’ τα μυστήρια

όταν η πλήξη γίνεται λεηλασία

και πρέπει να ξαναβρούμε τη γύμνια μας

όπως ο εργάτης που σπάει τις αλυσίδες του

και ρίχνεται στη θάλασσα ντάλα μεσημέρι.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ Β.Μ

Έχασα τους καλλίτερους φίλους μου

Τον Οκτώβρη του 17

Την ώρα που άστραψαν όλα τα δρεπάνια

Αποκεφαλίζοντας τα πορφυρά στάχυα της Σιβηρίας

Και μοσχοβόλησε ο αέρας πιστόλια και μαχαίρια

Κι ακουστήκανε οι ένδοξες τρουμπέτες

Κι ακούστηκε το αίμα να κυλά

Σαν λύκος μες’ τη νύχτα

Κι άρχισαν να ξεπηδούν απ’ την καινούργια μήτρα

Ο άνεμος κι η θύελλα

Γλείφοντας του κόσμου το κορμί

Αφήνοντας της ηδονής τα χνάρια πάνω του

Σπέρνοντας της εξέγερσης το πάθος

Ίδιο με το αγκάλιασμα του δρεπανιού

Ίδιο με του σφυριού τη δύναμη

Εκείνη την τραχιά κι ωραία στιγμή της πράξης.

Φεύγω λοιπόν κι εγώ όπως μου πρέπει

Νέος ακόμα στο κορμί

Με του τελευταίου μου έρωτα το δέρμα

Σαν κάποιος που έκανε το χρέος του

Φεύγω και

Χαιρετίζω τις γυναίκες

που μέλλονται να γεννηθούν

για να στοιχειώσουνε

τον ύπνο των αρσενικών.

Χαιρετίζω τις τρομοκρατικές οργανώσεις

του μέλλοντος
την κατάργηση των τάξεων, των θρησκειών,

των στρατών, των σωμάτων ασφαλείας.

Χαιρετίζω το θάνατο των εθνών.

Ω! θάψτε με

με τη γλώσσα έξω απ’ το χώμα.

ΑΧ!

Αχ! οι άνθρωποι
πράγματα αγοράζουν και ξεχνούν.

Καταναλώνουν τα σκουπίδια που παράγουν και ξεχνούν.

Ξεχνούν το σώμα του ήλιου

που σφηνώνει ανάμεσα στων δέντρων τα κλαδιά.

Ξεχνούν το πέπλο της ομίχλης

που ο άνεμος σπρώχνει απαλά
στη φωτεινή πεδιάδα.

Ξεχνούν οι άνθρωποι

τα πουλιά του πρωινού

που κελαηδούν αιώνες τώρα

κρατώντας τον αρχαίο ρυθμό.

Αχ! η ματαιοδοξία πράγματα άχρηστα

τους κάνει να αγοράζουν

πετώντας τα μέσα στο στόμα του κενού

που τους ακολουθεί,

ταΐζοντας το αχόρταγο θηρίο.

Το αβυσσαλέο στομάχι του καιρού.

Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι

τα ένδοξα γαμήσια που τους φέραν στη ζωή.

Αχ! πως ξεχνούν οι άνθρωποι

τα ένδοξα γαμήσια που τους κρατάνε στη ζωή.

Ω! έρωτα σκληρέ, τραχύ, αλλά με γεύση εξαίσια

εσύ ότι έχουμε για την αιώνια πείνα μας.

ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΔΙΨΑ ΚΟΥΒΑΛΩ

Την άγρια δίψα κουβαλώ

για τα βιβλία που δε γράφτηκαν

την άγρια καύλα

για τα κορμιά που δεν έζησαν

και κάθε τόσο κατεβαίνω στην κόλαση

μαγαρίζω το στόμα μου

με κατάρες και όρκους

γιατί η εποχή αυτή με ταράζει

με την αβρότητα του διανοητή

που την κουκούλα θέλει

να τραβήξει απ’ το παιδί

κι αντί μπροστά

απ’ τα τουφέκια αυτός να βγει ο δυνατός

αγωνιστής κι έντιμος πατριώτης

για να φυλάξει το παιδί

την αστική φυλλάδα υπηρετεί

που ένα ξεροκόμματο του δίνει για φαΐ

γνωρίζοντας καλά πως οι αστοί

τον έχουνε για εμπροσθοφυλακή.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ

Ο πόλεμος έφτασε στα σπίτια μας

φύτρωσε στη γλάστρα μας
ο πόλεμος είναι στο δρόμο μας

στο κρεβάτι μας και το καθιστικό μας

είναι στο παιχνίδι των παιδιών

στο μελάνι των ποιητών

που περιμένουνε τις μάχες

για να γράψουνε τους στίχους

ο πόλεμος μαύρος κότσυφας

του πατέρα μου η μελαγχολία στο βουνό

όπου μια τουφεκιά κάθε βράδυ περίμενε

τα τσακάλια να διώξει, όπου περίμενε

να τελειώσει ο πόλεμος στο σχολείο του

να πάει να διαβάσει τ’ αδιάβαστα βιβλία ξανά

να ξεχάσει τη μήτρα του ζώου που

γεννούσε το θάνατο τα κουφάρια τα μαύρα

που αχνίζαν στον ήλιο που διψασμένες

τα βοσκούσανε σφήκες που περίμενε να στεγνώσει

το αίμα να ζυμώσει ψωμί για το μέλλον

ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα

να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες

να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία

θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν

ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί

να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία

να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος

σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου

μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις

κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

Δεκέμβρης 2008

*Από τη συλλογή “Γλυκόλογα για μολότοφ”. Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από τη δημοσίευση του ποιήματος “Είν’ τα ποιήματα μια χειρονομία” στο ιστολόγιο Greek Poetics στο http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/08/blog-post_4.html

