Κώστας Ρεούσης, Έξι ποιήματα

maxresdefault

ΔΡΟΜΕΑΣ

Της αποκριάς η προσωπίδα
φώναξε μεστωμένη στο σάλιο
του προηγούμενου φιλιού
τα μάτια ανοιχτά το νερό
τρέχει τον κατήφορο
πρωταθλήτρια των στίβων
η ασώματη φορεσιά.

ΗΣΥΧΙΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Άνεμος ήρθε αφήνοντας
ιαχή από μύθο βόρειο κοντά
στο σβέρκο ν’ ακούει τον
παφλασμό του σώματος σαν
έφτανε δεν έφτανε η
ταλάντωση μεταξύ ενός μεταξένιου
μανδύα και μίας χρυσής πόρπης.

ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Έναν ύπνο χτρωστώ να κοιμηθώ
για να ‘ναι η αύριο καλή
μέρα όμως τ’ άνοιγμα του
ματιού διαρκεί περισσότερο
όπως το βλέφαρο
ξεκολλάει την τσίμπλα ο νεκρός
φιλιέται με την ξεκούρασή μου.

ΑΥΛΗ

Το κόκκινο κέντημα στην μπλούζα
κοίταξα είδα τον ίμερο
τα ρόδια ώριμα έβαφαν πάνω σε κόκαλο
αναρριχώμενο κάθε στάλα
ύστερα από πότισμα απορρυπαντικού
τα κιούπια έχυναν μάλλον νερό
ή στη ράχη έσκουζε κάτι.

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΒΡΟΜΟ ΣΤΑΧΤΙΖΕΙ

Μουνί με
νίκησες
μες στο πορτοκάλι
κρατώντας την
τρίχα στα
χείλη την ήττα
έχω.

ΚΕΦΑΛΙ

Χρόνια
μάζευα το φλέμα
κι ήταν
το στόμα υγρό
τώρα
που φτύνω
αφυδατώνομαι.

*Από τη συλλογή “Καρίνα (ποιήματα 1993-1997)”, Εκδόσεις Φαρφουλάς (στη σειρά Λοξή Γραφή Νο 10), 2012.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82%cf%81%ce%b5%ce%bf%cf%8d%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b11993-1997

Γιάννης Λειβαδάς, Από το «Το ξίγκι της μύγας»

Αrtwork: Polly Morgan

Αrtwork: Polly Morgan

[Minuit]
 
Ενάμισι x ενάμισι
με το πνεύμα να οργιάζει.
Η πρώτη υδρόγειος του Νέου Κόσμου
ήταν χαραγμένη σε αυγό στρουθοκαμήλου.
Το μηδέν είναι ό,τι περισσότερο μπορεί
να υπάρξει μέσα κάποιου το κεφάλι.
Σχάση.
Ο μονόλογος κάποιας περαστικής σκιάς απέναντι
στο δυσανάλογο τετράγωνο του Saint-Médard.
Η πνευματική δυνατότητα με αναγκάζει
να θαυμάζω τον σωματικό πόνο.
Την αθλιότητα.
Πως είμαστε ανακατεμένοι
σε κάποιας απροσδιοριστίας την τράπουλα.
 

[Φαντάζομαι πως θα επιβιώσω ταυτισμένος]
 
Πολύ πρόσφατα εξέθεσα τα προβλήματα της
εμπειρίας όπως επιτακτικά οι μπακατέλες
υποθέτουν μακρηγορώντας ότι μας βρίσκουν
μοιρολάτρες όταν άλλοτε μας έβρισκαν προσαρμοστικούς
σ’ όσα μας αφορούσαν.
Φαντάζομαι πως θα επιβιώσω ο μαγκούφης
ταυτισμένος με το ημιτελές
που επανεξετάζω στα καλά
του καθουμένου.
 

[Στο σταντ του La Manne στο 90 της Claude Bernard]
 
Αυτό είναι αρχείο μέχρι να πάψει να είναι.
Πάρλες.
Λίγο κρύο από τους αγκώνες και κάτω.
Όταν κάθε αποτυχία θα κερνάει βασισμένη
στα στατιστικά που θα την φέρνουν πρώτη
στην εκτίμηση των πολιτών,
θα αποτελεί δύναμη.
Μας περικλείουν τα αναρριχητικά των ενημερώσεων·
η έγνοια μου μια κόρα
βουτηγμένη στου ήλιου τη σιωπηρή λάμψη.
Ο αέρας παίρνει μια κάρτα με την εικόνα
ενός λιμανιού με φορτωμένα μουλάρια.
Το χρονικό διάστημα που στρέφεται προς το μέρος μου
βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ελαττώματά του.
Δυο τρεις στόμφοι.
Η κατευθυνόμενη αφθαρσία βρυχάται για Πλειάδες.
Η σημασία ως ατυχής έννοια
είναι αποκλειστικά
ανθρώπινη.
 
*«Το ξίγκι της μύγας», εκδόσεις Κέδρος 2015
**Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/59568

 
artworks : Polly Morgan

Άγγελος Ευθυμιάδης, από τη συλλογή ”Δεν θυμάμαι, ξέχασα”

aggelos031

Έτσι και το βουνό έχει μνήμη.
Γνωρίζει από βροχές και σεισμούς.
Τα πλακάκια που περπατώ κάθε βράδυ και τα αριθμώ έχουν μνήμη
γνωρίζουν το ασταθές από το σταθερό μου περπάτημα
Μνήμη έχουν όλα
το χθεσινό ποτήρι
που το γέμιζα και το άδειαζα με ουίσκι
ξεχωρίζει τους αναστεναγμούς και τις σιωπές.
Μνήμη έχει το χαρτί και το στυλό για ό,τι γράφτηκε
σβήστηκε
για όσους κύκλους έκανε πάνω
στη λεύκη σελίδα όταν στέρευε η μελάνη.
Μνήμη και ο ουρανός και η γη.
Μνήμη και ο χρόνος και τα τσιγάρα.
Η πέτρα και η πόλη σου.
Μνήμη και η μνήμη.

Μνήμη και οι αγκώνες πάνω στις μπάρες των μπαρ.
Μνήμη έχει και η ουλή – τοποθεσία και στιγμή.
Μνήμη έχουν τα ακρωτηριασμένα και καμένα playmobill
οι μνήμες με θέα
η νοσταλγός μνήμη που γυρνάει στα παιδικά χρόνια
μνήμη ο πρώτος έρωτας.
Μνήμη το ξεραμένο σπέρμα στην υφασμάτινη καρέκλα, μνήμη τα στερητικά
μνήμη και τα στερημένα.
Μνήμη τα καλαμάκια
οι τζιβάνες
οι σύριγγες
οι ζυγαριές ανακρίβειας αντίληψης.
Μνήμη ατροφική
αδύνατη
τραυματισμένη
πειραγμένη
άσχημα επιλεκτική
τόσο δίκιά μας, διαχειριζομένη άθελά μας.
Η μη μνήμη.
Η θεά μνήμη.

***

Στον Θοδωρή

Ας χαθούν όπως ήρθαν.
Χωρίς βογγητά,
χωρίς πολλά πολλά, γενικά χωρίς.
Υποψιασμένες. Άφοβες. Βροχερές. Σπάνια ηλιόλουστες.
Κούφιες. Άδειες. Τρύπιες.
Τόσο ίδιες και ξεχωριστές.
Ας χαθούνε όπως ήρθαν.
Τότε που ήρθαν, σε λίγο που θα χαθούν.
Το μεσοδιάστημα. Το μεσοδιάστημα.
Άλλοτε στη μέση του διαστήματος,
άλλοτε στη μέση του πουθενά,
άλλες στο σπάσιμο της μέσης.
Σβήσε ή απομυθοποίησε αυτές τις μέρες.
Καλώς ήρθαν.
Κακώς ζήσαν τόσο.
Ας χαθούν με αυτοπεποίθηση ακριβώς όπως ήρθαν.

*”Δεν θυμάμαι, ξέχασα”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Πρωί
ή άναπνοή βρωμάει
καυχιέται ξενυχτισμένη ηδονή
κάθομαι στό μπαλκόνι
ανάβω τσιγάρο
ρουφάω απανωτά τό άρωμα τού καφέ
ό Αρης επαγγελματίας γοπίστας
περπατάει στό πεζοδρόμιο σκυφτός μαζεύοντας αποτσίγαρα
σηκώνει τό κεφάλι του καί μέ κοιτάζει
“Καλημέρα” μού λέει
κοντοστέκεται
μέ ξανακοιτάζει χαμογελαστός
“η καλημέρα αυτή δέν είναι τάχαμου ούτε τζουτζέδικη
έχει μπέσα
γι αυτό καί τήν έχω ακριβή
νά τό ξέρεις αυτό”
φεύγει
ποτέ δέν δέχτηκε τά τσιγάρα πού τού πρόσφερα
“ευχαριστώ αλλά δέν θά πάρω “μού έλεγε
“άν θά τά δεχτώ θά ξεχάσω τήν αιτία
καί θά χάσω τό στοίχημα μέ τήν προσπάθεια
πώς κάποια στιγμή πρέπει νά αγοράσω μόνος μου τό πακέτο,
θά μέ ξαποστείλει απολέμητο ή φιλανθρωπία σου” μουρμούριζε
“καί είναι πού τίς σιχαίνομαι τίς σκατοφιλανθρωπίες
άς το…είναι ολόκληρη στάση ζωής……..
θεωρία τής αξιοπρέπειας
έτσι τή λέω εγώ
δύσκολα πράγματα τά δικά μου “
ό Περικλής μέ τήν ακρομεγαλία του
σταματά αχαιρέτιστος
καί χωρίς καλημέρα μέ ρωτάει
“τί είναι κόκκινο καί φτύνει πριονίδια?”
δέν περιμένει νά ρωτήσω “τί?”
“’ο λύκος ντυμένος κοκκινοσκουφίτσα πού κάνει
πίπες στόν Πινόκιο” μού λέει
“www.xa.xa.xa” φωνάζει έχοντας γυρίσει τήν πλάτη του
καί ξεκαρδισμένη στά γέλια ή ανεμελιά του
απομακρύνεται κουτσαίνοντας.

Εμφανίζεται ή Μαίρη
συνήθως οί έντονοι διάλογοι μέ τό πρόσωπο
πού ή φαντασία της τό βλέπει απέναντι
μέ ξυπνούν στίς επτά τό πρωί
σήμερα άργησε μία ώρα
κομψή μέσα στό λευκό μακρύ τής φόρεμα
τό κεφάλι τυλιγμένο μέ τήν άσπρη μανδήλα
τό κόκκινο κραγιόν διπλοπερασμένο ζωγραφίζει τά χείλη της
ρουφάει τό τσιγαρίλο
σταματάει απότομα
στέκεται κοιτάζωντας κατάματα τό πρόσωπο τού άλλου
καί ό εμπρησμός τής φωνής της τού μιλάει
“Γιατί ρέ καριόλη μέ τό πουστοπουτανίστικο μυαλό σου
τσαλαπάτησες τό νόημα τής ζωής μου?
Τόν έρωτα μου γιά σένα.
Σού τά έδωσα όλα ρέ αλήτη.
Ολααα.
Ακόμη καί τό μεδούλι μου σού έδωσα.
Γιατί ρέ γαμημένε
μού έκλεψες τήν αλήθεια τού όνειρου
καί μέ άφησες μέσα στά σκατά τής πραγματικότητας?
Γιατί?”
Κοντοστέκεται
φαίνεται πώς ό άλλος τής φαντασίας της δέν μιλάει,
εκνευρίζεται ή Μαίρη με τή σιωπή του
“Σέ παραδόθηκα
θελημένα
ανυπόκριτη καί ελεύθερη
παρότι είμαι πολύ καλά ασκημένη
στά τερτίπια τής κοινωνικοποίησης,
νά στήνω παιχνίδια ίντριγκας καί υποκρισίας
καί νά διαχειρίζομαι κερδοφόρα γιά μένα τή συγκυρία,
έτσι σ΄αγαπάω”
τά συναισθήματα χαμηλώνουν τήν ένταση τή φωνή της
“κι εσύ μέ ξαπόστειλες σέ ερημιά
σ΄αυτήν εδώ
τήν χωρίς μοιρασιά
τήν αβάστακτη”