Αντιγόνη Ηλιάδη, Κεφάλαια για μία γνωριμία ερωτικού περιεχομένου

19

Ι.
σε δωμάτιο μετέωρων προσώπων φιλικών
βλέμμα υποβόσκοντος ερωτισμού
ξέρουμε ότι θα γαμηθούμε
μία ακτινογραφική χειραψία
πρόκειται για μία ανάποδη γνωριμία

ΙΙ.
θυμάμαι πολύ καλά τι συνέβη
ήταν το πάρτι στα ανατολικά
με πρόσωπα φιλικά κι ανάμεικτα
αλκοόλ μουσική και αυτοκίνητα
στο πέρασμα του ορίζοντα
ένα μπαλκόνι και σιγά να νυχτώνει
η φασαρία κάτω από τα μάτια μας
δίπλα σου εγώ
μία νυχτερινή οικειότητα
δίπλα μου εσύ
μια καιόμενη προθυμία

ΙΙΙ.
και σου είπα
έχουμε κλειστεί σε ένα μπουκάλι
και είμαστε δύο κάποιοι άλλοι
όχι εμείς
σε ένα πλάνο στην κουζίνα
δίπλα στις πιατέλες τα ποτήρια τα πιατικά
πράσινα ανθισμένα χόρτα
οι αναπνοές οι παύσεις
και οι λάμψεις μας καθώς κατά λάθος
πέφτανε λέξεις στα χέρια μας
όλα ήταν τόσο ερμητικά
η δίψα μας έγραφε στη σάρκα μας

IV.
σε κοιτούσα στα μάτια κι εσύ παντού
με ρωτούσες για τη φιλοσοφία
η ουσία μεταγγιζόταν στις γουλιές μας
και δεν με άφηνες από τα λόγια σου
και το ήξερα
το κατάλαβα από την αρχή
η νύχτα ήταν δική μας
θα σε αφήσω να με πάρεις μαζί
σήμερα θα φύγουμε μαζί
μαζί χυμένοι σε μία ανάποδη γνωριμία

V.
βγήκες να πάρεις λίγο αέρα
και στο σαλόνι ο κόσμος σπιλώνει τον χρόνο
κι εσύ χάνεσαι μόνο στο έξω κι εγώ
πού να έχεις πάει ψάχνω πού να σαι
οι στρώσεις σου τα χείλη σου με βρήκαν
στα χέρια οι προτάσεις σου μη φύγεις
δεν φεύγω
θα μείνω θα με γυρίσεις εσύ
δεν έχεις πιει πολύ και μπορείς να οδηγήσεις
σε πιστεύω σε αφήνω
πάρε με μαζί σου

VI.
αιχμάλωτη στο γέλιο σου
έκρυβες κάθε πόρτα
δεν ήθελα να φύγω
δεν ήθελες να με χάσεις
στη μουσική κάπου σμιλεμένο σε είδα
γυμνό και φυσικό
και κάποτε απομακρυσμένο
από τα φώτα τα γέλια και τα παραμιλητά
το πρόσωπό σου λιωμένο από το πιώμα
σαν μία από αυτοκίνητα και δρόμους
συμπιεσμένη της πόλης ευθεία
σε ρωτώ
είσαι καλά
με καταλαβαίνεις
σε καταλαβαίνω
είμαι καλά
θέλω να σε φιλήσω
το ξέρω
κι εγώ θέλω να φιλήσω εσένα

VIΙ.
κι αν καταλαβαίνεις από λόγια τέτοια
που καταλήγουν σε μικρά κρυφά φιλιά
απάντησες και με φίλησες στην αρχή απαλά
και μετά δυνατά και με κράτησες σφιχτά
και δεν με άφηνες και η μουσική σου έκανε παύση
σε ψάχνανε να σε ακούσουνε σαν τα θηρία
κι είχαμε γίνει ένα όλο μία νύχτα κάπου στις δύο
το κέντρο του κόσμου στην ανατολική πλευρά
κι εμείς ραμμένοι σε όλα τα ζωτικά σημεία
και το πρόσωπό σου ήταν για πάντα μέσα στο δικό μου

VIII.
μέσα μας μάχονται τα άλογα τα αντίθετα
το δάχτυλό σου στην κουζίνα στα πιο υγρά
και να με έχεις αγκαλιά να μη με αφήνεις
φεύγεις κι έρχεσαι ξανά χαμογελώντας
και κάθε αίσθησή σου διοχετεύοντας
μέσα από τα μαλλιά, τα δάχτυλα
τον πούτσο να ρέει παντού μουνί κι ιδρώτας
επιστρέψαμε καθίσαμε δίπλα
στην ώρα κάτσαμε για να βιαστεί
φύγαμε κι άλλαξες απότομα τη δεύτερη ταχύτητα

IX.
στο ασήμαντο μεθύσι σου έκρυβα
κάθε μου μικρή πνοή με σύνεση και προσοχή
και στο σπίτι σου μπήκα πανέτοιμη
να σε λιώσω να με λιώσεις να χαθούμε
με καμιά απολύτως ιδέα για το τι θα συμβεί
ότι θα με γαμήσεις έτσι που θα γίνει
μία ακμάζουσα εξαίσια ηδονή
που να την κρατάμε θέλαμε τρυφερά
για εμάς στην αρχή και μετά
να την ανοίγουμε δημοσίως ανοιχτά
σαν μία μελωδία ηλεκτρική που θέλει τα πάντα να πει