“Τό ερωτευμένο μυαλό μου
πού ανίκητο από τό ζορμπαλίκι τής αναπηρίας σου,
γιατί είναι αναπηρία ό μικρονοητισμός τού συντηρητισμού σου
τσιρκολάνε,
γελούσε ευτυχία,
όχι πές μου
πόσες φορές
γινόταν ό συντηρητισμός σου αθλιότητα
όταν εφορμούσε αφρισμένος κατεπάνω μου
γιά νά επικυρώσει τή δύναμη τής διευθυντικής του δραστηριότητας
βίαιος
ειρωνικός
καί παρόλο πατημένη καί σακατεμένη εκείνες τίς στιγμές
τό είναι μου ερωτευμένο
δάκρυζε
χωρίς νά βγάζει τσιμουδιά?
Γιατί ρέ τζουτζέ
ξεχειλισμένος από έρωτα,όπως έλεγες
στίς σπαραξοκάρδιες εξομολογήσεις σου
δέν μπόρεσες ν΄αναρωτηθείς
πώς γίνεται νά ζήσεις μιά χαρά,
μέ άλλους τρόπους,
έξω από τά κελιά τού συντηρητισμού σου
πού ό μανιακός
επέμενε νά μέ καταλαβαίνει
σάν νά είμαι εσύ,
αλλά είμαι εγώ
μικρονοητικό απόβρασμα,
είμαι εγώ
άλλη από εσένα
ερωτευμένη ώς τό μεδούλι μου
μέ εσένα
άλλά άλλη”
Η φωνή της έγινε πάλι μεταλλική
“Δέν μπόρεσες?Δέν ήθελες?

Ρέ κωλόπαιδο
κατάλαβε το επιτέλους
πώς δέν μπορούμε νά απομονώνουμε τά πράγματα
τής ζωής καί τών ανθρώπων,
παρά μόνο νά τά καταλαβαίνουμε μέσα από τήν αμοιβαία σχέση τους
καί τήν ολότητα τους.
Τί δέν καταλαβαίνεις
από αυτά πού σού εξηγώ παληοαρχίδι?
Πές μου τί?”
Ρούφηξε βαθειά τόν καπνό τού τσιγαρίλο.
Μέ μία βιαστική κίνηση
σκούπισε τά δάκρυα από τά μάτια της.
“Κουράστηκα νά σού τά λέω……
Κουράστηκα πολύ..
Είναι καιρός τώρα
πού μέσα στά σκοτάδια
τής σύγχυσης,τού άγχους,τού πανικού
ή αυτογνωσία μου σέ αναλαμπές
λαχταράει τήν επαναφορά στή φυσιολογικότητα,
νά ενσωματωθεί στό “έξω”,
νά λεηλατηθεί παραμένοντας νηφάλια
από τίς δεσμεύσεις,τίς αντιφάσεις,
τίς αυτόματες καί αυτονόητες καταστολές
ακόμη καί μαζικές παράνοιες
τής κατεστημένης λογικής,
τόν τρόπο σκέψης τής πλειοψηφίας
τής κάθε φορά πλειοψηφικής λογικής…..
επινοώ απλούς σχεδιασμούς
χωρίς νά είμαι ψευδαισθητική
ούτε τό μυαλό μου είναι χέρσο
ξέρωντας πολύ καλά
πώς τό απλό είναι καί τό πιό δύσκολο,
γιά νά έχω ξανά τόν έλεγχο τής μοίρας μου
χωρίς αυτούς εδώ τούς σπασμούς βασανιστικού πόνου
πού γεννάει χωρίς νά μέ ρωτήσει ή χημεία τού μυαλού μου,

μέ κάνει σπαράλια
ή βιωματική συνθήκη τής τρέλλας
πού μέ οδηγεί άθελα
σέ αρνήσεις τής πραγματικότητας,
σέ αδυναμία διαχείρησης της
καί τής διαχείρησης τής δικής μου σχέσης
μέ τόν χωρόχρονο της,
χωρίς ή μέ πολύ λίγα τραύματα.”
Γύρισε τό κεφάλι της πρός τό μέρος μου.
“Εδώ είσαι?”
Δέν περίμενε απάντηση.
“Ανοιξε μου
θέλω νά έρθω επάνω γιά λίγο
νά ξεκουραστώ ”
Αυτή ή γλυκειά προστακτική τής φιλίας
μέ τήν ανευλάβεια της πρός τά φρού-φρού
καί τούς κανόνες τής επικοινωνιακής γλώσσας
πού αφήνει αποσβολωμένη τήν κοινωνικότητα
νά χάσκει μέ τό στόμα ανοιχτό
μέ σήκωσε αμέσως από τήν καρέκλα,
άφησα μισάνοιχτη τή πόρτα τού σπιτιού
καί επέστρεψα στό μπαλκόνι
νά τελειώσω τόν καφέ….
Στό κεφαλόσκαλο μιλούσε δυνατά
“εμ δέν φτάνουν μόνο οί οργασμοί
γιά νά αποδειχθεί ό έρωτας,
αυτή ή μαγκιά χρειάζεται πολλά
πάρα πολλά
τά χρειάζεται όλα μαζί αυτά τά πολλά
καί ένα μόνο από τά πολλά είναι οί οργασμοί…..
δύσκολη,πολύ δύσκολη γιά νά παιχτεί ή παρτιτούρα τού έρωτα
κι ακόμη πιό δύσκολος ό συντονισμός σου στήν ορχήστρα τών δύο……”
άκουσα τίς ανάλαφρες πατημασιές της
νά πηγαίνουν στή βιβλιοθήκη,

τό αγαπημένο της δωμάτιο από τούς καιρούς τότε
πριν τήν υπονομεύσει ό μεγάλος έρωτας
καί τήν ματαιώσει……
δέν ήταν απαραίτητη ή παρουσία μου στό δωμάτιο
σχεδόν γνώριζα τί κάνει στό κάθε λεπτό τής σιωπής της,
αυτά πού έκανε πάντα,
στεκόταν μπροστά από τά ράφια τής κοινωνιολογία τής τρέλας καί τής αντιψυχιατρικής,
τά είχε διαβάσει όλα
αρκετές φορές,
τά χάιδευε μέ τά δάχτυλα της,
αγγίγματα ερωτικά,
μονολογούσε σέ τόνο χαμηλό
“κάθε φορά
τά διαβάζω μέ τρόπο διαφορετικό
καί μού αρέσει πολύ”,
ή περιέργεια της σκάλιζε τίς σχεδόν κιτρινισμένες από τόν καπνό καί τόν χρόνο σημειώσεις
από τίς νυχτερινές μου πληρωμένες βαρδιες βιοπορισμού στά ψυχιατρεία
ή στά κακόφημα ιατρικά στέκια
τούς Σταθμούς Πρώτων Βοηθειών ναρκομανών καί ψυχασθενών
καί κατέληγε στά περιοδικά λόγου καί ποίησης
πού εκδίδαμε μαζί μέ τούς ανθρώπους πού υπέφεραν από τό βάσανο
-ποτέ δέν τούς ονοματίσαμε “ασθενείς”-.
στήν προσπάθεια τής ασέβειας μας νά αναψηλαφεί διαρκώς
τούς κατεστημένους ορισμούς τής τρέλας
ακόμη καί στό ρίσκο της νά τήν ακυρώνει ώς “ασθένεια”.
Μέ φώναξε
“θέλω νά σού μιλήσω”,
παραξενεύτηκα
συνήθως καθόταν ένα μισάωρο μέ μία ώρα
χωρίς νά ανταλλάξουμε κουβέντα
άλλοτε κάπνιζε σκεφτική δύο-τρία σιγκαρίλος απανωτά
άλλες φορές διάβαζε
καί έφευγε
δίχως νά χαιρετήσει.
Βουλιαγμένη στήν κόκκινη πολυθρόνα

έσταζε κούραση καί υγρασία
είχε βγάλει τήν πουκαμίσα
ό ανεμιστήρας κοντά στά στήθια της
ή ματιά τής ρημαγμένη από τόν πόνο
επώαζε κατάθεση σημαντικότητας
μιλούσε σοβαρά καί αργά
“Αυτοί μού ζητάνε
μέ τό ξυράφι τής παραίτησης μου
νά αποδεχτώ πώς είμαι άρρωστη
“ψυχιατρικός ασθενής” τό λέει ό στιγματισμός τους
άσε νά μού τό ζητάνε οί ψυχιατριστές καί οί ψυχιατρισμοί τους,
άκου
όροι πολυκαιρισμένοι
πού προδίδουν καταγωγή γνώσης τσαρλατάνικη
ψυχίατρος
ψυχιατρική
γιατρός τής ψυχής
ιατρική τής ψυχής
αρχιδιές αδόκιμες
λείψανα μορφωμάτων δολοφονικής αλητείας
“πεταμένα” από μήτρες δυσλειτουργικές
κι ανήκεστα αρρωστημένες
αυτές
τής βίαιης θρησκειοληψίας
καί τής ηττημένης μέχρι ακύρωσης μεταφυσικής,
πώς μπορώ
νά μή θυμηθώ
τίς ελάχιστες από τίς παγκόσμια πολλές
ανθρωποφάγες αλήθειες τέτοιων -ισμών
πού μέχρι τό 1860
τούς εγκεφαλικά βασανισμένους
τούς έριχναν στά ανελέητα χέρια
παπαδαριού δολοφονικού καί σαδιστικού
καί ό αρρωστημένος φανατισμός τής χριστιανοληψίας τους
κρατώντας τους αλυσοδεμένους
στά μπουντρούμια τών άγιων μοναστηριών καί εκκλησιών

τούς τιμωρούσε
μέ βασανιστήρια απάνθρωπα
ώς αμαρτωλές,δαιμονισμένες καί αντίχριστες ψυχές,
γαμώ τίς ψυχές τους,
πώς μπορώ νά ξεχάσω
τέτοιο ψυχιατρισμό καί τέτοιους ψυχιατριστές
πού ελάχιστο ιστορικό χρόνο πρίν
από τό 1940 ώς τό 1941
συμμετείχαν μέ ενθουσιασμό καί σύσσωμοι
στήν Aktion 14
οί αλμπάνηδες
δολοφονώντας εν ψυχρώ
σέ κατάσταση απόλαυσης σαλεμένης
εβδομήντα χιλιάδες σαστισμένες ανθρώπινες ζωές
-γι αυτούς υπάνθρωποι-
καί αριθμό αμέτρητο στά άσυλα καί στά τρελλάδικα
μέ τίς μεθόδους τής πείνας,τής δίψας,
τών θανατηφόρων ενέσιμων ουσιών,
μέ τήν ετυμηγορία-γνωμάτευση τού ψυχιατρισμού
“αθέλητη απιστία πρός τίς νόρμες τής φυσιολογικότητας
καί παράλογη συμπεριφορά απέναντι στήν κατά πλειοψηφία αποδεκτή λογική”,
πώς μπορώ νά τούς εμπιστευτώ
πού μόλις τό 1960
στό ιστορικό χθές δηλαδή
ασθμαίνοντες από τό ασήκωτο βάρος τής κατακραυγής
κρατώντας ακέραια τήν νομική τους ισχύ
κατέφυγαν σέ μία άρον άρον αυτοκριτική τού εγκληματικού ψυχιατρισμού
πού τήν ονόμασαν οί ανεπίτρεπτοι”ψυχιατρική μεταρρύθμιση”
ανακαίνισαν τούς τόπους μαζικών δολοφονιών
τά τρελλοκομεία άσυλα
καί τά επωνόμασαν “ψυχιατρικά νοσοκομεία”….
αι σιχτίρ
μπορείς νά μήν τά θυμάσαι όλα αυτά?
πώς νά μήν φοβάσαι
τέτοιους ψυχιατριστές καί τέτοιους ψυχιατρισμούς

πού ή εξουσία τους ανεμπόδιστη
χαμογελώντας ή λογικόπληκτη αλαζονεία
νά “θεραπεύσει” τήν άυλη ουσία μου
τήν ψυχή μου
μέ φαρμακοχημικούς προπηλακισμούς τής ύπαρξης τού Είναι μου ?
Λοιπόν
δέν ξέρουμε ποιά ή ποιές
από τίς άπειρες παράγωγες καί κατά συνθήκη καταστάσεις τού εγκεφάλου
-πού δέν έχουν νά κάνουν μέ αυτές τίς ασυναρτησίες τής θρησκειολογίας
καί τής μεταφυσικής-,
ποιό ή πόσα από αυτά τά άπειρα αποτελέσματα καθαρής βιοχημείας τών νευρώνων
-όλα τά παραπάνω ασυνέχειες καί εκκρίματα-
είναι ή προσομοίωση τής περίφημης ψυχής τους
αυτή
ή άυλη
ή άφθαρτη
ή πνευματική
ή γαμημένη ή ψυχή τους….
Άσε
πού όταν ή ανικανότητα μου νά διαχειριστώ τόν πόνο μου,
υποτροπιάζει σέ τρέλλα,
γελάω
γελάω ξεκαρδιστικά
βλέποντας τήν έπαρση τους αυστηρή καί τιμωρητική,
σάν τή δασκάλα μου τότε,
νά χτυπάει μέ τόν χάρακα τής κατασταλτικής χημείας
τίς παλάμες τών νευρώνων μου μέχρι νά πρηστούν καί νά ματώσουν
δηλαδή μέχρι νά μέ επαναφέρει
άφωνη καί ρημαγμένη(ευνουχισμένη)
στήν απρουπόθετη αποδοχή τής πραγματικότητας
χωρίς τό μαρτύριο τής διαμαρτυρίας,
τής τρέλλας
μέσα μου…….”
Τά δακρυσμένα της βλεφαρίσματα
ανόθευτο παράπονο καί σκάνιασμα αλάλητο
“άδικά περιμένω