X.
κι ένα άλλο βράδυ
τα πόδια μου τρέχουν στην κιθάρα σου
από τη Μητρόπολη ως τα αγχωμένα δάχτυλά σου
το κραγιόν μου στο σαγόνι και στο αυτί σου
περίμενέ με δεν θα αργήσω
και μου είχες πει θα ξεκινήσω μόνο
αν σε έχω πιο μπροστά
και δεν άργησα
από τη μία στιγμή μπροστά σε άγνωστα μάτια
τα χέρια μου σε έχουν σφιχτά
δεμένο στα λεπτά το κορμί μου αλυχτά να σε φτάσει
έρχομαι και θα με δεις μες στο σκοτάδι
να σε ψάχνω θεριεμένη μες στον κόσμο
που με σπρώχνει μας χωρίζει μη με χάνεις
είναι όλα σκοτεινά και είμαι ήδη δίπλα σου ξανά
και με φιλάς με τα ιδρωμένα σου μάγουλα
με κρατάς στους κόσμους των χεριών σου
χύνεσαι με τα ρούχα καυλωμένα στη σκηνή
ηδονίζεσαι παράνομα μου χαμογελάς
κι όλα γυρίζουν αισθαντικά τα μάτια μας μαζί
καθώς χορεύω μες στις ακτίνες και τα φλας
κι εσύ σε βλέπω είσαι εκεί στη μέση όλων
ξέρω πολύ καλά πως με κοιτάζεις και γελάς
και η νύχτα μωρό μου φτιάχτηκε για εμάς

XI.
κι όταν με σηκώνεις στην αγκαλιά σου
μες στα δυνατά τα χέρια σου
θέλω να κρατώ κάθε σκιά σου
μη φύγεις αν δεν με σφίξεις δυνατά
να αφήνουμε τον κόσμο να γυρίζει
και να ριχνόμαστε η μία στον άλλον
σαν φεγγίτες σε σκοτεινά εργοστάσια

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν http://www.poiein.gr σε καταχώρηση Σωτήρη Παστάκα.

Ισμήνη Εσμέρ Λιόση, Mικρές Aρκάνες – Esmeray

12804822_917895894955217_8766625069291651855_n-300x300

ΜΙΚΡΕΣ ΑΡΚΑΝΕΣ
`
Ντάμα Μπαστούνι

Με πούδρα κιμωλίας
Και μαύρο γαρύφαλλο Στόμα
Απλώνει τα Χέρια
Στο έλεος Της βροχής
Είναι Άντρες τα σύννεφα
Χαίνουν
Κοιμάται στις Άδειες λίμνες
Των μικρούτσικων Τυφλών της ματιών
Είναι Κωφή και Άλαλη
Την διακονούν Οι
Πεινώντες την Σάρκα
Ωραία Άσχημη
Άσχημη ομορφιά Της
Ανδρόγυνο πλάσμα Μαρία Imperio
Ντάμα κομμένο Σπαθί
Βαλές Σαμουράι

*
Τρία Σπαθί

Ξέρω γιατί Τρελαίνονται
Άγονη η θλιβερή πραγματικότητά Τους
Κι η Ποίησις Προάστιο
Φορώ παπούτσια Τού πούμα
Γάντια από Χρυσάνθεμα
Καπέλο Παγωνιού
Πίσω μου σέρνω Ουρά από
Βελούδινα Σκυλιά
Και νάνους από Πορσελάνη
Μία σκοτεινή τζενεράλια Με
Μωβ φιλήδονα Στόματα
Ένα εκατόχρονο έπιπλο Φωλιά
Τρομαγμένης οικόσιτης Σαύρας
Δεν θα γυρίσω Ποτέ
Σωσμένη Επιτέλους
Από την ρασιοναλιστική Κρυπτεία τους
Πλήρης Υγεία Η Υπερρεαλιστική Παραφροσύνη
Γελάω βρίζοντας Γελάω (σ)τα Πρόσωπά τους

*
Τέσσερα Σπαθί

酔った
Σε άπταιστη Nihongo
Θα Απαντήσω
Στην πρότασή Σου
Ιάπωνα Σαρκοτρίφτη
Ερωμένη της θάλασσάς Μου
Είσαι
Ερωμένε Μου Εγώ
Του βούρκου της Ωραιότητας
Είμαι
Το μεθυσμένο στόμα Σου
Yo-tta-ku-Chi
酔った
Που με Λείχει
Με Τρώει
Δεν δίνει αλλού Την γεύση Μου

*

Ντάμα Πεντάλφα

α.
Ντάμα Πεντάλφα χέλι
(Εγ)κατοικώ Τον άντρα βυθό
Τον Πνίγω
Στο φιλιατρό Τού πηγαδιού
Γυαλίζομαι Γυναίκα
Ρωτάει αν είμαι Όμορφη
Το Κόκκινο Νερό

β.
Η Σάρα Κέην είναι Και
Φοράει μαύρο Κοκκινάδι
Στον μονόλογο Ενός φαντάσματος
Η Σάρα Κέην Είμαι
Και βάφω με Μαύρο κοκκινάδι
Τον μονόλογο ενός Φαντάσματος
Δεν θέλω πράγματι να Αγαπηθώ
Ερωτευθήκατε ποτέ ένα Πτώμα;

γ.
Ερωτεύτηκα ένα ξύλινο Πόδι
Μία σπασμένη γέφυρα Προς το Πουθενά
Ένα τραίνο παλαιό από Κισσό φαγωμένο
Η τρέλα είναι ο μαραμένος Φίλος Μου
Καλύτερα να Φύγετε Μην δείτε
Πως δέρνομαι Άγρια
Από τις λέξεις μου και τα Οράματα

δ.
Με γδύνουνε τα μεγάλα προϊστορικά σας δόντια
Μαδημένες οι Φτερούγες Μου πώς Να κρυφτούν;