νά διεισδύσουν στά σκοτάδια μου
νά τήν περπατήσουν τή ροή τού χρόνου μου
μέ βηματισμό αιρετικό πρός τούς κομφορμισμούς τους,
νά ψηλαφίσουν τήν αρχή τών φορτίων τής εμπειρία μου,
τής μνήμης μου,
τών αισθημάτων,
τών σκέψεων,
τών συμπεριφορών,
νά βρούν τήν άκρη τού νήματος
τό γιατί καί τό πώς τού τρόπου τής εγκεφαλικής μου χημείας
πού τά παράγει,τά συνθέτει καί τά αποσυνθέτει
σέ αλληλοεπίδραση μέ τόν κόσμο μου καί τόν κόσμο
όλα αυτά,
τό Υπάρχω μου καί τό Είναι μου
ενιαία
Εγώ,
νά βρούν εμένα
καί νά εντοπίσουν τήν αιτία
πού μέ εξορίζει αθέλητα
από τήν κάθε φορά κατεστημένη λογική καί φυσιολογικότητα…..
αλλά αντί γι αυτό
επιδίδονται κάποιοι στυγεροί μεταπτυχιακοί
στή χημική καταστολή ή ακύρωση
τών εξωτερικευμένων συμπτωμάτων τής αιτίας
τής τρέλας μου τή συμπεριφορά,τή νόηση,τή γλώσσα…..
τό πετυχαίνουν…..
τά ακυρώνουν προσωρινά
καί τό αλαφιασμένο θηρίο μέσα μου
ναρκώνεται γιά λίγο μέ τά τερτίπια τους,
μετά….
μετά ξυπνάει
γιατί ή αιτία πού τό κρατάει ζωντανό μένει ανέγγιχτη
καί πάλι από τήν αρχή
μού προκαλεί πόνο καί βάσανο…..”
Σηκώθηκε απότομα
καί μέ κίνηση στοχευμένη πήρε από τή βιβλιοθήκη
ένα χοντρό λεξικό

”σού διαβάζω τήν ερμηνεία τής ψυχής τους
από λεξικό έγκυρο μιάς ακαδημίας αθανάτων
άκου…! γιά νά γελάσεις
μέ αυτές τίς αθάνατες ασυναρτησίες”
ρούφηξε βαθειά τόν καπνό τού σιγαρίλο
”ψυχή είναι ή ηθική καί συναισθηματική φύση τού ανθρώπου
σέ αντίθεση μέ τήν βιολογική καί διανοητική του υπόσταση”
κλείνοντας τό βιβλίο μονολόγησε
”άς αλλάξουν τουλάχιστον τό όνομα
Ιατρική τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς…
όχι….τής Εγκεφαλικής Χημικής Δυσλειτουργίας
όχι..όχι….
δυσλειτουργία, ώς λάθος ή παθολογία, απέναντι σέ ποιά σωστή
καί φυσιολογική λειτουργία?
πάλι τά ίδια
τό Παράλογο απέναντι στό Λογικό,
αφού είπαμε πώς καθορίζεται τό Λογικό,
κάθε φορά κατά πλειοψηφία καί κατά συνθήκη……
άσε…..άσε
μήπως δέν μπορεί νά είναι Λογικό
ένα κατά πλειοψηφία μαζικό Παράλογο?
δέν ζήσαμε τήν κατά πλειοψηφία Λογική ενός ολόκληρου λαού
λυσσαμένη σέ κατάσταση λογικοφρένειας
νά συμμετέχει ουρλιάζοντας χάιλ
στά εγκλήματα τού Χίτλερ?
αυτός δέν ήταν ένας μαζικός ανθρωποκτόνος Παραλογισμός
πού τότε μόστραρε σάν φυσιολογική κατεστημένη Λογική καί Συμπεριφορά?”
σκούπισε τόν ιδρώτα στόν λαιμό της μέ τήν μπλούζα
βυθίστηκε στή πολυθρόνα
ταίριαξε μέ μία γρήγορη καί διακριτική κίνηση τό σουτιέν της
“λοιπόν
μία αληθινή καί έντιμη ονομασία είναι
Γιατρός τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς
Ιατρική τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς
Ασθενής τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς

αυτό είναι,
αφού ή τρέλα είναι ένα άλλο στύλ διεργασιών τής ηλεκτροχημείας τού εγκεφάλου
πού παράγει διαφορετικών στύλ διανόηση,συναισθήματα καί βιολογία,
μιά κατρακύλα σέ κατάσταση νταντά,σουρρεαλισμού,μπίτ τής κατεστημένης λογικής μου
έτσι πρέπει νά ονοματίζουμε τά πράγματα….
αποδεσμευμένα συθέμελα από τίς ανήκουστες συσχετίσεις
μέ τήν ψυχή,τήν αυθαίρετη ασυναρτησία,
Ιατρική τής Ψυχής-Ψυχιατρική
Γιατρός τής Ψυχής-Ψυχίατρος
Ασθενής τής Ψυχής-Ψυχασθενής
αρχιδιές αμετάκλητα αρτηριοσκληρωμένες…………………………….

*Aπό τό FUCK OFF long poem σέ διαδικασία έκδοσης.

Giuseppe Ungaretti, La Pietà

iya-aeeuia-66-275x300

I.
Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.
Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.
Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.
Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;
Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.
Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;
Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.
Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…
Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.
Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.
Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;
Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.
Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;
Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;
Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.
Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.
Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.
Γυρεύουμε μια σιγουριά.
Ούτε που γελάς πια με μας;
Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.
Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.
Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.
Ο νόμος σου ποιος είναι;
Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.
Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.
`

II.
Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;
Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,
χείμαρρος ίσκιων είμαστε,
αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.
Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.
Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.
Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;
Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;
Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.
Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.
Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.
Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.
`
III.
Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.
Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;
Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.
`
IV.
Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.
(1928)
`
*************************************************************
Testi in italiano
“La Pietà’
`
I.
Sono un uomo ferito.
E me ne vorrei andare
E finalmente giungere,
Pietà, dove si ascolta
L’uomo che è solo con sé.
Non ho che superbia e bontà.
E mi sento esiliato in mezzo agli uomini.
Ma per essi sto in pena.
Non sarei degno di tornare in me?
Ho popolato di nomi il silenzio.
Ho fatto a pezzi cuore e mente
Per cadere in servitù di parole?
Regno sopra fantasmi.
O foglie secche,
anima portata qua e là…
No, odio il vento e la sua voce
Di bestia immemorabile.
Dio, coloro che t’implorano
Non ti conoscono più che di nome?
M’hai discacciato dalla vita.
Mi discaccerai dalla morte?
Forse l’uomo è anche indegno di sperare.
Anche la fonte del rimorso è secca?
Il peccato che importa,
se alla purezza non conduce più.
La carne si ricorda appena
Che una volta fu forte.
È folle e usata, l’anima.
Dio guarda la nostra debolezza.
Vorremmo una certezza.
Di noi nemmeno più ridi?
E compiangici dunque, crudeltà.
Non ne posso più di stare murato
Nel desiderio senza amore.
Una traccia mostraci di giustizia.
La tua legge qual è?
Fulmina le mie povere emozioni,
liberami dall’inquietudine.
Sono stanco di urlare senza voce.
`
II.
Malinconiosa carne
dove una volta pullulò la gioia,
occhi socchiusi del risveglio stanco,
tu vedi, anima troppo matura,
quel che sarò, caduto nella terra?
È nei vivi la strada dei defunti,
siamo noi la fiumana d’ombre,
sono esse il grano che ci scoppia in sogno,
loro è la lontananza che ci resta,
e loro è l’ombra che dà peso ai nomi,
la speranza d’un mucchio d’ombra
e null’altro è la nostra sorte?
E tu non saresti che un sogno, Dio?
Almeno un sogno, temerari,
vogliamo ti somigli.
È parto della demenza più chiara.
Non trema in nuvole di rami
Come passeri di mattina
Al filo delle palpebre.
In noi sta e langue, piaga misteriosa.
`
III.
La luce che ci punge
È un filo sempre più sottile.
Più non abbagli tu, se non uccidi?
Dammiquestagioiasuprema.
`
IV.
L’uomo, monotono universo,
crede allargarsi i beni
e dalle sue mani febbrili
non escono senza fine che limiti.
Attaccato sul vuoto
Al suo filo di ragno,
non teme e non seduce
se non il proprio grido.
Ripara il logorio alzando tombe,
e per pensarti, Eterno,
non ha che le bestemmie.
`
*********************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1888 και πέθανε στο Μιλάνο το 1970. Ανανεωτής των ποιητικών σχημάτων, με την ιδιόμορφη, μικρή, ποιητική γραφή του να χαρακτηρίζεται από επιγραμματικά, πυκνά κείμενα,απογυμνωμένα από στίξη και ρίμα, με ύφος λιτό, με λέξεις που «τέμνουν τη σιωπή», ήταν εμπνευστής, μαζί με τον Εουτζένιο Μοντάλε και τον Ουμπέρτο Σάμπα, της Σχολής του Ερμητισμού στην Ιταλία. Ο Ungaretti πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ιταλικό μέτωπο του Κάρσο, εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή του και τον έκανε να βιώσει την αντιποιητική πραγματικότητα, συνδεδεμένη με τη φρίκη του πολέμου, τον σπαραγμό, την απουσία, και την αγωνία του θανάτου. Η θεματογραφία της ποίησής του συναρτάται με αυτόν ακριβώς τον κύκλο της ζωής του και αποτυπώνεται στους τίτλους που ο ίδιος έδινε στα βιβλία του, από την «Ευθυμία» και το «Αίσθημα του χρόνου»μέχρι το «Σημειωματάριο του γέρου». Ο Οδυσσέας Ελύτης το 1958 στα Ανοιχτά χαρτιά έγραφε: «Το ένα ποίημα, που αποτελούν όλα μαζί τα ποιήματα του Ungaretti, απλοποιεί τις γραμμές της ζωής και τις συγκεντρώνει σ’ ένα σχέδιο, που το καθαρό του περίγραμμα, όπως η θάλασσα γύρω από ένα νησί, μας αφήνει να δούμε καλύτερα ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο κόσμος όλων των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, όταν του αφαιρέσει κανείς τα βάρη της ματαιοδοξίας μας». Το συγγραφικ ότου έργο έχει συγκεντρωθεί σ’ έναν τόμο με τον γενικό τίτλο «Η ζωή ενός ανθρώπου», (Giuseppe Ungaretti,Vita diunuomo – Tuttelepoesie, Mondadori, 2005, IMeridianiCollezione).

*Mετάφραση-επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου.
**Από το http://www.poiein.gr/archives/34425/index.html

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 1390 ( ζουμερές ρόγες και παλιοπράγματα)

14729137_1056221991190535_680896145753658779_n

~
δρόμοι
αιδεσιμότατοι,
με το
νυφικό της νύκτας σου λέω,
λερωμένο
χωρίς
προσδοκίες,
μόνο θερμοφόρα της πίστης
για τον
καθένα,
γεμάτη από μέρες ενέχυρες,
και
γροθιές έρωτα
~
κατέβηκα
από τη πλαφονιέρα της φαντασίας,
ναι
σου λέω,
συμμετρική η θλίψη:
ξεβαμμένο
το εσώρουχο
και το βλέμμα αόρατο,
εθνικό
μουσείο Ελλήνων,
ευτυχώς υπάρχουν κάτι ταμπέλες που σε κάνουν
υπερήφανο:
wc προσφύγων
~
τέλος πάντων,
το κέρμα
της,
ο αυτόματος πωλητής
μου,
με πολλές ατμόσφαιρες η περιπλάνηση,
με αδύνατους
καρδιακούς παλμούς,
ταξινομεί
κατά
έρωτες
και μαζεύει χούφτες τους στίχους
για πέταμα
~

*Photo: alexmil

Κωστής Τριανταφύλλου, ν

1a

α.