ε.
Σβήστε επί Τέλους
Τα φώτα μέσα στο Ποίημα
Το μουνί μου δεν
Είναι το στοίχημα Είναι η στάχτη
Από τη χθεσινή Γιορτή σας

ζ.
Αγαπητή Ζωή Με Δειπνήσατε Ωραία
Δεν συγχωρώ το στόμα Σας
Ας είναι Καταραμένη Η γεύση Του και ο Λόγος

`
*************

ESMERAY
`
Πρόλογος Β΄

η λέξη κυλάει
αίμα
στο χαρτί του Ποιήματος
στάξη
με άργητα χελώνας
η χελώνα λέξη στο όστρακό Της
κρύβει ένα μυστικό
δεν θα το μάθει
κανείς ποτέ
θα το εικάσει
η Ποίηση είναι
αράχνη που κλείνει
τέτοια μυστικά
στον ιστό της γλώσσας
δεν είναι μυστικά
αποκεφαλισμένα έντομα
ή μαύρα ρόδα
δεν είναι μηνύματα
είναι κλειστά παράθυρα
φανταστείτε το εσωτερικό
σκηνοθετείστε το δωμάτιο
ευφυολογήστε στην δράση
η Ποίηση
θα σας κάνει
ανώνυμους Ποιητές
οι καλύτεροι Ποιητές είναι
Ποιητές
Περιθωρίου

`
*
22/2/2016-7.49΄

ήλθαν στο όνειρό μου
η Νανά Ησαΐα με την Ελένη Βακαλό
κεντούσαν το νυφιάτικο πέπλο
με μαύρα και ρόδινα πουλιά
απ’ την αλφάβητο
-προσέξτε, τους είπα, θα αποδημήσουν
– να πετάξουν κι ας αποδημήσουνε
αποκρίθηκαν ομού
και ακούτε;
ακούτε
το ξεκαρδιστικό γέλιο Τους
μέσα στο δάκρυ
του πρώτου Ποιήματος;
`
*Από τις συλλογές «Μικρές Αρκάνες» και «Esmeray».
`
******************************************************

dheiaeao-eoicico-256x300

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ποίηση και ζωγραφική: Δυο τέχνες με εικονοπλαστική δύναμη που συνδιαλέγονται και ανταμώνουν στην αντισυμβατική φωνή της Ισμήνης Εσμέρ Λιόση. Ίσως γιατί «η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει», όπως γράφει στο επίγραμμά του ο λυρικός ποιητής Σιμωνίδης, η Ισμήνη, από τότε που ήταν ένα δεκατετράχρονο κορίτσι στις γειτονιές του Πειραιά, βρίσκεται σε μια διακαή αναζήτηση της ουσίας και των ορίωντους μέσω των δημιουργιών της. Στο χώρο της ποίησης εμφανίζεται το 1976και τα κείμενά της είναι ιδιαίτερηςαισθητικήςποιητικής. Η πρώτη συλλογή της, τα «Σεληνοτρόπια»,δημοσιεύεται το 1980 (εκτός εμπορίου). Ακολουθεί η δεύτερη το 1984 με τίτλο «(Ωλήν) Poesienoire-Eγχειρίδιον ονειροδράματος» και το 2016 η συλλογή «ArcanaLustra-Nεκροταφείο φορεμάτων»(εκδόσεις «Τύρφη»).Έχει συνεργαστεί με έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά ποίησης, μεταξύ των οποίων:«ΟδόςΠανός», «Ανοικτή πόλη» και «Ιδεοδρόμιο». Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά και γαλλικά.

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/33026/index.html σε επιμέλεια-επίμετρο Ευαγγελίας Πολύμου.

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Δύο ποιήματα

vakxikon_issue_17_rakopoulos17

ΙΩΔΙΟ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ, ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΘΛΙΨΗ
(Σονάτα)

στήν Αννα Δύω

Πατώματα ξύλινα, στρωμένα με πολιή λαδομπογιά
Ένα μέρος της ροζέτας στο ταβάνι πού ’χει πέσει Από το βομβαρδισμό
Αυτό είναι το οίκεΐο, το Βερολίνο ίσως ολόκληρο

Που κάνει πάλλευκο κρύο κι άνθρωποι αβέβαιοι τη μέρα στους δρόμους
Τή νύχτα όμως —– περιμένω στο μικροσκοπικό δωμάτιο
ή είμαι ενόνειρος, από μακριά να σε βλέπω
με γεννητικά όργανα άναστατωμένα

… θα ήθελα να ήμουν σε σένα
κάτι για σένα να έκανα
Μια εφημερίδα
με όμορφες ειδήσεις να σου αγόραζα, κάτι…

Αναμφίβολα, η μουσική που ακούγαμε υπήρξε ωραία
Ιδίως όταν πίναμε λικέρ αμυγδαλέας

Καθώς ψήνονται φαγητά — αγγλικές κρεατόπιτες
καί πολυχρονεμένα κρασιά στο τραπέζι μας
Μέ σένα, για σένα, απ’ το ανοιχτό παράθυρο, φυλλομετρώ:
Φώτα αγέρωχα, αυτοκίνητα ακίνητα, πνοές από ψυχιατρεία
«Το κοινό έτρεχε στον κινηματογράφο όλο και πιο πολύ…», θυμήθηκα
«Ολέθρια Επιρροή του τελευταίου εραστή»
που ‘γινε άστρο απολυτό στο γαλαξιακό χορό
μια νύχτα, με βεγγαλικά Πρωτοχρονιάς, στο τρυφερό Παρίσι
δίχως βοηθούς άνακριτή· γιατί άλλωστε;
αφού πάντα μιλούσαμε για τους κλιβάνους αποτέφρωσης
όπως οι γιατροί — απρόθυμοι να διενεργήσουν εξετάσεις
Τ’ αφήσαμε απαρατήρητο, αδιάφορο αν η Άννα
αρνιόταν να γευματίζει, κι εγώ άκουγα κάτι σαν ρέκβιεμ
σε ανελκυστήρα για έβδομο πάτωμα, σουίτα 1221
όπου η Anna Blume απεβίωσε στα τριάντα τρία της χρόνια
υπονομεύοντας ειδάλλως πρασινίζοντας
για χάρη της η ευκαιρία
να πρωταγωνιστήσει στο

«Ιώδιο του Δειλινού, μια στιγμιαία θλίψη».