πήρα μια βαθειά ανάσα
αέρα που έρχεται από μακριά
εκεί όπου βρυχώνται των ανέμων οι βράχοι νησί
είσοδος στις μικρές ομίχλες αγκαλιά να διαλύεται
με βαθειά εισπνοή
αέρα που φέρνει
νυκτερινή πλοήγηση σε σκηνές άναυδες
τον άλλο κόσμο των βράχων που συνομιλούν
με τον άνεμο να τους γδέρνει
αέρα που ξεροσταλιάζει στις ψημένες ξερολιθιές
όπου ριπές καταιγιστικές σε μια δίνη μηνυμάτων
φυσάει πάνω από την θάλασσα και ξεσηκώνει
μέγα βουητό τραγούδια αισθήσεων πλεγμένων
στο νησί πάνω στην άμμο της κλεψύδρας
αμμοθύελλα ονειροδαρμένη
ψυχές
περπατάω στον βυθό του γαλάζιου
τα βράχια ψιλή άμμος του ανέμου
περιήγηση εν πλω κραυγή στην ομίχλη
φεύγω στο βάθος με μια εισπνοή
χαμένος σε δίνη
μια κι έξω
νησί

β.

είσαι κι εσυ στο νησι
εκεί ο αέρας ηγείται εκμαιεύει τα βράχια
εγγράφει νέες σκέψεις φαράγγια δύναμης
όπου βγαίνουν ελεύθερες συνθέσεις
πλεξούδων λέξεων και συνειρμών μετάβαση
σε περίοδο περίσκεψης και τρέλας η περιπλάνηση
ξενάγηση σε άγνωστες λέξεις θεούς ακατάληπτους
όντας το μάγμα στερεοποιημένο σε μιαν ανάσα έμπυρη
γνώστη των άνισων διαδρομών
να φέρνουν την επόμενη σκηνή εκπνοής σε άπνοια

όταν διάλεξα νησί Μαρία την πήρε ο άνεμος και την σήκωσε ολόκληρος κόσμος λογοτεχνίας άνοιξε μπροστά μου να κλείνω τα βιβλία το ένα μετά το άλλο να μην με απορροφήσουν μέσα τους σελίδες σελίδες διείσδυση γεμάτες υπονοούμενα γεια σου Μαρία και διάλεξα το επόμενο όνομα όταν μου έδωσες τον χάρτη να τοποθετηθώ στο νησί σύννεφο άνεμο λέξη στη λέξη

γ.

είσαι κι εσύ νησί αέρας των βράχων
μόλις που αποβιβάστηκες στη γραφή
αλλόκοσμος βρυχηθμός παφλασμός έκρηξη
κυκλάδες όνειρα με διαπασών κοχύλια άγγιγμα μια παραλία
παλίρροια μυρωδιές αέρας ονείρων
υπόσχεση που σου δίνει το νησί
είναι πάντα ώρα για βουτιά
υπάρχει πάντα ένα νησί στον ορίζοντα
μέσα στον άγριο άνεμο ανασαίνω
αναγνωρίζοντας τις καταιγίδες
ελευθερία

δ.

αλλαγή πλεύσης πέτρα περίπτυξη
ατμοπλοϊκή ή διαδικτυακή σύνδεση
σπάνια συνομιλία
γι’ αυτό κάποια νησιά
φεύγανε σε άτακτους κυματισμούς
ενώ άλλα αλαφροΐσκιωτα χανόντουσαν
σε συνεχή αναμέτρηση με τις βουνοκορφές η ανάσα
μου πήρε τον αέρα μου
που αφήνει τα όνειρα χωρίς φακούς
να βρίσκουν τα δικά τους μονοπάτια
τις νυχτερινές ώρες περιδιαβάζοντας νησί
από νησί σε νησί σύννεφο που χάνεται στον αέρα

ε.

έτσι στο νησί
αλλά όπως πάλι είπες κι εσύ
ήμασταν μαζί κάπου οράματα οπωσδήποτε
πάντως ναι ιπτάμενες οφθαλμαπάτες για το ταξίδι
οπτασίες να υφέρπουν υπολογιστές ραντάρ διαδίκτυο
οθόνη αποβίβαση αοριστία υπερβολή εκπνοή
στη μέση του πουθενά ήμουν νησί λοιπόν
ανεμονησίδα πλοήγησης στην κορυφή του κόσμου
να σε παίρνει και να σε φέρνει δυνατός αέρας
στην κρυφή πλευρά πάνω στον άνεμο στη σιωπή

στ.

για όλα φταίει ο άνεμος
άσκησης επί χάρτου το νησί
παίρνω τις λέξεις μου και φεύγω
όπως και άλλες γνωστές αγράμματες λέξεις
πίσω στους δρόμους της αυτοκίνησης μανίας
με σκέψεις άλλων λέξεις
η εκπνοή δεν είναι πάντα τέλος διαδρομής
μπορεί όμως να γίνει το παιχνίδι

ζ.

έτσι είπες κι έγινες νησί
στη γραφή που εισπνέει εικόνες κι αισθήσεις άμετρες
που φέρνει στον ύπνο το νησί ολόκληρο αερικό
γεμάτο παρελθόν και μέλλον
οι νεκροί μου ζωντανοί αέρας πολύς
κι οι ζωντανοί στο όνειρο τραπέζι μαζί

το νησί είχε ακόμη και δένδρα
στο νησί έβρισκες αεροδιαδρόμους απογείωσης
ένα με το νησί σε ρυθμούς ερωτικούς
το νησί όπως κήπος κείμενο σύννεφο
ανεμοστρόβιλος

η.

ξαφνικά συθέμελα και κατά συρροή καταστροφή
σαρώνει το νησί που φέρνει
φλόγες που χορεύουν πανικό
να σου κόβεται η ανάσα στο κενό
ένα νησί σταχτί στην μέση του ονείρου νεκρό
νησί εφιάλτης στο γκρεμό

λένε πως φταίνε τα δέντρα
κι ο αέρας που φέρνει
μυστικές συνομιλίες της φύσης

καμένο ξημέρωμα στο νησί απνευστί και σταχτί

θ.

η εκπνοή
το νησί ξεσηκώνοντας
βόμβο βαθύ συμπαντικό
πνοή στο θρόισμα των λέξεων εκείνων
που μου φέρνουν
νησί στο νησί τον αέρα που εισπνέω λέξεις εκκίνησης
προπομπούς περιήγησης βαθειάς ανάσας

*”ν” Αθήνα, 2009

**Για τον Κωστή Τριανταφύλλου επισκεφθείτε
http://www.artopos.org/artists/costis
http://www.youtube.com/user/fromcostis
http://www.issuu.com/costi
http://www.costis.gr

inside

Σπύρος Μεϊμάρης, Διαδρομή

%ce%bf-%cf%8d%cf%80%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82

Πηγαίνω από το ένα στο άλλο.
Ολόγυρά μου φωνές πουλιών, θόρυβοι εωσφορικοί,
φόβοι εξωπραγματικοί, ιδιόρρυθμες στιγμές
που δεν κατορθώνω να δαμάσω.

Πέρα στα μεσημεριανά χωράφια ίσως υπάρχει
κάποια ελπίδα να αναθαρρέψει η καρδιά μου-
χωρίς ανθρώπινες φωνές, μονάχα η Φύση.
Πέρα εκεί κάτω που ονειρεύτηκα.

Ο Χρόνος είναι συνεργάτης μου
στη διαχείριση της Πραγματικότητας.
Οι άλλοι πεζοί δεν με αφουγκράζονται.
Ο φόβος που με καθορίζει γιγαντώνεται.

Στα μακρινά δρομάκια γεμάτα τριανταφυλλιές
οι κάργιες από πάνω, μικρό παιδί παρασυρμένο
από τη δύναμη της Ζωής υφαίνει το νήμα.

Τώρα στους αντίποδες, τα ίδια καμιόνια σκοτώνουν
τα όνειρα, η φυλή αυτή είναι καταδικασμένη,
ίσως κι εγώ μαζί της.

Τα βιβλία δεν προσθέτουν τίποτα, μια φορά κι έναν καιρό,
μια συνήθεια, μια προσκόλληση, ένα τρέμολο,
μια ανησυχία βαθιά μέσα στο Είναι-

Άδειασαν όλα κι έγιναν σαν αχιβάδες-
όλο το Παρελθόν ρουφήχτηκε, το σώμα στέγνωσε,
μια σειρά από λάθη οδυνηρά τερμάτισε τον Χρόνο.

Ξανά από την αρχή.
Όπως μεγαλώνουν τα νύχια & τα μαλλιά.
Και το κεφάλι πονεμένο διασχίζοντας
την Αγίου Μελετίου μεσημέρι καιρό με ιδρώτα.

Είχαν αφαιρεθεί όλες εκείνες οι εικόνες στον ύπνο,
ολόκληρες περίοδοι.
Και τότε άνοιξε μια δίοδος προς τον Θεό μέσα από πόνο,
μέσα από λάθη, από μετάνοια.

Φέρτε κοντά μου τα αντικείμενα
με τα χρώματα & τις μουσικές τους.
Ακούμπησε πάνω τους για λίγο και ησύχασε.
Τον είχε παρασύρει η Νύχτα του Novalis.

Μια παραφροσύνη τον είχε κυριεύσει.
Ήξερε, γνώριζε ότι δεν τον συμπαθούσαν,
γι’ αυτό ήθελε να εξαφανιστεί δια παντός.

Αποκαμωμένος ήθελε να πέσει να κοιμηθεί
αλλά μέσα του, στην καρδιά του που είχε ζωηρέψει,
ευαισθητοποιηθεί, γίνονταν διάφορες κινήσεις
που κανείς δεν καταλάβαινε.

Έπρεπε να γείρει πάνω από το Παρελθόν,
από αυτό το αρτεσιανό ρεύμα.
Έτσι πλούσιο όπως ήταν πολύ του ταίριαζε.

Ο θόρυβος ιερός από ανθρώπινες δραστηριότητες
ανέβαινε σιγά-σιγά στο κεφάλι του,
τον διέλυε σιγά-σιγά, τον έφτιαχνε
κάπως διαφορετικό μέσα στην Έρημο.

Κοντά του, σιμά του, ήταν το ροζ χέρι
που κρατώντας το στυλό έγραφε, σημείωνε.
Είχαν όλα περάσει ανεπιστρεπτί.

Τι κρίμα!
Πώς γέμιζε άραγε ο Χρόνος;
Πιο μέσα το κρεβάτι όπου κοιμόταν.

Και δεν μπορείς να συνέλθεις με τίποτα
βλέποντας τους άλλους τόσο πολύ.

Αυτό που βλέπω είναι ο πληγωμένος εαυτός,
ο κίνδυνος διάλυσης του εαυτού
ή ο διαλυμένος ήδη εαυτός.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Από τους “Δώδεκα”

535442_3298885743411_1005924418_33163904_567182548_n

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.

Μαίνεται Ακούς; Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.

Παρανοώ Κύριέ μου; Κι όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται την Πόρνη
τον Τελώνη τον Ληστή.
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σε ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

Σπλαχνίσου Κύριε: γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει Εγώ να τον στεριώσω.

*”Οι Δώδεκα”, εκδόσεις Αιγαίον/Κουκκίδα, Λευκωσία 2011.

Γεωργία Τρούλη, Στο γόνατο

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%821

Όταν κρεμάσανε στους τοίχους αυταπάτες
Περπάτησαν χέρι χέρι μέχρι το τέλος της φρίκης
Η μοναξιά διαδρομή
Δεν χαρίζει κάστανα
Μόνο σχήματα λέξεις και εγώ
Από εκεί ξεκινώ γεμισμένος Παρίσι
Και ανάμνηση
Γεμάτος γυναίκα παιδί κατοικίδιο
Άδειος από χολή και συστροφή των εντέρων
Άδειος από μάταιο
Δεν κάνω τραμπάλα ούτε σε ήλιο
Μήτε σε φεγγάρι
Μόνο σώμα- αυτό αρκεί
Ένα χάρτινο προσκέφαλο τρυπάει εικόνες στο κρανίο μου
Από την μια άκρη ως την άλλη
Σήμερα όμως χάιδεψα δυο πορτοκάλια στον κήπο
Έδωσα στην γάτα ένα ψαροκόκκαλο υπομονή
Και μια εξαίσια μουσική από τα παράθυρα που ανοίγουν καταμεσήμερο
Κάθε απόγευμα κάνω σπουδή στο κατακάθι του καφέ μου
Ξεφυτρώνει μια έλλειψη με το χθεσινό λουλούδι που φύτεψα
Περνάω σε μεγαλύτερο σχήμα
Σε λιγότερο χρώμα
Στηρίζομαι στο ένα γόνατο
Το άλλο το σφάζω κάθε νύχτα μαζί με τα πουλερικά
Τα φτερά γεμίζουν δωμάτιο – λες
Τίποτα δεν υποχωρεί
Δημιουργείται ξανά

*Το ποίημα “Στο γόνατο” γράφτηκε σε συνομιλία με έργο του Γιώργου Σκυλογιάννη, εικαστικού και καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης, με τον οποίο η ποιήτρια έκανε μια παρουσίαση. Τα τρία έργα οι εικόνες των οποίων αναρτώνται εδώ είναι του Γιώργου Σκυλογιάννη.

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82-2

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b7%cf%823