Chamissoplatz, 1987

***

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ALEXANDRA DANN UND WANN* 1

«Αγοράζετε βενζίνη Σελλ
γράφει σπίτι του δωδέκατου τομέα
είναι η γλώσσα που μιλούν εδώ…
είναι η ποίηση που αγαπώ
που μου λέει όσα με συγκινούν
είν’ το τραγούδι των πόλεων
όπου άνθρωποι βυζαίνουν γάλα συμπυκνωμένο μάνας
που μονάχα Θεός μπορούσε να κάνει μητέρα»

Ν. Ράντος

Τελευταία εβδομάδα Μαΐου
Ξύπνησα με ήλιο βερολινέζικο
Τώρα είναι απόγευμα
Βρέχει ραδιενέργεια
και ποιος ξέρει τι άλλο
Ο καιρός είναι περίεργος
Κι εγώ
Που εδώ ποτέ δε νυστάζω
Πίνω ξανά καί ξανά
(Απ’ το κρασί Ποιας Μετάληψης;)
Καί μεθάω — Γελάω
Με την αγωνία του εξόριστου
Με όλη την καρδιά μου
Σαν εφιάλτης κύκλωπας
Με κάνει και ξυπνάω: Κι αυτός ο λαός
ήθελε
Να υποτάξει τον κόσμο
Αρνιά καλοκάγαθα
Που τους αρέσει και πίνουν

Φωτοτυπίες
Και ζωγραφισμένες σελίδες γραφομηχανής
Για ν’ άντέξεις
Την ομορφιά τόσης νεότητας
Προκλητικά που αυτοσχεδιάζει
Στο ρυθμό μιας μεγαλούπολης…
Σε σκέφτομαι πού και πού
Εσένα
Που μού ’λεγες
Πώς όλα τόσο βαρετά σε τούτη τη ζωή
και φιλολογικά ωραία στην άλλη-
Ίσως γι’ αυτό,
Πια να αισθάνομαι
Μοναχικός
Απροστάτευτος
Μ’ ένα τείχος όλοι τριγύρω μας
(Έγινε πρόσφατα και κάρτα Επετείων)
Μωρό μου να ζήσεις
Είχες τά γενέθλιά σου
Τα σύννεφα φεύγουν
Κι εσύ ναρκισσεύεσαι…

Εσύ, που εντούτοις
Ακόμα με γοητεύεις
Όπως άλλωστε
Κάθε σύγχρονο επικίνδυνο πλάσμα
Ένας κίνδυνος παραπάνω λοιπόν, είπα κάποτε
Έστω με Νάνσυ Ρήγκαν συμβιβάστηκα
Τώρα όμως το ξέρεις:
Τα ηλιοπίνοντα πεύκα κι ο χριστιανισμός
Μου σπάνε τα νεύρα…
Και θέλω μετά να έκδοθώ
Και πώς δεν έχω
Την αίσθηση τής ποίησης της αλληλογραφίας…
Αλλά υπάρχουν πράγματα
Που με στενοχωρούν ακόμα:
Η Νταϊάνα Ρος του ’80
Ή όπως ο συμπολίτης σου
Ο πίνων «τέϊον συμπαθέστατον» να εισπνέει αίφνης κοκαΐνη
«Γιά δύναμη, για χρήματα Για σεξ και ναρκωτικά»
Απαντούσες κοφτά, πουλώντας τότε δακτυλίδια-

Εν τέλει, Μωρό μου Πού και πού
Μ’ αρέσει νά βρέχει/μπίρα ας πούμε, helles, sanftmutiges* 2. Τελεία

Cafe Shell, 1987

*1 dann und wann: πού και πού
*2 helles, sanftmutiges: ξανθή, ήπια

*Από τη συλλογή “Μέθυμος λόγος”, Εκδόσεις Δρομεύς/ΝΑ’, Αθήνα 1995.

vr3043

“Τα βράδια πάνω απ’ τα πουλιά” της Χαράς Ναούμ

%ce%a7%ce%b1%cf%81%ce%ac-%ce%9d%ce%b1%ce%bf%cf%8d%ce%bc-%ce%a4%ce%b1-%ce%b2%cf%81%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89-%ce%b1%cf%80-%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%b1

Να βγαίνει η νύχτα από τα δέντρα
όπως βγαίνει η ψυχή απ’ τα πουλιά
[1]

Αποφάσισα να ξεκινήσω την παρουσίαση της συλλογής Τα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά με τους συγκεκριμένους στίχους (είναι από το ποίημα «Τέλος – πευκοβελόνα») γιατί δίνουν μια καλή συνολική εικόνα της δουλειάς της Χαράς Ναούμ, και καθρεφτίζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά της.

Η πρωτοτυπία και τελικά το ξάφνιασμα του αναγνώστη που προκύπτει από τον συγκερασμό «απομακρυσμένων» λέξεων είναι ένα από τα σταθερά στοιχεία μιας συλλογής που αν μη τι άλλο δεν στερείται συνέπειας στο λόγο. Διάλεξα αυτούς τους δύο στίχους επειδή σχεδόν «είδα» να παράγεται ήχος: ένα άκουσμα κάπου ανάμεσα στο ψυχανέμισμα και τη σιωπή, αυτή τη σιωπή που προηγείται αλλά και έπεται της ανάσας, ανεπαίσθητη αλλά αναμφίβολα παρούσα. Από την άλλη μεριά βέβαια, το συγκεκριμένο ποίημα υποφέρει από μια ασάφεια που ενώ δεν είναι καταστροφική, είναι αρκετά ισχυρή ώστε να μην μπορεί κανείς να την παρακάμψει, και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζεται αρκετά συχνά και σε άλλα ποιήματα.

Η Χαρά Ναούμ έχει μια αποσπασματική οπτική στα πράγματα, όχι όμως και φωτογραφική, θα έλεγε κανείς ότι συνειδητά αγνοεί τις συνολικές εικόνες για να επικεντρωθεί στα θραύσματα. Δεν της λείπει ο ρεαλισμός, αντίθετα, θα έλεγα ότι γράφει μια σύγχρονη ποίηση ενός ανθρώπου με τους προβληματισμούς και τις ισοπεδωτικές ανασφάλειες της ηλικίας της: οι συνθήκες της ζωής στην Ελλάδα είναι τέτοιες που δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια άλλωστε. Μπορεί η ποίηση που συναντά κανείς στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά να είναι κατά κάποιο τρόπο περιγραφική, αλλά η ποιήτρια διεκδικεί σθεναρά την υποκειμενικότητα της ματιάς της και την αυθεντικότητα της εκάστοτε διήγησης.

Εκτός από την προσέγγιση της πραγματικότητας, της αντικειμενικής και της όποιας άλλης, η Χαρά Ναούμ δημιουργεί ένα ποιητικό «εμείς» που ταυτόχρονα την περιλαμβάνει και την διαφοροποιεί ως εκφραστή της συγκίνησης και της εκάστοτε ανατροπής. Δίνει την αίσθηση ότι διατηρεί με ευλάβεια ίσες αποστάσεις τόσο από τα ποιήματα όσο και από τους αναγνώστες, με σεβασμό στα όρια, τα δικά της και των άλλων, ακόμα και των ίδιων της των στίχων. Εμπλέκεται λιγότερο για να προβληθεί και περισσότερο για να ψηλαφήσει τα συμβαίνοντα και να τα απεικονίσει, κάποιες φορές ιμπρεσσιονιστικά, με σκοπό άλλες φορές την κατανόηση και άλλες την αποδοχή.
Μια πιο γενική ματιά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αναγνώστης συναντάει πολύ καλούς στίχους όπως για παράδειγμα:

Αν δεις πάνω στα λιθόστρωτα
Υπάρχει μια αντανάκλαση ουρανού που δεν διαμαρτύρεται
[2]

σε συνολικά μετριότερα ποιήματα, και ενώ το σωστό ένστικτο είναι εκεί, κάποιες φορές οι ισορροπίες ανάμεσα στην σαφήνεια και την εσωστρέφεια των συμβολισμών κάπου χάνονται.

Το πέρασμα του χρόνου δεν ασκεί τον καταλυτικό του ρόλο όπως συμβαίνει συχνά στις συλλογές που έχω διαβάσει τελευταία, υπάρχει όμως ως στοιχείο πορείας και επαναπροσδιορισμού των σταθερών. Δίπλα σε ποιήματα χωρίς έντονη χρονική υπόσταση, συναντά κανείς άλλα που είναι σαν να γράφτηκαν για να στερεώσουν μια χρονική στιγμή μέσα στο σύμπαν, να παγώσουν τις συγκινήσεις και να προφυλάξουν τις εύθραυστες σκέψεις. Συμβαίνει κάποιες φορές οι συσχετισμοί που δημιουργούνται ανάμεσα στον χρόνο και τον όποιο ρεαλισμό να γεννούν ποιήματα «σουρεαλιστικά» με την αρνητική έννοια του όρου: η κατανόηση δέχεται πλήγμα και η επαφή του δημιουργού με τον αναγνώστη μπορεί να διασαλεύεται, αλλά στον αντίποδα αυτού η Χαρά Ναούμ βρίσκει τον χώρο να εξερευνήσει τους δρόμους της φαντασίας της.

Μια πιο στενή σχέση των ποιημάτων με τους τίτλους που τους έχουν δοθεί θα βοηθούσε στην κατεύθυνση της κατανόησης, στο κάτω-κάτω οι τίτλοι είναι καθαρά στην κρίση του δημιουργού, δεν είναι υποχρεωτικοί, κάτι που θεωρητικά σημαίνει ότι βρίσκονται εκεί για να ενισχύσουν τη δομή και την συνάφεια.

Παρόλο που δεν έχω διαβάσει την πρώτη της συλλογή ώστε να δω αν υπάρχει εξέλιξη στη γραφή και τη σκέψη, είναι γεγονός ότι τα θετικά στοιχεία υπερισχύουν των αρνητικών. Στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά, η Χαρά Ναούμ δείχνει ότι έχει άγκυρες στο παρόν και στην πραγματικότητα, αλλά ότι τα μετουσιώνει και τα δύο σε κάτι που τα ξεπερνάει: μπορεί έτσι να τους εξασφαλίσει μια πορεία στο μέλλον.

Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΕΡΩΤΙΚΟ [3]

Τα παλιά τρένα λένε
έγιναν επίσημα
είδος προς εξαφάνιση
τα γδέρνουν οι κερδοσκόποι
για τα περίφημα βαγόνια τους
ή τη μεταλλική σιωπή
ελλείψει επιβατών
-οι ράγες κλαίνε ανέγγιχτες

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ [4]

Κόλλησα πάνω μου την ποίηση σαν σώμα ξέντυτο
άχρωμο ερμαφρόδιτο
Το έσφιξα και το φύσηξα
κατά πως ρίχνει καταπάνω μας ο αέρας
τις οσμές των μόνων
-ίσως αυτό να είναι το μόνο λάθος που διαπράξαμε όλοι
Ποιος είναι άλλωστε υπάλληλος εντεταλμένος της ποιήσεως
ποιος ξέρει κατά γράμμα τους κανόνες
ή ποιος τους επιβάλλει
Όσο αγαθή κι αν μοιάζει η προαίρεση
απ’ όπου κι αν το πιάσεις το λευκό
δεν είναι χρώμα

Κρις Λιβανίου

[1] στ. 13-14, σελ.12
[2] Σελ. 13
[3] σελ. 23
[4] σελ. 20

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/09/blog-post_28.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Νίκος Καρούζος, Ποιήματα

cebaceb1cf81cebfcf85ceb6cebfcf83-cebdceb9cebacebfcf83-1

Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.

Εἴσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ

μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία

τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν

ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ

κι ὁ θάνατος μονόλιθος.

Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του

μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,

ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει

κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα

εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς

τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω

κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ

φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα

εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ

γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:

Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση

τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα

στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.

Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.

Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος

δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου…

Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου

δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία

δὲ βρίσκω – νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα

Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους

νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους

Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα 
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς

μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι

κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα

Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Χαρμόσυνο λάβδανο

Μέσα στὴ βενζινέρημο ξεράθηκε κι ὁ πόνος -

ἡ ἀγάπη στὸ τασάκι· πολιτικὸ κιγκλίδωμα…

Ποιὰ φρίκη εἶν᾿ τὸ φῶς ποὺ μ᾿ ἔχει ἅρπαξει

κι ὁ ἀμφίβραχυς!

Κλαίει κι ἀναδακρυώνει ὁ χαλασμὸς ὀνόματι

ὅραση

κ᾿ εἶναι σαλόνι ἡ ματιά μου σ᾿ αὐτὸ τ᾿ ἁλῶνι

τὸ φαρδὺ τοῦ φεγγαριοῦ

μὲ ἀργυρόχροα ταμένα στὴν ἀπόγνωση

χωρὶς τὴ γλῶσσα-μέγαιρα νὰ διαγουμίζει λήθη

μέσ᾿ ἀπ᾿ τῆς μνήμης τὴ φορμόλη.

Θαυματουργός τη θεωρία τοῦ τροχοῦ σας τὴ δασκάλεψα

τὰ ἀσθητήρια μαστίζοντας

ἀγχιθανὴς ἀγχίθεος ἀγχινεφὴς κι ἀεροβάτης μόνος

ὁ ἥλιος εἶναι τὸ πάγιο προσθέτει ἡ δασύτριχη σελήνη.

Δὲν παίζω σοβαρότητα κι ἀναδεύω φυσικοχημικὰ

συμπεράσματα

τρελόσωστος: ὀπτικὴ εὐφυία ὁ σερίφης ἀνόλβιος

ἀσπάζομαι τὴ γῆ μὲ γοερές μου γονυκλισίες ἀνώφελος

ἐγὼ ἀνταλλάσσω πυρὰ μονάχα μὲ τὸ θάνατο -
καταλαβαίνεις;

Ὅταν ξεμέθαγα τὶς ἀλκοολικὲς βελόνες ἀπ᾿ τὰ τρυπήματα

ἡ ψυχανάλυση τοῦ ἅγιου μαδοῦσε τὴ λάμψη τοῦ καθρέφτη

τὸ σῶμα σου ἀποπλέει ὡσὰν χάρτινο μὲ ξεφλουδίσματα

χρόνου

ἀπὸ χρυσίζουσα ὀχιὰ τὸ πεπρωμένο σου δὲν ἐκκολάφτηκε

κι ἀποπλέει τὸ σῶμα σου

κρατώντας ἠχητικὰ χάμουρα

στὰ θηλυκὰ ἐρείπια τοῦ Ἠρώδειου ὅπως αἰφνίδια

μοῦ φάνηκε πὼς ἔπιασε φωτιὰ
ἡ ἅρπα.

Ξημερώνει μὲ ἀτμώδη βουνὰ μάντισσες φωνασκίες κοτόπουλα

χαρτορίχτρες

ἀπεχθαίρω τὴ στύση μου μελάτη

κι ὦ Θεέ μου ἂς μπόρηγα νἄμπαινα κάποτε γιὰ πάντα

στὸν ὕπνο.

Διάλογος πρῶτος

Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ

κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τὰ βάθη.

Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση

γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.

Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει

χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.

Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη

νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.

Μία μουσικὴ

ἄξια τῶν συγκινήσεών μας

δὲν ἀκούσαμε.

Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου

ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω.

Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μία γλυκύτητα

στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.

Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ

μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ

ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.

Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ

ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.

Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη

καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.

Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…

Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου

θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

Γιάννης Σκαρίμπας, Ποιήματα

poihmata

ΧΑΛΚΙΔΑ

(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάν” σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ” όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν” σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έτσι νάν” σπασμένοι, νά φυσά απ” τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

ΦΑΝΤΑΣΙΑ

(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν” σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι” άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ” τόν κύκλο των νερών – στά χάη.
Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ” από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν” η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ” τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ” αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ” έβλεπε – μ” εθώρει κι ήταν τ” όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ” σέ όνειρο – και τ” όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ” ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ” τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ” ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ” έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .

ΟΥΛΑΛΟΥΜ…

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ” τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπά»
που μ” έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ” αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ” τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

ΤΑΜΑΡΑ

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι” επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ” εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ” Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι” εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι” είχε κάτω απ” τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι” εγώ την ειχ” αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ” τ” αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…

Κι” ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι” οι Άγιοι του, για με πια ουδ” αρωτάγαν
κι” ενώ ουδ” εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν…

Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ” αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ” τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε…

ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ

Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το “να το άλλο εφίλει.

Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.

Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ” άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ” αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου…

Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ Η ΤΡΕΛΑ

(“Τα Νέα Ελληνικά” 1 – Ιανουάριος 1952)

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ” αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ” αχνή τολύπη
κ” ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

Ή μη—βαρκάκια του—μ” άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ” ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ” όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι” όλα να πάης
και vάv” πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι” ο Μάης.

Κι” εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι” ο Μάης κι” οι ανέμοι
κι” έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ” ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι” εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ” την τρικυμία τούτου κόσμου.

ΣΤΑΔΙΟΝ ΔΟΞΗΣ

(Από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950)

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι” αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…

Κι ως αρπώντας με μ” έβγαλαν σηκωτόν απ” την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

… Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν” άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!…

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό “να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι…

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ” αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!…

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ” ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι…

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

(Από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950)

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν” να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ” αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου “γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια…

*Τα ποιήματα «Ταμάρα», «Το ξάφνιασμα», «Η Κυρά μου η τρέλα. . .», «Το βαπόρι», «Στάδιον δόξης» και «Εαυτούληδες» είναι από το περιοδικό Περίπλους τ. 44, Μάρτιος-Ιούνιος ’97 (δες σελίδες σύγχρονης ελληνικής ποίησης).

Άννα Νιαράκη, Ποιήματα

1187286_571265186272123_1878016088_n

εραστές από χαρτί

Αβίαστα παραδόθηκα στην εντροπία του έρωτα.
Κι όσο επιμένεις να τακτοποιείς,
τόσο το χάος διαστέλλεται μες στο κεφάλι μου.
Μου εξηγείς με λογική ότι δεν γίνεται.
Μα εγώ αποτυπώνω στο χαρτί χίλιες προτάσεις
που υμνούν το στέρνο σου.
Αλήθεια, ποτέ πριν δεν με είχε απασχολήσει
ένα στέρνο τόσο.
Στέλνεις γράμματα που εξηγούν και αναλύουν
το ανέφικτο.
Κι εγώ απαντάω με ποιήματα.
Εσύ θα κερδίσεις στο τέλος,
μα το χαρτί να ξέρεις,
προτιμά να φιλοξενεί περιγραφές του θώρακα
παρά δικαιολογίες.

*Από τη συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010.

***

απουσία

Τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά,
απελπισμένες προσπάθειες να ,μην ξεχάσω,
βασανιστικές απόπειρες να θυμηθώ …

Θα πρέπει να έλειπες συχνά.
Γεμάτα τα συρτάρια μου.
Και να σκεφτείς, πως όταν
βρισκόμασταν,
μου αρκούσε η σιωπή.

*Από την συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010.

***

Η λυπημένη πολιτεία των ανθρώπων

Tων ανθρώπων με τα χαμένα λογικά,
με τα χαμένα αισθήματα –
που ασφυκτιεί κάτω από σάρκινα σεντόνια,
κάτω από δανεικές μοναξιές – αναζητώντας
το δεκανίκι της ύπαρξης.

Σε θέλω, μου είπαν τα μάτια σου
Σε θέλω, μου είπε το κορμί σου

Κι εγώ,

αναζητώ αστροπολιτείες
διαφορετικές από αυτές που συλλαμβάνουν
οι κεραίες μου,
ίδιες μ΄αυτές που οι φλέβες σου
υπαγορεύουν.

Λαμπίρι, 23.3.2003

*Από τη συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010
Δημοσιεύτηκε και εδώ: http://dreaming-in-the mist.blogspot.fr/search/label/%CE%9D%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%20%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1

***

ab initio


Το σώμα ζητά εξηγήσεις.
Δεν ημερώνει με λογικές.
Δεν καταφεύγει σε λέξεις.
Εγώ καταφεύγω/αποφεύγω
Φεύγω.
Πώς να δαμάσω τη φωτιά
με μολύβι και χαρτί;
Στάχτη από λέξεις.
Πώς να ξεγελάσω την επιθυμία;
Κόβει βόλτες στον κήπο
σαν πεινασμένο αγρίμι.
Όλη τη νύχτα.
Δεν χορταίνει με ξεροκόμματα
σάρκα ζητάει
σώμα να ταϊσει το σώμα.
Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, 2012 (Ενότητα : Το στοίχημα).

***

Η άλλη πλευρά

Είμαι. Το βουητό του αέρα που
αντηχεί μέσα από την καμινάδα.
Ένα ανεπαίσθητο γαϊτανάκι από
στάχτες που χορεύει πάνω
απ’ το σβησμένο κούτσουρο.

Το μόνο ζωντανό φως.

Η καύτρα του τσιγάρου μου
που σβήνει όπου να ‘ναι.

Είμαι λουλούδι κομμένο σε βάζο.
Ρουφάω νερό μα ψάχνω χώμα.
Αποκομμένη απ’ τη ρίζα
ανθίζω μόνο μια φορά κι ύστερα
πέφτω

πέταλο

πέταλο

πάνω σ’ ένα καρό τραπεζομάντηλο.

Είμαι φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Σιωπή μέσα σε αστικό καρναβάλι.

Είμαι η άλλη πλευρά του χαρτιού
που γράφω.

Ο στίχος που δεν επιλέγεται.
Αυτό που δεν χωράει στο ποίημα.

Είμαι.
Το τυφλό σημείο του καθρέφτη
στο κρεβάτι του νάρκισσου.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, 2012 (Ενότητα: Άνοιξη εντός).